19.3.16

Η ΠΕΡΒΙΝΗ ΠΟΥΛΑΕΙ ΧΑΛΛΟΥΜΙΑ ΣΤΟΥ ΜΟΡΦΟΥ


«… Εγώ φονιάς δεν είμαι / Μονιάστε μαζί μου της γλάστρας τα λουλούδια / καλύμματα των κρεβατιών, καρέκλες / κι εσείς φωτογραφίες μες στο άλμπουμ / Εγώ φονιάς δεν είμαι…», Mehmet Yiashin.

Δεν έχει τελικά μεγάλη διαφορά το χαλλούμι με πολύ αλάτι από εκείνο με λιγότερο. Ίσως μόνο στην ποσότητα του νερού που θα χρειαστείς έπειτα από λίγη ώρα, για να κατευνάσεις τη δίψα σου. Με κοίταξε καλά καλά που κοντοστάθηκα κοιτώντας την, έκοψε με το μαχαίρι που κρατούσε ένα μικρό κομματάκι και από τα δύο μεγάλα πλαστικά μπολ τοποθετώντας τα, με μία γρήγορη κίνηση, επάνω στον αυτοσχέδιο, σχεδόν ετοιμόρροπο της πάγκο, και μου τα έβαλε μέσα στην παλάμη. «Φάε. Τούτα είναι μούχτιν. Αν δεν σ’ αρέσουν δεν αγοράζεις». «Μιλάς ελληνικά;». «Είμαι Κυπραία». «Τουρκοκύπρια;». «Ναι. Στην Κρήτου Τέρρα γεννηθείσα».

Πέντε χρόνων, το 1963, έφυγε από την Κρήτου για να πάει να ζήσει με την οικογένεια της στην Τέρρα – «ήταν καλά χρόνια», λέει, ελληνικά έμαθε στο δρόμο, τούρκικα στο μειονοτικό, στην Πάφο. Από το ’74 ζει στον Λάρνακα της Λαπήθου. Προσαρμόζεται, λέει. «Εμείς ανακατωνούμαστε πάντα. Εφοήθηκα, άφησα το χωρκό μου και ήρτα ποδά. Να πούμε τες αλήθκειες. Όπως έγινε και μ’ εσάς». Θέλει να λυθεί το κυπριακό. «Να βρουν τον τρόπο». Αχ, αχ λέει κι αναστενάζει. Αχ, αχ. «Τόσα χρόνια…».

Πατρίδα της Περβίνης είναι η γη ολόκληρη, όχι τα κομματιασμένα της μέλη.

Χαλλούμια πουλούσε πάντα – στην Κερύνεια, στο Κιόνελλι, στο νέο της χωριό. «Έχει μυστικά το καλό χαλλούμι. Πρέπει να είναι καλό το γάλα, καταρχήν. Είχα δικά μου κτηνά στο χωρικό αλλά τωρά που τα επούλησα έφαα τον κόσμο να έβρω έναν καλό και φτηνό που να μου πουλά το καλλύττερο γάλα. Τωρά είμαι ευχαριστημένη – είναι ένας που γαλέφκει στη Λάπηθο, ασύγκριτος. Αλλά πρέπει να ξέρεις κι εσύ να ψήσεις το χαλλούμι μετά για να έχει τούτη την γεύση, να το βράσεις αργά αργά, να το πιάνεις στα δάχτυλά σου και να ανοίγει φύλλα φύλλα – αλλιώς είναι παττάλικο. Είναι τέχνη το καλό κυπριακό χαλούμι. Η γιαγιά μου μού το έμαθε -και εκείνην την έλεγαν Περβίνη- που το εδιδάχτηκε και η ίδια από τους προτινούς. Μεν με αρωτάς αν ήταν έλληνες ή Τούρτζιοι – τι σημασία έχει; Αφού μαζί εζούσαν ούλλα τα χρόνια».

Στη Μόρφου τη συνάντησα. Το προηγούμενο Σάββατο. Πέντε λεπτά απόσταση από την εκκλησία του Αγίου Μάμα, μέσα σε ένα χωράφι που μάλλον παλιά ήταν γήπεδο ποδοσφαίρου – μια ξεχαρβαλωμένη μπάρα και κάτι κιτρινισμένα δίχτυα μαρτυρούσαν τα αυτογκόλ της κυπριακής ιστορίας που είχε προηγηθεί τις προηγούμενες δεκαετίες.

Η Περβίνη επίσης πουλάει αναρή. Φρέσκια και ξερή. Και τραχανά – άλλος αυτός που τον έχει βάλει να στεγνώσει και άλλος εκείνος που θα μου δώσει για να πάρω μαζί μου στη Λευκωσία. Ζυμώνει επίσης δικό της ψωμί. Κάνει και το καλύτερο παστέλι – «πιάσε, πιάσε να δεις αν σπάει». Έχει λάδι η πραμάτεια της, γλυκό ρόδι, κρασί κόκκινο, γιαούρτι με πέτσα ολόπαχο. Και αυγά έχει μπροστά της «με κρόκους -να, δες!- δικές μου ένει οι κότες, θέλει τεχνική το τάισμά τους για να φκουν οι κρόκοι μελάτοι και ολόκληροι». «Θα μου βάλεις δυο δωδεκάδες;». «6 ευρώ και βάλε στη σακούλα κι ένα αβγό που μένα, χαλάλι σου». 

Έχει μία κόρη 40 χρόνων, ένα γιο 38, άλλον ένα 32, και μια κόρη 27. Κι έναν εγγονό που στεκόταν δίπλα της. Του χαϊδεύει το κεφάλι. «Πόσων χρόνων είσαι, Περβίνι;». «Δε λέω». «Είστε όλες οι γυναίκες ίδιες. Παντού». Γελάει. «Έχω δαμέ μιαν ομπρέλα. Πάρτην μαζί σου και μου τη φέρνεις το άλλο Σάββατο». 

Θα βρέξει, λέει. Θα γίνει το χώμα λάσπη. Κι η λάσπη λερωμένα πέλματα που θα αφήσουν αποτύπωμα στα πλακάκια.

«Να σου βάλω και ελιές τσακιστές για να φάεις πόψε;».  

Δημοσίευση στο ένθετο "ΦιλGood" της εφημερίδας "Ο Φιλελεύθερος" της Κύπρου, την Κυριακή 20 Μαρτίου. Φωτογραφία: Γιάννης Χατζηγεωργίου. 

ΠΟΜΑΚΑ


Στα χωριά Κένταυρος, Γλάυκη, Ωραίο, Κοτύλη, Σάτρες, Θέρμες, μία άλλη Ελλάδα σηκώνει σταυρό προσκυνώντας σε τζαμιά και διαβάζοντας το κοράνι.

Γλώσσα που δεν καταλάβαινα. Κοιτούσα μόνο τις χειρονομίες, τις αγκαλιές, τα φιλιά που της έδιναν οι άνθρωποί της στη Σμίνθη, το μεγαλύτερο χωριό της ορεινής περιοχής της Ξάνθης, τρία χιλιόμετρα έξω από τη Γλαύκη. Σήκωνε τα χέρια, τους έδειχνε το βουνό απέναντι, το δάσος με τα πεύκα, και τους ξαναγκάλιαζε. Στο «Merhaba!» που είχε πει στη γυναίκα με την μαντίλα επάνω σε ένα μηχανάκι, της μετέφραζα το «καλημέρα». Γέλασε. «Γεια σου», να λες.

Απ’ το πρωί, εκείνη τη μέρα που την είχα συναντήσει σ’ ένα μαγικό ταξίδι μου στον τόπο της, απαντούσε στα τηλεφωνήματα του άντρα της, Ριτβάν, τον ρωτούσε τι κάνει ο 4χρονος γιος τους, Κεβίν, και προσπαθούσε να προλάβει να πάει να δει τη μητέρα της στο χωριό μετά από την εγχείρηση που είχε κάνει λίγες μέρες πριν στην Καβάλα.

Μια άλλη Ελλάδα μέσα στην Ελλάδα.  

Λίγα μέτρα πριν απ’ το Χρυσό, ένα μικρό σπίτι ιδιοκτησίας του δήμου Μήκης, και τα απομεινάρια από τις μπάρες, τα «σύνορα» των πομακοχωρίων από την ευρύτερη περιοχή του νομού. «Μέχρι πριν από 20 χρόνια που υπήρχε η μπάρα και έπρεπε να δείξεις ταυτότητα για να πας στο χωριό σου, ένα αιώνιο “γιατί;” υπήρχε στο μυαλό μας», θα μου πει αργότερα. «Γιατί να μας κάνουν να αισθανόμαστε σα να ζούμε σαν καραντίνα; Αφού κι εμείς Έλληνες είμαστε. Ελληνικά διδασκόμαστε στο σχολείο, φορολογούμαστε, τα παιδιά μας τα στέλνουμε στο στρατό όπως κάνουν όλοι οι Έλληνες. Δεν καταλαβαίνω αυτό το διαχωρισμό».

«Είσαι Τουρκάλα ή Ελληνίδα;», τη ρώτησα. Σχεδόν προσβλήθηκε. «Είναι σα να με ρωτάς αν το γάλα είναι λευκό ή άσπρο».

Όπου κι αν κυκλοφορούσε, θυμήθηκε, έπρεπε συνεχώς να αποδεικνύει ότι είναι Ελληνίδα, να απαντάει σε ερωτήσεις για τους Πόντιους, τους Αρμένιους, τις σφαγές, τον Πατριάρχη, τους Τζιχαντιστές – τελευταία τη ρώτησαν για τους κουβαλητές των προσφύγων και τη θέση της Τουρκίας για τη Συρία. Υπόλογη. «Πόσα λεφτά θέλει η Τουρκία για να σταματήσει τις ροές; Τι ανταλλάγματα; Πάλι παζαρεύεται η Κύπρος;».

«Όταν εσένα σε ρωτάνε “πως σε λένε;”, εμένα μου λένε: «αισθάνεσαι Ελληνίδα;». Αναστεναγμός. «Είμαι 27 χρόνων, έχω μεγαλώσει στην Ελλάδα, έχω σηκώσει την ελληνική σημαία, έχω σπουδάσει σε ελληνικό πανεπιστήμιο, εργάζομαι στην Ελλάδα, το παιδί μου πάει σε ελληνικό Γυμνάσιο, έχω φίλους έλληνες. Κάποιοι από αυτούς είναι έλληνες μουσουλμάνοι και κάποιοι έλληνες χριστιανοί. Τι σημασία έχει αυτό; Όλοι έλληνες είμαστε…».

Δεν είμαστε.

Η κοινωνία στη Γλαύκη κλειστή, απομονωμένη, ο σύγχρονος τρόπος σκέψης δεν είχε, για πολλά χρόνια, καμία θέση σε ένα κόσμο που κάθε Φθινόπωρο μάζευε τα σπαρτά του -αγρότες που έφευγαν απ’ τα σπίτια τους για να πάνε στα χωράφια απ’ τις 4:30 το πρωί- και έκρυβε το πρόσωπο στο δρόμο που οδηγούσε στο τζαμί. Στο δημοτικό σχολείο η διδασκαλεία γίνεται στην ελληνική και στην τουρκική γλώσσα ενώ, σε αντιστοιχία με αυτή των θρησκευτικών στα δημόσια σχολεία της Ξάνθης, στα μειονοτικά σχολεία της Γλαύκης μαθαίνουν το κοράνι. Αδιανόητο για τα κορίτσια να σπουδάσουν. Οι κοπέλες έπρεπε να μαγειρεύουν, να προσέχουν τα παιδιά, και να βοηθάνε τους άντρες στα αγρούς. «Γιατί να χάνεις τις ώρες σου;», της έλεγε η μάνα της. «Αφού έτσι κι αλλιώς θα παντρευτείς, θα κάνεις παιδιά, και θα καθίσεις στο σπίτι σου να τα μεγαλώσεις. Τη μόρφωση τι την θέλεις; Θα σε χαντακώσει». Τι την ήθελε;

Στα Πομακοχώρια της Ελλάδας μπορείς να φας το καλύτερο ιμάμ μπαιλντί της ζωής σου. Να δεις μια άλλη χώρα και να αναπνεύσεις φρέσκο αέρα, καθισμένος στα παγκάκια. Να μιλήσεις με κατοίκους και να σκεφτείς λιγάκι την ιστορία. Μπορεί και να ερωτευτείς – τι μάτια έχουν αυτοί οι άνθρωποι, τι πρόσμιξη έχει γίνει!

Τις μπάρες, όχι, δεν πρόκειται ποτέ να τις συναντήσεις αν δεν τις κουβαλάς ήδη μέσα σου. 

Δημοσίευση στο ένθετο "ΦιλGood" της εφημερίδας "Ο Φιλελεύθερος" της Κύπρου, την Κυριακή 13 Μαρτίου. 

THOMAS GABRIEL: ΑΠΟ ΤΑ ΧΩΡΑΦΙΑ ΣΤΙΣ ΠΑΣΑΡΕΛΕΣ



Το 23χρονο μοντέλο προσπαθεί να ισορροπεί την ήδη γεμάτη αντιφάσεις ζωή του.

Αν και μένει ήδη τρία χρόνια στην Αθήνα, ο Thomas δεν έχει μάθει να κοιμάται στις 8 το πρωί. Προσπαθεί τουλάχιστον να ξυπνάει όσο γίνεται πιο νωρίς για να μην χάνει τη μέρα και να κάνει πράγματα που του αρέσουν όπως το να παίζει ένα παιχνίδι γνώσεων στον υπολογιστή του, να μπαίνει σε ενημερωτικά sites γιατί τον απασχολεί ιδιαίτερα η πολιτική κατάσταση -την οποία συγκρίνει με τις ιστορικές πληροφορίες που έχει αποκτήσει τελευταία και αφορούν στις τακτικές της Αυστροουγγαρίας αλλά και της Γερμανίας, τις οποίες μου αναλύει με λεπτομέρεια-, ενώ το πιο σημαντικό είναι πως δεν θέλει να χάνει ούτε ένα μάθημα από τις παραδόσεις οικονομίας και επιχειρήσεων στο Hellenic American Univeristy όπου σπουδάζει. «Τα βράδια εργάζομαι στο gay club Sodade, στο Γκάζι. Είμαι μπάρμαν. Αυτή είναι η δουλειά μου και χαίρομαι πάρα πολύ που την κάνω, γιατί είναι πολύ ωραίο να πηγαίνεις στη δουλειά σου με κέφι! Παράλληλα ασχολούμαι με το μόντελινγκ το οποίο μου έχει δώσει πολύ καλές ευκαιρίες μέχρι σήμερα, με αποκορύφωμα τη βράβευσή μου ως ωραιότερος άνδρας της Ελλάδας στα Manhunt που έγιναν πριν από τρία χρόνια, εκπροσωπώντας μετά τη χώρα μας στα αντίστοιχα διεθνή, που είχαν γίνει στην Μπαγκόνγκ. Ωστόσο, αν και μου γίνονται κάποιες προτάσεις για να δοκιμαστώ πια και στο εξωτερικό λόγω του φυζίκ μου, δεν ξεχνώ το στόχο μου, τις σπουδές μου, γιατί στο μέλλον θα ήθελα να ασχοληθώ κυρίως με τις επιχειρήσεις – και ίσως εκτός Ελλάδας».
Καθώς μου μιλάει οι λέξεις του μπερδεύονται, εκστομίζει κάποιες γαλλικές προτάσεις και προσπαθεί να κάνει μία γρήγορη παραπομπή τους στην ελληνική γλώσσα. «Γιατί “Thomas” και όχι “Θωμάς”;», τον ρωτάω το προφανές. «Ο μπαμπάς μου είναι Βέλγος και η μητέρα μου ελληνίδα, η οποία είχε φύγει από την Ελλάδα για να ζήσει στις Βρυξέλλες. Στο σπίτι μας, στη βόρεια Εύβοια όπου μεγάλωσα, έμαθα να καταλαβαίνω και να μιλάω καλά και τις δύο γλώσσες, κάτι που είναι πολύ ωραίο γιατί ταυτόχρονα αφομοίωνα δύο διαφορετικές κουλτούρες», μου εξηγεί.

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ: "ΑΝ ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΕ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ, Η ΖΩΗ ΘΑ ΗΤΑΝ ΚΑΤΙ ΦΟΒΕΡΑ ΜΟΝΟΤΟΝΟ"



Ο ποιητής Τίτος Πατρίκιος επιμένει στα 86 του χρόνια να μιλάει για «τύχη» και όχι για «ευτυχία».

Του είπα για τα ποιήματα στον «Λυσιμελή Πόθο». Τα τόσο ερωτικά. Χαμογέλασε. Και κοίταξε από το μπαλκόνι του σπιτιού του, στην οδό Σπύρου Μερκούρη, τον καταπράσινο, από τις πρώτες βροχές, λόφο του Λυκαβηττού. Φορούσε κόκκινο πουλόβερ, εκείνο το κυριακάτικο πρωινό. Και του χρωμάτιζε το πρόσωπο. Ίδια φωτεινό, όταν μετά μιλήσαμε για την έμπνευση, την αλήθεια, την ευαισθησία, τον έρωτα, τη νεκρή του γυναίκα, τον καρκίνο που νίκησε, την ήττα της κατάθλιψης.
-Είναι ζήτημα έμπνευσης το να γράφει κανείς ποιήματα;
-Επί χρόνια πίστευα ότι είναι θέμα δουλειάς - και μόνο. Και θεωρούσα ότι οι ιδέες περί έμπνευσης είναι αφηρημένες, πως απ’ την ώρα που δουλεύεις θα βγάλεις αποτέλεσμα - εφόσον βέβαια αυτό γίνεται συστηματικά και αφοσιωμένα. Είναι, όμως, κάποια χρόνια που άρχισα να καταλαβαίνω ότι και η έμπνευση παίζει ρόλο.
-Τι εννοείτε όταν λέτε «έμπνευση»;
-Εκείνη την στιγμιαία λάμψη που σου φωτίζει κάτι, το οποίο ως τότε δεν είχες δει. Ή δεν το είχες προσέξει.
-Σαν κάτι το μεταφυσικό;
-Όχι. Αλλά όλοι έχουμε κάποια ώρα μεγαλύτερης διαύγειας. Το ζήτημα είναι να την αντιληφθούμε και να την καταγράψουμε, ώστε να μην την αφήσουμε να χαθεί.
-Την ίδια λάμψη μπορεί να έχει ένας οικοδόμος, ένας εργάτης;
-Ναι. Βεβαίως, το κυνήγι του ψωμιού, που ιδιαίτερα τώρα με την κρίση έχει γίνει εξοντωτικό και απάνθρωπο, δεν αφήνει πολλά περιθώρια για τέτοιες ανατάσεις. Πέρα, λοιπόν, από την αντίληψη και την καταγραφή, υπάρχει μία ακόμα, πιο δύσκολη προϋπόθεση: ένα μίνιμουμ ευνοϊκών συνθηκών. Διότι εάν εκείνη τη στιγμή δεν έχεις πού να κοιμηθείς, δεν έχεις να φέρεις φαγητό στα παιδιά και στον εαυτό σου ή είσαι κυνηγημένος, βασανισμένος ή σε μία φυλακή, τότε είναι δύσκολο να έχεις εμπνεύσεις. Αλλά ακόμη και αν τις έχεις, είναι δύσκολο να τις καταγράψεις.
-Νιώσατε ποτέ να σας εγκαταλείπει η διαύγεια, απαραίτητη για να γραφούν ωραία ποιήματα;
-Την ώρα που με εγκαταλείπει η διαύγεια, ευτυχώς υπάρχει μία δεύτερη διαύγεια που εποπτεύει, η οποία μου λέει «πρόσεχε!». Και μου χτυπάει τον κώδωνα του κινδύνου.
-Πανικοβάλλεστε;
-Όχι. Ανησυχώ. Ο πανικός έχει ένα μεγάλο κακό: καταργεί το λογικό και σε κάνει να κάνεις σπασμωδικές κινήσεις, οι οποίες μπορεί να γίνουν καταστρεπτικές.
-Ενώ ο φόβος;
-Ο φόβος είναι πολύτιμος! Ο φόβος σε προειδοποιεί για έναν κίνδυνο που έρχεται. Ο πανικός σε αφοπλίζει.
-Σε τι είστε δειλός;
-Απέναντι στον εαυτό μου. Στο να λέω πλήρως αυτό που πρέπει να πω. Αλλά ελπίζω πως δεν είμαι δειλός απέναντι στους άλλους. Με τον εαυτό μου έχω δειλίες. Και η μεγαλύτερή μου δειλία-και μην σας φανεί υπερβολικό-είναι ο φόβος μην πω κάτι και βλάψω ή προσβάλω τον άλλον.

STEVE MILATOS: INTERNATIONAL TOP MODEL




Πριν από δύο περίπου βδομάδες ο Steve είχε τα γενέθλιά του. Η κολλητή του τον προσκάλεσε στην Ίο, οι φίλοι του τού έκαναν εκεί ένα μικρό πάρτυ, έσβησε τα 23 κεράκια της τούρτας του («μεγάλωσα πια!», ισχυρίζεται και δείχνει να το εννοεί) και διασκέδασε μαζί τους μέχρι τα ξημερώματα στη Χώρα του νησιού – δεν θυμάται, λέει, πολλά από εκείνη τη βραδιά «παρόλο που στις δουλειές μου είμαι ακριβώς το αντίθετο, ένα control freak». Αν δεν μου έλεγε απ’ την αρχή της κουβέντας μας την ηλικία του, θα στοιχημάτιζα πως είναι κάπως μεγαλύτερος – ίσως λόγω ύψους (είναι 1.90 με βάρος 85 κιλά), του τρόπου που μιλάει, των μαύρων του ρούχων -μαύρα παπούτσια, μαύρο παντελόνι, μαύρο μπλουζάκι- των παράξενων βραχιολιών και των 8 δαχτυλιδιών που φορούσε στη συνάντησή μας, στην πλατεία Γαρδένια – κάπως ιδιαίτερα και υπερμεγέθη σε σχέση με το σχήμα των δαχτύλων του, αλλά «ανάμνησης», αναφέρει, «από πόλεις του κόσμου στις οποίες ταξίδεψα για τη δουλειά μου».
Πίνοντας την παγωμένη του μπύρα μου εξηγεί και τη σημασία κάποιων από τα τατουάζ που παρατηρώ στα χέρια του, αλλά και όσων φαίνονται από τις φωτογραφίες του με το ημίγυμνό του σώμα να ποζάρει στους 100 χιλιάδες followers του στο instagram (τους περισσότερους από κάθε άλλο μοντέλο στην Ελλάδα), και θυμάται πως το πρώτο του το «χτύπησε» λίγο πιο κάτω από την κοιλιά: ένα μικρό κινέζικο γράμμα που σημαίνει «δύναμη» και έναν άγγελο επάνω σε έναν βράχο με μεγάλα φτερά και την ημερομηνία της γέννησής του, 26 Αυγούστου 1992. Συμβολίζει, μου εξηγεί, τον ίδιο ενώ τα μεγάλα φτερά τα όνειρά του. «Είμαι ονειροπόλος!», μου λέει. «Αυτό το είχα από μικρός. Αλλά η μητέρα μου -και ευτυχώς- δεν με απέτρεπε απ’ το να φανταζόμουν το αύριό μου όπως εγώ το επιθυμούσα. Κι αυτό ήταν η ελευθερία μου!».

ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ ΜΠΟΥΜΠΟΥΡΑΚΑΣ: "ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΜΙΛΑΜΕ ΣΤΑ 42 ΜΟΥ ΓΙΑ ΟΜΟΡΦΙΑ;"



Είναι από τους ελάχιστους έλληνες άντρες-μοντέλα που δικαιωματικά ονομάζονται «διεθνείς». Ο Παρασκευάς Μπουμπουράκας, όμως, ξέρει πως η ζωή δεν περιορίζεται στις φωτογραφήσεις, στις πασαρέλες, στις μεγάλες διαφημιστικές καμπάνιες παγκόσμιας προβολής που αποτελεί κομμάτι τους.

Οι αστυνομικοί που είχαν σταματήσει τον Παρασκευά εκείνο το απόγευμα για «αναγνώριση στοιχείων», έξω από το σπίτι του, κοντά στην Γ’ Σεπτεμβρίου, δεν ήξεραν πως αυτός ο αξύριστος ψηλός τύπος με τα μαλλιά που έφταναν μέχρι τους ώμους καλύπτοντας λιγάκι το πρόσωπό του, τα λίγο ατημέλητα, τα λίγο σγουρά, είναι φίλος με τη Laetitia Casta και τη Ζιζέλ, πόζαρε πριν λίγες μέρες στον Jaume of laiguana για το Ισπανικό Horse, στον Thomas Nutzl για το ρωσικό Elle και στον Sergi Pons για το GQ, πως έχει συνεργαστεί με όλους τους διεθνείς οίκους μόδας, με όλους τους γνωστούς φωτογράφους και στυλίστες του πλανήτη και θεωρείται ένα από τα πιο γνωστά μοντέλα στο εξωτερικό. Ίσως γιατί δεν χρησιμοποίησε ποτέ τη δημοσιότητα για τους λάθος λόγους, αλλά το πρόσωπο του, το σώμα και το βλέμμα του, εξυπηρετούσαν πάντα την εκάστοτε δουλειά του. «Γιατί να το κάνω;», με ρωτάει. «Κάποτε μου είχαν προτείνει να συμμετάσχω στο ιταλικό Dancing With The Stars. Αντίστοιχη πρόταση μου έχει γίνει και για το ελληνικό show. Δεν θα έκανα ποτέ κάτι τέτοιο. Δεν με ενδιαφέρει η τηλεόραση, η προβολή, η άνευ λόγου δημοσιότητα, δεν είναι στην ιδιοσυγκρασία μου. Δεν κάνω ποτέ πράγματα που δεν μ’ αρέσουν».
Θα μου το εξηγήσει λίγο αργότερα, καθώς δοκιμάζει τον ελληνικό καφέ σκέτο που μόλις έχει παραγγείλει. «Άλλο η δουλειά και άλλο ο Παρασκευάς. Η δουλειά μου αρχίζει και τελειώνει στο studio, στο εκάστοτε location», μου εξηγεί. «Στη δουλειά μου είμαι επαγγελματίας, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να το κουβαλάω, να ταυτίζομαι μ’ αυτό όλη την ώρα και να το σέρνω μαζί μου. Ο κάθε ένας έχει τον χαρακτήρα του, τις ανησυχίες του, τον τρόπο ζωής του, την κοσμοθεωρία του. Το γεγονός ότι κάνω αυτή τη δουλειά δεν δηλώνει ότι θα πρέπει να έχω συγκεκριμένο life style ή διαφορετικό τρόπο ζωής από αυτόν που εγώ θέλω. Αυτή τη δουλειά την ξεκίνησα στα 28 μου. Κι’ ήταν απλά ο πιο γρήγορος τρόπος για να κάνω τα ταξίδια που επιθυμούσα. Αλλά ήξερα ήδη τι ήθελα, τι αποζητούσα».

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ: "ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΩ ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΕΥΤΥΧΙΑ ΚΑΙ ΑΝ ΥΠΑΡΧΕΙ"



Η διασημότερη εν ζωή ποιήτρια της Ελλάδας στη συνέντευξή της επιλέγει να μας χαρίσει με τις απαντήσεις της, καινούργια, μικρά, απείραχτα, πολύτιμα ποιήματά της.  

Σήκω μέρα.
Νίψου έτοιμο το πρωινό σου
σερβιρισμένος ο κόσμος
φρέσκος μόλις τον έκοψαν
από το δέντρο του ύπνου.

Πάρε μαζί σου και τ' όνειρό του
για μεσημεριανό σου.

Κράτα λίγο και για το σούρουπο
θα πεινάσεις
θα 'ναι τα τρόφιμα
κλειστά.

Μόνο συγκράτησε όσο μπορείς
την επιδεικτική φιλάρεσκη εξάπλωσή σου.
Αφού ξέρεις
η πίσω μεριά ενός βουνού
ένα φού να σου κάνει
έσβησες πας.

(«Και όμως κινείται». Το πρώτο ποίημα από την ποιητική συλλογή της Κικής Δημουλά «Δημόσιος Καιρός», που κυκλοφορεί από τις «εκδόσεις Ίκαρος»).

Δεν θέλει να μιλάει πολύ και αναίτια. Δεν επιθυμεί το πολύ του κόσμου, την πολλή συνάφεια, τις πολλές κινήσεις-που έλεγε και ο Αλεξανδρινός. Στις απαντήσεις της μου ζήτησε καταρχήν να σκεφτεί - κι’ ας χρειαζόταν λίγες παραπάνω ημέρες. Να επεξεργαστεί καλά τις λέξεις - αυτό το τόσο πολύτιμο της καθημερινότητας, της ζωής, του εαυτού της. Να βάλει η ίδια, στη σωστή σειρά, τις προτάσεις, τα ρήματα, τα ουσιαστικά, το νόημά τους - έτσι όπως εκείνη το αντιλαμβανόταν. Με το πιο βαθύ του μυαλού της. Συναντηθήκαμε μετά, ένα Δευτεριάτικο πρωινό του Σεπτέμβρη, στο «Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη» της Ακαδημίας Αθηνών, στην οδό Όθωνος της Αθήνας - τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, στην έδρα της ποίησης, εκείνη. Μιλήσαμε για την Κύπρο, για την εργασία της στην Ακαδημία, κάποια μπες βγες στο νοσοκομείο, το βηματοδότη, για κάτι σίδερα που πρέπει να βάλει στα χέρια της, το χαλασμένο ασανσέρ της πολυκατοικίας. Κουβέντες απλές. Μετά ήρθε η ποίηση. Και ήταν τότε σα να άνοιξαν οι ουρανοί όλης της πόλης! Με τις φράσεις της, τα κόμματα και τις ανέλπιστες τελείες, την αγάπη της στο απλησίαστο, το πάθος για το άφθαρτο. Αναβόσβηνε τα Philip Morris της μπροστά μου και διακινδύνευε την ψυχή της σε ένα άψυχο κασεττοφωνάκι που τοποθετήθηκε ξαφνικά μπροστά της - με την αθωότητα, όμως, ενός μικρού παιδιού που ξαναβάζει στη σειρά τα στρατιωτάκια του στον κήπο. Κάποια στιγμή, πήρα στα χέρια μου το κινητό μου και της ζήτησα να φωτογραφίσω τα δάχτυλά της. «Έχουν σημασία», της είπα. Δεν ρώτησε κάτι, απλώς έδειξε εμπιστοσύνη. Χαμογελώντας και ανοίγοντάς τα επάνω στο τραπέζι. Κάτι θέλησε να μου αναφέρει μετά. Να το μεταφέρω κι’ αυτό: «Προηγείται των όποιων απαντήσεων μου, να σας ευχαριστήσω που θελήσατε να φιλοξενηθώ τιμητικά στη Φιλελεύθερη εφημερίδα της δέσμιας Κύπρου, και να δηλώσω ότι μέσω της φιλοξενίας αυτής, εκπληρώνεται ως ένα βαθμό και κατά κάποιο τρόπο η ανεκπλήρωτη χρόνια επιθυμία μου να επισκεφθώ την πατρίδα σας, που είναι άλλωστε και δική μου εμποδισμένη πατρίδα. Νοερά ελεύθερη. Κι’ ας μην ξεχνάμε ότι μέσω της νοερότητας και της ελπίδας πολλά χαμένα εδάφη μας επαναποκτήσαμε».
-Τι είναι για σας σήμερα ποίημα; Τι συμβολίζει;
-Είναι ένα «σήμερα». Ένα σήμερα, που ελπίζει ότι θα είναι κι’ ένα «αύριο», με αναγνωρισμένες τις αγαθές παρεμβάσεις του, ώστε να μην είναι όλα μονόδρομος… Συμβολίζει επίσης, έναν ακόμα άνθρωπο μέσα στους τόσους, με μια πιο ευδιάκριτη ιδιαιτερότητα απ’ αυτές που διαθέτει ο κάθε άνθρωπος που προορίζεται να κοινοποιείται και να περνάει τη δοκιμασία του μετεωρισμού της, πάνω από το αν έχει νόημα ή όχι η ύπαρξή της. Πιο συγκεκριμένα, χαρακτηρίζει έναν άνθρωπο που μάχεται να δώσει στα πράγματα διαστάσεις που δεν έχουν, ή και να ξεκαθαρίσει τη θολή μορφή τους, εφαρμόζοντας μια άλλη, επίσης θολή μέθοδο, όπως είναι αυτή του ποιητικού λόγου, ίσως πιο παρήγορη ως βραδύτερα θνητή.
-Διαφοροποιείται από την ποίηση;
-Δεν είμαι βέβαιη αν κατανοώ την ερώτηση, και έτσι στην τύχη, με τη βοήθεια της αοριστίας απαντώ, ότι η ποίηση είναι τα νερά μιας λίμνης και το ποίημα είναι ο Νάρκισσος που καθρεφτίζεται.
-Θα προτιμούσατε μόνο να ζείτε ποιητικά παρά να γράφετε ποιήματα;
-Ποιητική ζωή δεν υπάρχει. Κι’ αυτό ακριβώς είναι μια από τις αμέτρητες ελλείψεις που προσπαθεί να θεραπεύσει, να συγκαλύψει η ποίηση.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ: ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ - ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΗΤΗ




Μπορεί να ακούγεται και λίγο σαν φετίχ-φαντασίωση ο συνδυασμός άντρας-ωραίος-Κρητικός-μοντέλο-αστυνομικός. Αλλά να που συμβαίνει και στην πραγματικότητα! Ο 24χρονος Γιάννης Παπαδάκης μας κάνει να δούμε με άλλη ματιά τα σώματα ασφαλείας.

Συναντιόμαστε στην πλατεία Μαβίλη. Σταματάει τη μηχανή του στη γωνία των οδών Σούτσου και Δορυλαίου, κατεβαίνει, φοράει μαύρα γυαλιά και κρατάει γκρίζο σκουφάκι στο δεξί του χέρι. Φαίνεται αρκετά ψηλότερος από τις φωτογραφίες του που είχα ήδη δει. Κάθεται απέναντί μου και παραγγέλνει χυμό πορτοκάλι. «Θες ένα τσιγάρο;», του λέω. «Δεν καπνίζω!», μου απαντά. «Το σημάδι κάτω από το αριστερό σου μάτι που μοιάζει με χτύπημα, τι είναι;», τον ρωτώ. «Το ‘χω από μικρός. Είχα ένα τραυματισμό καθώς έπαιζα μπάλα και μου ‘καναν ραφές». Και τα τατουάζ που είδα στις φωτογραφίες σου, τι συμβολίζουν;», συνεχίζω. «Ο σταυρός συνδυάζεται με κάτι που είχε πει ο Μπρους Λι: “μην προσεύχεσαι για μια εύκολη ζωή, να προσεύχεσαι για τη δύναμη να αντεπεξέλθεις σε μία δύσκολη ζωή”. Στο δεξί μου ώμο έχω τα αρχικά της οικογένειάς μου και στο αριστερό μου στήθος ένα φτερό αετού και μια φράση που είδα κάπου και μου είχε αρέσει: “πάρε το χρόνο σου, πάρε μια ανάσα, δυνάμωσε τα φτερά σου και αναζωογονήσου». «Θα μπορούσες πάντως να ασχολείσαι μόνο με το μόντελινγκ!», του επισημαίνω φέρνοντας του ως παράδειγμα τα βλέμματα που αμέσως καρφώθηκαν γύρω μας. «Μπα. Από hobby γίνεται όλο αυτό», μου εξηγεί. «Άλλωστε, η δουλειά του αστυνομικού είναι κάτι που μου αρέσει πολύ, την αγαπώ και δεν θα την άλλαζα με τίποτα! Από μικρός πάντα ήθελα να προσφέρω και να βοηθώ τον κόσμο. Και δεν υπάρχει ωραιότερο συναίσθημα από το να ακούς “ευχαριστώ” απ’ τους ανθρώπους. Αυτό θεωρώ ότι είναι η μεγαλύτερη ανταμοιβή!».

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΕΙΡΗΝΑΚΗΣ: "ΟΙ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΣΑΝ ΑΘΛΗΤΕΣ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΩΝ ΕΠΙΔΟΣΕΩΝ"


Ο επιχειρηματίας που έμαθε στους Έλληνες την παραγωγή ελληνικών ερωτικών ταινιών και κατάφερε να βάλει τη Sirina ανάμεσα στις 10 καλύτερες εταιρίες ανάμεσα στις 3.500 χιλιάδες από όλο τον κόσμο στα βραβεία AVN του Las Vegas, μιλάει στο Thema People σε μία σπάνιά του συνέντευξη.

Στην είσοδο του γραφείου του, κλειδωμένο μέσα σε ένα μεγάλο κλουβί, βρίσκεται ένα κουλουριασμένο φίδι. Η διαδικασία για τη λήψη της τροφής του, μετά την επεξήγηση για την αλλαγή του δέρματός του, μου ακούγεται κάπως περίεργη. «Είχα βρει ετοιμοθάνατο τον πύθωνα, σε ένα σπίτι κάποιου γνωστού μου και το έσωσα. Από τότε αυτό είναι η μασκότ της εταιρείας», μου λέει ο Δημήτρης, καθισμένος στο γραφείο του, με φόντο ανάμεσα στα χαρτιά του το εξώφυλλο από την τελευταία του ταινία «Mykonos. Αυτή είναι η μητριά μου», με πρωταγωνίστριες την Κατερίνα, την Αθηνά, τη Στέλλα και τη Βάσια.
-Είναι απενοχοποιημένοι πια οι Έλληνες σε σχέση με το πορνό;
-Ναι. Καταρχήν έπαιξε πολύ μεγάλο ρόλο σ’ αυτό το γεγονός ότι ενημερώνεται πλέον ο κόσμος από το εξωτερικό μέσω internet, αλλά και η παραγωγή που είχαμε κάνει με τη Τζούλια. Από εκεί κι έπειτα στο μυαλό κάθε ανθρώπου υπάρχουν κάποια standards. Εγώ ποτέ δεν κατάλαβα, από μικρό παιδί, γιατί κάτι που κάνει ο καθένας το βράδυ στο κρεβάτι του αν το γυρίσει σε ταινία είναι «κακό» και θεωρείται «πορνογραφία», ενώ αν πάρουμε ένα πριόνι κόβοντας ένα στήθος και ονομάζοντάς το «θρίλερ» είναι για Όσκαρ. Μας έχουν περάσει στο μυαλό ότι είναι νορμάλ να βλέπουμε μία δολοφονία στις ειδήσεις των 8 τρώγοντας μακαρονάδα, ενώ το να δεις μια ερωτική ταινία μόνος σου ή με τη σύντροφο σου είναι κατακριτέο.
-Λόγω της κρίσης έχει μειωθεί πια η πώληση ερωτικών ταινιών;
-Το ερωτικό δεν πεθαίνει ποτέ! Αλλάζει, όμως, το Μέσο. Όποιος επιχειρηματίας ή έμπορος ακολουθήσει το Μέσο σωστά και στο timing που πρέπει δεν χάνεται ποτέ από την αγορά. Μετά την βιντεοκασέτα ακολούθησε το dvd και τώρα παράλληλα το internet και το pay tv με το κανάλι της Sirina στον ΟΤΕ tv.
-Ούτε η ασταθής πολιτική κατάσταση επηρέασε την αγορά στις ερωτικές ταινίες;
-Θα σου απαντήσω με ένα παράδειγμα: μετά το δημοψήφισμα, περιμένοντας την κατάληξη των διαπραγματεύσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση, είχαμε βγάλει για ένα 48ωρο δωρεάν μια ερωτική ταινία μέσα από το site μας. 500 χιλιάδες Έλληνες, μοναδικοί χρήστες, εκείνες τις μέρες, μπήκαν για να την παρακολουθήσουν. Υπό κανονικές συνθήκες, κάθε μέρα, μπαίνουν στο site μας 50 χιλιάδες μοναδικοί χρήστες!
-Αυτό πώς το εξηγείς;
-Σαν λαός είμαστε ο πιο σεξουαλικός στο τι βλέπουμε. Και δεν μας επηρεάζει τίποτε σε σχέση μ’ αυτό. Ασχέτως του τι κάνουμε τελικά. Γιατί έχει μεγάλη διαφορά το ένα απ’ το άλλο. Κι η θεωρία απέχει πάντα πολύ απ’ την πράξη. Οι Έλληνες είμαστε πολύ του φραπέ, του «θα» και της συμβουλής, αλλά στην πράξη λίγοι το κάνουν.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΥΛΙΚΑΚΟΣ: "ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΤΗΝ ΚΛΑΨΟΜΟΥΝΙΑ"


Ο έλληνας «γερόλυκος της ροκ» και ένας από τους γνησιότερους εκφραστές του ελληνικού ροκ, υποδύεται έναν τηλεοπτικό «δράκουλα» και ακονίζει καλά τα δόντια του προτού δαγκώσει με όσα έχει να πει, σε μία από τις σπάνιες συνεντεύξεις του.

Γνωστός και ως «Πουλίκα», «Mr. Badbird» ή «Dr. Polykarpov», επέμενε, από το πρώτο μας τηλεφώνημα, να μιλάμε στον ενικό. «Μα, κύριε Πουλικάκο…», «Δημήτρης! Άσε τα “κύριε”!». Λόγω φιλίας, το όνομά του συνδέεται, όχι άδικα, με τον Πάνο Κουτρουμπούση, τον Παύλο Σιδηρόπουλο, το Μάνο Χατζιδάκι, τον Κώστα Ταχτσή, τον Ανδρέα Εμπειρίκο, το Βλάση Μπονάτσο, το Νάνο Βαλαωρίτη, ακόμη και με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή-ο οποίος υπήρξε, για κάποιο διάστημα, ξάδελφός του-, με τα Μάταλα, με ιστορίες για drugs, με κάποιους μήνες που πέρασε στη φυλακή, με το «Μεταφοραί εκδρομαί ο Μήτσος», το «Θείο Νώντα», το «Crazy love στου Ζωγράφου», τον τηλεοπτικό «Αυθαίρετο» και-φυσικά-με δεκάδες ροκ συναυλίες και αμέτρητες ώρες μουσικής.
-Δεν έχεις τίποτα δικό σου, ώστε να μην χρειάζεται να συνεχίζεις να δουλεύεις;
-Έχω τα τρία μου και ένα τριάρι στην Γ’ Σεπτεμβρίου and that’s it. Κατά τ’ άλλα, παίζω μουσική και ζω απ’ τη δουλειά μου. Ούτε σύνταξη έχω, ούτε επιδοτήσεις, ούτε επιχορηγήσεις, ούτε είμαι «συνημμένος» σε κόμματα.
-Είσαι ευχαριστημένος από την καθημερινότητά σου;
-Κοίτα, η ζωή είναι ούτως ή άλλως μία τραγωδία. Για όλους ισχύει αυτό. Αν, όμως, αφήσεις κάποιες μικρές ευτυχισμένες στιγμές να σε καθορίζουν, μπορεί να είσαι και κατά κάποιο τρόπο ευτυχισμένος άνθρωπος.
-Σε τι αφορούν οι δικές σου ευτυχισμένες στιγμές;
-Στον έρωτα και στη μουσική κυρίως. Και βέβαια σε κάποιες ανθρώπινες σχέσεις φιλίας και συντροφικότητας.
-Συνεχίζεις να ερωτεύεσαι στα 71 σου;
-Ζορίζει ο έρωτας, αλλά χωρίς έρωτα δεν υπάρχει ζωή.
-Σε συγκινεί βλέπω το θέμα…
-Είμαι ευσυγκίνητο παιδί. Δεν έχω μάθει την αποστασιοποίηση, όπως σας την μαθαίνουν στις σχολές δημοσιογραφίας. Κι’ άμα δεν βουτήξεις στον έρωτα, πού θα βουτήξεις; Έρως ανήκατε μάχαν. Είναι το μόνο πράγμα που το να το πολεμήσεις είναι άσκοπο, μάταιο. Ο έρωτας σε παίρνει και σε σηκώνει. Και όχι ο διάολος, όπως μας λένε οι παπάδες.
-Μετάνιωσες ποτέ για κάτι που έκανες στη ζωή σου;
-Όχι. Είναι ούτως ή άλλως τόσο ενοχική η εκπαίδευση μας-δεν θα πω παιδεία-, οπότε γιατί να προσθέσουμε κι άλλες ενοχές σε αυτές που μας έχουν ήδη φορτώσει εξ απαλών ονύχων; Αν είναι να μετανιώσεις, μην το κάνεις.
-Ούτε για τα drugs μετάνιωσες;
-Όχι. Ήλθον, είδον, απήλθον.
-Δεν έχεις καπνίσει πάντως ούτε ένα τσιγάρο, εδώ και μισή ώρα που βρεθήκαμε…
-Το ‘χω κόψει. Μόνο καμιά φούντα που και που! (γέλια).

7.3.16

ΓΑΛΑΚΤΟΜΠΟΥΡΕΚΟ


«Ξέρεις τι είναι τα συναισθήματα; Έχεις δει ποτέ πώς είναι ένα συναίσθημα;». Γ. Χειμωνάς.

Είναι μέρες που είσαι άκεφος. Και δεν μπορείς. Ένα βαρίδι στην καρδιά, στο λαιμό, στα δάχτυλα των ποδιών σου – δεν μπορείς ούτε να περπατήσεις. Παράλυση. Ένα σκοτεινό δωμάτιο μπες-βγες σαν σε escape room χωρίς κλειδί δραπέτευσης, χαμένος σε κάτι απροσδιόριστο που μόνο θέτει ερωτήσεις αλλά δεν έχει καμία τύχη στις απαντήσεις σε κάτι που μετακινείται αν και παραμένει σταθερό, με κατεύθυνση προς τα κάτω. Είναι όλα μέσα στη ζωή βέβαια. Αν και έξω από αυτήν.

Καταλαβαίνω πολύ καλά τη χαρά του Θανάση με την Αθήνα – είναι πράγματι γοητευτική όταν ανακαλύπτεις τους μικρούς της θησαυρούς πλάι στην καγκελοστολισμένη άκρη των γραμμών του τρένου Θησείο-Μοναστηράκι, σαν ένα χρωματιστό μπουκαλάκι που να έχει εισχωρήσει σ’ αυτό το πιο νόστιμο γλυκό καρπούζι. Αλλά εγώ βλέπω και τις λακκούβες της. Τις τρύπες της – στην καρδιά και στο πληγωμένο της σώμα. Χώματα που έγιναν μπετά αλλά πάντα θα γεμίζουν τους δρόμους με σκόνη. Μυρωδιές από μπαχαρικά στην Αιόλου και κοντά στη Σωκράτους, αλλά και πεζοδρόμια γεμάτα από ανθρώπους-κουτιά σκεπασμένα σε κουβέρτες στην πλατεία Θεάτρου. Κάποιοι από αυτούς απλώνουν το χέρι και λένε «βοήθεια», άλλοι κάνουν το σταυρό τους, λοξοκοιτάνε σε ένα καντηλάκι που έχουν αφήσει επάνω σε κάποιο λευκό χαρτόνι στο πλάι ψιθυρίζοντας «έχει ο θεός». Που, συνήθως, ούτε αυτός έχει τίποτα.

Τα ίδια και στην πλατεία Βικτωρίας που γέμισε Σύρους πρόσφυγες, εθελοντικές οργανώσεις και τηλεοπτικές κάμερες. Να πάνε αλλού θέλουν οι άνθρωποι. Όχι να μας γίνουν πρόβλημα. Στο ήδη υπάρχον.

Ακεφιά και ένα κόμπιασμα. «Θα ξαναρθούν οι φωτεινές μέρες» λες, μα έχεις εκ προοιμίου πει ψέματα σε σένα και στο ένστικτό σου, σ’ ένα μέλλον ήδη μαυρισμένο. Ποια ελπίδα;

Αχ, Αλέξη. Ούτε τσίπουρο δεν θα μείνει τελικά.

Στην πρεμιέρα του «Victor Victoria» του Pantheon της οδού Πειραιώς κόσμος πολύς. Υπερ-ανθισμένοι άνθρωποι, κάπως χαρούμενοι, όχι ιδιαίτερα κολακευμένοι από τα φλας των φωτογράφων, μα λαμπεροί στο πέρασμά τους και στα καινούργια τους κοστούμια. Μιλούσα με κάποια ρεπόρτερ, τη Νάντια. Μου ανέφερε πως θέλει να δει το «σ’ εσάς που με ακούτε» της Λούλας Αναγνωστάκη. «Της γυναίκας που στις φωτογραφίες φοράει πάντοτε μαύρα γυαλιά», είπε. Θα το κανονίσει η Μαργαρίτα, που είναι θεία της η σημαντικότερη γυναίκα θεατρική συγγραφέας της Ελλάδας, και παίζει με την κόρη της τα μεσημέρια του Σαββάτου στο σπίτι που κάποτε κατοίκησε ο «εχθρός του ποιητή». Εκείνη, τα βιβλία, οι φωτογραφίες, οι αντίκες κι ο Γιώργος Χειμωνάς – ο υπέρτατος. «Πάντα οι άλλοι μας αναγκάζουν να αισθανθούμε. Με τη βία μας αναγκάζουν να αισθανθούμε. Και την άρνησή μου, να την θυμάστε σαν μια απόλυτη σιωπή». 

Διπλώνω αργά τα ρούχα μου και παίρνω ένα χάπι διπλής όψης -μπλε με άσπρο- για να μου περάσει η ημικρανία. Συνήθως σιδερώνω κάτι τέτοιες στιγμές και δυναμώνω την ένταση του mp3 στον Pepper που ηρεμεί τα εγκεφαλικά μου κύτταρα τα ξεχαρβαλωμένα. Παίζει Monophonics κι έπειτα Casey Abrams. Εξαίσιος κι ο αυστραλός Unkle Ho. Το «Lime Juice» του θαυμάσιο – Βαλκάνια και Μπρέγκοβιτς μαζί, υπερθαλάσσιος. Τι μουσικές!

Θυμήθηκα τη Χαρούλα στο «Χειρόγραφό» της που με πήγε ο Θανάσης το Σάββατο, αυτή την καθαρή αξία, την γεμάτη κηλίδες μα απείραχτη και πάντοτε προσεκτική στο φως που τη λούζει τόσα χρόνια μη αφήνοντας να διαστρεβλωθεί καμία της αχτίδα. «Τι ζούγκλα που είσαι εσύ, βρε παιδί μου! Όποιος μπει μέσα σου χάνεται…». Χάνεται;

Σημασία έχει να ‘χεις φίλους. Ο Αντώνης ξεκίνησε πριν από μία ώρα από την πλατεία Αμερικής, πήρε το λεωφορείο, κατέβηκε την Παπαδιαμαντοπούλου και μου τηλεφώνησε ήδη καθισμένος σε κάποιο Προ-Ποτζίδικο. «Έκπληξη! Κρατάω κάτι γαλακτομπούρεκα που σ’ αρέσουν απ’ το “Κοσμικόν”. Θα περάσω. Να μου ανοίξεις».

Άνοιξα. Άνοιξα και φωτίστηκαν τα σύμπαντα του κόσμου.  

Δημοσίευση στο ένθετο "ΦιλGood" της εφημερίδας "Ο Φιλελεύθερος" της Κύπρου, την Κυριακή 6 Μαρτίου. Φωτογραφία: Γιάννης Χατζηγεωργίου. 

29.2.16

ΑΓΝΟΙΑ ΚΙΝΔΥΝΟΥ


Τις προάλλες μου είπαν για την εξέλιξη της ιστορίας του Παντελή – ενός λαμπρού αγοριού με ξανθές μπούκλες και κοφτερό μυαλό, πάντοτε αριστούχος στο Λύκειο Κύκκου Β’ στο οποίο υπήρξαμε συμμαθητές, σημαιοφόρος, παραστάτης σε σχολικές γιορτές, ο «νέος-υπόδειγμα», η «ελπίδα του μέλλοντός μας», ο «δείτε πόσο έξυπνος είναι, εσείς γιατί δεν μπορείτε;», ο επουράνιος. Έπαινοι, βραβεία, υποτροφίες που περίμεναν υπομονετικά μήπως και γίνει «κορνίζα» στις μελλοντικές φιλοδοξίες που έδειχναν να μην έχουν τέρμα, ήθος και φως, αλλά και με μία ελαφριά έπαρση, κάπως δικαιολογημένη ως λεία πέτρα που ήταν επάνω σε ένα χαλί απέραντης άμμου στην οποία όλοι οι κόκκοι της έμοιαζαν ίδιοι και που τίποτα -φαινόταν- δεν θα μπορούσε ποτέ να τη λιώσει ρίχνοντάς την στο ακύμαντο νερό. Ο Παντελής θα γινόταν αυτό που δεν μπορούσαμε οι υπόλοιποι, όσοι, δηλαδή, ανήκαμε στην φθηνή μάζα της στάχτης που μόλις είχε περάσει από πάνω της φωτιά: σταρ.

Αλλά δεν έγινε. Νοσηλεύτηκε κάποια στιγμή στο ψυχιατρείο της Αθαλάσσας, στο μεταξύ είχε τρυπήσει τα λάστιχα μιας καθηγήτριάς μας φιλόλογου «γιατί κάποτε του είχε βάλει 19 αντί 20 στ’ αρχαία ελληνικά», τον είχαν αποβάλει αργότερα από το Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο για κάτι αόριστο και ομιχλώδες που είχε συμβεί, ενώ τα βράδια αντί να διαβάζει Κομφούκιο που τόσο πολύ αγαπούσε προτιμούσε να γράφει με σπρέι σε κάτι εγκαταλελειμμένα σπίτια της οδού Ερμού που εφάπτονταν στην πράσινη γραμμή «αναρχία ή θάνατος». Κυκλοφορούσε σαν πένης -αν και ευκατάστατος-, μιλούσε απογοητευμένος για το Θεό και τις συμπτώσεις προσπαθώντας να εκλογικεύσει τη μοίρα του και καυχιόταν πως «η ζωή είναι αλλού».

Πράγματι. Ήταν αλλού. Έξω απ’ το μυαλό του.

Η τέχνη της υπομονής είναι σημαντικότερη οποιασδήποτε άλλης αρετής στο να κρίνεις τα αποτελέσματα των πράξεων – το να περιμένεις, δηλαδή, πώς κάποιος άνθρωπος φέρεται στα μεγάλα του ζόρια, όταν το σπίτι του θα παίρνει φωτιά και δεν θα μυρίζει πια λεβάντα και πράσινο τσάι. Όταν αποφασίζοντας έντρομος να βγει από το κλειστό δωμάτιο των χρυσών πολυελέων των γύρω του σχολίων οσμίζεται τον σάπιο αέρα της κανονικής ζωής και του κόβεται η ανάσα, για να καταντήσει διασωληνωμένος ενός παρελθόντος στο οποίο κάποτε υπήρξε πλανεμένα υγιής. Κι είναι η στιγμή εκείνη που θα πρέπει να αποφασίσει πώς θα διαχειριστεί το αιφνίδιο -ή λογικό-, ποιος θα σώσει ποιον, κι αν ο εαυτός υπερτερεί των γεγονότων. Αν θα καταντήσει παράσιτο ή απαραίτητος.

Ο Παντελής τα ‘χασε. Και δεν τα κατάφερε. Ήταν απλά ένα χαστούκι του χάους στο δάσος των καλυτερότερων του κόσμου.

Τον θυμήθηκα χθες την ώρα που έφτιαχνα ένα θέμα για τα 10 πιο εμπορικά ντεμπούτο άλμπουμς τραγουδιστών στην ιστορία της ελληνικής δισκογραφίας. Εκπλάγηκα. Απ’ τις άλλοτε «ελπίδες» που έγιναν ρεαλισμός. Ο Στέλιος Διονυσίου, για παράδειγμα, είχε πουλήσει με το πρώτο του άλμπουμ 70 χιλιάδες αντίτυπα, το κοινό αναγνώριζε σε εκείνον τον «συνεχιστή του Στράτου» -τι φωνή!-, τραγουδούσε μαζί του το «ψηλά τα χέρια» ξηλώνοντας τα άλλοτε χρυσοποίκιλτα γαλόνια από άλλους και φορώντάς του τα βιαστικά στο πέτο – ο Μάριος Τόκας υπερηφανευόταν πως είχε ανακαλύψει την καινούργια ροή στο ποτάμι του «λαϊκού τραγουδιού» που το 1997 είχε φτάσει πια σε τέλμα. Κι είχε δίκιο.

Ο Στέλιος, δυστυχώς, δεν κατάφερε να επαναλάβει τον θρίαμβο του «θυμάμαι έναν πατέρα». Παραδέχτηκε σε μία πρόσφατη συνέντευξή του πως έκανε λάθη, πως «στα 23 μου χρόνια, το μυαλό μου ήταν στον Παναθηναϊκό, στα φιλαράκια μου και στις γκόμενες.  Η επιτυχία ήρθε σε μικρή ηλικία και δεν είχα το μυαλό και την εμπειρία να τη διαχειριστώ σωστά».

Είμαστε οι ατυχίες μας – αλλά και οι επιλογές μας.

Το είπε κι ο Κώστας Βουτσάς, που μόλις χθες παντρεύτηκε την Αλίκη του -συνεχίζοντας να ζει ευτυχισμένος και αειθαλής ως διαχρονικότερος όλων-, περιμένοντας το γιο του, στα 85 του χρόνια: «Όλα είναι θέμα μυαλού. Μόνο το 10% είναι ζήτημα ταλέντου. Δες πόσοι ατάλαντοι μεγαλούργησαν και πόσοι ταλαντούχοι χάθηκαν στα κράσπεδα της ανόητης διαχείρισης του δώρου που τους δόθηκε».   

Δημοσίευση στο ένθετο "ΦιλGood" της εφημερίδας "Ο Φιλελεύθερος" της Κύπρου, την Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2016. Φωτογραφία: Πάνος Γιαννακόπουλος. Μοντέλο: Christos for VN Models. 

22.2.16

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ: "ΠΟΝΑΝΕ ΠΟΛΥ ΤΑ ΔΕΙΛΙΝΑ ΣΤΙΣ ΦΥΛΑΚΕΣ"


Συναντηθήκαμε τυχαία την Τρίτη, σε κάποιο τηλεοπτικό πλατό. Προσκύνησα: «Θα μου πείτε την ιστορία σας, κύριε Μαργαρίτη;». «Γιώργος. Κομμένο το “κύριε”».

«Το λαϊκό τραγούδι είναι το φιλέτο μου. Υπάρχουν τραγούδια καψούρικα, τραγούδια κοινωνικά, τραγούδια ερωτικά, τραγούδια απλά και κατανοητά. Δεν αμφιβάλλω ότι κάποιοι ερωτεύτηκαν με τα τραγούδια μου κι άλλοι ξεπέρασαν τους χωρισμούς τους ακούγοντάς τα. Έτσι είναι: λειτουργούν καθαρτικά. Κι εγώ θέλω να μιλάω στη μάζα, όχι στους λίγους και “εκλεκτούς” –άνθρωπος του λαού είμαι. Άλλοι, πάλι, μου λένε πως τραγουδάω ροκιές. Εγώ δεν τα καταλαβαίνω αυτά. Λαϊκός τραγουδιστής είμαι. Τραγουδάω 46 χρόνια και στη δισκογραφία είμαι 35».

«Το “Κελί 33” έχει επισκιάσει όλη τη δισκογραφία μου, αν και παραμένω να αγαπώ –με έναν ιδιαίτερο τρόπο– ένα τραγούδι του Άκη Πάνου που έχω πει, τον “Τελευταίο πυρετό”. Το “Κελί 33” όμως είναι κάτι άλλο, είναι βίωμά μου, είναι κάτι πολύ προσωπικό μου. Έχω κάνει ένα πέρασμα απ’ τον Κορυδαλλό. Για πολύ λίγο. Μικρός ήμουνα. Και ξέρεις, πονάνε πολύ τα δειλινά στις φυλακές. Υπάρχει πολύς πόνος εκεί μέσα όταν βραδιάζει. Η μέρα κάπως βολεύεται, αλλά η νύχτα… Αχ, τη νύχτα… Τη νύχτα σκοτεινιάζουν τα πάντα. Τη νύχτα αρχίζει ο πόνος».

«Έκανα επιτυχία μεγάλος. Άλλη τύχη κι αυτή! Ήμουνα τότε στην Κυψέλη, σ’ ένα διαμέρισμα ισόγειο. Πέρναγαν τ’ αμάξια: “εσύ μου μιλάς στην καρδιά μου”, έπαιζαν. Τέρμα. Διαπασών. “Κάτσε ήσυχα, Γιώργο”, μου έλεγα. “Τίποτα δεν είσαι, Γιώργο. Θα σε ξεχάσει κι η μάνα σου κάποια στιγμή”».

«Κάποια στιγμή θέλησα να τα παρατήσω. Γιατί είχα μπλέξει με τον τζόγο. Κι αυτό δεν μ’ άφηνε να πάω παραπέρα. Εμείς θα φύγουμε από ‘δω, μα τα ρημάδια τα λεφτά θα μείνουν. Είναι κι αυτό ναρκωτικό, όπως είναι το τσιγαριλίκι. Υπήρξαν φορές που έμενα ρέστος, που δεν είχα στην τσέπη μου τίποτα, κι έλεγα “πώς θα πάω τώρα από τη Γλυφάδα στους Θρακομακεδόνες να βρω τον μεγάλο Απόστολο Καλδάρα;”. Δεν είχα ψιλά ούτε για το εισιτήριο του λεωφορείου. Τότε κινδύνευσα να παρατήσω το τραγούδι. Αλλά, εκεί πέρα πάνω, έπεσε ένα τηλέφωνο. Και ξεκίνησα συνεργασία με μία μεγάλη τραγουδίστρια εκείνη την εποχή, την Άννα Χρυσάφη. Αυτή μ’ έβαλε ξανά στον δρόμο. Μου ‘χε πει: “Σε λίγο καιρό θα μιλάει για σένα όλη η Ελλάδα. Αρκεί να μην τα παρατήσεις”. Αυτό έκανα. Μετά από ένα χρόνο βγήκε ο δίσκος του Τάκη Σούκα “Εσύ μιλάς στην καρδιά μου”».

«Αν γύριζα τον χρόνο πίσω, θα άλλαζα πολλά πράγματα –και σε συνεργασίες και στην καριέρα μου και σε επιλογές τραγουδιών και στη ζωή μου. Καλό είναι να μετανοείς –σε πηγαίνει μπροστά ως άνθρωπο. Να ζητάς “συγνώμη”. Να λες “έκανα λάθος σ’ αυτό”. Όλα μέσα στο σχέδιο είναι».

«Μία καριέρα για να φτάσει στο σημείο να λέγεται “διαχρονική” πρέπει να έχει τα πάνω της, τα κάτω της, τις τρικλοποδιές, τις άτυχες και τυχερές στιγμές της, τα στραβά της και τα σωστά της. Οι αποτυχίες μου είναι το κάδρο μου –εκεί σκέφτηκα πολλά. Όταν τα φτερά μου ήταν πεσμένα. Έβαζα κάτω το κεφάλι κι έλεγα: “Γιώργο, έκανες αυτό. Έφταιξες. Ναι, ρε μάγκα, φταις”».

«Κι εγώ έχω πονέσει, κι εγώ έχω κλάψει, όπως όλοι οι άνθρωποι στους χωρισμούς τους. Αλλά δεν μου ‘τυχε ποτέ κάτι τόσο στραβό στη ζωή μου που να μου μείνει, παρά τα όσα έχω περάσει, παρά τα μπλεξίματά μου. “Δόξα την Παναγία!”, λέω».

«Δεν έκανα ποτέ εχθρό μου τη μοναξιά. Δεν με πολέμησε, δεν την πολέμησα. Ούτε της αντιστάθηκα. Με κρατάει ζωντανό αυτό που έχω μέσα μου».

«Δεν έχω χρόνο να ακούσω την παλιά μου δισκογραφία. Ακούω κάτι καινούργιο μόνο μόλις τελειώσει κι έπειτα πάλι το αφήνω. Να πάρει κι αυτό τον δρόμο του. Χορτασμένος είμαι, άλλωστε. Ο κόσμος μού τα προσφέρει όλα. “Γιατί, ρε παιδιά, τώρα μου τα δίνετε όλα και τότε ήσασταν λίγο κρατημένοι;”. “Και παλιά στα δίναμε, μα δεν το ‘βλεπες”, μου απαντάνε. Δίκιο έχουν».

«Η πείρα στον τραγουδιστή είναι μεγάλη υπόθεση. Βλέπεις τα πράγματα αλλιώς, ερμηνεύεις σωστά, τραγουδάς σωστά. Όταν είσαι νέος δεν το καταλαβαίνεις, δεν μπορείς να το διαχειριστείς, βγαίνεις στο πάλκο, φωνάζεις κι όποιον πάρει ο Χάρος –δεν έχεις συναίσθηση της ευθύνης όταν είσαι πιτσιρίκος. Γιατί το τραγούδι έχει όρια, δεν φωνάζεται –το τραγούδι ερμηνεύεται».


* Ο Γ. Μαργαρίτης τραγουδάει στις «Γραμμές» στην Αθήνα, ενώ ερμηνεύει και τον «Νοτιά» της Ε. Ρεμπούτσικα, από την ομώνυμη ταινία του Τ. Μπουλμέτη.

Δημοσίευση στο ένθετο "ΦιλGood" της εφημερίδας "Ο Φιλελεύθερος" της Κύπρου, την Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2016. 

14.2.16

ΓΙΑΤΙ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΕ Η ΚΥΠΡΟΣ


Αν περιγράφαμε οι ίδιοι αυτό που θα συμβεί το Μάρτιο στην Κύπρο, θα μας ονόμαζαν υποκειμενικούς. Ας μιλήσει, λοιπόν, για το «κυπριακό success story» και την έξοδο από το Μνημόνιο, κάποιος «ξένος», ένας από τους πιο έγκριοτυς δημοσιογράφους της Ελλάδας.

Οκτώ χρόνια είχαν περάσει από την τελευταία φορά που ο Τάσος Τέλλογλου είχε επισκεφθεί την Κύπρο – τότε στα πλαίσια του ρεπορτάζ των «Νέων Φακέλων» για τα χρήματα του Μιλόσεβιτς στην Μπεομπάνκα της Λευκωσίας και καταφέρνοντας να μιλήσει με τον Τάσσο Παπαδόπουλο, σε μία από τις τελευταίες του συνεντεύξεις. Από τις 3-6 Φεβρουαρίου ο ελλαδίτης δημοσιογράφος, γνωστός από το έγκυρο ρεπορτάζ του, τις αποκαλύψεις και την επιτυχημένη δημοσιογραφική του δουλειά που χαρακτηρίζεται από ψυχραιμία και αντικειμενικότητα απέναντι στα γεγονότα, βρέθηκε στο νησί προκειμένου να ετοιμάσει την εκπομπή «πώς μία χώρα αποχαιρετά το μνημόνιο στα ελληνικά», που θα προβληθεί την Τρίτη 23 Φεβρουαρίου από το ελληνικό κανάλι Star.   

«Κάποιος επιχειρηματίας από την Ελλάδα, με σημαντική παρουσία στην Κύπρο, με προειδοποίησε να μην κάνω το ρεπορτάζ – “είναι σαν να συγκρίνεις μια σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα με την πιο καθυστερημένη”, μου είχε πει. Εμείς, όμως, θέλαμε να δούμε τι κάνατε οι Κύπριοι διαφορετικά από εμάς. Νομίζω, λοιπόν, ότι αποφασίσατε να δουλέψετε με τους θεσμούς, προστατεύοντας τα συγκριτικά σας πλεονεκτήματα στον διεθνή καταμερισμό εργασίας -π.χ υπηρεσίες, χαμηλή σταθερή φορολογία-, να ανασυγκροτήσετε την -ούτως ή άλλως καλύτερη από την ελληνική- δημόσια υπηρεσία σας, εισάγοντας σοβαρά στοιχεία αξιολόγησης που έγιναν αποδεκτά από τους δανειστές σαν “βέλτιστη πρακτική”. Τέλος, έγιναν σημαντικές αλλαγές στην εποπτεία του τραπεζικού τομέα με ευρύτατη αντικατάσταση τραπεζικών στελεχών αλλά και την προσέγγιση ανθρώπων, όπως ο Τζον Χoύρικαν στην Τράπεζα Κύπρου που, με τους συνεργάτες του, εισάγει μια νέα κουλτούρα εταιρικής διοίκησης της μεγαλύτερης τράπεζας της Κύπρου. Την ίδια ώρα υπερκαλύπτονται οι δημοσιονομικοί στόχοι ώστε να μην έχουν την δυνατότητα οι διεθνείς δανειστές της Κυπριακής Δημοκρατίας να ζητούν την λήψη πρόσθετων μέτρων. Με μια κουβέντα, όλα τα στοιχεία που συνέθεσαν την “τέλεια καταιγίδα” του 2013 αντιμετωπίζονται – και μάλιστα σε όλες τις περιπτώσεις και με -ευανάγνωστη-την κυπριακή σφραγίδα. Φυσικά υπάρχουν προβλήματα, όπως η μεγάλη ανεργία των νέων, ο μεγάλος αριθμός μη εξυπηρετούμενων δανείων, η αδυναμία νέων επιχειρήσεων να έχουν πρόσβαση στον τραπεζικό δανεισμό και η ανάγκη να κτιστεί ένα σύστημα υγείας για όσους δεν μπορούν να πληρώσουν, εξ’ αιτίας του περιορισμού των εισοδημάτων τους, μια ιδιωτική ασφάλεια υγείας. Αλλά η χώρα μοιάζει πως αρχίζει να ξαναζεί!».

Δεν είναι πάντως αισιόδοξος ότι, αντίστοιχα, η Ελλάδα θα εγκαταλείψει τόσο γρήγορα τα δικά της Μνημόνια. «Ασφαλώς και είναι και θέμα νοοτροπίας. Κυρίως ο τρόπος που αντιμετωπίζει κάθε χώρα την επιχειρηματικότητα και την κοινωνική επιτυχία. Σημαντικό είναι ακόμα ότι στην Κύπρο, αυτά τα τρία χρόνια, έγινε μόνο μία γενική απεργία!», μου εξηγεί.

Μου φέρνει ως παράδειγμα τους ανθρώπους που δούλευαν σαββατιάτικα στο κτηματολόγιο, προκειμένου να τους βοηθήσουν σε κάποια πλάνα -αν και δεν πληρώνονταν υπερωρία και ανήκουν στο δημόσιο- επειδή, όπως ανέφεραν στον δημοσιογράφο και στην ομάδα του, το Λάζαρο Μπέλτσιο και τον οπερατέρ Βασίλη Τζόκα, «η δουλειά είναι δουλειά και πρέπει να βγει!». «Οι πολιτικές δυνάμεις της Κύπρου μοιάζουν να συμφωνούν σε περισσότερα από ότι σε εκείνα στα οποία διαφωνούν», μου αναφέρει.

«Ξέρετε, ο στόχος όλων των χωρών που μπαίνουν σε μνημόνιο είναι να ανακτήσουν την δημοσιονομική τους ανεξαρτησία και η Κύπρος, ως τελευταία χώρα που μπήκε σε μνημόνιο, δείχνει στην πρώτη χώρα που εντάχθηκε σε ένα παρόμοιο καθεστώς, την Ελλάδα, τι πρέπει να κάνει – έστω και αν οι αξιωματούχοι με τους οποίους συναντηθήκαμε δεν ήθελαν να το θέσουν με αυτό τον ευθύ τρόπο. Το δείχνουν, όμως, με το παράδειγμα της πολιτικής τους», καταλήγει.

Δημοσίευση στο ένθετο "ΦιλGood" της εφημερίδας "Ο Φιλελεύθερος" της Κύπρου, την Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2016. 

7.2.16

ΒΟΛΤΕΣ



«Μας είπαν προεξείχε η καρδιά, και την περιέκοψαν», Κ. Μόντης.

Διασχίζοντας το νέο δρόμο Λάρνακας-Λευκωσίας -απ’ το αεροδρόμιο- η φύση του Φεβρουαρίου είναι σαν έτοιμη από καιρό να σου διαθέσει κάτι υποχθόνια ήσυχο, μα από τα έγκατά της ρωμαλέο, ένα μπουμπούκι που θέλει να πεταχτεί στην παλάμη σου για να ανοίξει πράσινα φυλλαράκια και μικρούς κόμπους, καθώς αναρωτιέσαι, πίσω από τα τζάμια του αυτοκίνητου, «μα, ποιος μπορεί να ζει στα Λύμπια ή στην Αλάμπρα;». Είναι ύπουλα όμορφη η μαγεία της Κύπρου το Χειμώνα – καμία σχέση δεν έχει με το θόρυβο του καλοκαιριού και τα περιφερόμενα μαγιό του Κόννου. 

Είναι εποχή για ποιητές. Ή τουλάχιστον για όσους ζουν ποιητικά.

Αν δεν διαθέτεις μέσα σου κάτι απ’ τις συλλογές του Μόντη, του Πασιαρδή και τα μυθιστορήματα της Μελεάγρου, η Κύπρος μπορεί να γίνει ένας τόπος που εμπεριέχει κάθε δυνατότητα να σε καταπιεί σαν σε στόμα αχόρταγης αρκούδας – λιγότερο τρομακτικής από εκείνην του «The Revenant», μα εξίσου επικίνδυνης στα κοφτερά της δόντια. Αν τη γλιτώσεις, παντού συμβαίνουν θαύματα! Δίπλα από την ΕΛ.ΔΥ.Κ της οδού Λεωνίδου, η πινακοθήκη Λεβέντη είναι ένα αριστούργημα: Jean Ducayer, Renier De La Haye, Paul Signac, Philips de Marlier, Οικονόμου, Γύζης, Λύτρας, Χαλεπάς, Τέτσης, Βασιλείου – απίστευτο! Κι έπειτα η ωραιότερη τάρτα με φράουλες που έχεις φάει ποτέ, σ’ ολόκληρη την Κύπρο, στο ισόγειο εστιατόριο της – κομμάτι Τέχνης κι αυτή.

Ή κάνοντας μια χαζευτική βόλτα στον Άγιο Κασσιανό που λαγοκοιμάται με αφημένες φρεσκοποτισμένες γλάστρες στα πεζούλια, αναδομημένα παλιά σπίτια από πέτρα, στενούς δρόμους και ηλικιωμένες που ξέρουν να λένε τον καλύτερο καφέ – τα βρίσκουν όλα!

Αν περάσεις, όμως, το οδόφραγμα της Λήδρας, όλα αλλάζουν.

Και σκέφτεσαι: «πώς θα συνυπάρξουμε; Ποιοι θα επιστρέψουν στην Ανατολία και ποιοι θα παραμείνουν στου Μόρφου; Ποιοι θα είναι οι Κύπριοι και ποιοι οι ξένοι –αυτοί που γεννήθηκαν εδώ ή όσων οι γονείς εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο απ’ το ’74 κι έπειτα; Ποιοι θα κατοικούν πού; Και ποιος θα βάλει τις γραμμές; Και γιατί ο Λαπηθιώτης να ψηφίσει “ναι” αφού πίστεψε στο πιο τρομακτικό ψέμα που ειπώθηκε και συντηρήθηκε ποτέ πως “τα σύνορά μας είναι στην Κερύνεια!”; Για πόση αποζημίωση να διαγράψει τη θάλασσα, μες στα βράχια, κάτω από το Μπέλαπαϊς;».

Καταλαβαίνω ακριβώς τους λόγους που ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης, στο προηγούμενο τεύχος του ΦιλGood, εξήγησε γιατί δεν θέλησε ποτέ να αντικρύσει τη νέα Αμμόχωστο. Αυτήν με τις κουρελούδες στις εισόδους των κλεμμένων ελληνικών σπιτιών, τις γυναίκες που τυλίγονται τις μαντίλες, με τα σμιχτά φρύδια, την ξένη γλώσσα στην οδό Οθέλλου, τις διάσπαρτες εκκλησιές-αξιοθέατα, τα αυστηρά βλέμματα, τα σκούρα δέρματα με τις ξανθές τρίχες που πετάγονται έξω από τα πολύχρωμα ανοιγμένα πουκάμισα – πάμφθηνα τα «Versace», οι «Louis Vuitton» και τα «Gucci» απέναντι. «Κι αν είναι πράγματι αυτή η τελευταία ευκαιρία; Αν μετά το “όχι” τελειώσαμε; Αν καταλήξουμε τζείνοι ποτζιεί τζαι εμείς ποδά, σε δύο ξένα μεταξύ τους κράτη;». Σκέψεις.

Οι άκρες του δρόμου από το Βαρώσι μέχρι το Μπογάζι πάντοτε μου θύμιζαν εκείνες της Λάρνακας προς τον Πρωταρά: ξερά δέντρα, άμμος στα δεξιά που χάνεται και επανεμφανίζεται βγάζοντας φύκια, σαστισμένα νεοπλουτίστικα σπίτια στη μέση του πουθενά, σκόνη και λίγα φυλλοβόλα. Είναι τοπία λιγάκι αγριεμένα, αλλά αρχαϊκά. Ανένδοτα και υποτακτικά. Παράξενα. Μα, μοιάζουν.

Σ’ αυτό το ανακάτεμα τόπων και ανθρώπων δεν ήξερα πως οι νέοι κάτοικοι της Γιαλούσας είπαν το χωριό τους Yeni Erenköy, γιατί προέρχονταν από την άλλη άκρη του νησιού, τα Κόκκινα – διωγμένοι κι αυτοί, τρεις φορές, κακήν κακώς κάτοικοι των λεηλατημένων. Μου το είπε η κόρη του Σάββα Λιασή, του ήρωα της Αγίας Τριάδας, η Τούλα, που τη συνάντησα μια Δευτέρα απόγευμα στην Παπαδιαμαντοπούλου της Αθήνας για ζεστό τσάι. Στα χέρια της κρατούσε το βιβλίο της, «Rusted Evidence». Το ξεφύλλισα μαγεμένος. Τι φωτογραφίες, τι πίνακες, τι χρώματα! Όλα ήταν Καρπασία! Σταμάτησα σε ένα κολλάζ εικόνων με τα πιατάκια του πατέρα της – εδώ θα έμπαινε ο τραχανάς, εδώ τα ρεβίθια, εδώ το κοτόπουλο, σκέφτηκα. Και κάπου αλλού τα ρόδια.

«Όλα είναι μνήμη», της είπα. «Αλλά τίποτα δεν θα γίνει όπως παλιά». 

Δημοσίευση στο ένθετο "ΦιλGood" της εφημερίδας "Ο Φιλελεύθερος" της Κύπρου, την Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2016. Φωτό: Γ. Χατζηγεωργίου. Στο Βαρώσι.