Κανονικά ο Ανδρέας δεν θα ήθελε ποτέ να δώσει αυτή τη
συνέντευξη, δεν καταλαβαίνει γιατί πρέπει να γνωρίζουν οι άλλοι (οι θεατές της
«Ψυχραιμίας», του Νίκου Περάκη) τις σκέψεις του, το παρελθόν του, τη ζωή του,
όλα όσα απασχολούν το μυαλό των 25 του χρόνων. Θύμωσε με την ακραία μου
απάντηση στην Αιόλου που βρεθήκαμε, γούρλωσε τα μάτια, αλλά-ευτυχώς-μετά
γέλασε, κατάλαβε ότι όλα γίνονται χάριν δημοσιογραφικού ενδιαφέροντος: «Επειδή
αυτή τη στιγμή είσαι ένα προϊόν, Ανδρέα, και πρέπει να πουλήσεις». Όχι, ο
Ανδρέας δεν θα έλεγε ποτέ κάτι τέτοιο, δεν σκέφτεται έτσι, δεν μεγαλώνει με
αυτό τον τρόπο. Ούτε τον αναγνωρίζουν στο δρόμο όπως τον ρώτησαν πρόσφατα από
κάποιο life style
περιοδικό στο οποίο μίλησε, ούτε του κάνουν κομπλιμέντα για το ρόλο του στην
ταινία, ούτε ούρλιαξαν τα κοριτσάκια στην avant premiere της «Ψυχραιμίας» στην οποία (αναγκαστικά, φαντάζομαι)
έπρεπε να πάει, παρόλο που αισθανόταν τρομερά άβολα με όλες αυτές τις κάμερες
μαζεμένες εκεί και τα μικρόφωνα παρατεταμένα για δηλώσεις. Ο Ανδρέας δεν έχει
καμία σχέση με όλα αυτά που του έτυχαν τον τελευταίο μήνα (ούτε και θέλει να
έχει). Μένει σε ένα διαμέρισμα στα Εξάρχεια με δύο συγκατοίκους-κολλητούς του
(για παρέα και για να μοιράζονται τα έξοδα), πηγαίνει από πολύ νωρίς το πρωί
μέχρι αργά το βράδυ στη σχολή του Εθνικού θεάτρου στην οποία είναι δευτεροετής φοιτητής
(κατάφερε και πέρασε με την πρώτη σ αυτήν ανάμεσα στους 500 περίπου υποψηφίους
που δίνουν εξετάσεις κάθε χρόνο, την πιο «δύσκολη» σχολή φοίτησης θεάτρου στην
Ελλάδα), βγαίνει τα σαββατοκύριακα με τη φίλη του για βόλτες, για θέατρο ή
σινεμά, ακούει στο σπίτι τη μουσική που αγαπά (ξένη κυρίως και rock, ποτέ τα τελευταία
ελληνικά σουξέ), ενώ αρκετές φορές εργάζεται τις Κυριακές ή τα Σάββατα για να
βγάζει κάποια επιπλέον χρήματα. Για παράδειγμα, την προηγούμενη Κυριακή θα
ανέβαινε επάνω σε ξυλοπόδαρα, θα μεταμφιεζόταν, θα ισορροπούσε (με ευκολία,
μετά από τόση εμπειρία) επάνω σε αυτά, θα γινόταν από δίμετρος ένας τρίμετρος
άντρας και έτσι θα ψυχαγωγούσε τα παιδάκια που θα έρχονταν με τους γονείς τους
εκεί όπου θα εμφανιζόταν για να τον παρακολουθήσουν. Με αυτά τα ξυλοπόδαρα ήρθε
και στη συνάντηση μας, σε ένα café
κοντά στην Ομόνοια-λίγα μέτρα απ τη σχολή του-μετά το τελευταίο του μάθημα.
Τον κοίταξαν περίεργα οι θαμώνες με αυτά τα παράξενα ξύλινα δοκάρια που
κουβαλούσε στους ώμους, αλλά δεν τον ένοιαζε.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ - ΟΙ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ ΜΟΥ. ΠΡΟΣΩΠΑ. ΚΕΙΜΕΝΑ. ΕΙΚΟΝΕΣ. ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελεύθερος Τύπος-E.T Weekly. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελεύθερος Τύπος-E.T Weekly. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
1.6.14
ΒΙΚΥ ΛΕΑΝΔΡΟΣ: "ΘΑ ΗΘΕΛΑ ΤΩΡΑ ΝΑ ΕΠΙΝΑ ΤΟ ΚΑΦΕΔΑΚΙ ΜΟΥ ΣΤΟ ΜΙΚΡΟΛΙΜΑΝΟ, ΚΟΙΤΩΝΤΑΣ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ..."
Στη συνάντηση μας στο café δίπλα από το δημαρχείο του Πειραιά, ήρθε χωρίς αργοπορία,
χωρίς γκρίνια (παρόλο που-όπως μου είπε αργότερα-το προηγούμενο βράδυ κοιμήθηκε
μόλις δύο ώρες) και με διάθεση να μην μιλήσει καθόλου για τη μεγάλη καριέρα που
την ακολουθεί, τα εκατομμύρια δίσκους, τις sold out συναυλίες της σε όλο τον κόσμο, ακόμη και για το δαχτυλικό
αποτύπωμα που άφησε πριν λίγες εβδομάδες στο Άμστερνταμ (προνόμιο για
ελάχιστους καλλιτέχνες). Το μόνο που ενδιαφέρει πια τη Βίκυ Λέανδρος είναι ο
Πειραιάς, επιλεκτικές συναυλίες και-σίγουρα-ο Λέανδρος, η Μιλάνα και η Σάντρα-τα
τρία της παιδιά. -Αισθανθήκατε ποτέ το «βάρος» μιας τόσο μεγάλης καριέρας;
-Δεν αισθάνομαι βάρος, αισθάνομαι μια καλλιτεχνική ανησυχία γι αυτό που κάθε φορά κάνω. Περισσότερο ως ευθύνη το αισθάνομαι.
-Ποια είναι αυτή η ευθύνη που αισθάνεστε;
-Επειδή τα τελευταία χρόνια, εκτός από την ερμηνεία των τραγουδιών γράφω στίχους και μουσική- ενώ ταυτόχρονα έχω και την επιμέλεια της παραγωγής των δίσκων μου-η ευθύνη προσανατολίζεται στο να έχουν όλα αυτά την ποιότητα που απ την αρχή ονειρεύτηκα ώστε να υπάρξει το ιδανικό αποτέλεσμα.
-Τι σας εμπνέει συνήθως για να γράψετε;
-Καταστάσεις, εμπειρίες, μουσική που ακούω, οτιδήποτε έχει σχέση με τη ζωή: Όλα αυτά αποτελούν τη μεγαλύτερη πηγή έμπνευσής μου. Μπορώ να δω κάτι στο δρόμο, μπορεί να μου αφηγηθεί κάποιος κάτι, και αυτό να με οδηγήσει στο γράψιμο.
-Δικά σας τραγούδια ακούτε;
-Όχι τόσο συχνά. Μόνο κριτικά μπορώ να δω τον εαυτό μου.
-Είστε αυστηρή κριτής του εαυτού σας;
-Πολύ! Σκεφτείτε ότι δεν μπορώ καν να δω τον εαυτό μου στην τηλεόραση, δεν το αντέχω, αλλάζω αμέσως δωμάτιο. Κάνω την αυτοκριτική μου-δεν την αποφεύγω-αλλά δεν μπορώ να βλέπω ή να ακούω τον εαυτό μου συνεχώς. Αυτό είναι απόλυτα φυσικά, οι περισσότεροι καλλιτέχνες που γνωρίζω-έλληνες και ξένοι-αυτό κάνουν.
-Τι μουσική ακούτε;
-Τα πάντα. Από Robbie Williams, Shakira, μέχρι Frank Sinatra. Όλα τα ακούω με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Αυτό που ίσως να με εκφράζει πιο πολύ είναι τα τραγούδια που έχουν μία ωραία μελωδία.
-Τι είναι αυτό που σας αρέσει στον Robbie Williams;
-Μ' αρέσουν πολύ τα τραγούδια του, η παραγωγή των δίσκων του και-φυσικά-ο τρόπος που εμφανίζεται πάνω στη σκηνή. Η εμφάνιση παίζει πολύ σημαντικό ρόλο για έναν καλλιτέχνη. Ο Robbie Williams δεν είναι κάτι έξω από εμένα, άλλωστε μην ξεχνάτε ότι κι εγώ όλα τα είδη μουσικής τα έχω τραγουδήσει. Όλα αυτά τα χρόνια έχω ερμηνεύσει τα πάντα! Εκτός απ τον πατέρα μου Λέο Λέανδρος, έχω συνεργαστεί με πάρα πολλούς παραγωγούς, από τον Brad Shaipiro μέχρι τον Chris Porter, ο οποίος μάλιστα υπήρξε για 15 χρόνια παραγωγός του George Michael. Μαζί με τον Porter κάναμε πρόσφατα και ένα υπέροχο ντουέτο που τραγουδήσαμε μαζί με τον Chris De Burg.
-O τελευταίος στίχος που γράψατε τι λέει;
-… «Ξένος σε μια καινούργια πόλη, ο δρόμος για τον ουρανό ήτανε σπαρμένος με τριαντάφυλλα…», είναι ένα τραγούδι που μιλάει για μια καινούργια ζωή.
-Ποια είναι η δική σας «καινούργια ζωή», κυρία Λέανδρος;
-Έχω χωρίσει, δεν ζω πια εκεί όπου ζούσα-στο Βερολίνο-, και αυτό είναι για μένα μία εντελώς καινούργια ζωή. Αλλιώς είναι να ζεις με ένα σύντροφο 20 χρόνια και αλλιώς είναι να ζεις μόνη. Βέβαια έχω και τα 3 μου παιδιά, που είναι μεγάλα, σπουδάζουν, επικοινωνούμε πολύ συχνά, αλλά παρόλα αυτά η ζωή αλλάζει. Κάπως έτσι γράφτηκε και αυτός ο στίχος.
5.9.09
ΑΛΕΚΑ ΚΑΝΕΛΛΙΔΟΥ: "ΑΠΟΛΑΜΒΑΝΩ ΤΗΝ ΜΟΝΑΞΙΑ ΜΟΥ".
Άσε με να φύγω, Πόσο γλυκά με σκοτώνεις, Δεν είναι έτσι η αγάπη, Μονά Ζυγά, Μη μ αγγίζεις μη, Δίδυμα φεγγάρια, Κανένα πρόβλημα, Χτυπάει η βροχή, Μελαγχολία, Μαγκανοπήγαδο, Αλλιώτικος νόμος. Ελάχιστα τραγούδια από τα δεκάδες που ερμήνευσε μία από τις μεγαλύτερες φωνές της ελληνικής δισκογραφίας. Η Αλέκα Κανελλίδου, επέστρεψε.Την ακούω στα mp3 μου στο δρόμο για τη συνέντευξη, μέσα στο μετρό, στην καινούργια ενορχήστρωση του «Μια περιπέτεια». Φωνή βραχνή, στέρεη, με θλιμμένα σκαμπανεβάσματα που σε ταξιδεύουν αλλού, σ έναν απροσδιόριστο πόνο, ακόμη και αν οι στίχοι λένε «σ αγαπάω». Είναι η jazz φωνή της ελληνικής δισκογραφίας- ίσως από τις σπουδαιότερες. «Αισθάνομαι πολύ άβολα όταν μου λένε όλα αυτά τα καλά λόγια» μου λέει, «νομίζω πως έχω απλά μία καλή φωνή». Τα τελευταία δέκα χρόνια ξυπνάει πρωί, γύρω στις 8, κοιτάει τη θάλασσα μπροστά από το σπίτι της στη Ραφήνα, τα χρώματά της, τις αλλαγές της στον χειμωνιάτικο ή καλοκαιρινό καιρό, πίνει τον καφέ της, μιλάει με τα λουλούδια της, ονειρεύεται την καινούργια μέρα στο ξεκίνημά της. Διαβάζει πολλά βιβλία, δεν παρακολουθεί τηλεοπτικά προγράμματα, μόνο ταινίες από τη δορυφορική τηλεόραση. Κατά τη διάρκεια της μέρας θα κάνει κάποιες δουλειές στο σπίτι, θα δει φίλους, θα ψωνίσει, θα περιποιηθεί το σκυλάκι της, τον Ρόκι της «κάνω δέκα χρόνια διακοπές, με ενδιάμεσα κάποιες δουλειές» μου λέει. «Έχω δουλέψει πάρα πολύ νύχτα, δεν μου λείπει. Δούλευα έξι ή επτά μέρες την εβδομάδα σε καθημερινή βάση. Εγώ, από μικρό παιδί που τραγουδάω, έμαθα να “καθαρίζω” τον εαυτό μου με τη μουσική, να λυτρώνομαι- αυτό, ναι, μου λείπει πολύ. Με το τραγούδι, ξορκίζω πράγματα. Ό,τι και να συνέβαινε όλη τη μέρα, ότι και να με στενοχωρούσε, τη στιγμή που τραγουδούσα όλα εξαφανίζονταν. Λυτρωτικά. Πάντα με λύτρωνε το τραγούδι». Στο σπίτι της δεν τραγουδάει, δεν θέλει. Μπορεί να σιγοψιθυρίσει κάτι, πολύ σπάνια, στο αυτοκίνητο, σε κάποια διαδρομή κοιτώντας εικόνες στο δρόμο, κάτι jazz, κάτι που να κάνει την καρδιά της να αισθάνεται, «σίγουρα όχι κάτι από όλα αυτά τα σκουπίδια που κυκλοφορούν και που σε κάθε εποχή υπήρχαν», μου λέει. «Ποτέ δεν ήμουνα καριερίστα, με την έννοια που το λένε σήμερα οι περισσότεροι. Δεν έχω κάνει θυσίες για το τραγούδι, απλώς έχανα τα πρωινά της ζωής μου, αυτό που βρίσκω τώρα. Γεννήθηκα στην Πλάκα, πλατεία Φιλομούσου εταιρείας, εκεί που είναι σήμερα το Zoom και ο Ζυγός. Εκεί μεγάλωσα. Λόγω του πατέρα μου που ήταν βιολιστής ξεκίνησα από πολύ μικρή με το τραγούδι, σαν φυσική συνέχεια. Τυχαία ξεκίνησα να τραγουδώ. Ο πατέρας μου ήταν η γέφυρα ανάμεσα σε μένα και στη μουσική, με γνώρισε σε μουσικούς και καλλιτέχνες, με πήγαινε σε εκδηλώσεις που έπαιζε, μου γνώριζε κόσμο. Ξεκίνησα για να σπουδάσω ψυχολογία, είχα ντουμπλάρει τη Ζωή Λάσκαρη στο Crazy Girl, εξυπηρέτησα τότε τον Πλέσσα επειδή είχα άνεση στα αγγλικά και κάποιος μουσικός είπε στον πατέρα μου “Θέλουμε μία τραγουδίστρια για την Αθηναία”, και πήγα εγώ, σαν παιχνίδι. Ποτέ δεν θυμάμαι τον εαυτό μου να μην διαβάζω μουσική, να μην ακούω τραγούδια και μελωδίες, έτσι ζούσα. Δεν είπα “άντε να βγω σε αυτό το επάγγελμα για να βγάλω λεφτά”. Ποτέ. Στην πορεία, το τραγούδι ήτανε καθαρά κάτι βιοποριστικό για μένα, συνδυασμένο όμως με την τέχνη του. Το ένα άλλωστε δεν αποκλείει το άλλο. Σήμερα μπορώ να ζω από το τραγούδι, δεν έγινα πλούσια, αλλά μπορώ να ζω. Ούτως ή άλλως είμαι ολιγαρκής, ζω με λίγα και καλά, με πράγματα που να έχουν ποιότητα».Ο πολύς κόσμος τη γνώρισε από το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης του 1974 με το Άσε με να φύγω- η φωνή της εξέπληξε, όλοι τότε μίλησαν για την καινούργια, βραχνή και υπέροχη φωνή. Χαμογελάει. «Δεν είμαι από τις τραγουδίστριες που αρέσουν σε όλο τον κόσμο, αρέσω σε κάποιους, δεν είμαι μία τραγουδίστρια που θα πιάσει όλο τον κόσμο, τη μάζα- και ούτε το επεδίωκα. Γι αυτό και πάντα οι χώροι που επέλεγα να δουλέψω ήταν μικροί, υπήρχε ένα κοινό που επέλεγε τι να ακούσει, τι να περιμένει από εμένα. Υπάρχει πολύ τσιφτετέλι στην Ελλάδα- χωρίς να θέλω να το υποτιμήσω- αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Βεβαίως έχω μετανιώσει για επιλογές μου, τι είμαι εγώ; Η αλάνθαστη; Και ρεπερτορίου και χώρου. Κάνω 40 χρόνια αυτή τη δουλειά, δεν μπορεί να μην συμβεί να μετανιώνουμε για κάποιες από τις επιλογές μας, δεν γίνεται. Όταν κάνεις ένα επάγγελμα, είναι μοιραίο να κάνεις και πράγματα για τα οποία δεν τρελαίνεσαι κιόλας. Αυτό συμβαίνει με όλους τους επαγγελματίες, όχι μόνο στη μουσική». Τελευταία, πέρα από πολύ επιλεκτικές εμφανίσεις της, όπως η παρουσίαση jazz τραγουδιών στο Μέγαρο Μουσικής πριν από τρία χρόνια, τότε που εξαντλήθηκαν όλα τα εισιτήρια μέσα σε μία ώρα, είναι πολύ σπάνιες. Απέχει, γιατί λέει πως μεγάλωσε, πως δεν μπορεί πια να κάνει αυτά που έκανε κάποτε, πως θέλει πλέον να κάνει μόνο όσα την ξεκουράζουν και της δίνουν την καθημερινή χαρά που της έλειπε. Σήμερα την ξεκουράζει η καλή παρέα, η καλή συζήτηση, η μπιρίμπα, τα ταξίδια- αξέχαστο θα της μείνει το περσινό της στην Αίγυπτο. Οι πιο πολύτιμοι άνθρωποι στη ζωή της είναι οι φίλοι της, παλιοί και καινούργιοι όπως ο νέος της συνθέτης Στέφανος Κόκκαλης και ο 28χρονος γιος της. «Ο γιος μου ασχολείται με τη μουσική ερασιτεχνικά, είναι επιχειρηματίας. Από μικρός είχε και αυτός μεγάλη αγάπη για τη μουσική, τα τραγούδια και ο κινηματογράφος ήταν η ξεκούρασή του. Μου έμοιασε. Πιθανώς, αν δεν τραγουδούσα, να είχα κάνει κι άλλα παιδιά, κι άλλο γάμο. Ένα γάμο έχω κάνει. Δεν είναι πολύ εύκολες οι σχέσεις των ανθρώπων μέσα από αυτή τη δουλειά. Τώρα θέλω εγγόνια, ελπίζω πως δεν θα αργήσουνε». Λέει πως πάντοτε ήταν πολύ συναισθηματική, συγκινείται εύκολα, η καρδιά της προηγείτο συνεχώς του μυαλού της, το συναίσθημα ήτανε, από τότε που θυμάται τον εαυτό της, το φως στη ζωή της. «Θέλει προσπάθεια να βγάζεις απέξω τον ξινό σου εαυτό, πρέπει να έχεις μπροστά σου τον καλοπροαίρετό σου εαυτό που ακούει τον άλλον, γίνεται φίλος με τον κόσμο και δημιουργεί αγάπη. Δεν μιλάμε μόνο για τον έρωτα, αν και έχω ζήσει μεγάλους έρωτες. Αρκετοί από αυτούς μάλιστα, ήτανε επώδυνοι. Εμείς οι γυναίκες όταν ζήσουμε ένα μεγάλο έρωτα και χωρίσουμε, δεν μπορούμε την άλλη μέρα να βρούμε τον επόμενο, αργούμε λίγο σ αυτό το θέμα σε σχέση με τους άντρες. Δεν αντικαθιστούμε εύκολα. Εγώ ποτέ δεν φώναζα για τη λύπη ή την απώλειά μου, άλλωστε η ζωή είναι ένα σωρό απώλειες. Το τραγούδι με γιάτρευε. Κατά βάση είμαι μοναχικό άτομο, όχι μελαγχολικό, δηλαδή μπορώ να τα βγάλω πέρα με τον εαυτό μου, μπορώ να με κάνω παρέα, μπορώ να ζήσω μόνη μου. Ο γιος μου μεγάλωσε, τώρα ζω μόνη μου. Αυτό είναι η πλήρης ελευθερία. Απολαμβάνω τη μοναξιά μου, μου αρέσει. Τη στιγμή που δεν μου αρέσει, ανοίγω την πόρτα και βγαίνω έξω. Η ευτυχία δεν είναι κάτι που το παίρνουμε αγκαλιά και περπατάμε μαζί της, μόνοι μας τη γεννάμε και μόνοι μας τη δημιουργούμε. Απλώς πρέπει να αφεθούμε σ αυτήν». Ανάβει τσιγάρο, πίνει καφέ, βλέπει τα παιδιά που μόλις τελείωσαν από το φροντιστήριό τους στο café της Αγίας Παρασκευής που συναντηθήκαμε. Μισή ώρα φοράει τα μαύρα της γυαλιά, να της καλύπτουν τα πράσινά της μάτια, την πειράζει το φως. «Φοβάμαι το θάνατο, αλλά όταν αρχίζεις να μεγαλώνεις, ακόμη και αυτή την έννοια του θανάτου, την βλέπεις διαφορετικά, δεν εξοικειώνεσαι, αλλά όταν έχουν ήδη φύγει δικοί σου άνθρωποι, δεν σου φαίνεται πολύ τρομερό αυτό το πράγμα. Απολαμβάνω την ηλικία μου, μια χαρά είμαι. Η ηλικία κερδίζεται, δεν χαρίζεται, απολαμβάνω τους κόπους μου. Δεν γυρίζω ποτέ στο παρελθόν και δεν μου αρέσει καθόλου η παρελθοντολογία. Ζω το παρόν. Θέλω να έχω την ησυχία μου και αυτά που αγαπάω. Να είμαι καλά. Τι καλύτερο; Άλλωστε για μένα οι ενδιαφέροντες άνθρωποι είναι αυτοί που ξέρουν τι θέλουν, που πιστεύουν στον εαυτό τους, που δεν στέκονται κάπου και ψάχνουν συνεχώς το καλύτερο. Ένας άνθρωπος ο οποίος ασχολείται με τις τέχνες και τις κυνηγάει, ακόμη και αν δεν είναι ο ίδιος καλλιτέχνης, αποκλείεται να μην είναι ενδιαφέρων». Στην πλατεία, μπροστά από τη μποτιλιαρισμένη λεωφόρο Μεσογείων, μου λέει πως τα τελευταία χρόνια κάνει στον εαυτό της την ερώτηση ποια άλλη δουλειά θα μπορούσε να κάνει στη ζωή της, αν υπήρχε περίπτωση να άλλαζε δρόμο ξαφνικά. Το σκέφτεται και γελάει. «Όταν μου ήρθε αυτό ως σκέψη, είπα στον εαυτό μου “Αλέκα, δεν μπορείς να κάνεις τίποτε άλλο. Μόνο να τραγουδάς. Ε, λοιπόν, τραγούδα!”».
Δημοσίευση στον Ελεύθερο Τύπο της Κυριακής, ένθετο "ET Weekly", τον Ιούνιο του 2008.
ΣΩΤΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ: ΑΠΑΝΤΑ ΣΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΠΡΟΥΣΤ.
Υπαίθρια συναυλία του Van Morrison με πανσέληνο. Ή του Leonard Cohen... Κάτι που να συνδυάζει νύχτα, μουσική, ένα διθέσιο αυτοκίνητο, έναν ανοιχτό δρόμο...
2. Τι σας κάνει να σηκώνεστε το πρωί;
Κοιμάμαι τον ύπνο των δικαίων. Κάποτε πρέπει να ξυπνήσω. Αλλιώς θα πέσω σε κώμα.
Κοιμάμαι τον ύπνο των δικαίων. Κάποτε πρέπει να ξυπνήσω. Αλλιώς θα πέσω σε κώμα.
3. Η τελευταία φορά που ξεσπάσατε σε γέλια;
Ι laugh to death, όπως θα λέγαμε. Καμιά φορά νομίζω, πράγματι, ότι θα πεθάνω από τα γέλια. Χθες το βράδυ, μού είπαν ένα ανέκδοτο το οποίο θυμάμαι τώρα και γελάω μόνη μου.
Ι laugh to death, όπως θα λέγαμε. Καμιά φορά νομίζω, πράγματι, ότι θα πεθάνω από τα γέλια. Χθες το βράδυ, μού είπαν ένα ανέκδοτο το οποίο θυμάμαι τώρα και γελάω μόνη μου.
4 .Το βασικό γνώρισμα του χαρακτήρα σας ποιο είναι;
Είμαι άνθρωπος που επιζεί against all odds. Είμαι πολύ δυναμική, έχω περίσσεια ενέργειας. Επίσης είμαι εργατική, «φιλόπονη»...turbo…
Είμαι άνθρωπος που επιζεί against all odds. Είμαι πολύ δυναμική, έχω περίσσεια ενέργειας. Επίσης είμαι εργατική, «φιλόπονη»...turbo…
5. Το βασικό ελάττωμά σας;
Όταν θυμώνω μαζεύουμε μπάζα...Θυμώνω μάλλον σπάνια (δείχνω υπομονή!) αλλά όταν θυμώνω γίνομαι τρομακτική. Έτσι, χάνω το δίκιο μου και δημιουργώ εχθρούς. Επίσης, είμαι θρασυτάτη...έτσι ήμουν από μικρή...
Όταν θυμώνω μαζεύουμε μπάζα...Θυμώνω μάλλον σπάνια (δείχνω υπομονή!) αλλά όταν θυμώνω γίνομαι τρομακτική. Έτσι, χάνω το δίκιο μου και δημιουργώ εχθρούς. Επίσης, είμαι θρασυτάτη...έτσι ήμουν από μικρή...
6. Σε ποια λάθη δείχνετε τη μεγαλύτερη επιείκεια;
Σε όλα τα λάθη δείχνω επιείκεια. Δεν είμαι δικαστής...
Σε όλα τα λάθη δείχνω επιείκεια. Δεν είμαι δικαστής...
7. Με ποια ιστορική προσωπικότητα ταυτίζεστε περισσότερο;
Με καμιά. Ταυτίζομαι με λογοτεχνικούς ήρωες: με τον Oliver Twist, τον David Copperfield, τον Tom Sawyer, τον Ηuck Finn…Με παιδιά που δεν τα βοήθησε ποτέ κανείς.
8. Ποιοι είναι οι ήρωές σας σήμερα;
Οι φτωχοί άνθρωποι που δεν βαρυγκωμούν.
9. Το αγαπημένο σας ταξίδι;
Oνειρεύομαι πάντα παραλίες σε ωκεανούς.
Με καμιά. Ταυτίζομαι με λογοτεχνικούς ήρωες: με τον Oliver Twist, τον David Copperfield, τον Tom Sawyer, τον Ηuck Finn…Με παιδιά που δεν τα βοήθησε ποτέ κανείς.
8. Ποιοι είναι οι ήρωές σας σήμερα;
Οι φτωχοί άνθρωποι που δεν βαρυγκωμούν.
9. Το αγαπημένο σας ταξίδι;
Oνειρεύομαι πάντα παραλίες σε ωκεανούς.
11. Ποια αρετή προτιμάτε σε έναν άντρα;
Το να επιζητεί και να εκτιμά αυτά που επιζητούν και εκτιμούν οι γυναίκες. Το χιούμορ...η ψυχραιμία...το να τα καταφέρνει με τα κατσαβίδια...Δεν μ’ αρέσουν οι καλοπερασάκηδες, οι τσιγκούνηδες και οι γκρινιάρηδες.12. ... και σε μια γυναίκα;
Το να επιζητεί και να εκτιμά αυτά που επιζητούν και εκτιμούν οι γυναίκες. Το χιούμορ...η ψυχραιμία...το να τα καταφέρνει με τα κατσαβίδια...Δεν μ’ αρέσουν οι καλοπερασάκηδες, οι τσιγκούνηδες και οι γκρινιάρηδες.12. ... και σε μια γυναίκα;
Το να επιζητεί και να εκτιμά αυτά που επιζητούν και εκτιμούν οι άνδρες. Και πάλι το χιούμορ...η ψυχραιμία...το να τα καταφέρνει με τα κατσαβίδια...Δεν μ’ αρέσουν οι κακομαθημένες δεσποινίδες, όσες περιμένουν να τους ανοίξουν την πόρτα του αυτοκινήτου για να βγουν, και στη συνέχεια να τους πληρώσουν τα ποτά. Όσο για τη γκρίνια, η γυναικεία γκρίνια μού φαίνεται πιο δικαιολογημένη από την ανδρική. Οι άνδρες κάνουν τις γυναίκες υστερικές.
13. Ο αγαπημένος σας συνθέτης;
13. Ο αγαπημένος σας συνθέτης;
Ο Paul McCartney, ο John Lennon, o Willie Dixon, o Elmore James…ο Μίκης Θεοδωράκης...(Τον λατρεύω ως συνθέτη, πιστεύω ότι πρέπει να τον ανακαλύψουμε ξανά).
14. Το τραγούδι που σφυρίζετε κάνοντας ντους;
To “Rocky Raccoon” των Beatles, το “Innocent When You Dream” του Tom Waits, το «Όταν σημάνει η ώρα» του Άκη Πάνου...
15. Η ταινία που σας σημάδεψε;
To «Τραγουδώντας στη βροχή» του Gene Kelly: τα μιούζικαλ της παιδικής μου ηλικίας...Οι χαζές ταινίες με τον Elvis Presley…O Εlvis ήταν ο πρώτος μου έρωτας. (Ορίστε, προβαίνω σε προσωπικές αποκαλύψεις...)
14. Το τραγούδι που σφυρίζετε κάνοντας ντους;
To “Rocky Raccoon” των Beatles, το “Innocent When You Dream” του Tom Waits, το «Όταν σημάνει η ώρα» του Άκη Πάνου...
15. Η ταινία που σας σημάδεψε;
To «Τραγουδώντας στη βροχή» του Gene Kelly: τα μιούζικαλ της παιδικής μου ηλικίας...Οι χαζές ταινίες με τον Elvis Presley…O Εlvis ήταν ο πρώτος μου έρωτας. (Ορίστε, προβαίνω σε προσωπικές αποκαλύψεις...)
15. Το βιβλίο που σας σημάδεψε;
To «Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν» όταν ήμουν παιδί∙ ο «Φύλακας στη σίκαλη» όταν ήμουν έφηβη. Αργότερα ανακάλυψα την κεντροευρωπαϊκή λογοτεχνία και όλα άλλαξαν...
17. Ο αγαπημένος σας ζωγράφος;
To «Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν» όταν ήμουν παιδί∙ ο «Φύλακας στη σίκαλη» όταν ήμουν έφηβη. Αργότερα ανακάλυψα την κεντροευρωπαϊκή λογοτεχνία και όλα άλλαξαν...
17. Ο αγαπημένος σας ζωγράφος;
Ο Βελάσκεθ. Ο Καντίνσκι.
18. Το αγαπημένο σας χρώμα;
18. Το αγαπημένο σας χρώμα;
Το κόκκινο.
19. Ποια θεωρείτε ως τη μεγαλύτερη επιτυχία σας;
19. Ποια θεωρείτε ως τη μεγαλύτερη επιτυχία σας;
Το ότι έχω παραμείνει ζωντανή και υγιής.
20. Το αγαπημένο σας ποτό;
Παγωμένη μαργαρίτα-φράουλα... Μοχίτο με πολλά φύλλα δυόσμου τα οποία μασάω σαν πρόβατο...
21. Για ποιο πράγμα μετανιώνετε περισσότερο;
Μετανιώνω σχεδόν για όλα όσα έχω κάνει, καθώς και για όσα δεν έχω κάνει. Ό,τι κάνουμε μού φαίνεται λάθος. Ακόμα κι όταν κάνουμε το αντίθετο του λάθους, κάνουμε λάθος.22. Τι απεχθάνεστε περισσότερο απ’ όλα;
Την υποκρισία. Επίσης, έχω δυσανεξία στη βλακεία, στην κουτοπονηριά, στον φθόνο, στη μικροψυχία, στην τσιγκουνιά. Επίσης, απεχθάνομαι τις τσιμεντουπόλεις, τα σκυλάδικα, την τηλεόραση...τα κομπολόγια...τα σουβλάκια...τα μουστάκια...
20. Το αγαπημένο σας ποτό;
Παγωμένη μαργαρίτα-φράουλα... Μοχίτο με πολλά φύλλα δυόσμου τα οποία μασάω σαν πρόβατο...
21. Για ποιο πράγμα μετανιώνετε περισσότερο;
Μετανιώνω σχεδόν για όλα όσα έχω κάνει, καθώς και για όσα δεν έχω κάνει. Ό,τι κάνουμε μού φαίνεται λάθος. Ακόμα κι όταν κάνουμε το αντίθετο του λάθους, κάνουμε λάθος.22. Τι απεχθάνεστε περισσότερο απ’ όλα;
Την υποκρισία. Επίσης, έχω δυσανεξία στη βλακεία, στην κουτοπονηριά, στον φθόνο, στη μικροψυχία, στην τσιγκουνιά. Επίσης, απεχθάνομαι τις τσιμεντουπόλεις, τα σκυλάδικα, την τηλεόραση...τα κομπολόγια...τα σουβλάκια...τα μουστάκια...
23. Όταν δεν γράφετε, ποια είναι η αγαπημένη σας ασχολία;
Βγαίνω και χαζολογάω με τους φίλους μου, πίνω διάφορα ποτά, καπνίζω πουράκια με έξαλλους ρυθμούς, γελάω μέχρι τελικής πτώσεως. Επίσης, ασχολούμαι με την κηπουρική: όταν αποτύχω σε όλα θα γίνω κηπουρός.
24. Ο μεγαλύτερος φόβος σας;
Οι αρρώστιες που μας κάνουν δυστυχισμένους.
Βγαίνω και χαζολογάω με τους φίλους μου, πίνω διάφορα ποτά, καπνίζω πουράκια με έξαλλους ρυθμούς, γελάω μέχρι τελικής πτώσεως. Επίσης, ασχολούμαι με την κηπουρική: όταν αποτύχω σε όλα θα γίνω κηπουρός.
24. Ο μεγαλύτερος φόβος σας;
Οι αρρώστιες που μας κάνουν δυστυχισμένους.
25. Σε ποια περίπτωση επιλέγετε να πείτε ψέματα;
Όταν πιέζομαι πολύ, λέω ψέματα για να γλιτώσω.
26. Ποιο είναι το μότο σας;
Τίποτα δεν αξίζει τόσο ώστε να το νοσταλγείς. Οι καλύτερες μέρες είναι μπροστά μας. Κανείς δεν φταίει για τη δυστυχία μας, εμείς φταίμε για τη δυστυχία μας. Δεν πρέπει να εμπιστευόμαστε τους ανθρώπους που όταν τους ρωτάς τι κάνουν απαντούν «Αγωνίζομαι!» ή «Τρέχω!» ή «Ας τα λέμε καλά!».27. Πώς θα επιθυμούσατε να πεθάνετε;
Όταν ήμουν νεότερη πίστευα ότι θα σκοτωθώ σε αυτοκινητικό δυστύχημα (υπήρχε λόγος που το πίστευα). Τώρα (που οδηγώ με σύνεση) σκέφτομαι ότι θα ήταν ωραία να πεθάνω σε προχωρημένη ηλικία χωρίς να χάσω τις πνευματικές μου δυνάμεις. Ωστόσο, στην πραγματικότητα, νομίζω ότι θα αυτοκτονήσω. Με χημικό τρόπο. Θα καταπιώ διάφορα σε μνημειακές ποσότητες και γεια σας.
28. Εάν συνέβαινε να συναντήσετε τον Θεό, τι θα θέλατε να σας πει;
Δεν υπάρχει θεός, άρα δεν υπάρχει πιθανότητα να τον συναντήσω.
29. Σε ποια πνευματική κατάσταση βρίσκεστε αυτόν τον καιρό;
I work hard and play hard.30. Τι σας λείπει περισσότερο;
Είχα σοβαρές απώλειες στη ζωή. Όπως οι περισσότεροι άνθρωποι.
Όταν πιέζομαι πολύ, λέω ψέματα για να γλιτώσω.
26. Ποιο είναι το μότο σας;
Τίποτα δεν αξίζει τόσο ώστε να το νοσταλγείς. Οι καλύτερες μέρες είναι μπροστά μας. Κανείς δεν φταίει για τη δυστυχία μας, εμείς φταίμε για τη δυστυχία μας. Δεν πρέπει να εμπιστευόμαστε τους ανθρώπους που όταν τους ρωτάς τι κάνουν απαντούν «Αγωνίζομαι!» ή «Τρέχω!» ή «Ας τα λέμε καλά!».27. Πώς θα επιθυμούσατε να πεθάνετε;
Όταν ήμουν νεότερη πίστευα ότι θα σκοτωθώ σε αυτοκινητικό δυστύχημα (υπήρχε λόγος που το πίστευα). Τώρα (που οδηγώ με σύνεση) σκέφτομαι ότι θα ήταν ωραία να πεθάνω σε προχωρημένη ηλικία χωρίς να χάσω τις πνευματικές μου δυνάμεις. Ωστόσο, στην πραγματικότητα, νομίζω ότι θα αυτοκτονήσω. Με χημικό τρόπο. Θα καταπιώ διάφορα σε μνημειακές ποσότητες και γεια σας.
28. Εάν συνέβαινε να συναντήσετε τον Θεό, τι θα θέλατε να σας πει;
Δεν υπάρχει θεός, άρα δεν υπάρχει πιθανότητα να τον συναντήσω.
29. Σε ποια πνευματική κατάσταση βρίσκεστε αυτόν τον καιρό;
I work hard and play hard.30. Τι σας λείπει περισσότερο;
Είχα σοβαρές απώλειες στη ζωή. Όπως οι περισσότεροι άνθρωποι.
Δημοσίευση στον Ελεύθερο Τύπο της Κυριακής, ένθετο "ET Weekly", τον Φεβρουάριο του 2009.
1.9.09
ΡΟΖΙΤΑ ΣΩΚΟΥ: ΜΙΑ ΖΩΗ ΡΟΖΙΤΑ
Το ψωμί μυρίζει απ την πόρτα. Φρέσκο, αφράτο, ζεστό ψωμί. «Έλα», μου λέει, «πέρασε μέσα. Για σένα το έφτιαξα, νέα συνταγή, χθες μου την έδωσε μία πιτσιρίκα από τη σχολή όπου διδάσκω. Θα τρελαθείς!». «Μα, κυρία Σώκου μου, δεν ήταν ανάγκη», της απαντάω, «μπήκατε σε τέτοιο κόπο για μένα;». «Σώπα καλέ! Τι κόπο; Χαρά μου δίνεις! Να δεις που σε δέκα λεπτά θα γίνουμε φιλαράκια…». Κι έτσι έγινε. Κάθεται απέναντί μου, στην καφέ της πολυθρόνα, κόβει ένα κομμάτι και το βάζει στο πιάτο μου. Με ένα ποτήρι νερό στο πλάι. Και τσάι. «Οι μέρες μου εξαρτώνται από την περίοδο κρίσεως που περνάω. Τον τελευταίο χρόνο περνάω την κρίση μαγειρικής. Ξυπνάω το πρωί και λέω “έχω δύο κολοκύθια, έχω το λάδι που μου έδωσαν οι φίλοι μου οι χωρικοί από την Επίδαυρο, αυγά που μου χάρισε μία άλλη φίλη μου από το κοτέτσι της, τι θα κάνω μ αυτά;”. Θα φτιάξω κολοκυθόπιτα ή θα δημιουργήσω ένα δικό μου φαγητό, κάτι απ το μυαλό μου. Κατά τη διάρκεια απαντάω σε καμιά πενηνταριά τηλέφωνα και ταυτόχρονα δημιουργώ. Εκείνη την ώρα είμαι πάρα πολύ ευτυχισμένη, όλος ο κόσμος είναι δικός μου». Η συνάντησή μας κράτησε περισσότερο από τρεις ώρες. Στο σπίτι της, στο Παγκράτι. Σχεδόν απνευστί, ιστορίες μιας ζωής. Μια ζωή, Ροζίτα. Χωρίς παρεμβολές. «Γεννήθηκα στο κέντρο της Αθήνας, Μητροπόλεως 3. Ο πατέρας μου, ο εκδότης και δημοσιογράφος Σώκος, πέθανε σε ηλικία 44 ετών, έπασχε για χρόνια από λευχαιμία και εγώ ήμουνα η “νοσοκόμα” του. Ήμουν ίδια εκείνος. Μετακομίσαμε στο Ψυχικό διότι τότε πίστευαν ότι η λευχαιμία μοιάζει με τη φυματίωση και πρέπει να βρίσκεσαι στην εξοχή. Πήγα σχολείο στο Αρσάκειο, τη δεύτερη χρονιά που λειτουργούσε. Τα παιδικά μου χρόνια τα πέρασα μέσα σε μία βιβλιοθήκη, διάβαζα πάρα πολύ, ό,τι βιβλίο έστελναν στον πατέρα μου το διάβαζα, καλά, κακά, κατάλληλα, ακατάλληλα. Όλα. Αυτό μου έδωσε τη μόρφωση που έχω, όχι το σχολείο. Εντωμεταξύ παρακολουθούσα τα πάντα από κινηματογράφο και από θέατρο, ο παππούς μου με περίμενε Σάββατο μεσημέρι Πανεπιστημίου και Κοραή, στο τέρμα των μπλε λεωφορείων του Ψυχικού, και τα βλέπαμε όλα. Έχω δει τα πάντα από θέατρο- ακόμη και τον Βεάκη να παίζει Οιδίποδα, ενώ ακόμη ήμουνα παιδί- τέσσερα θεατρικά έργα την εβδομάδα. Φοίτησα στη σχολή Καλών Τεχνών και στη Δραματική σχολή του Βασίλη Ρώτα, λογοτεχνία μετά στην Οξφόρδη. Είχα σπουδαίους δασκάλους, αυτοί μου άνοιξαν τους ορίζοντές μου. Εγώ ήθελα να γίνω ζωγράφος, αλλά ο Τσαρούχης υπήρξε ειλικρινής μαζί μου. Όταν του το είπε μου απάντησε: “Η διαφορά ανάμεσα στην αληθινή ζωγραφική και στη δική σου είναι σαν το κέντημα χειρός με το κέντημα μηχανής”. Μετά από αυτό το έκοψα μαχαίρι, αφοσιώθηκα στο γράψιμο. Έγραφα πάρα πολύ εύκολα. Από το 1947 άρχισα να ασχολούμαι επαγγελματικά με την κινηματογραφική κριτική και τη δημοσιογραφία, εντελώς τυχαία, όταν έπεσε στα χέρια μου ένα κείμενο γεμάτο λάθη που το πήρα και το διόρθωσα. Με πήρε τηλέφωνο ο Δημήτρης Γιαννουκάκης, ο άνθρωπος που υπέγραφε με 34 ψευδώνυμα, και μου είπε να πάω εργαστώ μαζί του επειδή “έχεις αυτό που δεν έχει κανένας από όσους έχω δει: Ύφος”. Κάπως έτσι ξεκίνησα. Εμένα μου άρεσε πάρα πολύ αυτό το επάγγελμα, πάρα πολύ! Με ενδιέφερε η τέχνη, όχι η λαϊκή τέχνη, η υψηλή, η αυστηρή, εκείνη που επιζεί ανά τους αιώνες. Ποτέ δεν με συγκινούσαν οι γλυκούλες ασπρόμαυρες ταινίες, τις βρίσκω χαριτωμένες, αλλά αυτές δεν έχουν καμία σχέση με την τέχνη, ποτέ δεν με αφορούσαν στον κινηματογράφο η Βουγιουκλάκη ή η Καρέζη. Μέσα από αυτή τη δουλειά, γνώρισα όλους τους σπουδαίους ανθρώπους που ήθελα να γνωρίσω- θα χρειαστούμε ένα ολόκληρο βιβλίο για να σας αναφέρω περιστατικά από όλους αυτούς».
ΟΙ ΕΡΩΤΕΣ, Ο ΓΑΜΟΣ, Η ΖΩΗ ΣΤΗΝ ΙΤΑΛΙΑ, Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ«Εγώ ερωτευόμουνα μόνο όταν θαύμαζα. Η πιο ερωτογενής ζώνη στη γυναίκα είναι ο θαυμασμός. Ο πρώτος μου έρωτας, την περίοδο της κατοχής, υπήρξε ο Ιάννης Ξενάκης ο οποίος, στη συνέχεια, επειδή τον κυνηγούσαν, έφυγε για το Παρίσι αλλά δεν μπορούσε να επιστρέψει στην Ελλάδα. Ποτέ δεν μάλωσα με κάποιον άντρα που ερωτεύτηκα, ποτέ δεν έκλαψα για κάποιον άντρα. Όταν έφυγε ο Ιάννης, το αίσθημα μου είχε περάσει».
«Παντρεύτηκα το 1957 σε ηλικία 34 ετών. Εγώ όταν ήμουνα μικρή είχα αποφασίσει ή να παντρευτώ ή να αγιάσω. Τελικά, δεν μου βγήκε ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Τον άντρα μου τον γνώρισα στις Κάνες, έκανε την ίδια δουλειά με εμένα, δημοσιογράφος. Αλληλογραφούσαμε για δύο χρόνια, ήρθε στην Αθήνα, έμεινε εδώ για ένα χρόνο και πιστέψαμε ότι ταιριάζαμε. Πήγα μαζί του στη Ρώμη. Χώρισα πολύ γρήγορα, όχι γιατί μάλωσα με τον άντρα μου, αλλά επειδή έπρεπε να κάνω την κυρία και εγώ δεν μπορούσα. Όταν παντρεύτηκα πίστευα ότι ήμουν πανευτυχής, αλλά μόνο διαταγές έδινα: Στη νταντά, στη μαγείρισσα, σε όλους. Κεντούσα από το πρωί μέχρι το βράδυ, και αλίμονο σε όποιον μου έκοβε εκείνη την ώρα το κέντημα. Δεν ήθελα να βάλω καν τα παπούτσια μου και να βγω έξω. Πολλοί φίλοι μου όταν έρχονταν να με δουν, έκλαιγαν φεύγοντας. “Σαν υπνοβάτης ήσουνα”, μου έλεγαν. Ο σύζυγός μου τελείωνε από τη δουλειά του πολύ αργά, το βράδυ, δεν είχα να κάνω τίποτα, δεν είχα τους φίλους μου. Έπιασα δουλειά σε κάποια ιταλικά περιοδικά, ξεκίνησα να γράφω κείμενα, αλλά την άλλη μέρα δεν βρίσκονταν πέντε άνθρωποι να μου κόψουν την καλημέρα. Εκεί είναι το ωραίο της δημοσιογραφίας. Αισθανόμουν σαν να παλεύω με τον τοίχο, δεν ήξερα τις αντιδράσεις όσων έγραφα, αν θα στενοχωριόταν κάποιος ηθοποιός ή εγώ από κάποια άδικη, για παράδειγμα, κριτική. Δεν είχα επαφή με όλους αυτούς, όπως συνέβαινε εδώ στην Ελλάδα. Θυμάμαι όταν είχα πάει να πω στην Ελένη Βλάχου ότι παντρεύομαι, μου είχε πει “ωραία. Παντρεύεσαι και πας στην Ιταλία, ε; Μέχρι να πάρεις διαζύγιο, θα κρατήσω εγώ τη στήλη σου”. Αυτές ήταν οι ευχές της. Και έτσι ακριβώς έγινε. Όταν ήρθα το Καλοκαίρι και τη συνάντησα μου είπε “επειδή λείπουν διάφοροι συντάκτες με άδεια, θέλω να πας στην Επίδαυρο, εκεί που κάνει πρόβες η Μαρία Κάλλας για τη Νόρμα, και κάθε πρωί θα μου τηλεφωνείς και θα μου λες τι έκανε η Μαρία Κάλλας”. Συμφώνησα. Στην Επίδαυρο έμενα σε ένα άδειο καμαράκι, χωρίς παντζούρια, με κατσίκες δίπλα να κοιμούνται στο σανό. Μόλις μπήκα στο θέατρο, είδα τον Τσαρούχη, το φίλο μου, τον άνθρωπο που μου είχε μιλήσει ειλικρινά όταν ήμουν μικρή αποτρέποντάς με να ασχοληθώ με τη ζωγραφική, και τότε- μαγικά- μου πέρασαν όλα. Μου έδωσε ο Τσαρούχης ένα από τα πέπλα του χορού για να ζεσταθώ, μου το έβαλε στους ώμους και αισθάνθηκα καλά. Έφυγαν όλες οι νευρασθένειες. Βρέθηκα στο δικό μου κόσμο, στον κόσμο της τέχνης και του θεάτρου, του Τσαρούχη και του Χατζιδάκι. Αποφάσισα, λοιπόν, να μείνω στην Ελλάδα, γιατί αν γύριζα στην Ιταλία το παιδί μου θα είχε μία τρελή μέσα στο σπίτι. Προσπάθησε να έρθει ο άντρας μου στην Ελλάδα, να συνεργαστεί με την Βλάχου, αλλά όπως εγώ δεν μπορούσα να προσαρμοστώ στην Ιταλία, έτσι και ο άντρας μου δεν μπορούσε να νιώσει καλά στην Ελλάδα».
Η ΛΑΤΡΕΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΜΠΡΑΝΤΟ«Ο Μάρλον Μπράντο ήταν ο έρωτας της ζωής μου, που μου πέρασε όμως μόλις τον γνώρισα. Τη μέρα που θα ερχόταν με πήγε στο αεροδρόμιο ο Βίκτωρας Μιχαηλίδης της Warner brothers. Όλο το αεροδρόμιο ήταν γεμάτο από θαυμαστές του Μπράντο και δημοσιογράφους. Πλήθος. Εγώ δεν είχα καμία διάθεση να πάω να παλέψω με όλα αυτά, καθόμουν έξω από ένα μικρό σπιτάκι για τους VIPs και περίμενα. Έρχεται μετά από λίγη ώρα το αυτοκίνητο του Μιχαηλίδη, σταματάει μπροστά, και, κυριολεκτικά, με πετάνε μέσα. Στο πίσω κάθισμα ο Μπράντο. Δεκάδες οι άνθρωποι γύρω μας να φωνάζουν ρυθμικά “Μπράντο, Μπράντο”, και εγώ κοίταζα τη θάλασσα γιατί ντρεπόμουνα. Κάποια στιγμή, γυρνάει αυτός το κεφάλι του και μου δίνει το χέρι του “My name is Brando. What’s yours?”. Αυτή ήταν η πρώτη μας κουβέντα με τον Μπράντο. Ανεβήκαμε μετά στο δωμάτιό του και, κάποια στιγμή, έπρεπε να αποχωρήσω για να ανέβουν οι υπόλοιποι δημοσιογράφοι στο δωμάτιό του να τον δουν. Σηκώνομαι για να φύγω, και εκείνη την ώρα γυρνάει ο Μπράντο στον Μιχαηλίδη και του λέει “The lady stays!”. Από τότε γίναμε φίλοι. Πανέξυπνος άνθρωπος. Θυμάμαι όταν τον ρώτησε την άλλη μέρα ένας συνάδελφός μου “θα θέλατε να παίξετε στην Επίδαυρο;”, ο Μπράντο απάντησε όπως δεν θα απαντούσαν πολλοί “δεν νομίζω ότι έχω την κατάλληλη παιδεία για να κάνω κάτι τέτοιο”».
Η ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ, ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ, ΤΑ ΦΕΣΤΙΒΑΛ«Δεν παρακολουθώ τηλεόραση. Όλοι οι ηθοποιοί στην τηλεόραση παίζουν χάλια. Η τηλεόραση δεν αποτελεί κίνδυνο για ηθοποιούς όπως η Δανδουλάκη ή ο Καζάκος που έχουν φοβερές βάσεις στο θέατρο, οι νέοι όμως μαθαίνουν κάτι φρικτό: Δεν κάνουν πρόβες από τη μία και, από την άλλη, δεν μπορούν να κουμαντάρουν τη φωνή τους λόγω του μικροφώνου, και έτσι καίγονται. Τηλεόραση παρακολουθώ μόνο όταν έχω φάει, καμιά φορά αργά το βράδυ, κάποιο αστυνομικό έργο ή κάποιο θρίλερ που να διαισθάνομαι ότι στο τέλος θα τιμωρηθούν οι κακοί. Όποτε τιμωρούνται οι κακοί, ενθουσιάζομαι. Ποτέ άλλοτε δεν βλέπω τηλεόραση, οι ελληνικές σειρές που υπάρχουν είναι ό,τι γελοιωδέστερο υπάρχει, με ελάχιστες, απειροελάχιστες, εξαιρέσεις. Όλοι παίζουν τόσο υπερβολικά που τα χάνω, δεν ξέρω τι γίνεται, δεν καταλαβαίνω. Κάθε πράγμα έχει τον προορισμό του, ο προορισμός της τηλεόρασης είναι να μας δείχνει τα γεγονότα τη στιγμή που γίνονται. Αυτό το έχουμε ξεχάσει. Εγώ αισθάνομαι πολύ ωραία στο θέατρο. Εκεί. Τους αγαπάω τους ηθοποιούς, με τον κινηματογράφο όμως έχω μπουχτίσει, σκεφτείτε ότι πήγαινα σε έξι φεστιβάλ το χρόνο παρακολουθώντας ταινίες από τις 8 το πρωί. 55 χρόνια να πηγαίνει κάποιος στις Κάνες, δεν είναι και λίγα. Κάθε φορά που γύριζα από ένα φεστιβάλ, άλλαζα γυαλιά, τα μάτια μου μονίμως δάκρυζαν. Τις περισσότερες φορές μάλιστα, πήγαινα εκεί με δικά μου έξοδα».
Η ΜΕΓΑΛΗ ΤΗΣ ΑΔΥΝΑΜΙΑ: Η ΚΟΡΗ ΤΗΣ«Ο άνθρωπος που αγάπησα πιο πολύ στη ζωή μου είναι η κόρη μου, η Ιρένε μου- και τα τελευταία χρόνια τα εγγόνια μου. Εγώ πίστευα ότι δεν είμαι άξια να αγαπήσω τόσο πολύ έναν άνθρωπο, πριν κάνω την κόρη μου δεν ήθελα παιδί, τυχαία ήρθε. Απ την ώρα που μου είπε ο Ιταλός γιατρός “σπρώξτε λίγο”, γύρισε μέσα μου μία στρόφιγγα, κάτι σαν ρουμπινέτο και μου είπε “αυτό το πλάσμα πρέπει να ζήσει γιατί γεννηθήκαμε μόνο και μόνο για να διαιωνίζουμε το είδος”. Άνθρωπος που δεν γέννησε, δεν μπορεί να καταλάβει τι σημαίνει να έχεις ένα παιδί. Εγώ, προτού γεννήσω την κόρη μου, ήμουνα ένα στεγνό, ένα ελεεινό πράγμα που λεγόταν “διανοούμενη”. Τι να την κάνεις μία μάνα διανοούμενη; Έμαθα να μαγειρεύω, να είμαι τακτική, να είμαι νοικοκυρά, να εφευρίσκω καινούργια φαγητά. Με τα χρόνια αισθάνομαι ότι το μητρικό μου ένστικτο έχει εξαπλωθεί παντού. Τα παιδιά που διδάσκω στη σχολή της Έλντας Πανοπούλου, έρχονται στο σπίτι μου τις Κυριακές και τρώμε όλοι μαζί. Υπέροχα παιδιά! Είμαι σαν τη μάνα τους, έρχονται στην αγκαλιά μου και μου λένε “μου επιτρέπεται να σας φιλήσω;”»
ΟΙ ΦΙΛΙΕΣ, Η ΤΕΧΝΗ, Η ΧΑΡΑ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ«Ποτέ μου δεν πέρασα μελαγχολίες. Η μελαγχολία είναι η πολυτέλεια των πτωχών ψυχών. Στενοχώριες έχω όταν χάνονται οι δικοί μου άνθρωποι. Όταν πέθανε ο Νουρέγιεφ για ενάμιση χρόνο ήμουνα άρρωστη, έπαιρνα ό,τι φάρμακο μου έδιναν για να γίνω καλά. Η υγεία μου εξαρτάται από τέτοια, σοβαρά γεγονότα, όχι από μικροπροβλήματα. Λόγω ηλικίας έχω χάσει πάρα πολύ κόσμο, υπήρξε χρονιά που έχασα οκτώ αγαπημένους φίλους- ο Τσαρούχης μεταξύ αυτών-, αισθανόμουνα κάθε φορά σαν να μου ξεριζώνανε το χέρι. Όταν τα πράγματα γίνονται λογικά, όμορφα και ωραία, εγώ ενθουσιάζομαι. Απ την άλλη, όταν οι άνθρωποι σε προδίδουν, εσύ φταις γι αυτό, εσύ φταις για όλα, κανένας άλλος. Εσύ διάλεξες τον συγκεκριμένο άνθρωπο, έπρεπε να το είχες δει, έπρεπε να το είχες προβλέψει. Για μένα ποτέ δεν φταίνε οι άλλοι, αυτή είναι η στάση μου απέναντι στη ζωή. Λένε κάποιοι “εγώ έχω λίγους φίλους και εκλεκτούς”. Εγώ έχω πάρα πολλούς φίλους και είναι όλοι εκλεκτοί, γιατί δέχομαι τον άλλον όπως είναι, δεν θέλω να τον αλλάξω. Είναι ωραίο να είμαστε αλλιώτικοι μεταξύ μας».
«Δεν είχα ποτέ ταλέντο, είχα πάρα πολλές ευκολίες. Η ευκολία όμως είναι η μεγαλύτερη παγίδα. Σαν το λαγό που ήταν σίγουρος για τη γρηγοράδα του και τον ξεπέρασε εντέλει η χελώνα. Η μεγάλη τέχνη όμως, θέλει και μεγάλη δυσκολία. Εγώ εκτιμώ πάρα πολύ τους ανθρώπους που έχουν ταλέντο. Τα ταλεντάκια που εμφανίζονται σε ένα ρολάκι ή έχουν μία φωνίτσα, δεν με αφορούν καθόλου. Είναι σπάνιο το ταλέντο που φτάνει στη μεγαλοφυΐα. Στην Ελλάδα δεν είχαμε έναν Μότσαρτ ή ένα παιδί που πούλησε το σαλόνι του έκανε μία ταινία 12 λεπτών, υπέγραψε Λούι Μπουνιουέλ και την άλλη μέρα άλλαξε η τέχνη σε όλη την υφήλιο. Η Ελλάδα είχε ποίηση, είχε θέατρο, αλλά στον κινηματογράφο δεν φτάσαμε ποτέ σε υψηλά επίπεδα. Τα βραβεία στα φεστιβάλ είναι σαχλαμάρες, όλοι ξέρουμε τι συμφωνίες κρύβονται σ αυτά».
«Η τέχνη παραμένει το σημαντικότερο αγαθό σήμερα στη ζωή μου. Πολλοί άνθρωποι σήμερα κάθονται, μιλάνε και αναλύουν τα χρήματα που παίρνουν, τη σύνταξή τους, όλα αυτά. Εγώ σας πληροφορώ, όχι μόνο δεν έβγαλα λεφτά από αυτή τη δουλειά, αλλά είμαι μονίμως απένταρη. Ζω από τη σύνταξη που παίρνω κάθε μήνα- και μόνον. Τώρα, στην τράπεζα, μου έχουν απομείνει δέκα ευρώ, τα οποία δεν έκανα ανάληψη επειδή είναι πολύ μικρό το ποσό για να μου τα δώσει η κάρτα».
«Από δω και πέρα επιθυμώ να ζήσω αρκετά ώστε να βοηθήσω την κόρη μου στο μεγάλωμα των παιδιών της. Δεν τον σκέφτομαι το θάνατο, έχω πολλή δουλειά για να σκεφτώ κάτι τέτοιο, τώρα ετοιμάζω το νέο μου βιβλίο. Εγώ δεν μπορώ να συγχωρέσω τους ανθρώπους που πάσχουν από μοναξιά, γιατί τη μοναξιά τους την αγόρασαν. Βλέπω μερικές γυναίκες που χάνουν τον άντρα τους και τρελαίνονται, πεθαίνει και η δική τους η ζωή γιατί είχαν μάθει να ζουν μόνο με έναν άνθρωπο. Αυτές, δεν υπήρχαν. Όλες οι γυναίκες που εξαρτώνται μονίμως από έναν άντρα για να βγουν έξω, είναι δυστυχισμένα πλάσματα. Οι πιο ευτυχισμένοι γάμοι είχαν τραγικό τέλος, αυτό συνέβη με τον παππού και τη γιαγιά μου που κλέφτηκαν, αγαπήθηκαν, αλλά στο τέλος πέθαναν δυστυχισμένα, αυτό συμβαίνει με φίλες μου που μια ζωή εξαρτώνταν από έναν άντρα και σήμερα τρέχουν από δω κι από κει, δεν ξέρουν τι να κάνουν με τη ζωή τους. Σήμερα πάρα πολύς κόσμος με τραβάει από δω, με τραβάει από κει, όλοι θέλουν κάτι- συνήθως κουβέντα, παρηγοριά, συνεννόηση. Τους αγαπάω όλους. Μα, όλους!».
Δημοσίευση στον "Ελεύθερο Τύπο της Κυριακής", ένθετο ET Weekly, τον Ιούλιο του 2008.
ΟΙ ΕΡΩΤΕΣ, Ο ΓΑΜΟΣ, Η ΖΩΗ ΣΤΗΝ ΙΤΑΛΙΑ, Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ«Εγώ ερωτευόμουνα μόνο όταν θαύμαζα. Η πιο ερωτογενής ζώνη στη γυναίκα είναι ο θαυμασμός. Ο πρώτος μου έρωτας, την περίοδο της κατοχής, υπήρξε ο Ιάννης Ξενάκης ο οποίος, στη συνέχεια, επειδή τον κυνηγούσαν, έφυγε για το Παρίσι αλλά δεν μπορούσε να επιστρέψει στην Ελλάδα. Ποτέ δεν μάλωσα με κάποιον άντρα που ερωτεύτηκα, ποτέ δεν έκλαψα για κάποιον άντρα. Όταν έφυγε ο Ιάννης, το αίσθημα μου είχε περάσει».
«Παντρεύτηκα το 1957 σε ηλικία 34 ετών. Εγώ όταν ήμουνα μικρή είχα αποφασίσει ή να παντρευτώ ή να αγιάσω. Τελικά, δεν μου βγήκε ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Τον άντρα μου τον γνώρισα στις Κάνες, έκανε την ίδια δουλειά με εμένα, δημοσιογράφος. Αλληλογραφούσαμε για δύο χρόνια, ήρθε στην Αθήνα, έμεινε εδώ για ένα χρόνο και πιστέψαμε ότι ταιριάζαμε. Πήγα μαζί του στη Ρώμη. Χώρισα πολύ γρήγορα, όχι γιατί μάλωσα με τον άντρα μου, αλλά επειδή έπρεπε να κάνω την κυρία και εγώ δεν μπορούσα. Όταν παντρεύτηκα πίστευα ότι ήμουν πανευτυχής, αλλά μόνο διαταγές έδινα: Στη νταντά, στη μαγείρισσα, σε όλους. Κεντούσα από το πρωί μέχρι το βράδυ, και αλίμονο σε όποιον μου έκοβε εκείνη την ώρα το κέντημα. Δεν ήθελα να βάλω καν τα παπούτσια μου και να βγω έξω. Πολλοί φίλοι μου όταν έρχονταν να με δουν, έκλαιγαν φεύγοντας. “Σαν υπνοβάτης ήσουνα”, μου έλεγαν. Ο σύζυγός μου τελείωνε από τη δουλειά του πολύ αργά, το βράδυ, δεν είχα να κάνω τίποτα, δεν είχα τους φίλους μου. Έπιασα δουλειά σε κάποια ιταλικά περιοδικά, ξεκίνησα να γράφω κείμενα, αλλά την άλλη μέρα δεν βρίσκονταν πέντε άνθρωποι να μου κόψουν την καλημέρα. Εκεί είναι το ωραίο της δημοσιογραφίας. Αισθανόμουν σαν να παλεύω με τον τοίχο, δεν ήξερα τις αντιδράσεις όσων έγραφα, αν θα στενοχωριόταν κάποιος ηθοποιός ή εγώ από κάποια άδικη, για παράδειγμα, κριτική. Δεν είχα επαφή με όλους αυτούς, όπως συνέβαινε εδώ στην Ελλάδα. Θυμάμαι όταν είχα πάει να πω στην Ελένη Βλάχου ότι παντρεύομαι, μου είχε πει “ωραία. Παντρεύεσαι και πας στην Ιταλία, ε; Μέχρι να πάρεις διαζύγιο, θα κρατήσω εγώ τη στήλη σου”. Αυτές ήταν οι ευχές της. Και έτσι ακριβώς έγινε. Όταν ήρθα το Καλοκαίρι και τη συνάντησα μου είπε “επειδή λείπουν διάφοροι συντάκτες με άδεια, θέλω να πας στην Επίδαυρο, εκεί που κάνει πρόβες η Μαρία Κάλλας για τη Νόρμα, και κάθε πρωί θα μου τηλεφωνείς και θα μου λες τι έκανε η Μαρία Κάλλας”. Συμφώνησα. Στην Επίδαυρο έμενα σε ένα άδειο καμαράκι, χωρίς παντζούρια, με κατσίκες δίπλα να κοιμούνται στο σανό. Μόλις μπήκα στο θέατρο, είδα τον Τσαρούχη, το φίλο μου, τον άνθρωπο που μου είχε μιλήσει ειλικρινά όταν ήμουν μικρή αποτρέποντάς με να ασχοληθώ με τη ζωγραφική, και τότε- μαγικά- μου πέρασαν όλα. Μου έδωσε ο Τσαρούχης ένα από τα πέπλα του χορού για να ζεσταθώ, μου το έβαλε στους ώμους και αισθάνθηκα καλά. Έφυγαν όλες οι νευρασθένειες. Βρέθηκα στο δικό μου κόσμο, στον κόσμο της τέχνης και του θεάτρου, του Τσαρούχη και του Χατζιδάκι. Αποφάσισα, λοιπόν, να μείνω στην Ελλάδα, γιατί αν γύριζα στην Ιταλία το παιδί μου θα είχε μία τρελή μέσα στο σπίτι. Προσπάθησε να έρθει ο άντρας μου στην Ελλάδα, να συνεργαστεί με την Βλάχου, αλλά όπως εγώ δεν μπορούσα να προσαρμοστώ στην Ιταλία, έτσι και ο άντρας μου δεν μπορούσε να νιώσει καλά στην Ελλάδα».
Η ΛΑΤΡΕΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΜΠΡΑΝΤΟ«Ο Μάρλον Μπράντο ήταν ο έρωτας της ζωής μου, που μου πέρασε όμως μόλις τον γνώρισα. Τη μέρα που θα ερχόταν με πήγε στο αεροδρόμιο ο Βίκτωρας Μιχαηλίδης της Warner brothers. Όλο το αεροδρόμιο ήταν γεμάτο από θαυμαστές του Μπράντο και δημοσιογράφους. Πλήθος. Εγώ δεν είχα καμία διάθεση να πάω να παλέψω με όλα αυτά, καθόμουν έξω από ένα μικρό σπιτάκι για τους VIPs και περίμενα. Έρχεται μετά από λίγη ώρα το αυτοκίνητο του Μιχαηλίδη, σταματάει μπροστά, και, κυριολεκτικά, με πετάνε μέσα. Στο πίσω κάθισμα ο Μπράντο. Δεκάδες οι άνθρωποι γύρω μας να φωνάζουν ρυθμικά “Μπράντο, Μπράντο”, και εγώ κοίταζα τη θάλασσα γιατί ντρεπόμουνα. Κάποια στιγμή, γυρνάει αυτός το κεφάλι του και μου δίνει το χέρι του “My name is Brando. What’s yours?”. Αυτή ήταν η πρώτη μας κουβέντα με τον Μπράντο. Ανεβήκαμε μετά στο δωμάτιό του και, κάποια στιγμή, έπρεπε να αποχωρήσω για να ανέβουν οι υπόλοιποι δημοσιογράφοι στο δωμάτιό του να τον δουν. Σηκώνομαι για να φύγω, και εκείνη την ώρα γυρνάει ο Μπράντο στον Μιχαηλίδη και του λέει “The lady stays!”. Από τότε γίναμε φίλοι. Πανέξυπνος άνθρωπος. Θυμάμαι όταν τον ρώτησε την άλλη μέρα ένας συνάδελφός μου “θα θέλατε να παίξετε στην Επίδαυρο;”, ο Μπράντο απάντησε όπως δεν θα απαντούσαν πολλοί “δεν νομίζω ότι έχω την κατάλληλη παιδεία για να κάνω κάτι τέτοιο”».
Η ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ, ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ, ΤΑ ΦΕΣΤΙΒΑΛ«Δεν παρακολουθώ τηλεόραση. Όλοι οι ηθοποιοί στην τηλεόραση παίζουν χάλια. Η τηλεόραση δεν αποτελεί κίνδυνο για ηθοποιούς όπως η Δανδουλάκη ή ο Καζάκος που έχουν φοβερές βάσεις στο θέατρο, οι νέοι όμως μαθαίνουν κάτι φρικτό: Δεν κάνουν πρόβες από τη μία και, από την άλλη, δεν μπορούν να κουμαντάρουν τη φωνή τους λόγω του μικροφώνου, και έτσι καίγονται. Τηλεόραση παρακολουθώ μόνο όταν έχω φάει, καμιά φορά αργά το βράδυ, κάποιο αστυνομικό έργο ή κάποιο θρίλερ που να διαισθάνομαι ότι στο τέλος θα τιμωρηθούν οι κακοί. Όποτε τιμωρούνται οι κακοί, ενθουσιάζομαι. Ποτέ άλλοτε δεν βλέπω τηλεόραση, οι ελληνικές σειρές που υπάρχουν είναι ό,τι γελοιωδέστερο υπάρχει, με ελάχιστες, απειροελάχιστες, εξαιρέσεις. Όλοι παίζουν τόσο υπερβολικά που τα χάνω, δεν ξέρω τι γίνεται, δεν καταλαβαίνω. Κάθε πράγμα έχει τον προορισμό του, ο προορισμός της τηλεόρασης είναι να μας δείχνει τα γεγονότα τη στιγμή που γίνονται. Αυτό το έχουμε ξεχάσει. Εγώ αισθάνομαι πολύ ωραία στο θέατρο. Εκεί. Τους αγαπάω τους ηθοποιούς, με τον κινηματογράφο όμως έχω μπουχτίσει, σκεφτείτε ότι πήγαινα σε έξι φεστιβάλ το χρόνο παρακολουθώντας ταινίες από τις 8 το πρωί. 55 χρόνια να πηγαίνει κάποιος στις Κάνες, δεν είναι και λίγα. Κάθε φορά που γύριζα από ένα φεστιβάλ, άλλαζα γυαλιά, τα μάτια μου μονίμως δάκρυζαν. Τις περισσότερες φορές μάλιστα, πήγαινα εκεί με δικά μου έξοδα».
Η ΜΕΓΑΛΗ ΤΗΣ ΑΔΥΝΑΜΙΑ: Η ΚΟΡΗ ΤΗΣ«Ο άνθρωπος που αγάπησα πιο πολύ στη ζωή μου είναι η κόρη μου, η Ιρένε μου- και τα τελευταία χρόνια τα εγγόνια μου. Εγώ πίστευα ότι δεν είμαι άξια να αγαπήσω τόσο πολύ έναν άνθρωπο, πριν κάνω την κόρη μου δεν ήθελα παιδί, τυχαία ήρθε. Απ την ώρα που μου είπε ο Ιταλός γιατρός “σπρώξτε λίγο”, γύρισε μέσα μου μία στρόφιγγα, κάτι σαν ρουμπινέτο και μου είπε “αυτό το πλάσμα πρέπει να ζήσει γιατί γεννηθήκαμε μόνο και μόνο για να διαιωνίζουμε το είδος”. Άνθρωπος που δεν γέννησε, δεν μπορεί να καταλάβει τι σημαίνει να έχεις ένα παιδί. Εγώ, προτού γεννήσω την κόρη μου, ήμουνα ένα στεγνό, ένα ελεεινό πράγμα που λεγόταν “διανοούμενη”. Τι να την κάνεις μία μάνα διανοούμενη; Έμαθα να μαγειρεύω, να είμαι τακτική, να είμαι νοικοκυρά, να εφευρίσκω καινούργια φαγητά. Με τα χρόνια αισθάνομαι ότι το μητρικό μου ένστικτο έχει εξαπλωθεί παντού. Τα παιδιά που διδάσκω στη σχολή της Έλντας Πανοπούλου, έρχονται στο σπίτι μου τις Κυριακές και τρώμε όλοι μαζί. Υπέροχα παιδιά! Είμαι σαν τη μάνα τους, έρχονται στην αγκαλιά μου και μου λένε “μου επιτρέπεται να σας φιλήσω;”»
ΟΙ ΦΙΛΙΕΣ, Η ΤΕΧΝΗ, Η ΧΑΡΑ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ«Ποτέ μου δεν πέρασα μελαγχολίες. Η μελαγχολία είναι η πολυτέλεια των πτωχών ψυχών. Στενοχώριες έχω όταν χάνονται οι δικοί μου άνθρωποι. Όταν πέθανε ο Νουρέγιεφ για ενάμιση χρόνο ήμουνα άρρωστη, έπαιρνα ό,τι φάρμακο μου έδιναν για να γίνω καλά. Η υγεία μου εξαρτάται από τέτοια, σοβαρά γεγονότα, όχι από μικροπροβλήματα. Λόγω ηλικίας έχω χάσει πάρα πολύ κόσμο, υπήρξε χρονιά που έχασα οκτώ αγαπημένους φίλους- ο Τσαρούχης μεταξύ αυτών-, αισθανόμουνα κάθε φορά σαν να μου ξεριζώνανε το χέρι. Όταν τα πράγματα γίνονται λογικά, όμορφα και ωραία, εγώ ενθουσιάζομαι. Απ την άλλη, όταν οι άνθρωποι σε προδίδουν, εσύ φταις γι αυτό, εσύ φταις για όλα, κανένας άλλος. Εσύ διάλεξες τον συγκεκριμένο άνθρωπο, έπρεπε να το είχες δει, έπρεπε να το είχες προβλέψει. Για μένα ποτέ δεν φταίνε οι άλλοι, αυτή είναι η στάση μου απέναντι στη ζωή. Λένε κάποιοι “εγώ έχω λίγους φίλους και εκλεκτούς”. Εγώ έχω πάρα πολλούς φίλους και είναι όλοι εκλεκτοί, γιατί δέχομαι τον άλλον όπως είναι, δεν θέλω να τον αλλάξω. Είναι ωραίο να είμαστε αλλιώτικοι μεταξύ μας».
«Δεν είχα ποτέ ταλέντο, είχα πάρα πολλές ευκολίες. Η ευκολία όμως είναι η μεγαλύτερη παγίδα. Σαν το λαγό που ήταν σίγουρος για τη γρηγοράδα του και τον ξεπέρασε εντέλει η χελώνα. Η μεγάλη τέχνη όμως, θέλει και μεγάλη δυσκολία. Εγώ εκτιμώ πάρα πολύ τους ανθρώπους που έχουν ταλέντο. Τα ταλεντάκια που εμφανίζονται σε ένα ρολάκι ή έχουν μία φωνίτσα, δεν με αφορούν καθόλου. Είναι σπάνιο το ταλέντο που φτάνει στη μεγαλοφυΐα. Στην Ελλάδα δεν είχαμε έναν Μότσαρτ ή ένα παιδί που πούλησε το σαλόνι του έκανε μία ταινία 12 λεπτών, υπέγραψε Λούι Μπουνιουέλ και την άλλη μέρα άλλαξε η τέχνη σε όλη την υφήλιο. Η Ελλάδα είχε ποίηση, είχε θέατρο, αλλά στον κινηματογράφο δεν φτάσαμε ποτέ σε υψηλά επίπεδα. Τα βραβεία στα φεστιβάλ είναι σαχλαμάρες, όλοι ξέρουμε τι συμφωνίες κρύβονται σ αυτά».
«Η τέχνη παραμένει το σημαντικότερο αγαθό σήμερα στη ζωή μου. Πολλοί άνθρωποι σήμερα κάθονται, μιλάνε και αναλύουν τα χρήματα που παίρνουν, τη σύνταξή τους, όλα αυτά. Εγώ σας πληροφορώ, όχι μόνο δεν έβγαλα λεφτά από αυτή τη δουλειά, αλλά είμαι μονίμως απένταρη. Ζω από τη σύνταξη που παίρνω κάθε μήνα- και μόνον. Τώρα, στην τράπεζα, μου έχουν απομείνει δέκα ευρώ, τα οποία δεν έκανα ανάληψη επειδή είναι πολύ μικρό το ποσό για να μου τα δώσει η κάρτα».
«Από δω και πέρα επιθυμώ να ζήσω αρκετά ώστε να βοηθήσω την κόρη μου στο μεγάλωμα των παιδιών της. Δεν τον σκέφτομαι το θάνατο, έχω πολλή δουλειά για να σκεφτώ κάτι τέτοιο, τώρα ετοιμάζω το νέο μου βιβλίο. Εγώ δεν μπορώ να συγχωρέσω τους ανθρώπους που πάσχουν από μοναξιά, γιατί τη μοναξιά τους την αγόρασαν. Βλέπω μερικές γυναίκες που χάνουν τον άντρα τους και τρελαίνονται, πεθαίνει και η δική τους η ζωή γιατί είχαν μάθει να ζουν μόνο με έναν άνθρωπο. Αυτές, δεν υπήρχαν. Όλες οι γυναίκες που εξαρτώνται μονίμως από έναν άντρα για να βγουν έξω, είναι δυστυχισμένα πλάσματα. Οι πιο ευτυχισμένοι γάμοι είχαν τραγικό τέλος, αυτό συνέβη με τον παππού και τη γιαγιά μου που κλέφτηκαν, αγαπήθηκαν, αλλά στο τέλος πέθαναν δυστυχισμένα, αυτό συμβαίνει με φίλες μου που μια ζωή εξαρτώνταν από έναν άντρα και σήμερα τρέχουν από δω κι από κει, δεν ξέρουν τι να κάνουν με τη ζωή τους. Σήμερα πάρα πολύς κόσμος με τραβάει από δω, με τραβάει από κει, όλοι θέλουν κάτι- συνήθως κουβέντα, παρηγοριά, συνεννόηση. Τους αγαπάω όλους. Μα, όλους!».
Δημοσίευση στον "Ελεύθερο Τύπο της Κυριακής", ένθετο ET Weekly, τον Ιούλιο του 2008.
18.8.09
ΡΙΚΑ ΒΑΓΙΑΝΝΗ: "ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΜΟΥ ΗΤΑΝ ΝΑ ΓΙΝΩ ΝΟΡΜΑΛ".
Λένε ότι η ευφυία ενός ανθρώπου μετριέται στην ποιότητα του χιούμορ του, στον αυτοσαρκασμό του, στη λεπτή γραμμή μεταξύ αστείου και σοβαρού που ισορροπεί, στη μαεστρία που χειρίζεται τους ανθρώπους και το λόγο. Η Ρίκα τα έχει όλα αυτά, αλλά και κάτι σπουδαιότερο: την αληθινή αγάπη που αισθάνεται για το συνομιλητή της (όποιος και αν είναι αυτός), και την ιδιότυπη υποχρέωση που νιώθει απέναντί του για να περάσει καλά μαζί της, όσο χρόνο κι αν του αφιερώνει-να μην πλήξει ούτε στιγμή.
Δεν θέλω να ψάξω στα cds που έχει στο αυτοκίνητό της, αλλά-είμαι σίγουρος-θα βρω αυτά που αγαπάει, αυτά που οι άλλοι-όσοι δεν ξέρουν τη Ρίκα-θα ονόμαζαν «σουρρεαλισμό», «ένα μπερδεμένο μυαλό ατάκτως εριμμένο». Σαν στοίχημα μεταξύ μας, λοιπόν. Ανοίγω το πορτάκι στη θέση του συνοδηγού: Τσαϊκόφσκι, Χατζηνάσιος, Χατζιδάκις, Μάκης Χριστοδουλόπουλος, Ζαφείρης Μελάς, Ραχμάνινοφ, μία σπάνια ηχογράφηση του Χόροβιτς, τα best of του Στράτου Διονυσίου. Όλα μαζί ανακατεμένα, υλικά για έναν εύπλαστο εγκέφαλο, συστατικά μίας ροκ προσωπικότητας. «Ροκ είναι η αντίθεση του νορμάλ. Αν είχα ποτέ ένα όνειρο στη ζωή μου ήταν να γίνω νορμάλ», μου λέει στα φανάρια. «Σχεδόν το 'χω, είμαι πολύ κοντά πια. Δυστυχώς, όμως, γεννήθηκα abnormal. Αλλά-ευτυχώς-στη μουσική, δεν είμαι μόνο εγώ η μουρλή. Πολλές φορές, έχει τύχει να δω τους ίδιους που πήγαν σε μία εμφάνιση της Καμεράτα στο Μέγαρο, να πετάνε το βράδυ λουλούδια στην Πέγκυ Ζήνα. Στο σπίτι ακούω τα “Ζουζούνια”-αυτόν τον “Μπαρμπά Μαθιό” απέξω τον έχω μάθει- αλλά ακούμε με το παιδί μου και συναυλιακά. Και το “Δικό μου το δρόμο” του Τερζή, και λίγο από “Τα στέφανα”. Ζω ένα δράμα! Μήπως μεγαλώνω ένα τέρας;». Στο Ψυχικό την ξέρουν, εκεί μένει. Γελάει πηγαία, κάνει σοβαρές κουβέντες με τρόπο αστείο, κάνει χιούμορ με την υπεύθυνη του video club χωρίς καν την υποψία χαμόγελου στο πρόσωπό της. Κουβέντες απλές. «Ποτέ δεν χρειαζόμουνα πολλά για να γίνω ευτυχισμένη. Το 'χα! Δεν χρειαζόταν να κερδίσω την τάδε δουλειά, να αγαπήσω τον τάδε άντρα, ή να πάρω κάποιο συγκεκριμένο ρόλο για να είμαι καλά. Ευτυχισμένη γίνομαι με το πρωινό ξύπνημα, με το ότι ξεκινάει μία καινούργια μέρα. Δεν έχω καλύτερο από τον καφέ μου το πρωί. Σαν βλαμμένο είμαι». Οι κουβέντες με τη Ρίκα είναι σαν μικρές αταξίες, μία μη politically correct συνέντευξη, μία αλητεία. Η αλητεία των 40 (και κάτι) χρόνων της. «Στην προϊστορική εποχή που εγώ υπήρξα έφηβη, αλητεία ήταν να τελειώσει η ταινία που έβλεπα στο σινεμά και να δω καπάκι και την μεταμεσονύχτια χωρίς να ειδοποιήσω το σπίτι μου. Αλητεία ήταν επίσης να μην πάω στο μάθημα την πρώτη ώρα για να κάνω ένα τσιγάρο στο πάρκο. Εννοείται ότι έχω φάει πολύ ξύλο σε διαδηλώσεις, τις οποίες- φυσικά- αποκαλούσα στους γονείς μου “πτώση από ποδήλατο”. Έτσι δικαιολογούσα τα γδαρσίματα στο σώμα μου, τις πληγές. Δεν υφίσταται η ερώτηση σε τι είδους διαδηλώσεις πήγαινα. Είναι σαν να με ρωτάς “σε τι club πήγαινες Ρίκα;”. Πήγαινα σε όλες! Μεγάλωσα σε μία ιδιαίτερα πολιτικοποιημένη δεκαετία. Ούφο ήσουνα όταν δεν σε αφορούσε αυτή η κατάσταση, όταν ήσουν κλεισμένος σε ένα καβούκι και δεν σε ένοιαζαν τα “κοσμοϊστορικά γεγονότα”. Aν και, καμιά φορά, μου το έλεγε η μάνα μου: “κοριτσάκι μου, είναι δυνατόν να χαλάς το λαρυγγάκι σου για τη Νικαράγουα;”». H Ρίκα σπούδασε ηθοποιός, εργάστηκε για 7 χρόνια με παραστάσεις στο Εθνικό, στο Ηρώδειο, στο Θεσσαλικό Θέατρο, σε κρατικά και ιδιωτικά επιχορηγούμενα θέατρα, ενώ παράλληλα έκανε μεταφράσεις, έγραφε κείμενα σε περιοδικά και εφημερίδες, έκανε οποιαδήποτε δουλειά μπορούσε να της αποφέρει ένα καλό εισόδημα: από υποτιτλισμούς σε ταινίες μέχρι δημόσιες σχέσεις μεγάλων εταιριών. Απ' τα 18 της συντηρείται μόνη της, ποτέ δεν ήθελε να εξαρτιέται οικονομικά από την οικογένειά της-ενώ θα μπορούσε. Έτσι αντιλαμβανόταν, η Ρίκα, την ανεξαρτησία: σαν το πρώτο βήμα προσωπικής ελευθερίας. «Ήμουνα η πιο πλούσια φοιτήτρια. Η πιο πλούσια! Τους κερνούσα όλους απ τις δουλειές μου. Είναι πολύ ωραίο συναίσθημα να στέκεσαι από νωρίς στα πόδια σου οικονομικά. Κάναμε θυμάμαι, πρόβες στο Εθνικό Θέατρο. Πήγαινα στο φουαγιέ για να πιω καμιά βανίλια, να λουφάρω. Σπανίως, συναντούσα εκεί μία κοπέλα από άλλο χορό, πιάναμε την κουβέντα και της γκρίνιαζα για τα λεφτά, ότι είναι λίγα, ότι κοπιάζουμε τόσο πολύ και δεν αμειβόμαστε όσο θα πρεπε, ότι δεν άντεχα αυτή τη μιζέρια. Εκείνη μου έλεγε “μόνο αυτό θέλω στη ζωή μου! Να δουλεύω στο θέατρο κι ας μην έχω να φάω”. Αυτό το κοριτσάκι λεγόταν Καρυοφυλλιά Καραμπέτη. Να η διαφορά μας! Εγώ ήμουνα-από τότε-αλλού. Σαν ηθοποιός ήμουνα χάλια. Χάλια!». Από 17 ετών ήταν το «παιδί για όλες τις δουλειές» δίπλα στην Κατερίνα Δασκαλάκη, διευθύντρια του «Cosmopolitan», μέντορά της. Αρχικά μαθητευόμενη στο «Cosmopolitan», μετά συντάκτρια και ύστερα διευθύντριά του (από τα 26 της χρόνια), συντάκτρια στο-καινούργιο τότε-«Ένα», στο περιοδικό «Colt», ραδιόφωνο στο «Κανάλι 1», στον «Αθήνα 9,84», στον «Top Fm», στον «Kiss», 12 χρόνια συντάκτρια στην «Απογευματινή» και μετά στο «Έθνος» με καθημερινή στήλη. Πρώτη συνέντευξη-τότε, στο «Cosmopolitan»-από τη Μάρω Λεονάρδου, 15 χρόνων τότε η Μάρω, νέα μπαλαρίνα. Η Ρίκα ήταν 18. «Η δημοσιογραφία μου αρέσει γιατί δεν θα άντεχα ποτέ το αυστηρό ωράριο και την επανάληψη των ίδιων πραγμάτων, είναι απρόβλεπτη και σπάνια πλήττεις σ αυτήν. Είσαι συνέχεια σε εγρήγορση για όλα, αλλά έχει και το τίμημά της: την ανασφάλεια. Έχεις και πολλές εκπλήξεις σ' αυτή η δουλειά, όχι κατ' ανάγκη ευχάριστες. Μια φορά θυμάμαι, ένας πολύ γνωστός Έλληνας, μου είπε σε συνέντευξη ότι του αρέσουν τα αγόρια. Εγώ προσπάθησα να το ξεπεράσω και μου λέει “όχι, δεν κατάλαβες. Τα ανήλικα αγόρια μου αρέσουν”. Έφυγε όλο το αίμα από το πρόσωπό μου, πάγωσα. Ευτυχώς που η εκπομπή ήταν μαγνητοσκοπημένη και-φυσικά-η συνέντευξη κόπηκε στο μοντάζ. Εννοείται ότι με είχαν στα όπα όπα στη δουλειά, λόγω του Γιάννη Διακογιάννη. Και ακόμα με έχουν. Αλλά δεν είμαι αθλητικογράφος για να κουβαλάω στους ώμους μου το “βάρος του ονόματος”. Κάνουμε διαφορετικές δουλειές. Απ' την άλλη είμαι και φυσικό παιδί του πατέρα μου, του Οδυσσέα Ζούλα, με εξίσου βαρύ όνομα στη δημοσιογραφία. Ποτέ όμως δεν είχα ενοχές γι αυτό που είχα ως προίκα. Το μόνο που είχα στο νου μου ήταν να μην τους ξεφτιλίσω. Ήμουνα λίγο τρελή, αλλά είχα και φιλότιμο. Δεν ήθελα να είμαι σε μία δουλειά και να λένε ότι εδώ έχουμε την κόρη του τάδε ή την ανιψιά του δείνα. Γκάζωνα παραπάνω. Τα παιδικά χρόνια με τρεις γονείς ήταν παράδεισος! Όταν χώρισαν οι γονείς μου ήταν νέοι, ιδιαίτερα προοδευτικοί άνθρωποι, ταξιδεμένοι, άνετοι, παιδιά της δεκαετίας του '60. Άνθρωποι που θα ευχόταν κάθε παιδί να τους έχει δίπλα του. Δεν τραβούσαν κανένα ζόρι επειδή έκαναν ένα παιδί-και όταν αυτό έγινε 2 ετών, πήραν διαζύγιο. Οι μεταβάσεις όλες έγιναν πολύ γλυκά. Μεγάλωσα με πολλή αγάπη, με πολύ χιούμορ, με πολλή τρυφερότητα. Όλα στο “πολύ” τους». Και κουβέντες για την τηλεοπτική πραγματικότητα-την μη κρατική-αυτήν που η ίδια αποφεύγει εδώ και λίγα χρόνια, προστασία από την «αξιοπρεπή ΕΡΤ» στην οποία ετοιμάζει τώρα οικολογική εκπομπή. «Ξέρεις, στενοχωριέμαι πολύ μ αυτά τα παιδιά που πάνε στην Πάνια. Καταλαβαίνω, βέβαια, πως αυτά είναι ευτυχισμένα, αλλά εγώ στενοχωριέμαι. Δεν είναι ότι διαφωνώ με τέτοιες εκπομπές-αυτά τα “διαφωνώ” και τα “ανεπίτρεπτα” που λένε κάποιοι, είναι βλακείες. Άμα δεν μας αρέσει κάτι, δεν το βλέπουμε. Μου λένε κάποιοι για τη Ρούλα Βροχοπούλου που βγαίνει στα κανάλια και κλαίει. Μα είναι σοβαροί; Εγώ να εκνευριστώ με τη Ρούλα; Το αποκούμπι μου, την ανάσα μου, το είδωλό μου; Τα πράγματα είναι πολύ απλά, και δεν μου αρέσουν οι απαγορεύσεις. Ποτέ δεν μου άρεσαν. Θέλω να έχουμε την πολυτέλεια να βλέπουμε ό,τι γουστάρουμε. Αν έπρεπε να παρέμβει κάπου το ΕΣΡ θα έπρεπε να το είχε κάνει στο να μάθουν τα παιδιά γλώσσα, ιστορία, μουσική και τι γίνεται γύρω τους έτσι ώστε όταν ωριμάσουν κάποια στιγμή να μπορούν να χειρίζονται το τηλεχειριστήριο, να μπορούν να επιλέγουν, και να αναγνωρίζουν ποια είναι η πλάκα, ποιο το αστείο, ποιο το σοβαρό». Και ο Οδυσσέας, το μωρό της. Η «καψούρα» της. Μεγαλύτερη κι απ τα (αυθεντικά) σουξέ του Χριστοδουλόπουλου που λατρεύει. «Με το μωρό άλλαξε ο τρόπος που διαχειρίζομαι τα οικονομικά μου, μ' έχει κάνει πιο “τσιγκούνα”. Επίσης, ενώ παλιά μου άρεσε το ξενύχτι, το σούρσιμο, το να μην έχεις πρόγραμμα καθόλου, τώρα θα πρέπει να αξίζει πολύ τον κόπο για να ξενυχτίσω ή να σέρνομαι ματαίως σε μέρη με χαλασμένες μούρες που ο ένας κοιτάει τι ρούχα φοράει ο άλλος. Ο Οδυσσέας με έκανε να μην σπαταλώ το χρόνο μου. Πάντα ήθελα να κάνω παιδί. Ένα. Δεν θέλω άλλο, ένα παιδί μου είναι αρκετό, ένας και καλός. Δεν άλλαξε τίποτα στην κοσμοθεωρία μου το παιδί, το μόνο που θέλω είναι να έχω πάντα επαφή με την πραγματικότητά για να μην ζητάω από το παιδί μου ανεφάρμοστα πράγματα. Και, όχι, δεν κάνω όνειρα για το παιδί μου, το παιδί μου θέλω να γίνει μπασίστας. Δεν μου αρέσουν οι μπροστά, θέλω να είναι η κρυφή δύναμη. Κλαίω και μόνο που το σκέφτομαι τώρα. Τι επιστήμονας και δημοσιογράφος; Να είναι σοβαρός και μπασίστας». Γελάμε. Και η κουβέντα πάει στις μελαγχολίες. Αυτές που υποθέτω πως-αυτό το ευφυές πλάσμα-έχει ζήσει. Στο “πολύ” τους. «Ναι. Υπήρξα πολύ μελαγχολικό παιδί, πολύ σκεφτικό. Ο πατέρας μου, μου έλεγε “κοριτσάκι έκανα, τραγούδησέ μου λίγο”. Ήμουνα πολύ του βασανίσματος και του υπαρξιακού. Τελικά το ξεπέρασα. Η μοναξιά, όμως, είναι μία φάση στη ζωή μας που πρέπει να την περάσουμε, αλίμονο αν δεν είμαστε και λίγο προετοιμασμένοι γι αυτό, αν την φοβόμαστε. Μία θέα απ το μπαλκόνι όμως, μπορεί να τη μηδενίσει-που το είδες γραμμένο ότι πρέπει πάντοτε να είμαστε ενταγμένοι σε αγέλες ή σε κοπάδια; Εγώ την προσωπική μου μελαγχολία την ξεπερνάω πολιτικά πια. Κοιτάω λίγο τι γίνεται παραέξω, στον γείτονά μου, στους φίλους μου, στη δίπλα χώρα, στο δίπλα χωριό και αμέσως μου περνάνε όλα. Όλα! Πώς να έχω εγώ μελαγχολία όταν αντικρίζω το πρόσωπο ενός φίλου, που στα 45 του έχασε τη δουλειά του και κυκλοφορεί στους δρόμους με ένα βαρύ βιογραφικό και μία βαρβάτη προϋπηρεσία; Εκτός του ότι με θυμώνει αυτό το πράγμα, με κάνει να λέω “ Ρικάκι, άσε τις πολλές γκρίνιες και κλάψες, και συγκεντρώσου στα βασικά”. Παλιά είχα σπαταλήσει πολύ τον εαυτό μου, αλλά τώρα αισθάνομαι πολύ ευτυχισμένη γι αυτό». Θυμάμαι την παλιά στήλη που είχε στο «Symbol», εκεί που έγραφε για έρωτα, για σχέσεις, για sex. Μόλις είχε παντρευτεί. Απενεχοποιημένη. Από τότε, με όλα. «Παλιά, για μένα, έρωτας ίσον βασανιστήριο, κομμάτια, μαχαίρι, απόρριψη, λυγμός, μοναξιά, συντριβή, αυτοσιχασιά. Χάλια! Μια μέρα λοιπόν, στα 35 μου, ξυπνάω και λέω “καλά, μαλάκας είσαι;”. Και συνήλθα! Με συνοπτικές διαδικασίες, μέσα σε 5 λεπτά. Τέλος τα παλιά, το είχα πάρει πια τελείως αλλιώς. Ό,τι έζησα, έζησα. Τέλος μ' αυτό». Τελευταία 10 λεπτά, λίγο προσούτο, τελευταία ατάκα. Και μετά στο supermarket, κρέμες για το μωρό. «Θέλω να γίνω μοντέλο! Έχεις δει κάτι γριές που περπατάνε στις πασαρέλες με άσπρα μαλλιά; Κάτι τέτοιο θέλω να γίνω όταν μεγαλώσω. Άλλωστε παλιά υπήρξα και κουνελάκι του “Playboy”. Περιττό να σου πω, πόσα πολλαπλά εγκεφαλικά έπαθαν οι γονείς μου, τα πέταξα όλα μπροστά στον Διαμαντόπουλο και του είπα “τράβα φωτογραφίες!”. Τυχαία έγινε επειδή εκείνο το μήνα δεν είχαν κουνέλι στο εξώφυλλο, ήταν φίλος μου ο διευθυντής και μου λένε “δεν έρχεσαι να κουνελίσουμε εσένα;”. Και το έκανα. Αν αύριο όμως γίνω γιαγιά, ξέρεις τι θα λέει ο εγγονός μου; “Ξέρετε τι γιαγιά έχω εγώ; Κουνέλι!”. Θα σαρώνει όλα τα άλλα παιδάκια στο νηπιαγωγείο! Επίσης, υπουργός τουρισμού θα ήθελα να γίνω, για να μπορώ να ταξιδεύω συνέχεια. Άκου άλλη μία ωραία ιστορία: μία φορά ταξίδεψα στο Μπαλί με το σύντροφό μου σε μία πολύ κρυφή παραλία, για να κάνουμε κατάδυση και να δούμε τα ψάρια. Ένα φοβερά μεγάλο και άσκημο ψάρι πλησίασε απειλητικά το φίλο μου ανοίγοντας το στόμα μου. Ακούμπησε τη μύτη του σχεδόν πάνω στη δική του και άνοιξε τα απαίσια σουβλερά του δόντια, έτοιμο να τον κάνει μια χαψιά. Εγώ τρόμαξα! Ο φίλος μου έμεινε εντελώς ακίνητος κοιτώντας το ψάρι μες στα μάτια, μέχρι που-στο τέλος-ψάρωσε ο ίδιος το ψάρι. Τότε κατάλαβα ότι αυτόν τον άντρα εγώ θα τον παντρευτώ. Και τον παντρεύτηκα!».
Δημοσίευση στον "Ελεύθερο Τύπο της Κυριακής"- ET Weekly, τον Νοέμβριο του 2007.
ΜΠΑΜΠΗΣ ΣΤΟΚΑΣ: STILL ROCK
Από την εποχή που δημιουργούσε με τους Πυξ Λαξ, τότε που διαφοροποιούσε τις εποχές και τον τρόπο σκέψης μας μέσα από τη μουσική, άλλαξαν όλα. Ο τρόπος ζωής του, τα θέλω του, οι άνθρωποι που τον αφορούν. Όχι, όμως, η σκέψη του, η κοσμοθεωρία του.-Υπήρξατε ζόρικο παιδί;
-Πολύ. Δεν ήμουνα ήσυχος. Έκανα συνέχεια αταξίες, η μάνα μου με κυνηγούσε σε τραίνα, σε λεωφορεία, σε θάλασσες, χανόμουνα. Ελπίζω η κόρη μου, που θα γεννηθεί σε δύο εβδομάδες, να μην είναι σαν κι εμένα, αλλιώς αλίμονό μου. Γεννήθηκα στη Γερμανία, μετά πήγαμε στην Καλαμάτα και, στην τετάρτη δημοτικού, ήρθαμε στην Αθήνα. Στου Ζωγράφου πρώτα κι έπειτα στο Μενίδι. Η οικογένειά μου δεν είχε καμία σχέση με τη μουσική, ο παππούς μου μόνο έπαιζε βιολί. Δεν ξέρω πως μου μπήκε το «μικρόβιο», μάλλον κάτι με τράβηξε. Το πρώτο cd που αγόρασα ήταν ένα των Rolling Stones και κόλλησα. Ακολούθησαν οι μπάντες στο σχολείο, τα συγκροτήματα, οι παρέες που «ψαχνόμασταν» με τη μουσική.
-Λαϊκά τραγούδια ακούγατε;
-Στα κρυφά. Ενώ μου άρεσαν, η επανάστασή μου μου έλεγε να μην το λέω. Το «πάρε τα χνάρια μου» για παράδειγμα, είναι τραγούδι αναφοράς για μένα. Τα άκουγε ο πατέρας μου σε ένα μπομπινόφωνο που είχε και μάλλον, όλα αυτά, μπήκαν στο υποσυνείδητο μου. Από πιτσιρικάς έπαιρνα παραγγελιές και τραγουδούσα για την οικογένεια, έτσι έμαθα να τραγουδάω. Το ξένο ρεπερτόριο και ο Dylan, ήρθαν μετά.
-Τι σας έκανε να επαναστατείτε στην εφηβεία σας;
-Όλα. Η κάθε άρνηση ήταν επανάσταση. Πολλές φορές έκανα πράγματα που δεν ήθελα να τα κάνω μόνο και μόνο επειδή μου τα αρνηθήκανε, άνευ λόγου. Βέβαια υπήρχε λόγος, βαθύς. Από μικρός ένιωθα πολύ ελεύθερο παιδί, ασυμβίβαστο, μυστήριο και πολύ μοναχικό. Πάντα είχα φίλους, πάντα είχα παρέες, αλλά εγώ την έβρισκα μόνο όταν έμενα μόνος μου. Ήταν η στιγμή που συγκεντρωνόμουνα σε μένα και παρατηρούσα. Και τώρα το κάνω. Έχω ακόμη στο μυαλό μου εικόνες που έζησα, παρατηρώντας πράγματα: Τη φύση, τη γιαγιά μου που με έπαιρνε στα χωράφια, τα γαιδουράκια, τον κόσμο που χόρευε και γλεντούσε στα πανηγύρια. Από τότε ξεκίνησα να ασχολούμαι και με τη φωτογραφία- που παραμένει μία από τις αγαπημένες μου ασχολίες- ίσως γιατί πάντα ήθελα να αποτυπώνω εικόνες. Η παρατήρηση με έκανε να γράψω τραγούδια. Έχω γράψει ερωτικά τραγούδια που δεν είναι δικά μου, που μπορεί να είναι ο έρωτας του διπλανού μου. Εγώ, για παράδειγμα, δεν ερωτεύτηκα ποτέ καμία «Άννα». Απλώς, σε μία τέτοια περίπτωση, ήθελα να τραγουδήσω έναν έρωτα με αξιοπρέπεια γιατί τέτοιοι έρωτες μου αρέσουν.
-Ποιος έρωτας δεν έχει αξιοπρέπεια;
-Ο πραγματικός έρωτας έχει πάντοτε αξιοπρέπεια και πάντα δίνει χωρίς να ζητάει πολλά. Η αγάπη με τον έρωτα είναι δύο ξέχωρα πράγματα, η αγάπη είναι ένα κατασκεύασμα γι αυτό και κανείς δεν ασχολήθηκε μ αυτήν. Όσα από τα χαρακτηριστικά δίνουν κάποιοι στην αγάπη δεν είναι δικά της, είναι χαρακτηριστικά του έρωτα. Η αγάπη είναι η φροντίδα στον άλλον, χωρίς να θεωρείς ότι είναι δικός σου ή ιδιοκτησία σου. Στον έρωτα, ούτε το φαΐ δεν σκέφτεσαι, είναι το πιο ολοκληρωμένο συναίσθημα. Ο αποσυντονισμός που συμβαίνει όποτε ερωτευόμαστε, είναι η πιο συντονισμένη περίοδος της ζωής μας. Ανεβαίνουν όλα: Βλέπεις τα πάντα πιο όμορφα, βλέπεις πράγματα που άλλοτε δεν τους έδινες καμία σημασία. Ο έρωτας, είναι μία γερή ντόπα. Ύστερα συνήθως επεμβαίνει το μυαλό και εκεί καταστρέφονται όλα. Ο έρωτας όμως, σαν πρώτη ύλη, δεν έχει καμία καταστροφή.
-Η καταστροφή πότε έρχεται;
-Όταν εισβάλλει το μυαλό μέσα σε όλα αυτά και προσπαθείς να κοντρολάρεις τα συναισθήματά σου, να ελέγξεις τον άνθρωπο που αγαπάς. Και σε μένα έχει συμβεί αυτό και σε όλους μας, όλοι μας το έχουμε πάθει. Γι αυτό και, όταν το κατάλαβα, απέρριψα το μυαλό μέσα στον έρωτα. Το μυαλό χρειάζεται για να κάνεις τη ζωή σου καλύτερη, για τις δουλειές. Όσοι έχουν χρησιμοποιήσει το μυαλό στον έρωτα, το πλήρωσαν.
-Με τι επαναστατείτε σήμερα;
-Αλίμονό μας αν σήμερα δεν επαναστατούμε. Αυτό που συμβαίνει στις μέρες μας είναι φοβερό. Ο καθένας μας, μέσα από τη θλιβερή μοναξιά που ζει χωρίς να το παραδεχθεί, απομονώνεται στον εαυτό του, κλείνεται στο καβούκι του, με αποτέλεσμα να μην θέλει να δώσει πράγματα στον άλλον και να αφεθεί. Η έλλειψη δημιουργικότητας και συναισθημάτων, οδηγεί τους ανθρώπους σε λάθη. Γι αυτό και βλέπουμε ξαφνικά να σκοτώνονται παιδιά, να καίγονται κτήρια, ο κόσμος να βγαίνει έξω από τα σπίτια του, να χρωστάει, να ανεβαίνει η εγκληματικότητα. Μπορεί ένας φυσιολογικός άνθρωπος να κάνει κακό σε ένα παιδί;
-Τι μπορεί να τα σταματήσει όλα αυτά;
-Να μην φοβόμαστε να κλαίμε, να μην φοβόμαστε να ανοίξουμε την πόρτα στο διπλανό μας που έχει ανάγκη. Εγώ πάντα ήμουνα ανοιχτός- και στο να κλαίω και στο να γελάω.
-Ποτέ δεν είχατε άμυνες;
-Όλοι νόμιζαν ότι είμαι σκληρός, ότι δεν μπορούν να με πλησιάσουν, αλλά αυτό βγαίνει από άμυνα που αναγκαστικά πρέπει να βγάλεις κάποια στιγμή, για να μην σε ισοπεδώσουν. Οι άμυνες οι δικές μου βγήκαν όταν ξεκίνησαν όλα αυτά τα «φώτα της δημοσιότητας». Περισσότερο τότε. Ευτυχώς, όλα αυτά τα χρόνια, τα Μέσα με αντιμετώπιζαν πάντα με σεβασμό και είμαι ευγνώμων γι αυτό, αλλά δεν έδωσα κι εγώ το δικαίωμα, ήταν όλοι τους πολύ ευγενικοί απέναντι μου, ακόμη και όταν με πετύχαιναν σε φάσεις θλιβερές που θα ήταν σίγουρα πρωτοσέλιδα.
-Ποιες ήταν αυτές οι φάσεις;
-Διάφορες, αυτές που κάνει κάθε ανήσυχος νέος. Τη δημοσιότητα που όλοι λένε ότι είχαμε τότε ως Πυξ Λαξ, εμείς δεν την είχαμε καταλάβει, συνεχίζαμε να είμαστε οι άνθρωποι που ήμασταν και πριν από την επιτυχία. Δεν πηγαίναμε στα πάρτυ, δεν πηγαίναμε στα κοσμικά, παίζαμε τάβλι με τους φίλους μας, γυρνούσαμε στις γειτονιές μας, στο Μενίδι και στους Αγίους Αναργύρους. Μπορεί οι δικοί μας να μας έκαναν πλάκα και να βγάζαμε πιο εύκολα μία γκόμενα, αλλά μέχρι εκεί. Ποτέ δεν εκμεταλλευτήκαμε τη φήμη μας, γι αυτό και τα πρώτα 5-6 χρόνια λίγοι ήξεραν ποιοι είναι πραγματικά οι Πυξ Λαξ. Μόνο όταν «ξέφυγε» η κατάσταση γίναμε γνωστοί ως φιγούρες, ως ονόματα.
-Αυτό έκανε κακό στην ομάδα;
-Εγώ είμαι την άποψης, όταν βλέπεις την επιτυχία να φεύγεις και όταν βλέπεις την αποτυχία να γυρνάς. Η περίοδος της αποτυχίας, είναι η περίοδος της αλήθειας. Εκεί θα δεις ποιοι σε αγαπάνε και ποιοι σου χτυπάνε την πλάτη. Τις αποτυχίες μου, όποτε συνέβαιναν, αν και δύσκολες, τις αγαπάω. Όταν είσαι happy και φορτωμένος στα λεφτά, δεν καταλαβαίνεις τίποτα. Το πολύ πολύ να έχεις περισσότερες γυναίκες στο πλευρό σου ή να κάνεις περισσότερες βόλτες, αλλά αυτή δεν είναι μία περίοδος που πραγματικά θα πάρεις κάτι. Και αυτό δεν σε βοηθάει ούτε στο τραγούδι, ούτε στην τέχνη. Μέσα από τη θλίψη, βγαίνει η ομορφιά. Εμένα με τρομάζει η επιτυχία και ευτυχώς η δική μας, τότε με τους Πυξ Λαξ, δεν έγινε ξαφνικά. Είμαστε χύμα τώρα, δεν θα ήμασταν χύμα τότε;
-Δυσαρεστήσατε κάποιους;
-Κοιμάμαι ήσυχος, δεν νομίζω να έχω κάνει κακό σε κάποιον με τη θέλησή μου. Αν έχω κάνει κάτι άθελά μου, ζητάω συγνώμη.
-Ποια ήταν η αφορμή για να γράψετε τελευταία ένα τραγούδι;
-Όλα αυτά που έβλεπα γύρω μου, η απώλεια. Δεν κάθομαι κάθε μέρα να πιάσω την κιθάρα και να ξεκινήσω να γράφω. Παλιά το έκανα λόγω της παρέας. Τώρα, μπορεί για ένα χρόνο να μην ακουμπήσω την κιθάρα και για 15 μέρες να κλειστώ σε ένα δωμάτιο και να μην θέλω να μου μιλήσει κανείς, ούτε καν η γυναίκα μου. Όταν γράφω θέλω να είμαι μόνος μου, δεν θέλω να βρίσκεται κανένας δίπλα μου. Δεν γράφω αριστουργήματα, είμαι ένα κασεττοφωνάκι που καταγράφει αυτά που ζω και διαβάζω.
-Παραμένετε μοναχικός;
-Όσο γίνεται. Και τώρα είμαι μοναχικός σχετικά, αν και τώρα έχω οικογένεια και πρέπει να φροντίζω και άλλους ανθρώπους. Πάντα φρόντιζα ανθρώπους γύρω μου, αλλά τώρα είναι πολύ πιο ουσιαστική η φροντίδα.
-Στο «Κέντρο Αθηνών» που τραγουδάτε φέτος, λέτε τα λαϊκά τραγούδια που έχετε στο τελευταίο σας cd;
-Όχι. Εμένα μου αρέσει να πηγαίνω ανάποδα. Εμένα, αυτοί χώροι, δεν μου ταιριάζουν πολύ. Εδώ ήρθα επειδή γούσταρα πάρα πολύ τον Δημήτρη Μητροπάνο- τον μεγαλύτερο εν ζωή λαϊκό μας τραγουδιστή αυτή τη στιγμή- και τον Μανόλη Λιδάκη, ήθελα να τραγουδήσω μαζί τους. Αλλά, δεν νομίζω να το ξανακάνω, δεν τη βρίσκω εγώ σ αυτούς τους χώρους. Αν ήμουνα σε άλλο χώρο χωρίς όλα αυτά τα «παραπάνω» που εμένα με ενοχλούν, θα ήμουνα πολύ καλύτερα.
-Τα λουλούδια στην πίστα σας ενοχλούν;
-Δεν τα έχω επιτρέψει σ εμένα. Ήταν από τους όρους μου, όσο ελέγχεται. Ο άλλος βέβαια το κάνει από αγάπη, αλλά εγώ νιώθω άβολα. Δεν το κάνω όμως για να σνομπάρω τον κόσμο, είναι δικό μου θέμα.
-Αισθάνεστε άβολα με το κοινό;
-Δεν αισθάνομαι άβολα με κανένα κοινό, απλώς δεν μου αρέσουν όλα αυτά και προσπαθώ να το ξεχνάω όταν ανεβαίνω επάνω στη σκηνή. Η υποχρέωσή μου όμως, είναι να περάσω πρώτα εγώ καλά και μετά να περάσουν καλά και οι άνθρωποι που έρχονται για να μας δουν και να μας χειροκροτήσουν. Τώρα είμαι συνεπής σε αυτό που κάνω και το κάνω με αγάπη. Δεν θα δώσω λογαριασμό σε κακοπροαίρετους που θα μου πουν «εσύ;». Με το Μητροπάνο ήρθα να τραγουδήσω, όχι με την Πέγκυ Ζήνα. Αυτό ήταν κάτι που ήθελα να το κάνω από μικρός, το «αλίμονο» ήταν ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια, μου χει κάνει πολλά βράδια συντροφιά και είχα ηθική υποχρέωση να το κάνω. Εμένα αυτό που δεν μ αρέσει, ούτε εικαστικά, ούτε αισθητικά, είναι το λαικοποπ και η λαικοξεφτίλα με τα μπαλέτα.
-Σας λείπουν οι Πυξ Λαξ;
-Όχι ιδιαίτερα. Με τους Πυξ Λαξ, τα κάναμε όλα. Είναι σαν να έχεις πάρει 50 φορές το Champions League, μετά δεν το χαίρεσαι τόσο πολύ. Με τα παιδιά κάναμε πράγματα που ούτε οι ίδιοι δεν τα πιστεύαμε. Αυτή τη στιγμή έχω ανάγκη να τραγουδήσω άλλους ανθρώπους που δεν θα μπορούσα να το κάνω με την μπάντα, να κάνω δικά μου πράγματα, μυστήρια, χωρίς να πρέπει να δώσω αναφορά σε κάποιον. Είναι λίγο πιο προσωπική κατάσταση τώρα, μου είχε λείψει. Με τους Πυξ Λαξ είχαμε την ασφάλεια της ομάδας: Έγραφα εγώ κάτι, το παιρνε ο Φίλιππος το κανε λίγο καλύτερο, το παιρνε ο Μάνος το συμπλήρωνε, η ευθύνη δεν ήταν μόνο δικιά σου. Δεν έλεγες «μάπα το τραγούδι του Στόκα», έλεγες «δεν μ άρεσε το τραγούδι των Πυξ Λαξ».
-Αισθάνεστε ακόμη ροκ;
-Ροκ, τι σημαίνει; Να έχω μακριά μαλλιά και σκουλαρίκια; Αυτά τα χω και μπορεί να τα ξυρίσω αύριο ή να βγάλω τα σκουλαρίκια και να είμαι πιο ροκ, αυτό δεν λέει κάτι. Ροκ είναι η καταγραφή της ανθρωπιάς, και γι αυτό αισθάνομαι βαθιά ροκ. Ροκ ήταν και ο Ζαμπέτας, ο οποίος είχε άλλο όργανο στα χέρια του. Όσο μεγαλώνω, τα ψάχνω τα πράγματα πιο πολύ.
Δημοσίευση στον "Ελεύθερο Τύπο της Κυριακής"- ET Weekly, τον Φεβρουάριο του 2009.
16.8.09
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ: Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ "ΟΧΙ"

Την πρώτη φορά που άκουσε το τραγούδι του «όχι» από το ραδιόφωνο, θυμάται ότι ήταν μποτιλιαρισμένος στα φανάρια της Κηφισίας. Είπε στον οδηγό του ταξί να σταματήσει, δυνάμωσε την ένταση και πήρε τηλέφωνο τη μητέρα του. Οι οδηγοί πίσω από το δικό του αυτοκίνητο κόρναραν αλλά δεν τον ένοιαζε αφού «ήταν μάλλον η πιο συγκινητική στιγμή από τη μέρα που ήρθα στην Αθήνα», μου λέει. «ήθελα να τη μοιραστώ με ανθρώπους που αγαπάω». Μετά, ακολούθησαν κι άλλα. Ένα ζευγάρι του έστειλε μήνυμα στο face book πριν από μία εβδομάδα και του έγραφε ότι χάρις στο «όχι» γλίτωσε το χωρισμό. «Είχε πάει αυτός κάτω από το σπίτι της μετά από ένα πολύ έντονο καβγά, της έβαλε στη διαπασών να ακούσει το τραγούδι μου από το cd player και αυτή τον έπαιρνε τηλέφωνο στο κινητό για να του πει να σταματήσει, ότι τον συγχώρεσε και να μην την κάνει άλλο ρεζίλι στη γειτονιά. Τώρα είναι παντρεμένοι». Ο Γιώργος πιστεύει πολύ στην οικογένεια, στη φιλία, στις μακροχρόνιες σχέσεις. Δεν χρειάζεται πολύ ώρα κουβέντας μαζί του για να το καταλάβεις και «όχι», μου λέει «δεν θέλω να το παίζω καλό παιδί, απλώς είμαι πολύ συναισθηματικός». Ο Γιώργος, από τη μέρα που γεννήθηκε, λέει πως θυμάται τον εαυτό του να τραγουδάει. «Ο παππούς μου, μου έλεγε ότι προτού ξεκινήσω να μιλάω, άκουγα τα λαϊκά τραγούδια που έβαζε στο κασετόφωνο και χτυπούσα παλαμάκια». Ύστερα ήρθαν οι σπουδές του στη μουσική, η συμμετοχή του σε όλες τις σχολικές χορωδίες, το συγκρότημα στο οποίο ήταν τραγουδιστής, οι πρώτοι του προσωπικοί δίσκοι, οι συναυλίες- όσο ήταν ακόμη μαθητής. Πολύ πόνο έχει όμως η φωνή σου, βρε Γιώργο, του λέω στο τέλος. Τι άλλο έχεις ζήσει; Είναι όλα τόσο αγγελικά πλασμένα στον κόσμο σου; «Έζησα κάποιες δυσκολίες στην οικογένειά μου, κάποιες απώλειες, αλλά δεν με φοβίζει να ζήσω κι άλλα. Όλα αυτά με ωρίμασαν κάπως απότομα. Οι φίλοι μου, μου λένε ότι με αισθάνονται 10 χρόνια μεγαλύτερό τους. Χαίρομαι γι αυτό, παρόλο που, πολλές φορές, θα θελα να κάνω όλες τις αλητείες που κάνουν όσοι είναι στην ηλικία μου, με γυναίκες, με ποτά, με ξενύχτια. Μερικές φορές νιώθω ότι είμαι μεγαλύτερος, όχι 23». Δημοσίευση στον "Ελεύθερο Τύπο της Κυριακής"- ένθετο "ET Weekly", τον Μάιο του 2009.
11.8.09
ΘΕΜΙΣ ΜΠΑΖΑΚΑ: "ΕΓΩ ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΑ ΑΠΟ ΚΑΡΙΕΡΕΣ"
Όταν ξεκίνησε (τυχαία) να σπουδάζει ηθοποιός, οι δάσκαλοί της στη σχολή, στοιχημάτιζαν στο ταλέντο της, στις μεταμορφώσεις της, στην πρωταγωνίστρια που μόλις είχαν ανακαλύψει, στην «καινούργια Λαμπέτη του θεάτρου που γεννήθηκε». Αυτό έλεγαν, αυτό επιβεβαίωναν τα μεγάλα κρατικά και διεθνή βραβεία, οι διακρίσεις. Όλα αυτά που ακολούθησαν. Η Θέμιδα δεν τους διέψευσε, μόνο που άλλαξε για λίγο δρόμο (χωρίς ποτέ να απαρνηθεί το θέατρο και την τηλεόραση), μαγεύτηκε από τη σκοτεινή αίθουσα του σινεμά, λάτρεψε το πανί. Όχι άδικα, σήμερα θεωρείται η κατεξοχήν κινηματογραφική ηθοποιός της Ελλάδας.
Κανονικά μία μεγάλη star (αυτό δηλαδή που είναι η κυρία Θέμιδα Μπαζάκα), μένει σε μία μεγάλη βίλα με κήπο, έχει ακριβό αυτοκίνητο, πολλές τουαλέτες, οδηγό, πολλά λεφτά, γραμματείς και φαρισαίους να την ακολουθούν, να μιλούν αυτοί αντί για την ίδια, εικόνα κάτι σαν Hollywood. Κάτι «σαν». Αυτός είναι ο μύθος για τους άλλους, «αυτούς που κάτι δεν πάει καλά μαζί τους» μου λέει αργότερα μπροστά σε στοίβες από βιβλία, πίνακες στους τοίχους και cds, πολλά cds στο γυάλινο τραπεζάκι. «Όλοι αυτοί είναι μάλλον εκείνοι που δεν ξέρουν ότι μένουν σε μία μικρή χώρα, κάνουν γελοιότητες και εκτίθενται», λέει. Σήμερα ξύπνησε πολύ νωρίς, έφτιαξε τον διπλό ελληνικό καφέ της να μυρίσει το σπίτι ολόκληρο, ξαναπήγε στο κρεβάτι, συνέχισε το μυθιστόρημα που διάβαζε το προηγούμενο βράδυ, μία ώρα δική της, ολόδική της, με χαμηλή μουσική στο ραδιόφωνο. Αυτό κάνει κάθε πρωί, αυτή, μου λέει, είναι η ωραιότερη στιγμή της μέρας της. Το διαμέρισμά της στο Παγκράτι- εδώ και μία ώρα- μυρίζει μοσχαράκι κοκκινιστό, το κρέας της το έφεραν κάποιοι φίλοι της από την Κρήτη, έχει βάλει μέσα καρότα, σέλινο, αχνίζει στην κατσαρόλα και σπάει τα ρουθούνια. Αλλά όχι, δεν θέλει ούτε να το δοκιμάσει. Λέει πως κάνει δίαιτα (το λέει πολύ φυσιολογικά, αν και- φαίνεται- είναι τόσο λεπτή, μια σταλιά), πως προσέχει από τότε που έκοψε το τσιγάρο, μην πάρει κανα παραπανίσιο γραμμάριο. Και σε πείθει. Φωνή δυνατή, σίγουρη, εκφραστική, τρυφερή και ρωμαλέα (ταυτόχρονα), μιλάει σαν να ερμηνεύει, σαν να περιμένεις και να λες «να, τώρα θα αλλάξει η σκηνή, θα γυρίσει το πλάνο». Βάζουμε τα πόδια μας στον καναπέ, καφές γαλλικός, μαύρη ζάχαρη, κέικ στο πλάι, και ξεκινάμε. Έχει καιρό να δώσει συνέντευξη, δεν θέλει πια, την κουράζουν οι φωτογραφήσεις, η προβολή, την βγάζουν έξω από τα νερά της όλα αυτά τα γύρω γύρω που της θυμίζουν προβολή ειδώλων. Αυτό δηλαδή που- νομίζει- πως δεν είναι.
«Ακούω μερικούς ηθοποιούς που λένε “από μικρός εγώ ήθελα να κάνω αυτή τη δουλειά”. Εγώ δεν ήμουνα έτσι, δεν σκεφτόμουνα καθόλου το θέατρο, την τέχνη, το σανίδι, το πανί. Το μόνο που ήθελα όταν ήμουνα μικρή ήταν να παίζω. Όπως όλα τα παιδιά. Ήμουνα πολύ δύσκολο παιδί, ένα αγοροκόριτσο. Οι γονείς μου ήταν δάσκαλοι, γύριζαν όλη την Βόρεια Ελλάδα λόγω μεταθέσεων και εγώ μεγάλωσα σε όλα τα χωριά της Μακεδονίας. Αυτό μου δημιούργησε την ανάγκη της συνεχούς μετακίνησης, από τότε ήθελα να μην είμαι συνεχώς κολλημένη κάπου, να κάνω καινούργιους φίλους, να προσαρμόζομαι σε νέα σπίτια και νέες συνθήκες. Μεγάλωσα στις αλάνες, με κατσίκες και πρόβατα, με δέντρα που σκαρφαλώναμε, με κήπους που σκάβαμε. Οι συμμαθητές μου έρχονταν με τις κατσίκες τους στο σχολείο, έδεναν την κατσίκα και έμπαιναν στην τάξη για να κάνουν μάθημα. Οι γονείς μου ήταν ιδιαίτερα αυστηροί μαζί μου γιατί εγώ έπρεπε να είμαι το καλό παράδειγμα για τα άλλα παιδιά. Το υπόδειγμα. Όλο το ξύλο και όλες τις τιμωρίες εγώ τις έτρωγα. Τις πρώτες ταινίες- ταινίες εποχής- στους στάβλους τις είδα. Μαγικό. Μαγικό! Δεν υπήρχε κάτι άλλο εκείνη την εποχή που να με μάγεψε τόσο πολύ. Μόνο να έβλεπα ήθελα, όχι να γίνω σαν κι αυτούς που παίζουν στις ταινίες, αυτό δεν το σκεφτόμουνα καθόλου, δεν μου περνούσε ποτέ απ το μυαλό, μόνο να έβλεπα ταινίες. Ο στάβλος μύριζε αγελάδες, έσβηναν τα φώτα και έμπαινα σε ένα άλλο κόσμο. Τότε δεν υπήρχε τηλεόραση, δεν υπήρχε τίποτα. Μόνο αυτές οι ταινίες, αυτός ο καινούργιος κόσμος. Όταν πια φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη ήμουνα ήδη μαθήτρια Γυμνασίου. Στην πόλη έπαθα πολιτισμικό σοκ. Τα πρώτα που συνάντησα στο δρόμο, στις μεγάλες πλατείες, ήταν ξυρισμένες γάμπες και τσιγάρο, ενώ εγώ ήμουνα «η επαρχία». Τη λάτρεψα την πόλη! Τα σινεμά, τα καφέ, τα μπαρ, τους δρόμους, τα φώτα, την επικινδυνότητα, την αγριάδα. Και φυσικά τις τουρκικές και ινδικές ταινίες. Το πρώτο σοκ το έπαθα όταν η θεία μου αγόρασε σπίτι δίπλα από ένα θερινό σινεμά. Ανεβαίναμε με τον αδερφό μου στην ταράτσα και βλέπαμε ταινίες. Εκεί είδα για πρώτη φορά τη “Χέλγκα”. Τέλη του 70. Δεν κοιμήθηκα δύο μέρες. Τόσο μεγάλη εντύπωση μου έκανε! Είναι παράξενο, αλλά είδα περισσότερο σινεμά απ ότι θέατρο. Έτσι έτυχε. Ποτέ όμως δεν σκεφτόμουνα ότι ήθελα να γίνω ηθοποιός. Εγώ ήθελα να γίνω ζωγράφος. Στο σχολείο, για να καταλάβεις, ήμουνα αυτή που έκανε όλα τα πορτρέτα, οι καθηγητές έλεγαν στον πατέρα μου να με βάλει στην καλών τεχνών και από τα νεύρα του με έβαζε τιμωρία. Πήγα στην Αγγλία για να σπουδάσω σκηνικά κουστούμια και εκεί συνέβη ένα γεγονός άσχημο στην οικογένειά μας. Δυστυχώς. Χάσαμε τον αδερφό μου σε αυτοκινητικό δυστύχημα. Εγώ ήμουνα 21, ο αδερφός μου 18. Γύρισα πίσω στην Ελλάδα, δεν ολοκλήρωσα κάτι εκεί. Χωρίς καλά καλά να το καταλάβω κάποιος φίλος μου με προέτρεψε να δώσω εξετάσεις στη δραματική σχολή. Λέω “Εγώ; Από πού κι ως που;”. Ήμουνα και πιεσμένη από το θάνατο του αδερφού μου, ο φίλος μου επέμενε «πήγαινε να εκφραστείς». Ήτανε Πέμπτη, τη Δευτέρα θα ήταν οι εξετάσεις στο κρατικό Βορείου Ελλάδος. Με βοήθησε κάποιος τριτοετής φοιτητής, μου έδωσε να διαβάσω “τα δέντρα πεθαίνουν όρθια”, να μάθω τα κείμενα, και τη Δευτέρα έδωσα κανονικά εξετάσεις. Θα έπαιρναν 8 παιδιά. Πέρασα πρώτη. Οι γονείς μου ούτε να το ακούσουν δεν ήθελαν, “ή το θέατρο ή εμάς” μου είπαν, και εγώ φυσικά επέλεξα το θέατρο. Έφυγα από το σπίτι και για τρία χρόνια δεν τους είδα. Σπούδαζα το πρωί και τα βράδια δούλευα, σε μπαρ, σε καφέ, παντού. Δύσκολα, αλλά ωραία χρόνια».
«Ρεμπέτικο», «Πέτρινα χρόνια», «Απουσίες», «Η φανέλα με το 9», «Ήσυχες μέρες του Αυγούστου», και άλλες ταινίες, πολλές. Οι ταινίες που την καθιερώνουν. Αυτές που την κάνουν «τη μεγάλη ηθοποιό του ελληνικού κινηματογράφου». «Με το που μπήκα στη σχολή, ήξερα ότι αυτό που θέλω να κάνω είναι σινεμά. Έβλεπα με μανία σινεμά. Δεν ξέρω γιατί, θεωρούσα ότι το πανί έχει πολύ μεγάλη δύναμη, όλα αυτά τα κοντινά, στο πρόσωπο, στα χέρια, στα μάτια. Μαγευόμουνα! Μετά τη σχολή όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Όχι τυχαία, δεν πιστεύω στο τυχαίο. Είχα λύσσα να γίνουν. Και έγιναν. Δεν είχα κανένα άλλο περιθώριο. Έπρεπε να βγάλω λεφτά από αυτή τη δουλειά, δεν ήθελα άλλο να δουλέψω στα μπαρ. Ίσως να ήμουνα και στο σωστό μέρος τη σωστή στιγμή. Μπορεί να πήγαζε και από τις δυσκολίες αυτό το πείσμα μου να τα καταφέρω, αλλά- απ την άλλη- δεν θέλω και να τις μυθοποιώ τις δυσκολίες. Κανείς δεν μπορεί να σου κάνει τη ζωή εύκολη, η ζωή είναι δύσκολη- πάει και τελείωσε- το θέμα είναι πως την αντιλαμβάνεσαι εσύ και πως τη χειρίζεσαι. Εγώ λοιπόν, έχω λαχτάρα για τη ζωή! Η θλίψη μου και η στεναχώρια μου κρατάει πολύ λίγο, πάρα πολύ λίγο, άλλωστε είναι χάσιμο χρόνου να είσαι στενοχωρημένος. Γι αυτό και πάρα πολλά πράγματα έχω αρχίσει να τα αποβάλλω, πράγματα που μου στερούν την ελευθερία μου ή την προσωπική μου ανάσα, γι αυτό και σου έφερα τόσες πολλές δυσκολίες μέχρι να γίνει αυτή η συνέντευξη. Δεν θέλω να αναλώνομαι σε τόσες συνεντεύξεις και φωτογραφήσεις, δεν υπάρχει λόγος». Και η χαρά; Από πού έρχεται τόση χαρά; «Τη χαρά την αντλώ από μένα! Από τη ζωή που έχω φτιάξει. Η κόρη μου είναι 21. Σπουδάζει στο Λονδίνο. Και μου λείπει, μου λείπει τόσο πολύ! Αυτή με λέει “χαζοχαρούμενη”. “Αχ μωρέ μαμά, τι είναι αυτό τώρα; Ηρέμησε”. Μπορεί να είναι η διαστροφή της δουλειάς μας, αλλά πάντα υπάρχει ένα κομμάτι του εαυτού μου που παρατηρεί, στη χαρά, στη λύπη, στο sex, ακόμη και στη γέννα της κόρης μου. Εκεί είπα “μωρέ, αυτό πονάει τελικά, δεν είναι με τον τρόπο που το έπαιζα”. Πολλές φορές θέλω να αποβάλω αυτή μου την παρατηρητικότητα, χωρίς όμως αυτή η “επαγγελματική διαστροφή” να σημαίνει ότι μου στερεί τη στιγμή. Δεν οδηγώ εγώ τη μίμηση. Γίνεται. Απλά γίνεται. Ώσπου τόλμησα να το πω σε κάποιους συναδέλφους και μου είπαν “κοίτα δεις! Και μ εμένα συμβαίνει αυτό το πράγμα!”. Η μεγαλύτερή μου χαρά είναι να πηγαίνω στο εξωτερικό και να κάνω βόλτες, να παρατηρώ εκεί πέρα. Ζούσα 5 χρόνια στη Νέα Υόρκη. Μ αρέσει αυτή η πανσπερμία που έχει αυτή η πόλη, οι φυσιογνωμίες που αγγίζουν τα όρια του ιδιόρρυθμου, οι ακραίες φιγούρες. Εκκεντρικότητα στην Ελλάδα; Δεν υπάρχει εκκεντρικότητα στην ελληνική κοινωνία». Κι εσείς; Εσείς ζήσατε ποτέ εκκεντρικά; «Φυσικά! Και τώρα εκκεντρικά ζω. Είμαι με έναν άντρα μικρότερό μου. Αυτό δεν είναι εκκεντρικό; Για σένα και για μένα μπορεί να μην είναι, αλλά για κάποιους άλλους ίσως να είναι. Γι αυτό η Ντέμι Μουρ έκανε 500 εξώφυλλα! Εγώ όταν κάνω κάτι δεν ξέρω αν είναι εκκεντρικό, οι άλλοι μου το λένε. Εγώ δεν το καταλαβαίνω ούτε στον τρόπο που ντύνομαι, ούτε στον τρόπο που φέρομαι, ούτε στο πως αντιμετωπίζω τα πράγματα, ούτε στις θέσεις που παίρνω. Όταν παντρεύτηκα τον άντρα μου ο οποίος ήταν Ιάπωνας- πράγμα τρομερό για τη δεκαετία του 80- ήμουνα ένα θέμα. Ένα μικρό σκάνδαλο. Άκουγα πολλούς ψιθύρους από πίσω. Και έκανα και παιδί μαζί του. Ο άντρας μου πέθανε όταν η κόρη μου- η Σοφία μου- ήταν 14 ετών. Αλήθεια είναι αυτό που λένε. Ένας θάνατος είναι ένας θάνατος, αλλά δεν μένεις εκεί. Δεν σου το επιτρέπει η ζωή να μείνεις εκεί. Η κόρη μου- το ξέρω- δεν θα το ξεπεράσει ποτέ. Για ένα παιδί 14 ετών είναι τρομερά οδυνηρό να χάσει τον μπαμπά της. Και το καταλαβαίνω. Τρέμω με την ιδέα ότι θα χάσω τον πατέρα ή τη μητέρα μου, κι ας είναι 80 ετών. Δεν είναι εύκολα πράγματα αυτά, είναι μεγάλοι αποχωρισμοί. Θυμάμαι την κόρη μου, τη δεύτερη μέρα του θανάτου του πατέρα της που της είπα, “τώρα στη ζωή σου έχεις δύο επιλογές. Η μία είναι αυτή που θα λες σε όλους, εγώ που έχασα τον μπαμπά μου και θα το προβάλεις σαν κάτι πολύ αρνητικό, κάτι που θα είναι όμως τροχοπέδη στη ζωή σου. Η άλλη επιλογή είναι αυτό να το κάνεις δημιουργία και δύναμη, κάτι που να σε κάνει εσένα στιγμιαία αθάνατη, που θα σου δώσει τη ψευδαίσθηση του αθάνατου. Αυτός ο θάνατος να είναι η κινητήρια σου δύναμη”. Αρκετά καλά τα πάει. Μερικές φορές με φοβίζει ακόμα, αλλά παλεύει. Ναι, το καλύτερο στη ζωή μου είναι η κόρη μου. Η κόρη μου με γείωσε, με έκανε πιο “κανονική”. Πριν από τη γέννησή της ήμουνα τρομερά ακραία, δεν δεχόμουνα συμβιβασμούς, δεν είχα σχέσεις μεγάλες, ήμουνα ένα αγρίμι. Το παιδί με σόκαρε στο «για πάντα» του, ότι για πάντα θα είναι εδώ, και για πάντα θα πρέπει να το φροντίζω, για πάντα να είμαι κοντά του. Η κόρη μου με έκανε να θέλω να βγάλω λεφτά, να έχω μία “κανονική ζωή”. Αφού της λέω καμιά φορά “μην νομίζεις, Σοφία, εσύ με έκανες να κάνω καριέρα”. Για να καταλάβεις, πήρα το βραβείο απ το “Ρεμπέτικο” και έφυγα, πήγα με το φίλο μου στην Ινδία για τρεις εβδομάδες, και καθίσαμε τρεισήμισι μήνες. Με τα λεφτά του βραβείου! Ο Βούλγαρης με έψαχνε για να παίξω στα “Πέτρινα χρόνια” και δεν υπήρχα πουθενά. Δεν πήρα τη μάνα μου να της πω αν ζω ή αν πέθανα. Τι μυαλό κουβαλούσα! Ή ακόμα, πήρα τρία βραβεία από τα “Πέτρινα χρόνια”, πήρα τα λεφτά, και πήγα στην Αμερική να ακολουθήσω τον άντρα που ερωτεύτηκα. Εγώ δεν καταλάβαινα από καριέρες, η κόρη μου μου τις έμαθε».
Και ο έρωτας. Ο έρωτας σε μια τόσο παθιασμένη γυναίκα. Αυτός που υπήρξε, που πέρασε, αυτός που ήρθε. «Δεν ξέρω πόσο πολύ ερωτεύτηκα στη ζωή μου. Όταν είδα πόσο πολύ αγαπούσα το παιδί μου, μάλλον αυτά που ένιωθα για τους άντρες ήτανε πολύ μικρά. Υπήρξα και μόνη μου. Για πάρα πολλά χρόνια. Δέκα χρόνια στη ζωή μου ήμουνα μόνη μου. Μετά από τρεις μεγάλους έρωτες, είχα πει “μπάστα”. Και ξέρεις, ήμουνα μια χαρά και μόνη μου».
Της τηλεφωνούν από το φεστιβάλ κινηματογράφου, πάει στην κατσαρόλα να τσεκάρει το φαγητό, μιλάει ταυτόχρονα στο ακουστικό, είναι ενθουσιασμένη που θα βλέπει τόσες ταινίες κάθε βράδυ- λάμπουν τα μάτια της, «αστειεύεσαι; Εγώ να κουραστώ να βλέπω ταινίες;», μου λέει- και παίρνει από το τραπεζάκι τον καφέ από το ιαπωνικό της φλιτζάνι που δεν ήπια. Γιατί τον ξέχασα, δεν υπήρχε καν. Στην πόρτα, δίπλα από τους πίνακές της, της το λέω: Κυρία Μπαζάκα, είστε μία από τις μεγαλύτερες stars που έχω γνωρίσει. Χαμογελάει. «Αυτά τα λένε οι τηλεοράσεις. Star χωρίς οδηγό και Mercedes, δεν είναι star αγάπη μου!».
«Ακούω μερικούς ηθοποιούς που λένε “από μικρός εγώ ήθελα να κάνω αυτή τη δουλειά”. Εγώ δεν ήμουνα έτσι, δεν σκεφτόμουνα καθόλου το θέατρο, την τέχνη, το σανίδι, το πανί. Το μόνο που ήθελα όταν ήμουνα μικρή ήταν να παίζω. Όπως όλα τα παιδιά. Ήμουνα πολύ δύσκολο παιδί, ένα αγοροκόριτσο. Οι γονείς μου ήταν δάσκαλοι, γύριζαν όλη την Βόρεια Ελλάδα λόγω μεταθέσεων και εγώ μεγάλωσα σε όλα τα χωριά της Μακεδονίας. Αυτό μου δημιούργησε την ανάγκη της συνεχούς μετακίνησης, από τότε ήθελα να μην είμαι συνεχώς κολλημένη κάπου, να κάνω καινούργιους φίλους, να προσαρμόζομαι σε νέα σπίτια και νέες συνθήκες. Μεγάλωσα στις αλάνες, με κατσίκες και πρόβατα, με δέντρα που σκαρφαλώναμε, με κήπους που σκάβαμε. Οι συμμαθητές μου έρχονταν με τις κατσίκες τους στο σχολείο, έδεναν την κατσίκα και έμπαιναν στην τάξη για να κάνουν μάθημα. Οι γονείς μου ήταν ιδιαίτερα αυστηροί μαζί μου γιατί εγώ έπρεπε να είμαι το καλό παράδειγμα για τα άλλα παιδιά. Το υπόδειγμα. Όλο το ξύλο και όλες τις τιμωρίες εγώ τις έτρωγα. Τις πρώτες ταινίες- ταινίες εποχής- στους στάβλους τις είδα. Μαγικό. Μαγικό! Δεν υπήρχε κάτι άλλο εκείνη την εποχή που να με μάγεψε τόσο πολύ. Μόνο να έβλεπα ήθελα, όχι να γίνω σαν κι αυτούς που παίζουν στις ταινίες, αυτό δεν το σκεφτόμουνα καθόλου, δεν μου περνούσε ποτέ απ το μυαλό, μόνο να έβλεπα ταινίες. Ο στάβλος μύριζε αγελάδες, έσβηναν τα φώτα και έμπαινα σε ένα άλλο κόσμο. Τότε δεν υπήρχε τηλεόραση, δεν υπήρχε τίποτα. Μόνο αυτές οι ταινίες, αυτός ο καινούργιος κόσμος. Όταν πια φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη ήμουνα ήδη μαθήτρια Γυμνασίου. Στην πόλη έπαθα πολιτισμικό σοκ. Τα πρώτα που συνάντησα στο δρόμο, στις μεγάλες πλατείες, ήταν ξυρισμένες γάμπες και τσιγάρο, ενώ εγώ ήμουνα «η επαρχία». Τη λάτρεψα την πόλη! Τα σινεμά, τα καφέ, τα μπαρ, τους δρόμους, τα φώτα, την επικινδυνότητα, την αγριάδα. Και φυσικά τις τουρκικές και ινδικές ταινίες. Το πρώτο σοκ το έπαθα όταν η θεία μου αγόρασε σπίτι δίπλα από ένα θερινό σινεμά. Ανεβαίναμε με τον αδερφό μου στην ταράτσα και βλέπαμε ταινίες. Εκεί είδα για πρώτη φορά τη “Χέλγκα”. Τέλη του 70. Δεν κοιμήθηκα δύο μέρες. Τόσο μεγάλη εντύπωση μου έκανε! Είναι παράξενο, αλλά είδα περισσότερο σινεμά απ ότι θέατρο. Έτσι έτυχε. Ποτέ όμως δεν σκεφτόμουνα ότι ήθελα να γίνω ηθοποιός. Εγώ ήθελα να γίνω ζωγράφος. Στο σχολείο, για να καταλάβεις, ήμουνα αυτή που έκανε όλα τα πορτρέτα, οι καθηγητές έλεγαν στον πατέρα μου να με βάλει στην καλών τεχνών και από τα νεύρα του με έβαζε τιμωρία. Πήγα στην Αγγλία για να σπουδάσω σκηνικά κουστούμια και εκεί συνέβη ένα γεγονός άσχημο στην οικογένειά μας. Δυστυχώς. Χάσαμε τον αδερφό μου σε αυτοκινητικό δυστύχημα. Εγώ ήμουνα 21, ο αδερφός μου 18. Γύρισα πίσω στην Ελλάδα, δεν ολοκλήρωσα κάτι εκεί. Χωρίς καλά καλά να το καταλάβω κάποιος φίλος μου με προέτρεψε να δώσω εξετάσεις στη δραματική σχολή. Λέω “Εγώ; Από πού κι ως που;”. Ήμουνα και πιεσμένη από το θάνατο του αδερφού μου, ο φίλος μου επέμενε «πήγαινε να εκφραστείς». Ήτανε Πέμπτη, τη Δευτέρα θα ήταν οι εξετάσεις στο κρατικό Βορείου Ελλάδος. Με βοήθησε κάποιος τριτοετής φοιτητής, μου έδωσε να διαβάσω “τα δέντρα πεθαίνουν όρθια”, να μάθω τα κείμενα, και τη Δευτέρα έδωσα κανονικά εξετάσεις. Θα έπαιρναν 8 παιδιά. Πέρασα πρώτη. Οι γονείς μου ούτε να το ακούσουν δεν ήθελαν, “ή το θέατρο ή εμάς” μου είπαν, και εγώ φυσικά επέλεξα το θέατρο. Έφυγα από το σπίτι και για τρία χρόνια δεν τους είδα. Σπούδαζα το πρωί και τα βράδια δούλευα, σε μπαρ, σε καφέ, παντού. Δύσκολα, αλλά ωραία χρόνια».
«Ρεμπέτικο», «Πέτρινα χρόνια», «Απουσίες», «Η φανέλα με το 9», «Ήσυχες μέρες του Αυγούστου», και άλλες ταινίες, πολλές. Οι ταινίες που την καθιερώνουν. Αυτές που την κάνουν «τη μεγάλη ηθοποιό του ελληνικού κινηματογράφου». «Με το που μπήκα στη σχολή, ήξερα ότι αυτό που θέλω να κάνω είναι σινεμά. Έβλεπα με μανία σινεμά. Δεν ξέρω γιατί, θεωρούσα ότι το πανί έχει πολύ μεγάλη δύναμη, όλα αυτά τα κοντινά, στο πρόσωπο, στα χέρια, στα μάτια. Μαγευόμουνα! Μετά τη σχολή όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Όχι τυχαία, δεν πιστεύω στο τυχαίο. Είχα λύσσα να γίνουν. Και έγιναν. Δεν είχα κανένα άλλο περιθώριο. Έπρεπε να βγάλω λεφτά από αυτή τη δουλειά, δεν ήθελα άλλο να δουλέψω στα μπαρ. Ίσως να ήμουνα και στο σωστό μέρος τη σωστή στιγμή. Μπορεί να πήγαζε και από τις δυσκολίες αυτό το πείσμα μου να τα καταφέρω, αλλά- απ την άλλη- δεν θέλω και να τις μυθοποιώ τις δυσκολίες. Κανείς δεν μπορεί να σου κάνει τη ζωή εύκολη, η ζωή είναι δύσκολη- πάει και τελείωσε- το θέμα είναι πως την αντιλαμβάνεσαι εσύ και πως τη χειρίζεσαι. Εγώ λοιπόν, έχω λαχτάρα για τη ζωή! Η θλίψη μου και η στεναχώρια μου κρατάει πολύ λίγο, πάρα πολύ λίγο, άλλωστε είναι χάσιμο χρόνου να είσαι στενοχωρημένος. Γι αυτό και πάρα πολλά πράγματα έχω αρχίσει να τα αποβάλλω, πράγματα που μου στερούν την ελευθερία μου ή την προσωπική μου ανάσα, γι αυτό και σου έφερα τόσες πολλές δυσκολίες μέχρι να γίνει αυτή η συνέντευξη. Δεν θέλω να αναλώνομαι σε τόσες συνεντεύξεις και φωτογραφήσεις, δεν υπάρχει λόγος». Και η χαρά; Από πού έρχεται τόση χαρά; «Τη χαρά την αντλώ από μένα! Από τη ζωή που έχω φτιάξει. Η κόρη μου είναι 21. Σπουδάζει στο Λονδίνο. Και μου λείπει, μου λείπει τόσο πολύ! Αυτή με λέει “χαζοχαρούμενη”. “Αχ μωρέ μαμά, τι είναι αυτό τώρα; Ηρέμησε”. Μπορεί να είναι η διαστροφή της δουλειάς μας, αλλά πάντα υπάρχει ένα κομμάτι του εαυτού μου που παρατηρεί, στη χαρά, στη λύπη, στο sex, ακόμη και στη γέννα της κόρης μου. Εκεί είπα “μωρέ, αυτό πονάει τελικά, δεν είναι με τον τρόπο που το έπαιζα”. Πολλές φορές θέλω να αποβάλω αυτή μου την παρατηρητικότητα, χωρίς όμως αυτή η “επαγγελματική διαστροφή” να σημαίνει ότι μου στερεί τη στιγμή. Δεν οδηγώ εγώ τη μίμηση. Γίνεται. Απλά γίνεται. Ώσπου τόλμησα να το πω σε κάποιους συναδέλφους και μου είπαν “κοίτα δεις! Και μ εμένα συμβαίνει αυτό το πράγμα!”. Η μεγαλύτερή μου χαρά είναι να πηγαίνω στο εξωτερικό και να κάνω βόλτες, να παρατηρώ εκεί πέρα. Ζούσα 5 χρόνια στη Νέα Υόρκη. Μ αρέσει αυτή η πανσπερμία που έχει αυτή η πόλη, οι φυσιογνωμίες που αγγίζουν τα όρια του ιδιόρρυθμου, οι ακραίες φιγούρες. Εκκεντρικότητα στην Ελλάδα; Δεν υπάρχει εκκεντρικότητα στην ελληνική κοινωνία». Κι εσείς; Εσείς ζήσατε ποτέ εκκεντρικά; «Φυσικά! Και τώρα εκκεντρικά ζω. Είμαι με έναν άντρα μικρότερό μου. Αυτό δεν είναι εκκεντρικό; Για σένα και για μένα μπορεί να μην είναι, αλλά για κάποιους άλλους ίσως να είναι. Γι αυτό η Ντέμι Μουρ έκανε 500 εξώφυλλα! Εγώ όταν κάνω κάτι δεν ξέρω αν είναι εκκεντρικό, οι άλλοι μου το λένε. Εγώ δεν το καταλαβαίνω ούτε στον τρόπο που ντύνομαι, ούτε στον τρόπο που φέρομαι, ούτε στο πως αντιμετωπίζω τα πράγματα, ούτε στις θέσεις που παίρνω. Όταν παντρεύτηκα τον άντρα μου ο οποίος ήταν Ιάπωνας- πράγμα τρομερό για τη δεκαετία του 80- ήμουνα ένα θέμα. Ένα μικρό σκάνδαλο. Άκουγα πολλούς ψιθύρους από πίσω. Και έκανα και παιδί μαζί του. Ο άντρας μου πέθανε όταν η κόρη μου- η Σοφία μου- ήταν 14 ετών. Αλήθεια είναι αυτό που λένε. Ένας θάνατος είναι ένας θάνατος, αλλά δεν μένεις εκεί. Δεν σου το επιτρέπει η ζωή να μείνεις εκεί. Η κόρη μου- το ξέρω- δεν θα το ξεπεράσει ποτέ. Για ένα παιδί 14 ετών είναι τρομερά οδυνηρό να χάσει τον μπαμπά της. Και το καταλαβαίνω. Τρέμω με την ιδέα ότι θα χάσω τον πατέρα ή τη μητέρα μου, κι ας είναι 80 ετών. Δεν είναι εύκολα πράγματα αυτά, είναι μεγάλοι αποχωρισμοί. Θυμάμαι την κόρη μου, τη δεύτερη μέρα του θανάτου του πατέρα της που της είπα, “τώρα στη ζωή σου έχεις δύο επιλογές. Η μία είναι αυτή που θα λες σε όλους, εγώ που έχασα τον μπαμπά μου και θα το προβάλεις σαν κάτι πολύ αρνητικό, κάτι που θα είναι όμως τροχοπέδη στη ζωή σου. Η άλλη επιλογή είναι αυτό να το κάνεις δημιουργία και δύναμη, κάτι που να σε κάνει εσένα στιγμιαία αθάνατη, που θα σου δώσει τη ψευδαίσθηση του αθάνατου. Αυτός ο θάνατος να είναι η κινητήρια σου δύναμη”. Αρκετά καλά τα πάει. Μερικές φορές με φοβίζει ακόμα, αλλά παλεύει. Ναι, το καλύτερο στη ζωή μου είναι η κόρη μου. Η κόρη μου με γείωσε, με έκανε πιο “κανονική”. Πριν από τη γέννησή της ήμουνα τρομερά ακραία, δεν δεχόμουνα συμβιβασμούς, δεν είχα σχέσεις μεγάλες, ήμουνα ένα αγρίμι. Το παιδί με σόκαρε στο «για πάντα» του, ότι για πάντα θα είναι εδώ, και για πάντα θα πρέπει να το φροντίζω, για πάντα να είμαι κοντά του. Η κόρη μου με έκανε να θέλω να βγάλω λεφτά, να έχω μία “κανονική ζωή”. Αφού της λέω καμιά φορά “μην νομίζεις, Σοφία, εσύ με έκανες να κάνω καριέρα”. Για να καταλάβεις, πήρα το βραβείο απ το “Ρεμπέτικο” και έφυγα, πήγα με το φίλο μου στην Ινδία για τρεις εβδομάδες, και καθίσαμε τρεισήμισι μήνες. Με τα λεφτά του βραβείου! Ο Βούλγαρης με έψαχνε για να παίξω στα “Πέτρινα χρόνια” και δεν υπήρχα πουθενά. Δεν πήρα τη μάνα μου να της πω αν ζω ή αν πέθανα. Τι μυαλό κουβαλούσα! Ή ακόμα, πήρα τρία βραβεία από τα “Πέτρινα χρόνια”, πήρα τα λεφτά, και πήγα στην Αμερική να ακολουθήσω τον άντρα που ερωτεύτηκα. Εγώ δεν καταλάβαινα από καριέρες, η κόρη μου μου τις έμαθε».
Και ο έρωτας. Ο έρωτας σε μια τόσο παθιασμένη γυναίκα. Αυτός που υπήρξε, που πέρασε, αυτός που ήρθε. «Δεν ξέρω πόσο πολύ ερωτεύτηκα στη ζωή μου. Όταν είδα πόσο πολύ αγαπούσα το παιδί μου, μάλλον αυτά που ένιωθα για τους άντρες ήτανε πολύ μικρά. Υπήρξα και μόνη μου. Για πάρα πολλά χρόνια. Δέκα χρόνια στη ζωή μου ήμουνα μόνη μου. Μετά από τρεις μεγάλους έρωτες, είχα πει “μπάστα”. Και ξέρεις, ήμουνα μια χαρά και μόνη μου».
Της τηλεφωνούν από το φεστιβάλ κινηματογράφου, πάει στην κατσαρόλα να τσεκάρει το φαγητό, μιλάει ταυτόχρονα στο ακουστικό, είναι ενθουσιασμένη που θα βλέπει τόσες ταινίες κάθε βράδυ- λάμπουν τα μάτια της, «αστειεύεσαι; Εγώ να κουραστώ να βλέπω ταινίες;», μου λέει- και παίρνει από το τραπεζάκι τον καφέ από το ιαπωνικό της φλιτζάνι που δεν ήπια. Γιατί τον ξέχασα, δεν υπήρχε καν. Στην πόρτα, δίπλα από τους πίνακές της, της το λέω: Κυρία Μπαζάκα, είστε μία από τις μεγαλύτερες stars που έχω γνωρίσει. Χαμογελάει. «Αυτά τα λένε οι τηλεοράσεις. Star χωρίς οδηγό και Mercedes, δεν είναι star αγάπη μου!».
Δημοσίευση στον "Ελεύθερο Τύπο της Κυριακής"- ένθετο "ET Weekly", Σεπτέμβριος 2007.
8.8.09
ΕΛΕΝΗ ΡΑΝΤΟΥ: "ΜΙΑ ΑΓΚΑΛΙΑ, ΜΕ ΕΧΕΙ ΣΩΣΕΙ ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ".

Κυριακή απόγευμα. Στο σπίτι της, στο Χολαργό, υπάρχει απόλυτη ησυχία. «Το προτιμώ» μου λέει. «Όποτε έχω χρόνο να μείνω με μένα, επιζητώ την ηρεμία. Η καθημερινότητά μου είναι τραγική. Βρίσκομαι 12 ώρες σε δουλειά κάθε μέρα. Το είχα ξεσυνηθίσει αλλά, και ως εμπειρία, δεν είχα ξανακάνει μονοκάμερο. Χαίρομαι όμως που ο κόσμος ανταποκρίνεται». Ανάβει τσιγάρο, κάθεται δίπλα μου στον καναπέ της με ντεκόρ κάποιες οικογενειακές φωτογραφίες, ξεκινάμε την κουβέντα μας.
-Αισθάνθηκες ποτέ star στις μεγάλες σου επιτυχίες;
-Ποτέ. Δεν μου λέει τίποτα το «star», εγώ χαίρομαι πάρα πολύ να κερδίζω το σεβασμό και την εκτίμηση του κόσμου, αυτό μου αρέσει πάρα πολύ. Την επιτυχία την γνώρισα αρκετά νωρίς, από 17 χρονών που έκανα την πρώτη μου δουλειά στην κρατική τηλεόραση. Αλλά, δεν ήταν κάτι που αποζήτησα ούτε αποτρελάθηκα από τη χαρά μου. Δεν αποζητώ να έχει δικαίωμα ο καθένας να μου χτυπάει την πλάτη, να είναι έξω από το σπίτι μου, να με παρακολουθεί και να μην έχω καμία προσωπική στιγμή. Εγώ δεν τρελάθηκα με το γύρω γύρω, τρελάθηκα με την ουσία. Έχω συγκινηθεί βαθιά όταν μου είπαν άνθρωποι στο δρόμο ότι εκείνη την περίοδο ήταν στη φυλακή, με έβλεπαν και ξεχνιόντουσαν, ή όταν μία κοπέλα με νευρική ανορεξία μου είπε ότι έβλεπε το «Κωνσταντίνου και Ελένης» και της δημιουργούσε διάθεση να φάει ο τρόπος που έτρωγα. Όταν μου λέει ο κόσμος «εσύ είσαι το παυσίπονό μας», εγώ συγκινούμαι βαθιά.
-Το δικό σου παυσίπονο ποιο είναι;
-Η δουλειά μου και η διαφορετικότητά της. Αυτό που σε γεμίζει με άγχος και είναι πολλές φορές και η αιτία της αρρώστιας σου, αυτό είναι και η ίαση. Είναι ένα περίεργο παιχνίδι.
-Αυτό γιατρεύει και την εσωστρέφειά σου;
-Ναι. Είμαι αρκετά αγοραφοβική και, αν δεν δούλευα, ίσως να έκανα να βγω από το σπίτι μπορεί και δύο μήνες. Είναι μεγάλη κλοτσιά στα προβλήματά μου η δουλειά, μου δίνει μία και μου λέει «βγες έξω και πάλεψέ το». Η αγοραφοβία μου είναι ανεξέλεγκτη. Με κάνει να νιώθω ότι δεν έχω οξυγόνο εκεί που είμαι. Όταν έχεις επιδιώξει την επωνυμία, τη διασημότητα, να είναι αναγνωρίσιμο το πρόσωπό σου και η δουλειά σου, χάνεις ουσιαστικά το οξυγόνο σου και δεν αναπνέεις πουθενά ελεύθερα. Μπορεί να θες να πάς κάπου και να μην το κάνεις επειδή δεν είναι «επιτρεπτό», είναι σαν να είσαι σε ένα Big Brother που παρακολουθούνται τα πάντα: Πρέπει να είσαι κόσμιος, πρέπει να είσαι κύριος, αλλά είναι και κάποιες στιγμές που θες να αλητέψεις.
-Τι σε σώζει;
-Κάποιες μικρές στιγμές. Από κάποιες στιγμές των ανθρώπων οι οποίες είναι απροσδόκητες, γενναιόδωρες και με παιδική αγνότητα. Για παράδειγμα, είχαμε ανοίξει πρόσφατα με την κόρη μου ένα site και εκεί διαβάσαμε ένα σχόλιο για την ταινία που έκανα το οποίο ήταν φοβερά κακεντρεχές. Γυρνάει η κόρη μου και μου λέει «μαμά, γράψε τους απάντηση και πες τους “τι λέτε καλέ, εγώ είμαι θεά!”». Γέλασα τόσο πολύ και, όταν γελάς, μικραίνεις το πρόβλημα, την κακοήθεια, τα κακά μεγέθη. Το χιούμορ είναι σαν ένα χάπι, σαν ένα αντικαταθλιπτικό, σαν ένα zanax που το παίρνεις και οποιοδήποτε σύμπτωμα πάει να σε μαυρίσει γίνεται ελάχιστο. Οι δικές μου στιγμές που «αναπνέω» είναι όταν οι άνθρωποι μου χαρίζουν το χιούμορ τους, την αγνότητά τους, την καλή διάθεση τους για το σύμπαν. Πήγα πρόσφατα σε μία κηδεία και με συγκλόνισε που είδα μία κυρία της οποίας ο άντρας είχε πεθάνει από καρκίνο του πνεύμονα, αυτή κάπνιζε ένα τσιγάρο, του το έβαζε στο στόμα- επάνω στη φωτογραφία- και του έλεγε «έλα, κάνε κι εσύ μία τζούρα, τώρα δεν θα σε βλάψει». Αυτό για μένα είναι πηγή ζωής για τα επόμενα δέκα χρόνια. Μέσα στην απώλειά της, είχε χιούμορ. Το βρήκα πολύ τρυφερό.
-Η βουτιά που μου έλεγες ότι έκανες μέσα σου πριν από δύο χρόνια, σε βοήθησε τελικά;
-Βέβαια. Ενώ, όπως σου έλεγα τότε, με τρόμαξε και πανικοβλήθηκα, τελικά με έκανε καλύτερο άνθρωπο. Με περισσότερη κατανόηση στα προβλήματα των άλλων. Επίσης έμαθα τις αντοχές μου, κατάλαβα ότι δεν τα αντέχω όλα. Παλιά έλεγα για τον εαυτό μου «σηκώνει βάρη και δεν κλατάρει». Ε αυτό, μου τελείωσε. Έχω όρια και, μερικά πράγματα που είναι πάνω από αυτά, τα έδιωξα.-Τι είναι πέρα από τα όριά σου;
-Να ακουμπάνε τόσο πολύ οι άλλοι επάνω μου που να φτάσουν στο σημείο της εξάρτησης. Μου αρέσει πάρα πολύ να με συμβουλεύονται, να με υπολογίζουν, αλλά υπάρχει μία τάξη ανθρώπων που λειτουργούν σαν τους πνιγμένους: Σε κατεβάζουν κάτω επειδή δεν ξέρουν να κολυμπάνε, σε βουτάνε και εσένα από τα μαλλιά και τελικά σε πνίγουν. Εγώ έχω μία φοβερή τάση να μαζεύω τέτοιους ανθρώπους γύρω μου. Νομίζω μάλιστα ότι το προκαλώ κιόλας. Σαν να παίρνω χαρά με το να νιώθω ότι εγώ είμαι πιο δυνατή από τους γύρω μου. Αυτό λοιπόν, κάποια στιγμή, με εξόντωσε. Όταν κάποιος έχει μία μορφή αναπηρίας θέλει να ακουμπήσει επάνω σου και, είτε θα γίνεις εσύ η πατερίτσα του, είτε το σωσίβιό του. Αισθάνθηκα λοιπόν ότι αυτή η ομπρέλα μου τελείωσε. Έμπαζε η ίδια νερά.
-Τι σε βοήθησε να απαλλαγείς από αυτό;
-Η εργασιοθεραπεία και η σκέψη. Τώρα, όταν έρχονται πράγματα, μου είναι αναγνωρίσιμα. Το χούι βέβαια δεν αλλάζει, αλλά ό,τι κάνω από δω και πέρα, το κάνω με περισσότερο μέτρο. Το κάνω μέχρι εκεί που αντέχω.
-Και έπρεπε να φτάσεις στα 40 σου χρόνια για να γνωρίσεις τόσο καλά τον εαυτό σου;
-Αυτό το ταξίδι δεν τελειώνει ποτέ, εύχομαι να φτάσω τα 80 και ακόμη να γνωρίζω πλευρές του εαυτού μου, γιατί αυτό σημαίνει δημιουργία. Όταν νομίζεις ότι έχεις γνωρίσει τον εαυτό σου, την ίδια στιγμή έχεις τελειώσει.-Ποιο είναι λοιπόν το τελευταίο πράγμα που κατάλαβες για τον εαυτό σου;
-Ο μεγάλος φόβος που έχω. Επειδή, γενικά οι κινήσεις μου είναι τολμηρές, πάντα νόμιζα ότι δεν το ξέρω αυτό το συναίσθημα. Τώρα κατάλαβα ότι τον έχω καλύψει τόσο καλά το φόβο που αυτός μεγάλωσε και διογκώθηκε. Τώρα μπορεί να φοβάμαι καμιά φορά, ακόμη και να καταπιώ. Τον καταπίεσα πολύ το φόβο μου, φοβήθηκα αλλά θεώρησα ότι δεν πρέπει να το δείξω. Μαζεύτηκε μέσα μου ένα φορτίο φόβου, μόνο και μόνο επειδή ήθελα να φαίνομαι τολμηρή. Φαίνεται πως όταν κάνεις πολλά τολμηρά πράγματα, υπάρχει μέσα μας μία ποσότητα φόβου που, αν δεν εκτονωθεί, θα σκάσεις. Είναι ανθρώπινο να πεις «φοβάμαι τους γιατρούς». Εγώ έβλεπα την ένεση, φοβόμουνα, αλλά δεν ήθελα να το δείξω. Φοβόμουνα τρομερά την εγκυμοσύνη μου και έκανα τον μάγκα. Φοβάμαι το νερό, μήπως πνιγώ.-Τους ανθρώπους;
-Το λιγότερο. Σιγά σιγά τους έχω αγαπήσει τόσο πολύ που δεν τους φοβάμαι. Φοβάμαι όμως τον όχλο και τη μάζα όταν γίνεται ανεξέλεγκτη και χυδαία αλλά τον ίδιο τον άνθρωπο τον λατρεύω, είτε είναι προβληματικός, είτε όχι. Γι αυτό και με καβαλάνε. Μπορεί να μου τραβάνε τα μαλλιά και εγώ να κάθομαι. Ξέρεις, το μόνο που μπορεί να μας σώσει από δύσκολες καταστάσεις είναι η αγάπη. Μία ουσιαστική και καλή αγκαλιά, μπορεί να σου πάρει τη μισή σου φρίκη. Εμένα, μία αγκαλιά, με έχει σώσει πολλές φορές. Ένα βλέμμα, μία άκρη ματιού, ένα σφίξιμο στο χέρι λίγο παραπάνω, ένα ηχόχρωμα στη φωνή που είναι λίγο πιο σπασμένο, σε γλιτώνουν από πολλά.-Η κόρη σου, δεν είναι η ισορροπία σου;
-Και όχι μόνο. Η κόρη μου έχει αναδειχθεί στο μόνο στήριγμά μου, δεν έχω δει άνθρωπο που να με στηρίζει τόσο πολύ. Αυτό το παιδί είναι απίστευτο στον τρόπο που με προστατεύει, σε σημείο που με τρομάζει και σκέφτομαι μήπως δεν της κάνω καλό.
-Για το μέλλον τι θα θελες;
-Να μην μπει το τέλος σε κάτι. Φοβάμαι το τέλος, εκεί που μπαίνει μία τελεία. Δεν θα θελα να τελειώσει το ψάξιμό μου, η δραστηριότητά μου, οι αγάπες μου, τα πάθη μου, θα ήθελα απλώς να με πονάνε λιγότερο αλλά να συνεχίζουν για πάντα.
-Ποια είναι τα πάθη σου;
-Οι άνθρωποι που αγαπάνε πολύ, έχουν πολλά πάθη. Ο παθιασμένος άνθρωπος καταρχήν είναι παθιασμένος και μετά βρίσκει το αντικείμενο του πάθους του. Έτσι είμαι κι εγώ. Και χαρτιά με πάθος παίζω, και τσιγάρο με πάθος κάνω παρόλο που έχω κάνει άπειρες προσπάθειες να το κόψω. Όταν κάνω δίαιτα την κάνω με πάθος, όταν τρώω μία σοκολάτα την καταπίνω με πάθος.
-Ποια είναι η πρώτη σου αντίδραση σε ό,τι δυσάρεστο ζεις;
-Ο θυμός. Μου είναι πολύ οικείο συναίσθημα. Μπορεί κάποιος να μην ακούει καλά και εγώ να θυμώσω. Μετά όμως γελάω. Ο θυμός μου είναι δημιουργικός και δεν θέλω να τον πειράξω. Θυμώνω με ό,τι δεν είναι αληθινό, με τα εύκολα συμπεράσματα, με τον κόσμο που μιλάει αλλά δεν ακούει, που μπορεί να πεις «πέθανε ο θείος μου» και να μην σε έχει ακούσει γιατί σκέφτεται τα δικά του.
-Σου είναι εύκολο να αποβάλλεις ανθρώπους από τη ζωή σου;
-Όχι, καθόλου. Αν έχουνε μπει και είναι κομμάτι μου, προτιμώ να το αφήσω να σαπίζει πάρα να το διώξω. Είμαι κολλημένη. Και αυτό είναι μεγάλη αδυναμία. Όσο αποφασιστική είμαι στη δουλειά μου, τόσο αναποφάσιστη είμαι στη ζωή μου. Οι χαμηλοί τόνοι και η ηρεμία στην προσωπική ζωή, προκειμένου να κάνω κάτι δυναμικό στη δουλειά μου, απαιτεί συνεχώς συμβιβασμούς.-Είσαι ευτυχισμένη, Ελένη;
-Στιγμές στιγμές. Κάθε στιγμή μου έχει μία σκέψη του να τα παρατήσω και συγχρόνως, εμπεριέχει μία σκέψη ότι το αγαπάω τόσο πολύ που αποκλείεται να το κάνω. Κάθε φορά, για παράδειγμα, που κάνω μία δουλειά λέω «αυτή είναι η τελευταία και μετά φεύγεις». Είναι σαν το καζίνο: Ρίχνεις μία ζαριά, λες πως είναι η τελευταία σου, αλλά δεν φεύγεις ποτέ. Νομίζω ότι μετά την «εργαζόμενη γυναίκα» δεν θα θέλω να ξαναδουλέψω στην τηλεόραση.
-Οι στιγμές ευτυχίας σου είναι περισσότερες πια από τις στιγμές μελαγχολίας σου;
-Το αντίστροφο. Η σκοτεινή μου μεριά παίρνει πλέον μεγαλύτερο χώρο στη ζωή μου. Μπορεί και λόγω ηλικίας. Βαραίνουμε όταν μεγαλώνουμε και η γνώση, η εμπειρία, δεν είναι και ο καλύτερος οδηγός. Μπορεί να γίνεσαι σοφός, να είσαι ήρεμος, αλλά δεν είναι αυτός ο δρόμος για ευτυχία. Η ευτυχία θέλει άγνοια και να μην ξέρεις την επόμενη στιγμή. Το κακό με μένα είναι ότι τώρα ξέρω και το επόμενο. Την ώρα που ζω κάτι, γνωρίζω από πριν και πως θα είναι η επόμενη μέρα. Μην σου πω ότι την έχω προλάβει κιόλας και έχω ήδη χαλάσει την προηγούμενη- ωραία- στιγμή. Οι ωραίες στιγμές μου διαρκούν λιγότερο πια. Κάποτε έκανα πράγματα για τα οποία είχα τέτοια δαιμονική χαρά που ήμουν αδιαπραγμάτευτη, τώρα είμαι 30% χαρά και 70% άγχος.
-Αυτό γιατί σου συμβαίνει;
-Νομίζω είναι η αίσθηση της ευθύνης που έχω για όλα. Ακόμη και για ένα «σ αγαπώ» αισθάνομαι ευθύνη. Ακόμη και για μία μπούρδα, νιώθω ότι είμαι υπεύθυνη. Συναντάς έναν άνθρωπο με ένα πολύ γλυκό χαμόγελο, θέλεις να σταματήσεις λίγο επάνω σ αυτό και μετά σκέφτεσαι «αν σταθώ λίγο παραπάνω και τον κοιτάξω, μετά τι θα λέει αυτός;». Και έτσι λέω «δεν μου επιτρέπεται, σταμάτα». Και εκεί τα μπλοκάρω όλα.
Δημοσιεύθηκε στον "Ελέυθερο Τύπο της Κυριακής", ένθετο "ET Weekly", τον Μάρτιο του 2009.
-Ποτέ. Δεν μου λέει τίποτα το «star», εγώ χαίρομαι πάρα πολύ να κερδίζω το σεβασμό και την εκτίμηση του κόσμου, αυτό μου αρέσει πάρα πολύ. Την επιτυχία την γνώρισα αρκετά νωρίς, από 17 χρονών που έκανα την πρώτη μου δουλειά στην κρατική τηλεόραση. Αλλά, δεν ήταν κάτι που αποζήτησα ούτε αποτρελάθηκα από τη χαρά μου. Δεν αποζητώ να έχει δικαίωμα ο καθένας να μου χτυπάει την πλάτη, να είναι έξω από το σπίτι μου, να με παρακολουθεί και να μην έχω καμία προσωπική στιγμή. Εγώ δεν τρελάθηκα με το γύρω γύρω, τρελάθηκα με την ουσία. Έχω συγκινηθεί βαθιά όταν μου είπαν άνθρωποι στο δρόμο ότι εκείνη την περίοδο ήταν στη φυλακή, με έβλεπαν και ξεχνιόντουσαν, ή όταν μία κοπέλα με νευρική ανορεξία μου είπε ότι έβλεπε το «Κωνσταντίνου και Ελένης» και της δημιουργούσε διάθεση να φάει ο τρόπος που έτρωγα. Όταν μου λέει ο κόσμος «εσύ είσαι το παυσίπονό μας», εγώ συγκινούμαι βαθιά.
-Το δικό σου παυσίπονο ποιο είναι;
-Η δουλειά μου και η διαφορετικότητά της. Αυτό που σε γεμίζει με άγχος και είναι πολλές φορές και η αιτία της αρρώστιας σου, αυτό είναι και η ίαση. Είναι ένα περίεργο παιχνίδι.
-Αυτό γιατρεύει και την εσωστρέφειά σου;
-Ναι. Είμαι αρκετά αγοραφοβική και, αν δεν δούλευα, ίσως να έκανα να βγω από το σπίτι μπορεί και δύο μήνες. Είναι μεγάλη κλοτσιά στα προβλήματά μου η δουλειά, μου δίνει μία και μου λέει «βγες έξω και πάλεψέ το». Η αγοραφοβία μου είναι ανεξέλεγκτη. Με κάνει να νιώθω ότι δεν έχω οξυγόνο εκεί που είμαι. Όταν έχεις επιδιώξει την επωνυμία, τη διασημότητα, να είναι αναγνωρίσιμο το πρόσωπό σου και η δουλειά σου, χάνεις ουσιαστικά το οξυγόνο σου και δεν αναπνέεις πουθενά ελεύθερα. Μπορεί να θες να πάς κάπου και να μην το κάνεις επειδή δεν είναι «επιτρεπτό», είναι σαν να είσαι σε ένα Big Brother που παρακολουθούνται τα πάντα: Πρέπει να είσαι κόσμιος, πρέπει να είσαι κύριος, αλλά είναι και κάποιες στιγμές που θες να αλητέψεις.
-Τι σε σώζει;
-Κάποιες μικρές στιγμές. Από κάποιες στιγμές των ανθρώπων οι οποίες είναι απροσδόκητες, γενναιόδωρες και με παιδική αγνότητα. Για παράδειγμα, είχαμε ανοίξει πρόσφατα με την κόρη μου ένα site και εκεί διαβάσαμε ένα σχόλιο για την ταινία που έκανα το οποίο ήταν φοβερά κακεντρεχές. Γυρνάει η κόρη μου και μου λέει «μαμά, γράψε τους απάντηση και πες τους “τι λέτε καλέ, εγώ είμαι θεά!”». Γέλασα τόσο πολύ και, όταν γελάς, μικραίνεις το πρόβλημα, την κακοήθεια, τα κακά μεγέθη. Το χιούμορ είναι σαν ένα χάπι, σαν ένα αντικαταθλιπτικό, σαν ένα zanax που το παίρνεις και οποιοδήποτε σύμπτωμα πάει να σε μαυρίσει γίνεται ελάχιστο. Οι δικές μου στιγμές που «αναπνέω» είναι όταν οι άνθρωποι μου χαρίζουν το χιούμορ τους, την αγνότητά τους, την καλή διάθεση τους για το σύμπαν. Πήγα πρόσφατα σε μία κηδεία και με συγκλόνισε που είδα μία κυρία της οποίας ο άντρας είχε πεθάνει από καρκίνο του πνεύμονα, αυτή κάπνιζε ένα τσιγάρο, του το έβαζε στο στόμα- επάνω στη φωτογραφία- και του έλεγε «έλα, κάνε κι εσύ μία τζούρα, τώρα δεν θα σε βλάψει». Αυτό για μένα είναι πηγή ζωής για τα επόμενα δέκα χρόνια. Μέσα στην απώλειά της, είχε χιούμορ. Το βρήκα πολύ τρυφερό.
-Η βουτιά που μου έλεγες ότι έκανες μέσα σου πριν από δύο χρόνια, σε βοήθησε τελικά;
-Βέβαια. Ενώ, όπως σου έλεγα τότε, με τρόμαξε και πανικοβλήθηκα, τελικά με έκανε καλύτερο άνθρωπο. Με περισσότερη κατανόηση στα προβλήματα των άλλων. Επίσης έμαθα τις αντοχές μου, κατάλαβα ότι δεν τα αντέχω όλα. Παλιά έλεγα για τον εαυτό μου «σηκώνει βάρη και δεν κλατάρει». Ε αυτό, μου τελείωσε. Έχω όρια και, μερικά πράγματα που είναι πάνω από αυτά, τα έδιωξα.-Τι είναι πέρα από τα όριά σου;
-Να ακουμπάνε τόσο πολύ οι άλλοι επάνω μου που να φτάσουν στο σημείο της εξάρτησης. Μου αρέσει πάρα πολύ να με συμβουλεύονται, να με υπολογίζουν, αλλά υπάρχει μία τάξη ανθρώπων που λειτουργούν σαν τους πνιγμένους: Σε κατεβάζουν κάτω επειδή δεν ξέρουν να κολυμπάνε, σε βουτάνε και εσένα από τα μαλλιά και τελικά σε πνίγουν. Εγώ έχω μία φοβερή τάση να μαζεύω τέτοιους ανθρώπους γύρω μου. Νομίζω μάλιστα ότι το προκαλώ κιόλας. Σαν να παίρνω χαρά με το να νιώθω ότι εγώ είμαι πιο δυνατή από τους γύρω μου. Αυτό λοιπόν, κάποια στιγμή, με εξόντωσε. Όταν κάποιος έχει μία μορφή αναπηρίας θέλει να ακουμπήσει επάνω σου και, είτε θα γίνεις εσύ η πατερίτσα του, είτε το σωσίβιό του. Αισθάνθηκα λοιπόν ότι αυτή η ομπρέλα μου τελείωσε. Έμπαζε η ίδια νερά.
-Τι σε βοήθησε να απαλλαγείς από αυτό;
-Η εργασιοθεραπεία και η σκέψη. Τώρα, όταν έρχονται πράγματα, μου είναι αναγνωρίσιμα. Το χούι βέβαια δεν αλλάζει, αλλά ό,τι κάνω από δω και πέρα, το κάνω με περισσότερο μέτρο. Το κάνω μέχρι εκεί που αντέχω.
-Και έπρεπε να φτάσεις στα 40 σου χρόνια για να γνωρίσεις τόσο καλά τον εαυτό σου;
-Αυτό το ταξίδι δεν τελειώνει ποτέ, εύχομαι να φτάσω τα 80 και ακόμη να γνωρίζω πλευρές του εαυτού μου, γιατί αυτό σημαίνει δημιουργία. Όταν νομίζεις ότι έχεις γνωρίσει τον εαυτό σου, την ίδια στιγμή έχεις τελειώσει.-Ποιο είναι λοιπόν το τελευταίο πράγμα που κατάλαβες για τον εαυτό σου;
-Ο μεγάλος φόβος που έχω. Επειδή, γενικά οι κινήσεις μου είναι τολμηρές, πάντα νόμιζα ότι δεν το ξέρω αυτό το συναίσθημα. Τώρα κατάλαβα ότι τον έχω καλύψει τόσο καλά το φόβο που αυτός μεγάλωσε και διογκώθηκε. Τώρα μπορεί να φοβάμαι καμιά φορά, ακόμη και να καταπιώ. Τον καταπίεσα πολύ το φόβο μου, φοβήθηκα αλλά θεώρησα ότι δεν πρέπει να το δείξω. Μαζεύτηκε μέσα μου ένα φορτίο φόβου, μόνο και μόνο επειδή ήθελα να φαίνομαι τολμηρή. Φαίνεται πως όταν κάνεις πολλά τολμηρά πράγματα, υπάρχει μέσα μας μία ποσότητα φόβου που, αν δεν εκτονωθεί, θα σκάσεις. Είναι ανθρώπινο να πεις «φοβάμαι τους γιατρούς». Εγώ έβλεπα την ένεση, φοβόμουνα, αλλά δεν ήθελα να το δείξω. Φοβόμουνα τρομερά την εγκυμοσύνη μου και έκανα τον μάγκα. Φοβάμαι το νερό, μήπως πνιγώ.-Τους ανθρώπους;
-Το λιγότερο. Σιγά σιγά τους έχω αγαπήσει τόσο πολύ που δεν τους φοβάμαι. Φοβάμαι όμως τον όχλο και τη μάζα όταν γίνεται ανεξέλεγκτη και χυδαία αλλά τον ίδιο τον άνθρωπο τον λατρεύω, είτε είναι προβληματικός, είτε όχι. Γι αυτό και με καβαλάνε. Μπορεί να μου τραβάνε τα μαλλιά και εγώ να κάθομαι. Ξέρεις, το μόνο που μπορεί να μας σώσει από δύσκολες καταστάσεις είναι η αγάπη. Μία ουσιαστική και καλή αγκαλιά, μπορεί να σου πάρει τη μισή σου φρίκη. Εμένα, μία αγκαλιά, με έχει σώσει πολλές φορές. Ένα βλέμμα, μία άκρη ματιού, ένα σφίξιμο στο χέρι λίγο παραπάνω, ένα ηχόχρωμα στη φωνή που είναι λίγο πιο σπασμένο, σε γλιτώνουν από πολλά.-Η κόρη σου, δεν είναι η ισορροπία σου;
-Και όχι μόνο. Η κόρη μου έχει αναδειχθεί στο μόνο στήριγμά μου, δεν έχω δει άνθρωπο που να με στηρίζει τόσο πολύ. Αυτό το παιδί είναι απίστευτο στον τρόπο που με προστατεύει, σε σημείο που με τρομάζει και σκέφτομαι μήπως δεν της κάνω καλό.
-Για το μέλλον τι θα θελες;
-Να μην μπει το τέλος σε κάτι. Φοβάμαι το τέλος, εκεί που μπαίνει μία τελεία. Δεν θα θελα να τελειώσει το ψάξιμό μου, η δραστηριότητά μου, οι αγάπες μου, τα πάθη μου, θα ήθελα απλώς να με πονάνε λιγότερο αλλά να συνεχίζουν για πάντα.
-Ποια είναι τα πάθη σου;
-Οι άνθρωποι που αγαπάνε πολύ, έχουν πολλά πάθη. Ο παθιασμένος άνθρωπος καταρχήν είναι παθιασμένος και μετά βρίσκει το αντικείμενο του πάθους του. Έτσι είμαι κι εγώ. Και χαρτιά με πάθος παίζω, και τσιγάρο με πάθος κάνω παρόλο που έχω κάνει άπειρες προσπάθειες να το κόψω. Όταν κάνω δίαιτα την κάνω με πάθος, όταν τρώω μία σοκολάτα την καταπίνω με πάθος.
-Ποια είναι η πρώτη σου αντίδραση σε ό,τι δυσάρεστο ζεις;
-Ο θυμός. Μου είναι πολύ οικείο συναίσθημα. Μπορεί κάποιος να μην ακούει καλά και εγώ να θυμώσω. Μετά όμως γελάω. Ο θυμός μου είναι δημιουργικός και δεν θέλω να τον πειράξω. Θυμώνω με ό,τι δεν είναι αληθινό, με τα εύκολα συμπεράσματα, με τον κόσμο που μιλάει αλλά δεν ακούει, που μπορεί να πεις «πέθανε ο θείος μου» και να μην σε έχει ακούσει γιατί σκέφτεται τα δικά του.
-Σου είναι εύκολο να αποβάλλεις ανθρώπους από τη ζωή σου;
-Όχι, καθόλου. Αν έχουνε μπει και είναι κομμάτι μου, προτιμώ να το αφήσω να σαπίζει πάρα να το διώξω. Είμαι κολλημένη. Και αυτό είναι μεγάλη αδυναμία. Όσο αποφασιστική είμαι στη δουλειά μου, τόσο αναποφάσιστη είμαι στη ζωή μου. Οι χαμηλοί τόνοι και η ηρεμία στην προσωπική ζωή, προκειμένου να κάνω κάτι δυναμικό στη δουλειά μου, απαιτεί συνεχώς συμβιβασμούς.-Είσαι ευτυχισμένη, Ελένη;
-Στιγμές στιγμές. Κάθε στιγμή μου έχει μία σκέψη του να τα παρατήσω και συγχρόνως, εμπεριέχει μία σκέψη ότι το αγαπάω τόσο πολύ που αποκλείεται να το κάνω. Κάθε φορά, για παράδειγμα, που κάνω μία δουλειά λέω «αυτή είναι η τελευταία και μετά φεύγεις». Είναι σαν το καζίνο: Ρίχνεις μία ζαριά, λες πως είναι η τελευταία σου, αλλά δεν φεύγεις ποτέ. Νομίζω ότι μετά την «εργαζόμενη γυναίκα» δεν θα θέλω να ξαναδουλέψω στην τηλεόραση.
-Οι στιγμές ευτυχίας σου είναι περισσότερες πια από τις στιγμές μελαγχολίας σου;
-Το αντίστροφο. Η σκοτεινή μου μεριά παίρνει πλέον μεγαλύτερο χώρο στη ζωή μου. Μπορεί και λόγω ηλικίας. Βαραίνουμε όταν μεγαλώνουμε και η γνώση, η εμπειρία, δεν είναι και ο καλύτερος οδηγός. Μπορεί να γίνεσαι σοφός, να είσαι ήρεμος, αλλά δεν είναι αυτός ο δρόμος για ευτυχία. Η ευτυχία θέλει άγνοια και να μην ξέρεις την επόμενη στιγμή. Το κακό με μένα είναι ότι τώρα ξέρω και το επόμενο. Την ώρα που ζω κάτι, γνωρίζω από πριν και πως θα είναι η επόμενη μέρα. Μην σου πω ότι την έχω προλάβει κιόλας και έχω ήδη χαλάσει την προηγούμενη- ωραία- στιγμή. Οι ωραίες στιγμές μου διαρκούν λιγότερο πια. Κάποτε έκανα πράγματα για τα οποία είχα τέτοια δαιμονική χαρά που ήμουν αδιαπραγμάτευτη, τώρα είμαι 30% χαρά και 70% άγχος.
-Αυτό γιατί σου συμβαίνει;
-Νομίζω είναι η αίσθηση της ευθύνης που έχω για όλα. Ακόμη και για ένα «σ αγαπώ» αισθάνομαι ευθύνη. Ακόμη και για μία μπούρδα, νιώθω ότι είμαι υπεύθυνη. Συναντάς έναν άνθρωπο με ένα πολύ γλυκό χαμόγελο, θέλεις να σταματήσεις λίγο επάνω σ αυτό και μετά σκέφτεσαι «αν σταθώ λίγο παραπάνω και τον κοιτάξω, μετά τι θα λέει αυτός;». Και έτσι λέω «δεν μου επιτρέπεται, σταμάτα». Και εκεί τα μπλοκάρω όλα.
Δημοσιεύθηκε στον "Ελέυθερο Τύπο της Κυριακής", ένθετο "ET Weekly", τον Μάρτιο του 2009.
ΖΑΧΟΣ ΧΑΤΖΗΦΩΤΙΟΥ: "ΕΖΗΣΑ, ΟΠΩΣ ΗΘΕΛΑ"
Αθηναίος αστός- την εποχή που η ελληνική μπουρζουαζία ήταν ακόμη γοητευτική- εραστής μέγας και γλεντζές, πολεμιστής και τζέντλεμαν, επιχειρηματίας, εφοπλιστής, ραλίστας, κοσμοπολίτης, κορυφαίος κοσμικογράφος, σύζυγός τεσσάρων γυναικών (ανάμεσα τους και η Τζένη Καρέζη), αντιδήμαρχος, σύμβουλος του δημάρχου Αθηναίων. Είναι ελάχιστο να γράψει κανείς ότι ο Ζάχος Χατζηφωτίου έζησε μία γεμάτη και ενδιαφέρουσα ζωή. Αυτό, είναι το μόνο δεδομένο.«Είμαι 86 ετών. Τι σημαίνει “καλά κρατιέσαι για την ηλικία σου;”. Βρε, αϊ στο διάολο! Τον κακό σου τον καιρό! Εγώ δεν πάω στη Βάρη να τρώω ένα κιλό κοψίδια και να κάνω μία κοιλιά “να”. Εγώ προσέχω τον εαυτό μου. Γεννήθηκα στην Πλάκα. Εκεί μεγάλωσα. Ύστερα μετακομίσαμε στην Κηφισιά διότι έλεγε η μάνα μου “δεν την αντέχω άλλο την Πλάκα με τα ποντίκια και τις κατσαρίδες”. Σε όλη την Πλάκα, εκείνα τα χρόνια, υπήρχαν φάκες. Η μητέρα μου ήταν καθηγήτρια στο Αρσάκειο, όταν παντρεύτηκε σταμάτησε και είχε πια έναν μόνο μαθητή: Εμένα. Με έδιωξαν από πολλά σχολεία, διότι ήμουνα πολύ άτακτος- ένα παλιόπαιδο- και επειδή όταν εγώ είχα μπει στην πρώτη γυμνασίου είχα ήδη τελειώσει στο σπίτι μου όλους τους κλασσικούς. Για να συνετισθώ, η μάνα μου με έστειλε στις Σπέτσες, στην Αναργύρειο σχολή- πέντε κτήρια σαν τον Ευαγγελισμό. Και από εκεί τελικά με έδιωξαν και με έβαλε τελικά στο Πειραματικό όπου τελείωσα».
«Με τη Μερκούρη ήμασταν πολύ φίλοι. Ήταν συμμαθήτρια με την αδελφή μου, στο δεύτερο γυμνάσιο, στο Μαράσλειο στο Κολονάκι. Μετά τον πόλεμο, τη φλερτάριζα. Βγαίναμε τα βράδια μαζί με τη Δέσπω Διαμαντίδου και την Ελένη Χατζηαργύρη. Τότε, είχα ένα αυτοκινητάκι εκ συναρμολογήσεως, πήγαινα και έπαιρνα τη Μελίνα από το θέατρο της 3ης Σεπτεμβρίου και πηγαίναμε βόλτες. Ήταν ωραίος τύπος η Μελίνα, μία καλλονή, ευφυής άνθρωπος, χαιρόσουν να είσαι μαζί της. Ένας φίλος μου, ο Πύρρος Σπυρομήλιος, τα έφτιαξε μαζί της και νομίζω ήταν ο μοναδικός άντρας που ερωτεύτηκε η Μελίνα. Όταν την ρωτούσα για τον Ντασσέν, μου έλεγε “τον αγάπησα”, της έλεγα “σαν τον Πύρρο;”, “ε, όχι σαν τον Πύρρο”, μου απαντούσε, “αλλά τον αγάπησα”».
«Στη ζωή μου τα έχω κάνει όλα, αλλά θα ήθελα να κάνω τη δουλειά που μου άρεσε και που, λόγω συνθηκών, δεν τα κατάφερα: Να ασχολούμαι με τα βαπόρια Τα χρόνια όμως που ήμουνα νέος οι γονείς μου αποφάσιζαν για το τι θα γίνω στη ζωή μου, όχι εγώ. Ο πατέρας μου, από το 1912, είχε μία μεγάλη επιχείρηση υφασμάτων και ήθελε οπωσδήποτε να την ακολουθήσω. Εμένα όμως δεν μου πήγαινε με τίποτα. Ήμουνα 17 ετών, μόλις είχα τελειώσει το γυμνάσιο και μπήκαν οι Γερμανοί στην Ελλάδα. Αφορμή ήθελα να σηκωθώ και να φύγω για να μην ακολουθήσω αυτή τη δουλειά, δεν την ήθελα. Πήγα στον πόλεμο και γύρισα έπειτα από 4 χρόνια. Κατέβηκα από την Τουρκία στη Μέση Ανατολή, και ήμουνα πολύ υπερήφανος όταν γύρισα εδώ με την ταξιαρχία του Ρίμινι. Ο κόσμος μας είχε υποδεχτεί σαν ήρωες. Όλοι λένε “πολέμησαν”, δεν ξέρω που πολέμησαν όλοι αυτοί. Όταν επέστρεψα ο πατέρας μου επέμενε να ασχοληθώ με τα υφάσματα, αλλά εγώ δεν μπορούσα. Εάν βρίσκεσαι σε μία δουλειά η οποία δεν σ αρέσει, δεν πετυχαίνεις. Πήγα λοιπόν, στο Παρίσι. Εκεί ξεκίνησα δουλειές με τα βιβλία, είχα την αντιπροσωπεία της εγκυκλοπαίδειας Μπριτάνικα για 8 χρόνια περίπου, αλλά δεν ήταν αυτό που ήθελα. Έβγαλα αρκετά χρήματα από αυτό, την είχα και πουλούσα για όλη την Ευρώπη. Αυτό όμως που επιθυμούσα ήταν να πάρω βαπόρια, αλλά ο πατέρας μου- παρόλο που είχε επιχείρηση και χρήματα- δεν με βοήθησε. Πήρα μονοκόμματα δύο βαπόρια, τα οποία η σκανδιναβική εταιρεία τα έδινε μόνο με εγγυητική τραπέζης και τα οποία ήταν ναυλωμένα στην Κίνα. Είχα την ατυχία όμως της έναρξης του πολέμου των επτά ημερών, έκλεισε το Σουέζ για πάρα πολύ καιρό και αυτά τα βαπόρια αποκλείστηκαν στην Κίνα με την οποία δεν υπήρχε τότε επικοινωνία λόγω του καθεστώτος του Μάο. Μετακόμισα στο Χογκ Κογκ για να τα κουμαντάρω, αλλά τελικά χαθήκανε. Επέστρεψα στην Ελλάδα με το τίποτα. Έχασα δυόμισι εκατομμύρια δολάρια! Σκέψου ότι είχαν ήδη ξεχρεωθεί. Ο πατέρας μου είχε πεθάνει και ήμουνα στον πάτο. Χρήματα δεν μου άφησε. Είχα ένα σπίτι στη Μύκονο, πήγα και έκατσα εκεί- Χειμώνα Καλοκαίρι- για τρία χρόνια. Εκεί έγραψα το πρώτο μου βιβλίο, το “εν οίκω εν δήμω”, περιγραφικό της ζωής μου. Άρεσε φοβερά και πούλησε 140 χιλιάδες αντίτυπα, αριθμό στον οποίο είχε φτάσει και το “Γιούγκερμαν”».
«Όταν διάβασε αυτό το βιβλίο η Ελένη Βλάχου μου είχε πει “εσύ γράφεις και γράφεις καλά! Δεν έρχεσαι στην Καθημερινή;”. Πήγα. Είχα δικό μου χρονογράφημα και ζούσα από αυτό. Ήμουνα τυχερός διότι εγώ δεν ξεκίνησα από τα φαρμακεία και τη στάθμη του νερού της λίμνης, όπως ο φίλος μου ο Φρέντυ Γερμανός στην “Μεσημβρινή”. Ύστερα από ένα χρόνο, με φώναξε ο Κυριαζίδης από τον “Ταχυδρόμο”. Δούλευα ταυτόχρονα και στα δύο έντυπα, αυτό είχαμε συμφωνήσει. Και μετά δούλευα και στην τηλεόραση. Ήμουνα νέος, 35 χρόνων και δούλευα συνεχώς. Κάθε μέρα μου ζητούσαν να γράφω κομμάτια για τα περιοδικά. Ποτέ δεν αισθανόμουνα star, αλλά ένιωθα ότι με αναγνωρίζουν. Εγώ δεν καβάλησα ποτέ καλάμια στη ζωή μου, οι άνθρωποι ξέρουν ποιος είμαι, τι είμαι, τι έχω κάνει στη ζωή μου, ποτέ δεν χρειάστηκε να παραστήσω τον καμπόσο. Στην εφημερίδα ήτανε τότε ένας διευθυντής που με μισούσε. Ο ιδιοκτήτης, μου το εξήγησε: “Δεν έχετε αντιληφθεί τι συμβαίνει με εσάς; Εσείς δεν πουλήσατε κουλούρια στην Ομόνοια όταν ήσασταν νέος και αυτό πονάει”. Τι να έκανα; Γεννήθηκα αστός. Μέχρι σήμερα δεν με έχουν βάλει ποτέ στην Ένωση Συντακτών, με είχαν απορρίψει. Κι ας έχω γράψει δέκα φορές παραπάνω κείμενα από αυτούς που είναι σήμερα μέλη. Δεν έχω περίθαλψη από τη δουλειά μου, 40 χρόνια δημοσιογράφος».
«Στη Μύκονο είχα πρωτοπάει το Καλοκαίρι του 40. Η παρέα της Μυκόνου μετά, ήταν η Ελένη Βλάχου, ο Τάκης Χορν, η Μελίνα κι εγώ. Στο νησί τότε δεν υπήρχε φως, τηλέφωνο, τίποτα. Οι Μυκονιάτες όμως ήταν έξυπνοι διότι είδαν ότι όταν έρχονταν ξένοι στο νησί τους άφηναν λεφτά, δεν τους κυνηγούσαν όπως γινόταν σε άλλα νησιά επειδή φόραγαν σορτς. Έχω δέκα χρόνια να πάω στη Μύκονο, αλλά δεν θέλω τώρα να την επισκεφθώ. Οι άνθρωποι τώρα εκεί είναι άλλης νοοτροπίας, είναι φαντασμένοι, κάνουν επίδειξη και εμένα αυτά δεν μου αρέσουν. Οι φίλοι που είχα εγώ εκεί, πέθαναν όλοι. Εγώ είμαι άνθρωπος της παλαιάς σχολής».
«Γνώρισα πολλούς νεόπλουτους. Είναι η χειρότερη μορφή των νεοελλήνων, “μιλάνε” από μακριά. Μιλάνε και δείχνουν τον πλούτο τους συνεχώς. Αναγκαστικά κάποιο φεγγάρι, λόγω της τότε γυναίκας μου της Κατερίνας Παπαδημητρίου, που είχε κάποιους από αυτούς φίλους, τους συναναστρεφόμουν. Αλλά, τους σιχαινόμουν βαθύτατα».
«Με τις γυναίκες ήμουνα τυχερός. Δεν ήμουνα όμορφος. Η Ελένη Βλάχου έλεγε “αυτό το παιδί, το Ζαχάκι, γεννήθηκε με 100 ρυτίδες”, ήμουνα πάντα έτσι. Παρόλα αυτά, άρεσα. Όταν έκανα απολογισμό στη ζωή μου ανακάλυψα ότι είχα κάποιες φιλενάδες πάμπλουτες, από τις πλουσιότερες στην Ευρώπη. Όλες αυτές όμως που παντρεύτηκα ήτανε τσίμα τσίμα, καμία δεν είχε λεφτά. Το μυστικό με τις γυναίκες για να έρχονται σε σένα, είναι να μην κυνηγάς καμία. Εγώ ήμουνα παντελώς αδιάφορος και αυτό τις έφερνε κοντά μου. Όταν μία γυναίκα την μεταχειρίζεσαι με αδιαφορία, παθαίνει λαλά, της στρίβει. Παντρεύτηκα τέσσερις φορές. Νόμιζα πως θα κατακάτσω με κάποια από αυτές, αλλά δεν μου μεινε καμία. Ίσως ήταν και ο χαρακτήρας μου τέτοιος».
«Η Τζένη έπεσε σε δύσκολη εποχή, δική μου. Ήταν η περίοδος που έτρεχα με τα βαπόρια και όλο ταξίδευα. Δεν με ενδιέφερε που έλεγαν “ο κύριος της κυρίας Καρέζη”, το διασκέδαζα, δεν είχα συμπλέγματα. Είχα γεννηθεί με οικονομική άνεση από το σπίτι μου και αυτό έχει μεγάλη σημασία για ένα παιδί, ώστε να μην έχει κόμπλεξ όταν βρεθεί δίπλα από τέτοιους ανθρώπους που τους ήξερε όλος ο κόσμος. Η Τζένη ήτανε καλό κορίτσι, αλλά έκανε κακό στον εαυτό της: Κάπνιζε, έπινε και λιγάκι. Όταν της το λεγα, μου απαντούσε “μα κι εσύ πίνεις!” και της έλεγα “μα εσύ πουλάς τα μούτρα σου!”. Κουραζότανε πολύ. Επτά το πρωί ερχόταν στο σπίτι μας ο Κελεσίδης, ο μακιγιέρ του Φίνου και την έβαφε. Κοιμόταν και την έβαφε! Τα βράδια είχε δύο παραστάσεις την ημέρα. Ζήλευε κιόλας. Της έβαζαν λόγια ότι “ο Ζάχος έχει μία φιλενάδα στο Παρίσι” και της έλεγα “ποιος είμαι; Ο Ρόμπερτ Τέιλορ;”. “Εγώ είμαι η Καρέζη”, μου έλεγε “δεν μπορείς να με κερατώνεις”, “μα ποιος σε κερατώνει μωρέ;” της έλεγα. Η ζωή μου με την Καρέζη δεν ήτανε βολική. Όταν κοιμόμουνα, εκείνη ξύπναγε και το αντίθετο. Οι θεατρίνοι πρέπει να παντρεύονται με ανθρώπους του σιναφιού τους, δεν γίνεται αλλιώς».
«Σπάνια ήμουνα πιστός σε μια γυναίκα. Μία ή δύο γυναίκες αγάπησα στη ζωή μου. Το πολύ. Αλλά, όλες όσες ήταν μαζί μου ήταν πολύ ωραίες γυναίκες, άμα δεν ήταν η άλλη ωραία γυναίκα δεν πλησίαζα. Δεν είμαι μαραθωνοδρόμος, είμαι κατοστάρης κοντινών αποστάσεων με τις γυναίκες. Στα δύο, τρία χρόνια το πολύ, τις βαριόμουνα. Χώριζα όταν τελείωνε ο έρωτας και μετά γινόμασταν φίλοι. Με τη Τζένη για παράδειγμα, βγαίναμε ως φίλοι και μετά το χωρισμό μας. Ήμουνα πολύ φυσιολογικός άνθρωπος: Δεν νευρίαζα με τις γυναίκες, δεν έδερνα, διότι δεν τα είχα δει στο σπίτι μου αυτά τα πράγματα. Οι γονείς μου ήτανε 67 χρόνια παντρεμένοι και δεν θυμάμαι ποτέ να αντάλλαξαν βαριά κουβέντα. Έχω φάει αντικείμενα στο κεφάλι από νεύρα, αλλά δεν έχω χτυπήσει εγώ. Η ζήλια των γυναικών είναι “φυσικό φαινόμενο”. Πολλές γυναίκες μου έλεγαν ότι θα σκοτωθούν εξαιτίας μου. Δέκα φορές έχω ανοίξει τη μπαλκονόπορτα και τους έχω πει: “ορίστε, πήδα”. Καμία δεν το έκανε. Η τελευταία φιλενάδα που είχα, ήτανε μία Ελβετίδα. Αλλά, κάπνιζε και δεν άντεχα. Έκανα πολλές τρέλες με τις γυναίκες. Κάποτε είχε έρθει εδώ η Τζούλι Άντριους, τη γνώρισα, κάναμε διάφορα και μετά πήγα μαζί της στην Αγγλία. Έγραφαν πολλά οι εφημερίδες. Ο έρως, υπόψιν, δεν είναι πολύ καλή δουλειά. Συχνά δεν σε αφήνει να μην στενοχωρηθείς. Σου επιβάλλεται περισσότερο από τη βούληση του εαυτού σου. Και εμένα δεν μου αρέσει να στενοχωριέμαι».
«Τώρα είμαι μόνος μου και δεν μπορώ να μείνω με άνθρωπο, διότι ξεσυνήθισα. Δεν είναι καθόλου καλό αυτό βέβαια, αλλά δεν μου πάει πια. Εγώ τη νύχτα δουλεύω με τα βιβλία μου μέχρι τις 12 το βράδυ, κοιμάμαι και στις 3 το πρωί ξυπνάω. Ετοιμάζω τσάι, βλέπω κανά φίλμ και ξανακοιμάμαι. Το πρωί πηγαίνω στο δήμο, είμαι ειδικός σύμβουλος του δημάρχου, δεν κατεβαίνω πια σε ψηφοδέλτιο, βγήκα πέντε φορές πρωτοδεύτερος. Θέλω να παραιτηθώ, αλλά δεν με αφήνουνε. Ο Κακλαμάνης δουλεύει πολύ. Τώρα θέλω να ξαναβάλω τα παλιά αγάλματα που υπήρχαν στα κτήρια της Αθήνας, βρήκα τα καλούπια στην Αυστρία. Αυτός είναι ο στόχος μου. Έρχομαι στο σπίτι μου στο Παλιό Φάληρο στις 2 το μεσημέρι, τρώω και κοιμάμαι. Από τις 6 το απόγευμα γράφω τα βιβλία μου ή πάω σε εξόδους. Μου αρέσει πολύ να τρώω με φίλους. Κοσμική ζωή έχω κάνει πολύ στη ζωή μου, έβγαινα κάθε βράδυ. Τώρα τα βαρέθηκα όλα αυτά. Που να τρέχω; Δεν μπορώ να ξενυχτάω και να πίνω. Στη ζωή μου έχω πιει τον περίδρομο, ένα ολόκληρο εργοστάσιο βότκα».
«Το μεγάλο μου πάθος είναι τα αυτοκίνητα. Πηγαίνω κάθε τόσο στα γκραν πρι και συμμετέχω με το δικό μου αμάξι. Έχω μία μερσεντές διθέσια σπορ. Πάει πολύ γρήγορα, έχω πιάσει πρόσφατα 270 χιλιόμετρα. Επίσης, μου αρέσουν πολύ τα ταξίδια, πήγα σε όλο τον κόσμο. Τα ωραιότερα μου ταξίδια τα έκανα στον Μαυρίκιο, προτού τον ανακαλύψουν όλοι αυτοί που σήμερα φωτογραφίζονται στα περιοδικά. Τώρα, δεν μπορώ να κάνω 11 ώρες ταξίδι από τη Γενεύη για να πάω εκεί. Κουράζομαι».
«Με το θάνατο είμαι συμφιλιωμένος. Έχω κάνει και την προτομή μου. Ίσως επειδή το θάνατο τον έζησα από πολύ κοντά στον πόλεμο, πέθαιναν δίπλα μου οι καλύτεροι μου φίλοι, τους είδα κομμάτια πλάι μου, συνήθισα. Μέσα στον πόνο μου όμως ήμουνα ευχαριστημένος, διότι εγώ την είχα γλιτώσει. Οι φιλίες είναι πιο σημαντικές από τον έρωτα, διότι αυτός πάντοτε τελειώνει. Οι φίλοι όμως δεν είναι για να λύνουν τα προβλήματα σου. Έχω πολύ καλούς φίλους, όμως τα προβλήματά μου είναι δικά μου και θα τα λύσω εγώ με τον τρόπο μου. Κανείς άλλος δεν ξέρει. Ποτέ δεν ήθελα τη γνώμη ενός “συμβουλίου” για να μου πει εμένα τι θα κάνω με τη ζωή μου».«Έχω μία κόρη, τη Μανίτα και τρία εγγόνια. Κανείς δεν μ έχει ποτέ τους “μπαμπά” ή “παππού”, “Ζάχο” με λένε όλοι. Η μητέρα της κόρης μου είναι η Δανάη η Κύρου της Εστίας. Όλα μου τα εγγόνια είναι προκομμένα. Δεν τους δίνω συμβουλές. Η μόνη συμβουλή που μπορώ να δώσω σε κάποιον, είναι να γίνει ανεξάρτητος οικονομικά. Περίπτερο, που λέει ο λόγος, να ανοίξει, να είναι δικό του. Να μην εξαρτιέται από άλλους».
«Καλά πέρασα στη ζωή μου. Η συνείδησις μου δεν με συγχύζει, είμαι πολύ καθαρός άνθρωπος και λέω πάντοτε την αλήθεια. Προχτές είδα τον Αβραμόπουλο και τον ρώτησα αν έχει γράψει τον επικήδειό μου. “Μωρέ ξέρω τι θα πω”, μου λέει, “πέθανε εσύ και θα τον φτιάξω εγώ”. Κάτω από τον τάφο μου γράφει: “Έζησα όπως ήθελα. Χαίρεται”. Ωραίο δεν είναι;».
Δημοσιεύθηκε στον "Ελεύθερο Τύπο της Κυριακής" τον Μάιο του 2009.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


