Η πιο ιδιαίτερη -ροκ, τζαζ, σόουλ- φωνή των 90s’ και 00s’ δεν έχει χάσει
τίποτα από τη «φωνάρα» εκείνη που ανακάλυπτε τότε αμήχανα η ελληνική μουσική,
απ’ τις πρώτες κιόλας νότες που ακούγονταν στις «ενοχές» ή στο «φοβάμαι». Αυτές
τις μέρες επιστρέφει στο φανατικό κοινό της που την περίμενε με ανυπομονησία,
μετά από 6 χρόνια δισκογραφικής αποχής.
Ένα «αυστραλόπουλο» στην
Ελλάδα
«Στη ζωή μου ήμουν στα άκρα: έχω βιώσει και τον μεγαλύτερο
πόνο, αλλά και την μεγαλύτερη χαρά. Και τα δύο, όμως, τα αντιμετωπίζω το ίδιο.
Γιατί είναι γειτονάκια. Γιατί τα πικ των συναισθημάτων ζούν δίπλα δίπλα. Από μικρή
το ήξερα αυτό, αφού υπήρξα ένα παιδί μεγαλωμένο σε πολύ δύσκολες συνθήκες. Με
δύο γονείς πάρα πολύ αυστηρούς, με μία μητέρα -η οποία εργαζόταν ως καθαρίστρια
σε ένα νοσοκομείο στην Αυστραλία- υπερβολικά χριστιανή ορθόδοξη, με έναν πατέρα,
μηχανικό αυτοκινήτων τότε, που νόμιζε ότι τα παιδιά του θα γίνουν ναρκομανείς
και θα του φύγουν απ’ το σπίτι, πάντα τρέμοντας μήπως κάνουμε καμιά στραβή. Κι
έτσι αναγκαστήκαμε να παλέψουμε μόνες μας με την αδελφή μου, για να κάνουμε τελικά
αυτό που θέλαμε. Σκέψου ότι ο μπαμπάς μου ονειρευόταν να τελειώσω το πανεπιστήμιο
για να μου ανοίξει φροντιστήριο. Κι έτσι την επιτυχία των “Μπλε” την έμαθε πολύ
πιο μετά, όχι όταν συνέβαινε. Ο πατέρας μου φοβόταν επίσης μήπως μυηθώ στο αυστραλέζικο
σύστημα και παντρευτώ αυστραλό. Αυτό δεν το ‘θελε με τίποτα! Γι’ αυτό και μ’
έστειλε στην Ελλάδα.
Πολλές φορές αισθανόμουν λίγο ξέμπαρκη εδώ, σαν μια ξανθιά
που ήρθε από την Αυστραλία για να κάνει αυτό που αγαπάει στη χώρα από όπου
κατάγονταν οι γονείς της. Έτσι, όταν είχα έρθει από την Αυστραλία στην Ελλάδα,
στα 17 μου, ένιωθα λίγο ξένη. Με φώναζαν “προσφυγάκι”, “αυστραλόπουλο”. Ενώ,
απ’ την άλλη, στην Αυστραλία ήμασταν οι “the wogs”! Σπούδασα χορό, θέατρο, μουσική, κινηματογράφο, αλλά
ονομάστηκα και συνειδητοποίησα ότι είμαι καλλιτέχνης, όταν έκανα κάτι και αυτό
έγινε γνωστό. Θεωρώ πάντως ότι είμαστε παράξενοι οι καλλιτέχνες: “τρελοί”,
κυκλοθυμικοί, μοναχικοί. Δεν θα μπορούσα, λοιπόν, να λέγομαι “καλλιτέχνης” αν
δεν τα ‘χα κι εγώ αυτά. Και πιστεύω πως αν ερωτοτροπείς ωραία με το εργαλείο
σου, δεν σκέφτεσαι ποιοι σε κοιτάνε από την κλειδαρότρυπα για να δεις αν τους
αρέσεις.
Όχι, ποτέ δεν φοβήθηκα μήπως χάσω αυτό για το οποίο
ξεκίνησα, αλλά φοβήθηκα μήπως χάσω εμένα! Και κινδύνευσα. Στην αρχή, με τους “Μπλε”.
Γιατί έγινε απότομα όλο αυτό. Με τις “Ενοχές”, το μπαμ συνέβη πολύ γρήγορα».






































