Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημοσιογράφοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημοσιογράφοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

28.10.13

ΕΛΕΝΑ ΑΚΡΙΤΑ: "ΠΑΝΤΑ ΘΑ ΛΟΓΟΔΟΤΩ ΣΤΟΝ ΜΠΑΜΠΑ ΜΟΥ"


Μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της ελληνικής  δημοσιογραφίας, η κόρη του Κύπριου λογοτέχνη και υπουργού Λουκή Ακρίτα από τη Μόρφου, επιλέγει το «Life» -σε μία από τις σπάνιες πια φωτογραφήσεις και συνεντεύξεις της- για να καταθέσει το μοναδικό και πολύτιμο αποτύπωμα του κοφτερού και καίριου μυαλού της σε λόγο.

Μεγάλωσα στη λεωφόρο Λουκή Ακρίτα- την οδό που συνδέει τη γέφυρα του Πεδιαίου, απέναντι από το Δημοτικό Κήπο της Λευκωσίας, με τον Άγιο Δομέτιο. Στο σπίτι όπου εργαζόταν η μάνα μου ως οικιακή βοηθός -εκείνο της οικογένειας Μελεάγρου, στην οδό Μεσολογγίου-, πήγαινα μετά το τέλος άλλης μίας σχολικής μέρας στο δημοτικό σχολείο του Αγίου Ανδρέα, για να με βοηθήσει στα διαβάσματά μου η γιαγιά μου (εκείνη που η ζωή επέλεξε να μου μεταγγίσει σε αίμα, αντί των βιολογικών), η Ευρού Χατζηδημητρίου. Γύρω στα 8 μου μόλις χρόνια, για να με κρατάει ήσυχο στη φασαρία των μεσημεριών που τα τζιτζίκια σκάνε τραγουδώντας και οι ηλικιωμένοι πέφτουν σε ραστώνη, είχε τραβήξει ένα μυθιστόρημα, το μεγαλύτερο που είχαν δει μέχρι τότε τα παιδικά μου μάτια, από τη μεγάλη βιβλιοθήκη του υπογείου- ήταν «Ο κάμπος». «Το έγραψε ο αδελφός μου», μου είχε πει. «Ζούσε στην Αθήνα, ήταν υπουργός Παιδείας εκεί και πέθανε νέος, στα 56 του χρόνια. Η κόρη του, ένα κοριτσάκι με ξανθά μαλλιά και γαλάζια μάτια -πολύ όμορφο- εδώ, κοντά μας, περνούσε τα καλοκαίρια της». Είχε συγκινηθεί πολύ- θυμάμαι ακόμη πολύ καθαρά τα μάτια της να γεμίζουν στάλες. Αν και με μεγάλες δυσκολίες, το διάβασα. Δέκα χρόνια πιο νωρίς από την ηλικία που άντεξε να το διαβάσει η κόρη του, κάποια χρόνια πριν. Κι ύστερα διάβασα τον «Νέο με καλάς συστάσεις», τους «Αρματωμένους», τους «Ομήρους». Έτσι όπως τα γράφω αυτά, τα αφηγήθηκα και στην ίδια την Έλενα όταν συναντηθήκαμε γι’ αυτή τη συνέντευξη που αποφάσισε -όχι χωρίς κόπο- να δώσει στο «Life». Είχε γουρλώσει τα μάτια της και με κοίταζε. «Γιατί δεν μου τα ’χες πει ποτέ αυτά μέχρι σήμερα;». Κι ήταν σαν να γνωριζόμασταν ξανά από την αρχή, αν και είχαμε μιλήσει αρκετές φορές μέχρι τότε (κυρίως για να εισπράξω τα «όχι» της, αφού επιλέγει να είναι εξαιρετικά σπάνια στις συνεντεύξεις που θέλει να δίνει πια στα media). Κι ύστερα μου μίλησε για τις γεύσεις του φαγητού που διατηρεί ακόμα στη μνήμη του ουρανίσκου της, των κεφτέδων και των τηγανητών πατατών με κέτσαπ που ζητούσε, κάθε μεσημέρι, να της φτιάχνει η μάνα μου για να φάει, όταν η οικογένεια των θείων της ξεκουραζόταν, αφού -όπως της εκμυστηρευόταν, κρατώντας με λαιμαργία το πιρούνι με τα δαχτυλάκια της- κάτι της θύμιζαν από την Αθήνα, από το σπίτι της και τον μπαμπά της. Κάτι ταυτόχρονα κοινό, σπάνιο, πικρό και γλυκό- κάτι πολύ δικό της. - See more at: http://elita.philenews.com/el-gr/people-sunantisis/1478/11818/elena-akrita-panta-tha-logodoto-ston-bampa-mou#sthash.YzmOphq3.dpuf
Μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της ελληνικής  δημοσιογραφίας, η κόρη του Κύπριου λογοτέχνη και υπουργού Λουκή Ακρίτα από τη Μόρφου, επιλέγει το «Life» -σε μία από τις σπάνιες πια φωτογραφήσεις και συνεντεύξεις της- για να καταθέσει το μοναδικό και πολύτιμο αποτύπωμα του κοφτερού και καίριου μυαλού της σε λόγο.

Μεγάλωσα στη λεωφόρο Λουκή Ακρίτα- την οδό που συνδέει τη γέφυρα του Πεδιαίου, απέναντι από το Δημοτικό Κήπο της Λευκωσίας, με τον Άγιο Δομέτιο. Στο σπίτι όπου εργαζόταν η μάνα μου ως οικιακή βοηθός -εκείνο της οικογένειας Μελεάγρου, στην οδό Μεσολογγίου-, πήγαινα μετά το τέλος άλλης μίας σχολικής μέρας στο δημοτικό σχολείο του Αγίου Ανδρέα, για να με βοηθήσει στα διαβάσματά μου η γιαγιά μου (εκείνη που η ζωή επέλεξε να μου μεταγγίσει σε αίμα, αντί των βιολογικών), η Ευρού Χατζηδημητρίου. Γύρω στα 8 μου μόλις χρόνια, για να με κρατάει ήσυχο στη φασαρία των μεσημεριών που τα τζιτζίκια σκάνε τραγουδώντας και οι ηλικιωμένοι πέφτουν σε ραστώνη, είχε τραβήξει ένα μυθιστόρημα, το μεγαλύτερο που είχαν δει μέχρι τότε τα παιδικά μου μάτια, από τη μεγάλη βιβλιοθήκη του υπογείου- ήταν «Ο κάμπος». «Το έγραψε ο αδελφός μου», μου είχε πει. «Ζούσε στην Αθήνα, ήταν υπουργός Παιδείας εκεί και πέθανε νέος, στα 56 του χρόνια. Η κόρη του, ένα κοριτσάκι με ξανθά μαλλιά και γαλάζια μάτια -πολύ όμορφο- εδώ, κοντά μας, περνούσε τα καλοκαίρια της». Είχε συγκινηθεί πολύ- θυμάμαι ακόμη πολύ καθαρά τα μάτια της να γεμίζουν στάλες. Αν και με μεγάλες δυσκολίες, το διάβασα. Δέκα χρόνια πιο νωρίς από την ηλικία που άντεξε να το διαβάσει η κόρη του, κάποια χρόνια πριν. Κι ύστερα διάβασα τον «Νέο με καλάς συστάσεις», τους «Αρματωμένους», τους «Ομήρους». Έτσι όπως τα γράφω αυτά, τα αφηγήθηκα και στην ίδια την Έλενα όταν συναντηθήκαμε γι’ αυτή τη συνέντευξη που αποφάσισε -όχι χωρίς κόπο- να δώσει στο «Life». Είχε γουρλώσει τα μάτια της και με κοίταζε. «Γιατί δεν μου τα ’χες πει ποτέ αυτά μέχρι σήμερα;». Κι ήταν σαν να γνωριζόμασταν ξανά από την αρχή, αν και είχαμε μιλήσει αρκετές φορές μέχρι τότε (κυρίως για να εισπράξω τα «όχι» της, αφού επιλέγει να είναι εξαιρετικά σπάνια στις συνεντεύξεις που θέλει να δίνει πια στα media). Κι ύστερα μου μίλησε για τις γεύσεις του φαγητού που διατηρεί ακόμα στη μνήμη του ουρανίσκου της, των κεφτέδων και των τηγανητών πατατών με κέτσαπ που ζητούσε, κάθε μεσημέρι, να της φτιάχνει η μάνα μου για να φάει, όταν η οικογένεια των θείων της ξεκουραζόταν, αφού -όπως της εκμυστηρευόταν, κρατώντας με λαιμαργία το πιρούνι με τα δαχτυλάκια της- κάτι της θύμιζαν από την Αθήνα, από το σπίτι της και τον μπαμπά της. Κάτι ταυτόχρονα κοινό, σπάνιο, πικρό και γλυκό- κάτι πολύ δικό της. - See more at: http://elita.philenews.com/el-gr/people-sunantisis/1478/11818/elena-akrita-panta-tha-logodoto-ston-bampa-mou#sthash.YzmOphq3.dpuf

Μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της ελληνικής  δημοσιογραφίας, σε μία από τις σπάνιες φωτογραφήσεις και συνεντεύξεις της, καταθέτει το μοναδικό, πολύτιμο αποτύπωμα του κοφτερού και καίριου μυαλού της σε λόγο. 
Μεγάλωσα στη λεωφόρο Λουκή Ακρίτα- την οδό που συνδέει τη γέφυρα του Πεδιαίου, απέναντι από το Δημοτικό Κήπο της Λευκωσίας, με τον Άγιο Δομέτιο. Στο σπίτι όπου εργαζόταν η μάνα μου ως οικιακή βοηθός -εκείνο της οικογένειας Μελεάγρου, στην οδό Μεσολογγίου-, πήγαινα μετά το τέλος άλλης μίας σχολικής μέρας στο δημοτικό σχολείο του Αγίου Ανδρέα, για να με βοηθήσει στα διαβάσματά μου η γιαγιά μου (εκείνη που η ζωή επέλεξε να μου μεταγγίσει σε αίμα, αντί των βιολογικών), η Ευρού Χατζηδημητρίου. Γύρω στα 8 μου μόλις χρόνια, για να με κρατάει ήσυχο στη φασαρία των μεσημεριών που τα τζιτζίκια σκάνε τραγουδώντας και οι ηλικιωμένοι πέφτουν σε ραστώνη, είχε τραβήξει ένα μυθιστόρημα, το μεγαλύτερο που είχαν δει μέχρι τότε τα παιδικά μου μάτια, από τη μεγάλη βιβλιοθήκη του υπογείου- ήταν «Ο κάμπος». «Το έγραψε ο αδελφός μου», μου είχε πει. «Ζούσε στην Αθήνα, ήταν υπουργός Παιδείας εκεί και πέθανε νέος, στα 56 του χρόνια. Η κόρη του, ένα κοριτσάκι με ξανθά μαλλιά και γαλάζια μάτια -πολύ όμορφο- εδώ, κοντά μας, περνούσε τα καλοκαίρια της». Είχε συγκινηθεί πολύ- θυμάμαι ακόμη πολύ καθαρά τα μάτια της να γεμίζουν στάλες. Αν και με μεγάλες δυσκολίες, το διάβασα. Δέκα χρόνια πιο νωρίς από την ηλικία που άντεξε να το διαβάσει η κόρη του, κάποια χρόνια πριν. Κι ύστερα διάβασα τον «Νέο με καλάς συστάσεις», τους «Αρματωμένους», τους «Ομήρους». Έτσι όπως τα γράφω αυτά, τα αφηγήθηκα και στην ίδια την Έλενα όταν συναντηθήκαμε γι’ αυτή τη συνέντευξη που αποφάσισε -όχι χωρίς κόπο- να δώσει στο «Life». Είχε γουρλώσει τα μάτια της και με κοίταζε. «Γιατί δεν μου τα ’χες πει ποτέ αυτά μέχρι σήμερα;». Κι ήταν σαν να γνωριζόμασταν ξανά από την αρχή, αν και είχαμε μιλήσει αρκετές φορές μέχρι τότε (κυρίως για να εισπράξω τα «όχι» της, αφού επιλέγει να είναι εξαιρετικά σπάνια στις συνεντεύξεις που θέλει να δίνει πια στα media). Κι ύστερα μου μίλησε για τις γεύσεις του φαγητού που διατηρεί ακόμα στη μνήμη του ουρανίσκου της, των κεφτέδων και των τηγανητών πατατών με κέτσαπ που ζητούσε, κάθε μεσημέρι, να της φτιάχνει η μάνα μου για να φάει, όταν η οικογένεια των θείων της ξεκουραζόταν, αφού -όπως της εκμυστηρευόταν, κρατώντας με λαιμαργία το πιρούνι με τα δαχτυλάκια της- κάτι της θύμιζαν από την Αθήνα, από το σπίτι της και τον μπαμπά της. Κάτι ταυτόχρονα κοινό, σπάνιο, πικρό και γλυκό- κάτι πολύ δικό της. 
-Είναι «αμαρτωλό» το τελευταίο σας βιβλίο, «το μήλο βγήκε απ’ τον παράδεισο»; 
-Υπάρχουν ορισμένοι θρησκόληπτοι ή κάποιοι που ανήκουν σε παραθρησκευτικές οργανώσεις οι οποίοι προφανώς το θεωρούν «αμαρτωλό», «αιρετικό» ή οτιδήποτε άλλο, επειδή αντιμετωπίζει με χιούμορ τα γεγονότα της Παλαιάς Διαθήκης. Για παράδειγμα, ο Κάιν λέει στη μαμά του «μαμά, πάω να σκοτώσω τον αδελφό μου» και η μητέρα του τού απαντά «μπουφάν να πάρεις, παιδί μου!». Αν αυτό κάποιοι το αντιμετωπίζουν ως βλάσφημο, λυπάμαι που θα το πω έτσι, αλλά δεν είναι δικό μου το πρόβλημα. Αυτό που μπορεί να με σοκάρει είναι ότι σε μία εποχή που η ελληνική κοινωνία σαφώς συντηριτικοποιείται, το να ακούω και να διαβάζω απειλητικά και υβριστικά μηνύματα που λένε «θα κάψουμε το βιβλίο σου, δεν έχουμε πετρέλαιο και θα ζεσταθούμε», εμένα με τρομάζει. Και μόνο η σκέψη του να κάψεις ένα βιβλίο με συγκλονίζει, με ταράζει, θεωρώ ότι αυτό είναι ένας άκρατος φασισμός. Παρόλα αυτά, δεν ιδρώνει το αφτί του κόσμου και των αναγνωστών. Και ευτυχώς. Εδώ θέλω να διευκρινίσω ότι ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης δεν έχει καμία σχέση με το Θεό της Καινής Διαθήκης, που είναι γεμάτος μεγαλοθυμία και αγάπη. Ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης είναι ένας εκδικητικός και σκληρός Θεός. Από εκεί και πέρα, αν κάποιοι θεωρούν ότι η γυναίκα του Λωτ έγινε αλάτι, ο Μωυσής σήκωνε τα χέρια του και άνοιγαν οι θάλασσες, ή ότι ο Ιωνάς πέρασε ένα μαγευτικό τριήμερο μέσα στην κοιλιά μιας φάλαινας, ε, ας το κοιτάξουν! Λυπάμαι, εγώ όλα αυτά τα βρίσκω πάρα πολύ αστεία, οι αναγνώστες μου που έκαναν το βιβλίο best seller τα βρίσκουν επίσης αστεία και αυτή την αστεία πλευρά θέλω να αποδώσω με το βιβλίο μου. 

4.9.13

ΒΙΚΥ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ: "ΜΕ ΦΛΕΡΤΑΡΟΥΝ, ΕΝΩ ΞΕΡΟΥΝ ΟΤΙ ΕΙΜΑΙ ΠΑΝΤΡΕΜΕΝΗ"


-Πως καταφέρνεις να είσαι πάντα τόσο αισιόδοξη, παρά τα όσα μπορεί να συμβαίνουν στη ζωή σου αλλά και γενικότερα;
-Κι εγώ έχω αναρωτηθεί γι αυτό, αλλά μάλλον πρέπει να γεννήθηκα έτσι. Είναι γονιδιακό: Γεννήθηκα αισιόδοξη. Και αυτό, παρά τις δυσκολίες και παρά τα όσα συμβαίνουν στη ζωή ολονών μας. Με τον ίδιο τρόπο που κάποιος γεννιέται γαλανομάτης, ξανθός και πάει λέγοντας… 
-Έτσι ήσουν από παιδί;
-Ναι. Αυτό ήταν κάτι που μου είχε μάθει ο μπαμπάς μου-η μεγάλη αυτή πρόσφατη απώλεια της ζωής μου-αλλά και η μαμά μου. Πάντα έβλεπα μισογεμάτα τα πράγματα, ποτέ δεν είδα κάτι μισοάδειο. Πάντοτε αντίκριζα την προοπτική στο να γίνει κάτι καλύτερο και όχι στο πόσο χάλια είναι κάτι ή πόσο ατελές. Γιατί ήξερα πως, ακόμη κι αυτό το ατελές, έχει τις δυνατότητες να γίνει τέλειο.
-Και πως αντιμετώπιζες τις στιγμές που τα πράγματα στη ζωή σου δεν πήγαιναν έτσι όπως εσύ θα επιθυμούσες;
-Έλεγα πάντα ότι είναι μία δοκιμασία που θα πρέπει να την περάσω γιατί θα με κάνει καλύτερο άνθρωπο, γιατί θα μου διδάξει πράγματα. Όπως σε όλους τους ανθρώπους, έτσι και σε μένα, έχουν συμβεί πολλά άσχημα στη ζωή-δεν αποτελώ εξαίρεση. Θέματα που αφορούν στην υγεία, στην εργασία, στην οικογένεια γενικότερα. Δεν μπορείς να ξεφύγεις από τα προβλήματα-αυτή είναι η ανθρώπινη μοίρα. Το έζησα και πρόσφατα αυτό, όταν έφυγε ο πατέρας μου απ τη ζωή, που τόσο πολύ αγαπούσα…Ξέρεις, είναι σαν αυτό που υπάρχει στην επιτύμβια πλάκα του Παπαδιαμάντη στη Σκιάθο: «Σαν να ‘χαν ποτέ τελειωμό τα βάσανα και οι στεναγμοί του κόσμου…». Και από αυτά τα βάσανα-σε διαβεβαιώ-δεν ξεφεύγει κανείς...

13.4.13

ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΑΝΕΖΗΣ: "ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΞΕΣΠΑΣΕ ΕΝΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ, ΠΟΥ ΤΩΡΑ ΚΡΑΤΑ ΟΜΗΡΟΥΣ ΜΙΑ ΧΩΡΑ ΚΑΙ ΕΝΑΝ ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΛΑΟ"



Με περισσότερα από 80 ντοκιμαντέρ και αντίστοιχες ανταποκρίσεις από όλο τον κόσμο σε κορυφαία γεγονότα του πλανήτη, ο δημιουργός της «Εμπόλεμης Ζώνης» και δημοσιογράφος στο δελτίο ειδήσεων του Mega Ελλάδος, είναι από τους ελάχιστους που μπορούν να εξηγήσουν τι πραγματικά «είδε» κατά τη διάρκεια της τελευταίας του αποστολής, πριν από δύο βδομάδες, στην Κύπρο.
Από τη Βόρεια Κορέα, το Νεπάλ, το Κόσοβο, το Ιράκ, το Αφγανιστάν και τα νησιά Φώκλαντς, μέχρι τη Σομαλία, τη Σιέρα Λεόνε, το Κογκό, την Κολομβία, τη Βιρμανία, τον Αμαζόνιο, τη Σαχάρα ή την Αλάσκα, ο Σωτήρης Δανέζης κατάφερε, όλα αυτά τα χρόνια που εργάζεται ως δημοσιογράφος, να αποδείξει πως ο φόβος δεν υπήρξε ποτέ σύμμαχος του αφού, σε κάθε του καινούργια αποστολή, έμοιαζε να βουτούσε ακαριαία σε οτιδήποτε φαινόταν ότι ισορροπούσε επικίνδυνα μεταξύ ζωής και ξαφνικού θανάτου. Ο ίδιος, σε μία προηγούμενή μας συνάντηση, δεν έδειχνε να συμφωνούσε στο παραπάνω αξίωμα: «Ο κίνδυνος είναι στοιχείο της δουλειάς μας, αλλά δεν είναι το πιο χαρακτηριστικό», μου είχε αναφέρει. «Εμπόλεμη ζώνη είναι οποιαδήποτε σύγκρουση: πολιτισμών, συμφερόντων, οικονομιών, μία σύγκρουση θρησκευτική-και όχι απαραίτητα ένοπλη». Αφορμή για την τωρινή μας συνάντηση, ήταν οι τελευταίες ανταποκρίσεις που έκανε από την Κύπρο για το δελτίο ειδήσεων του Mega Ελλάδος, με αφορμή τα πρόσφατα δραματικά γεγονότα στο νησί...
-Τι ήταν αυτό που σου έκανε μεγαλύτερη εντύπωση στη διάρκεια των γεγονότων με την οικονομία, που έζησες τις τελευταίες μέρες στην Κύπρο;
-Πιστεύω ότι σε όλους τους απεσταλμένους του ξένου Τύπου, απ’ όλο τον κόσμο, έκανε εντύπωση η ψυχραιμία με την οποία αντέδρασε ο Κυπριακός λαός-ειδικά την πρώτη ημέρα που άνοιξαν οι τράπεζες. Όλοι περίμενα εντελώς διαφορετικές εικόνες και αντιδράσεις έξω από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα του νησιού.
-Θα ήταν η πρώτη φορά που θα ζούσες-λόγω της δουλειάς σου-ένα bank run;
-Θα ήταν η πρώτη φορά, αν στο τέλος συνέβαινε κάτι τέτοιο. Πολλοί φαντάζονταν ότι θα δούμε κατά χιλιάδες τους πελάτες των τραπεζών να συνωστίζονται μπροστά στις γυάλινες πόρτες και την αστυνομία με τον στρατό να προσπαθήσει να κρατήσει μακριά το πλήθος. Στην Κύπρο το bank run δεν έγινε ποτέ και, ευτυχώς, δεν επαληθεύτηκαν τα χειρότερα σενάρια...

6.4.13

ΕΛΕΝΗ ΨΥΧΟΥΛΗ: "ΣΤΗ ΖΩΗ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΜΟΝΟ ΝΙΚΗΤΗΣ"


Στις δύσκολες μέρες που ζούμε, άνθρωποι σαν την Ελένη-με βαθιά κουλτούρα, σπάνια φιλοσοφία ζωής και εμπειρίες βιωμάτων όσες θα απολάμβαναν δέκα άνθρωποι μαζί-προσφέρει με τη χαρισματικότητα και το ταλέντο της (στη μαγειρική, στο λόγο, στην παρουσίαση, στη δημοσιογραφία) μία-κατά το δυνατόν-ανάσα, όταν οι αντοχές στερεύουν επικίνδυνα.
-Σπούδασες γαλλική φιλολογία, σκηνοθεσία και πιάνο ενώ, για 16 χρόνια, εργάστηκες ως βοηθός του γλύπτη Taki-τα δικά σου Λ.Ο.Κ, όπως χαρακτηρίζεις αυτά τα χρόνια. Πόσο απέχει αυτή η «καθωσπρέπει» εικόνα ενός «καλόβολου» φαινομενικά κοριτσιού από το απόλυτο vivere pericolosamente του Παρισιού, τα ξέφρενα parties, το ξεσάλωμα που έζησες, μέχρι το…κέντημα που έγινε η τωρινή νέα μεγάλη σου αγάπη; Πόσους «κρυμμένους» εαυτούς κρύβεις, Ελένη;
-(χαμογελάει) Η μονόπλευρη αντιμετώπιση της ζωής είναι κάτι που κυριολεκτικά απεχθάνομαι. Γιατί δεν πρέπει να κεντάω επειδή το βράδυ κάνω clubbing; Ή γιατί δεν πρέπει να κάνω παρέα με την περιπτερού μου επειδή είμαι δημοσιογράφος; Ποτέ δεν υποστήριξα μια συγκεκριμένη εικόνα για τον εαυτό μου. Είμαι ό,τι μου αρέσει κάθε στιγμή. Και μου αρέσουν πολλά-διαφορετικά και αντιφατικά μεταξύ τους-πράγματα. Η ποικιλία είναι το αλατοπίπερο της ευτυχίας. 
-Τα παιδικά σου χρόνια στο Βόλο πως ήταν; Το ίδιο εξωστρεφή και κοινωνικά, όπως μεγάλο κομμάτι της μετέπειτα-γνωστής σ εμάς-ζωής σου;
-Σαν παιδί ήμουν αρρωστημένα ντροπαλή και εσωστρεφής. Οι άνθρωποι με τρόμαζαν-το χειρότερό μου ήταν όταν μου απηύθυναν το λόγο. Ίσως γιατί ήμουν πάντα το πιο κοντό παιδί στην τάξη και το πιο μαζεμένο, ίσως γιατί η επαρχία τότε ήταν σαν ένα μελαγχολικό κουτί. Από την εφηβεία και μετά, όμως, αποφάσισα να συναντήσω τους ανθρώπους. Να συναντηθώ με την υπερκοινωνικότητα που με χαρακτηρίζει ως τώρα.
-Πόσο απείχαν αυτά που ονειρευόσουν τότε, από εκείνα με τα οποία ασχολήθηκες στη συνέχεια;
-Ποτέ σαν παιδί δεν ονειρεύτηκα κάτι συγκεκριμένο. Το μόνο που ήξερα, ήταν ότι ήθελα να φύγω από το Βόλο και να κυνηγήσω την τύχη μου στον κόσμο. Πάντα, όμως, μέσα μου ήξερα ότι θα διαπρέψω σε ό,τι κι αν κάνω. Στον εαυτό μου ποτέ δεν επέτρεψα την αποτυχία. Το μυστικό; Σκληρή δουλειά και ολοκληρωτική αφοσίωση...

24.3.13

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΞΕΒΑΝΗΣ: "ΜΟΝΟ ΟΙ ΑΝΟΗΤΟΙ ΔΕΝ ΦΟΒΟΥΝΤΑΙ"


-Μετά το δημοσίευμα του «HOT DOG» και του www.koutipandoras.gr που αφορούσε στον πρόεδρο πλέον της Κυπριακής Δημοκρατίας, Νίκο Αναστασιάδη, αλλά και ύστερα από το πόρισμα της ΜΟ.Κ.Α.Σ (σ.σ Μονάδα Καταπολέμησης Αδικημάτων Συγκάλυψης) ότι δεν ευσταθούν οι καταγγελίες σας, πολλοί ήταν εκείνοι που είπαν ότι η έρευνα σας δεν ήταν σωστή, ότι δεν γνωρίζατε πρακτικές που χρησιμοποιούνται απ’ όλα τα δικηγορικά γραφεία για τέτοιου είδους εταιρίες και συναλλαγές και πως οι πηγές σας, αυτή τη φορά, δεν ήταν έγκυρες… 
-Η έρευνα είναι κάτι που ενοχλεί και θα μου επιτρέψετε να το γνωρίζω πολύ καλά αυτό. Στην υπόθεση του κ. Νίκου Αναστασιάδη, η έρευνα είχε πραγματικά γεγονότα και μόνο γεγονότα. Δύο εταιρείες με μηδαμινά κεφάλαια, παίρνουν τεράστια δάνεια. Όλη αυτή η διαχείριση γίνεται από ένα πολιτικό πρόσωπο, που πρέπει να είναι ταυτισμένο με τη διαφάνεια. Η γυναίκα του Καίσαρα δεν φτάνει να δείχνει τίμια. Πόσο μάλλον ο Καίσαρας. Γνωρίζω πάρα πολύ καλά πως στην Κύπρο, η λειτουργία υπεράκτιων εταιρειών, ενδεχομένως να φαίνεται ως κομμάτι της νομιμότητας. Αλλά είναι κοινό μυστικό πως καλύπτει ένα πλαίσιο παρανομίας. Ένα σοβαρό θέμα που προέκυψε από την δημοσίευση του θέματος ήταν η λειτουργία του Τύπου στην Κύπρο. Πόσες εφημερίδες και παραδοσιακά Μέσα Ενημέρωσης δημοσίευσαν το θέμα; Δημοσίευσαν όμως την διάψευση. Και πάμε τώρα στην ουσία. Τι διέψευσε ο Πρόεδρος της Κύπρου; Ποιά τελικώς είναι αυτή η εταιρεία που πήρε τα δάνεια και της οποίας δεν ανακοινώθηκε το όνομα; Ο δικηγόρος μπορεί να λειτουργεί όπως θέλει. Όταν όμως θέτει υποψηφιότητα για το ύπατο αξίωμα πρέπει να λειτουργεί με διαφάνεια. Εμείς ρωτήσαμε πολλά πράγματα ακόμη που δεν απαντήθηκαν. Η συναλλαγή δηλώθηκε στον Δικηγορικό Σύλλογο για παράδειγμα; Λένε «μα έβγαλε πόρισμα η ΜΟ.Κ.Α.Σ (σ.σ Μονάδα Καταπολέμησης Αδικημάτων Συγκάλυψης)». Μου θυμίζει την Ελλάδα που όταν πιάσουμε ένα θέμα για τις Τράπεζες, απαντούν ότι ελέγχονται από την Τράπεζα της Ελλάδας, εμφανίζοντας έτσι μια «νόμιμη» λειτουργία. Τότε πώς έχουν γίνει όλες οι παρανομίες; Πώς έγιναν και στην Κύπρο; Πώς έπεσε έξω η Κυπριακή οικονομία, αφού λειτουργούσαν όλα καλά; Θέλω να πω πως οι πρώτοι που πρέπει να ελεγχθούν είναι οι λεγόμενες ελεγκτικές αρχές. Από εκεί ξεκινάει το πρόβλημα. Εμείς θα το κάνουμε δημοσιογραφικά. Η έρευνα της ΜΟΚΑΣ ξεκίνησε για να φέρει το αποτέλεσμα που δημοσιεύτηκε... 

13.2.13

ΜΑΝΙΝΑ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗ: "Η ΤΕΧΝΗ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙ ΝΑ ΜΑΣ ΚΑΝΕΙ ΝΑ ΚΑΤΑΛΑΒΟΥΜΕ ΤΗ ΖΩΗ"


-Θυμάσαι κάποια ατάκα που σου έχουν πει σε συνέντευξη με την οποία ταυτίστηκες;
-Με πολλές ατάκες έχω ταυτιστεί. Συνήθως βγαίνω από συνεντεύξεις και αισθάνομαι τέλεια σύμπνοια με τον συνεντευξιαζόμενο…εκτός από τον Παπακαλιάτη, που μου είπε ότι δεν πάει σχεδόν ποτέ διακοπές. Μα πώς αντέχει;
-Αν «η ζωή (δεν) είναι ταινία», τότε τι είναι;
-Στην ταινία μπορείς να βάλεις happy end, να φέρεις τους ανθρώπους κοντά, να στήσεις ιδανικές σχέσεις…το ίδιο και στα βιβλία. Στην ζωή δυστυχώς δεν γίνεται αυτό. Άλλος γράφει το φινάλε. Μη σου πώ, άλλος γράφει και τις σημαντικές σκηνές. Η ζωή είναι ζωή. Η Τέχνη προσπαθεί να μας κάνει να την καταλάβουμε.
-Τι είναι η ζωή;
-Ζωή σημαίνει να είμαστε γεροί και υγιείς, η οικογένειά μου κι εγώ.  Από και κι ύστερα, όλα γίνονται-όλα είναι εφικτά (για να δανειστώ ένα καλό κλισέ).
-Τι σημαίνει για σένα ο όρος best seller;
-Best seller στην Ελλάδα είναι οτιδήποτε πουλάει πάνω από 10.000 αντίτυπα τον πρώτο χρόνο κυκλοφορίας– αντικειμενικά. Το μόνο πραγματικό best seller μου ήταν το «Φεύγα!» που όντως πούλησε πάνω από 25- 30.000 κομμάτια όταν έγινε σήριαλ στο Mega. Τα υπόλοιπα…φτάνουν τις 10.000, αλλά μόνον τα μυθιστορήματα (οι συλλογές διηγημάτων δεν είμαι σίγουρη καν κατά πόσον πλησιάζουν αυτό το νούμερο, δεδομένου ότι «το διήγημα στην Ελλάδα δεν πουλάει» όπως λένε και οι ειδικοί). Best seller είναι κάτι που δεν μπορώ να μπώ στη διαδικασία να γράψω, αν κάτσει, οκέυ. Όταν κάποιος που δεν μου αρέσει η φάτσα του έρχεται και μου λέει «διάβασα το βιβλίο σου» μπερδεύομαι. Αναρωτιέμαι γιατί το αγόρασε, αφού είναι άσχετος με μένα, γιατί τα βιβλία είναι σαν να τα γράφω για κολλητούς μου. 
-Αισθάνεσαι ότι είσαι μπεστσελλερίστρια;
-Όχι, δεν αισθάνομαι μπεστεσελερίστας. Αισθάνομαι σαν να γράφω για τους φίλους μου.
-Πως αντιδρούσες στην αρχή όταν οι κριτικοί πυροβολούσαν τα βιβλία σου και τα χαρακτήριζαν «ελαφρά» ή «ροζ»;
-Μου φαινόταν περίεργο όταν με έθαβαν αλλά ποτέ δεν με είπαν «ροζ». Το θάψιμο αφορά συνήθως τη γλώσσα (πολλές βρισιές) και το σεξ (μπόλικο). Νομίζω ότι αν με έλεγαν «ροζ» θα τα έπαιρνα στο κρανίο. Ευτυχώς δεν χρειάστηκε. Την γλώσσα την υποστηρίζω-αυτήν που χρησιμοποιώ όταν γράφω, εννοώ. Με την ίδια γλώσσα μιλάω, και δεν ξέρω πολύ κόσμο που να λέει «διάβολε!» αντί για «γαμώτο!». Το σεξ…το υποστηρίζω επίσης, είμαι υπέρ. Και βαριέμαι να διαβάζω βιβλία στα οποία κανένας ποτέ δεν κάνει σεξ με κανέναν. 
-Τώρα πως αντιδράς;
-Τώρα αντιδρώ με τον ίδιον τρόπο. Εχω καιρό να βγάλω βιβλίο, 2-3 χρόνια, και ετοιμάζω ένα για την άνοιξη ’07. Είναι εγχειρίδιο «πώς να γράψεις», αλλά με βρισιές και με σεξ (λίγο), οπότε περιμένω θάψιμο. Δε βαριέσαι. Αυτοί που «με» διαβάζουν τουλάχιστον δεν είναι φλώροι…
-Θυμάμαι τον τίτλο ενός άρθρου σε καθημερινή εφημερίδα που είχε τον τίτλο «Ο εθισμός στη Μανίνα Ζουμπουλάκη». Φανταζόσουν όταν ξεκινούσες να γράφεις ότι θα προκαλέσεις … εθισμό;
-Το άρθρο που λες ήταν του συγγραφέα Βαγγέλη Ραπτόπουλου, και ήταν θεϊκό: έλεγε πώς ενώ υπάρχουν κενά στα γραπτά μου και τεχνικές ατέλειες ένα σωρό, είναι τόσο «συναισθηματικά δυνατά» που προκαλούν εθισμό. Δεν υπάρχει καλύτερο πράγμα, καλύτερη κριτική να σου γράψει κανείς. Δηλαδή αν έλεγε ότι τα κείμενά μου είναι τέλεια τεχνικά αλλά κενά συναισθημάτων, θα ανησυχούσα πάρα πολύ. Με το άρθρο του, πετούσα στα σύννεφα για μήνες. Του έστειλα λουλούδια, κι είμαστε φίλοι από τότε.
-Για ποιο λόγο γράφεις βιβλία;
-Γράφω επειδή μου αρέσει, επειδή έχω μια βίδα κουνημένη κάπου και λειτουργώ καλά μόνον όταν «έχω κάτι να γράψω». Το γράψιμο με κρατάει γερή κατά κάποιον τρόπο, με σώας τας φρένας (αν και θα βρείς κόσμο να σου πεί ότι δεν ισχύει καθόλου αυτό και από φρένα είναι που πάσχω). Είναι η επικοινωνία μου με τον έξω κόσμο, ο τρόπος που έχω βρεί να διαπραγματεύομαι και να καταλαβαίνω την πραγματικότητα. Αυτό ισχύει για κάθε μορφή γραφής – αν έχω καιρό να γράψω (άρθρο ή κομμάτι για βιβλίο, μια και τα βιβλία τα γράφω κομμάτι-κομμάτι) αισθάνομαι περίεργα. Λες και το κενό που (προφανώς) υπάρχει μέσα μου μεγαλώνει ολοένα κι αν δεν στρωθώ να γράψω μερικές σελίδες ΤΩΡΑ ΑΜΕΣΩΣ θα ανοίξει ξαφνικά και θα με καταπιεί. Τα βιβλία…είναι πιο δύσκολη υπόθεση από τα κείμενα, ακόμα και από τα σενάρια. Συνήθως ξεκινάω ένα βιβλίο επειδή κάτι θέλω να πώ σε κάποιον και δεν έχω άλλον τρόπο να το πώ. Μετά σιγά σιγά όσο γράφω ο κάποιος γίνεται «κάποιοι», αποκτά πολλά πρόσωπα. Αλλα πάντα έτσι ξεκινάω. Επειδή αυτό που έχω να πώ στον κάποιον, αν δεν το βγάλω από μέσα μου θα σκάσω. 
-Πως ξεκίνησες να γράφεις;
-Εγραφα από μικρή, δεν «ξεκίνησα» σε κάποια συγκεκριμένη φάση. Στην εφηβεία είχα ξεπατωθεί-έγραφα σελίδες και σελίδες, γράμματα, ημερολόγια, τα πάντα. Ερεθίσματά μου ήταν τα βιβλία που διάβαζα ασταμάτητα. Όταν ένα βιβλίο κατάφερνε να με απορροφήσει τόσο στον κόσμο του ώστε να ξεχνάω τον υπόλοιπο κόσμο, έσκαγα από τη ζήλια μου γιατί ήθελα να το είχα γράψει εγώ. Το έχω ξαναπεί ως ιστορία: πήγα στην Αμερική με υποτροφία το ’79, έστειλα ένα κείμενο σε διαγωνισμό διηγήματος στην Ελενα Ακρίτα στον «Ταχυδρόμο», κέρδισα το βραβείο, ήρθα στην Ελλάδα να πάρω τα λεφτά (3.000 δραχμές τότε) και από κει κι ύστερα, ξέμεινα. Με προσέλαβαν στον «Ταχυδρόμο» κι άρχισα να γράφω για το ψωμάκι μου. 
-Νιώθεις ότι φέρνεις ένα καινούριο είδος στη λογοτεχνία;
-Στην Ελλάδα, ίσως. Με την έννοια ότι υπάρχουν πολλοί άγγλοι και αμερικάνοι που γράφουν έτσι, «ωμά» όπως λένε και οι κριτικοί, αλλά δεν ήξερα κανέναν έλληνα. Ο πρώτος που το έκανε, που έγραψε «νεανικά», «ωμά» και «άμεσα», ήταν ο Πέτρος Τατσόπουλος το ’81. Μετά άλλαξε στυλ, αλλά το πρώτο του βιβλίο-που δεν θυμάμαι τώρα τον τίτλο-ήταν ένα «καινούργιο είδος λογοτεχνίας». Κατ΄αυτήν την έννοια, ήρθα δεύτερη στο καινούργιο είδος.
-Τελικά όντως η δημοσιογραφία οδηγεί παντού;
-Η δημοσιογραφία…μπορεί και να σε οδηγήσει στην τηλεόραση, δηλαδή πουθενά (από δημιουργική άποψη). Αλλά μη φανταστείς ότι «μου άνοιξε δρόμους» η δημοσιογραφία, τους δρόμους τους ανοίγεις μόνος σου. Βασικά επειδή δεν είχα λεφτά έψαχνα για άλλες δουλειές και άρχισα να κάνω μεταφράσεις στον Κάκτο. Μετάφρασα το «Πέρα από την Αφρική» της Κάρεν Μπλίξεν και κάπως σαν να μου μπήκε η ιδέα να γράψω κι εγώ βιβλίο. Μόνο που, δεν είναι τόσο απλό. Δεν ειχα ιδέα από πού να αρχίσω και πώς να συνεχίσω. Τότε περίπου γνώρισα τον Μανόλη Σαββίδη, που έβγαζε ένα υπέροχο περιοδικό, τον «Ιστό». (Αν το πώ «λογοτεχνικό», ακούγεται σαν βρισιά: ένα έξυπνο περιοδικό ήταν). Μου είπε να του γράψω ένα κείμενο χύμα, να το δημοσιεύσει. Του έγραψα τρία. Τα ένωσε σε ένα και το δημοσίευσε ως διήγημα. Μετά μου ζητούσε κι άλλα, έγινα τακτική συνεργάτης. Μετά…έφτιαξε εκδοτικό οίκο, τον Ιστό, και μου έβγαλε το πρώτο βιβλίο («Κενά μνήμης»). 
-Τα χρόνια της δημοσιογραφίας βοήθησαν το γράψιμό σου;
-Μα και τώρα δημοσιογραφώ, δεν έχω σταματήσει να γράφω στα περιοδικά (πώς θα ζήσω διαφορετικά;) Και η αλήθεια είναι ότι όσο πιο πολύ γράφεις, τόσο καλύτερα γράφεις. Καμιά φορά σκέφτομαι ότι αν είχα άνεση οικονομική θα είχα γράψει 30 βιβλία-δεν θα έγραφα στα περιοδικά, θα είχα ελεύθερο χρόνο κλπ.. Αλλά μπορεί και να μην είχα γράψει κανένα. Είμαι στο τριπάκι του γραψίματος κάθε μέρα, και δεν ξέρω αν αυτό βοηθάει ή όχι, πάντως δεν μπορώ να φανταστώ διαφορετική τη ζωή μου. 
-Υπάρχουν κάποιοι που πιστεύουν ότι η δημοσιογραφία «σκοτώνει» ένα καλό συγγραφέα. Ποια είναι η γνώμη σου;
-Αυτή την θεωρία, ότι η δημοσιογραφία σκοτώνει τον συγγραφέα, την έχω ακούσει. Μου φαίνεται μαλακία, τι να σου πώ; Ο Φρέντυ Γερμανός κάποτε μου είπε «μερικοί πιστεύουν ότι το γράψιμο είναι σαν το σπέρμα, ότι έχεις τόσες "ριξιές" μέσα σου και δεν κάνει να τις σπαταλάς, αλλά δεν είναι αλήθεια. Οσο περισσότερο γράφεις, τόσο καλύτερα». Επίσης, δεν έχω εναλλακτική. Δηλαδή τι; Να βρώ δουλειά σε τράπεζα ώστε να γράφω μόνο βιβλία; Βαριέμαι και που το σκέφτομαι…
-Τα δικά σου αγαπημένα βιβλία ποια είναι;
-Τα αγαπημένα μου βιβλία; Θα κάνεις πλάκα. Είναι εκατομμύρια. Κάθε τόσο ανακαλύπτω κι από ένα καινούργιο. Μου αρέσουν από έλληνες ο Κοσμάς Πολίτης, Βασίλης Βασιλικός, Βαλτινός, Χωμενίδης, Ραπτόπουλος, Πηνελόπη Δέλτα (καλά, σίγουρα θα ξεχάσω τους μισούς)…από ξένους, όλοι οι κλασσικοί μαζί με τον Μπόρις Πάστερνακ («Δρ Ζιβάγκο») και τον Μαξιμ Γκόργκυ, ο Ιούλιος Βερν είναι στο πάνω ράφι, ο Robert Graves, E.M. Forster, Δάφνη Ντυ Μωριέ, Σκοτ Φιτζέραλντ, Ερνεστ Χέμινγουαιη, Σάλιντζερ, όλοι σχεδόν οι αμερικάνοι της δεκαετίας του ’50, ’60 και ’70…αγαπημένη μου είναι μια καναδή συγγραφέας, η Alice Munro. Απ΄αυτήν έμαθα να γράφω. Και σου λέω – είναι χιλιάδες που αφήνω απ΄έξω γιατί γενικά είμαι fan της λογοτεχνίας, πώς να τους θυμηθώ όλους…
-Μ αρέσουν πολύ οι συνεντεύξεις που δίνεις κατά καιρούς σε συναδέλφους. Έχουν καταπληκτικές ατάκες....
-Δεν έχω κάνει και πολλές συνεντεύξεις. Θυμάμαι μία που μου έκανε στο Colt ο Πάνος Ζόγκας και μου είχε πεί «όταν μεγαλώσω θέλω να γίνω Μανίνα Ζουμπουλάκη» και είχα σοκαριστεί. Δηλαδή υπήρχε εκεί έξω κάποιος που με είχε ίνδαλμα; Επεσα ανάσκελα.
-Τι σε συναρπάζει στις συνεντεύξεις που κάνεις εσύ με – άγνωστους ως επί το πλείστον- ανθρώπους;
-Οι συνεντεύξεις που παίρνω από άλλους είναι σχεδόν πάντα από άγνωστους. Με συναρπάζει όταν βρίσκω μια τρύπα, ένα μυστικό διάδρομο στην ψυχή του άλλου που (αισθάνομαι ότι) δεν έχει βρεί κανείς ως τώρα. Όταν από το τίποτα αποκτώ επικοινωνία βάθους με έναν άγνωστο, τον οποίον επιπλέον θαυμάζω. Πριν πολλά χρόνια είχα κάνει συνέντευξη με τον Αλκη Κούρκουλο και υπήρξε μια τέτοια στιγμή: βαθειάς επικοινωνίας χωρίς λόγο σχεδόν. Όχι ότι εγώ προσωπικά είχα καταφέρει κάτι σπουδαίο: είναι σαν να κατρακυλάνε δύο μαγνήτες σε μια πλαγιά και ξαφνικά να δένουν, πόλος με πόλο, στο άσχετο-έτυχε και κύλησαν με τον σωστό τρόπο.
-Σήμερα γιατί γράφεις άρθρα σε εφημερίδες ή περιοδικά; Δεν το χεις βαρεθεί τόσα χρόνια;
-Δεν έχω βαρεθεί τα περιοδικά, μ’αρέσουν, πάντα φτιάχνομαι με μια καλή ιδέα για άρθρο. Δηλαδή με το ίδιο κέφι που τα αντιμετώπιζα στα 25 ή 35 μου τα αντιμετωπίζω και στα 46. Ελπίζω να κρατήσει αυτό. Επίσης…από τα περιοδικά ζώ. Αν και, θα έγραφα ακόμα κι αν ήμουν παμπλούτου.
-Η «αληθινή σταρ» πως προέκυψε;
-Η «Αληθινή σταρ» προέκυψε σαν πρότασή μου για σήριαλ σ΄ένα κανάλι. Η πρόταση απορρίφθηκε, και μετά δεν είχα δουλειά, και λέω «μωρέ δεν το κάνω βιβλίο;» Είναι το μοναδικό βιβλίο που το έγραψα μέσα σε τρείς μήνες. Και ναι μεν είναι «ελαφρύ»…ο Σταμάτης Φασουλής δε, όταν το διάβασε, μου είπε ότι «φωτίζει έναν χώρο, αυτόν της τηλεόρασης, με πολύ ζωντανό τρόπο» και το βρήκε «τέλειο». Είναι βιβλίο για διακοπές, και σε κείνη τη φάση της ζωής μου αυτό είχα ανάγκη να γράψω. Κάτι light, με happy end, αλλά έξυπνο και γρήγορο.. ή τουλάχιστον αυτά είπαν όσοι το διάβασαν.  
-Αληθεύει ότι ζήτησες την άδεια να χρησιμοποιήσεις τα ονόματα των σταρ από τους ίδιους που αναφέρεις στο βιβλίο;
-Ναι, ρώτησα την Νικολούλη, τον Απόστολο Γκλέτσο, την Πέμυ Ζούνη-στην Νικολούλη έστειλα όλο το κεφάλαιο με φαξ και δεν είχε καμιά αντίρρηση. Οι άλλοι είναι και φίλοι μου στο φινάλε.
-Υπάρχουν αληθινοί σταρ σήμερα στην Ελλάδα;
-Σταρ είναι ο Ρουβάς. Η Δήμητρα Ματσούκα. Ο Αλέξης Γεωργούλης, ο Παπακαλιάτης…πολλοί. Αυτοί που «λάμπουν» για κάμποσο καιρο.
-Τι σημαίνει για σένα σταρ;
-Σταρ είναι κάποιος που έχει λάμψη. Τον Μάριο Φραγκούλη, για παράδειγμα, τον γνώρισα όταν ήταν 19 χρονών, του έκανα την πρώτη του (ελληνική) συνέντευξη. Βγήκα έξω και έλεγα «παιδιά αυτός θα γίνει μεγάλος σταρ». Ελαμπε. Και σταρ είναι όποιος δουλεύει πολύ σκληρά για να διατηρήσει τη λάμψη του… 
-Από όλους αυτούς τους «σταρ» με τους οποίους έχεις μιλήσει, ποιος σου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση;
-Ολοι όσοι σου ανέφερα πιο πριν μου έκαναν μεγάλη εντύπωση. Και η Καρυοφιλιά Καραμπέτη, η Τάνια Τρύπη, η Εβελίνα Παπούλια, ο Αλκης, ο Γιώργος Καραμίχος…Ο Αργύρης Ξάφης κατά τη γνώμη μου είναι μεγάλος ηθοποιός αλλά καθόλου δεν τον νοιάζει να΄ναι σταρ.
-Πως είναι η καθημερινότητα σου;
-Δουλεύω νύχτα. Στέλνω το γυιό μου στο σχολείο στις 7 και πέφτω για ύπνο ως τις 12-1.00. Μετά έχω ραντεβού σε εταιρείες παραγωγής, στην Intro Books του Κωστόπουλου, «δουλειές»…και μετά γυρνάω σπίτι, μαγειρεύω, βάζω πλυντήρια. Μετά γράφω.
-Σύζυγος, συγγραφέας, μητέρα, δημοσιογράφος, σεναριογράφος. Ρόλοι διαφορετικοί και ξεχωριστοί ή ρόλοι που ο ένας χωρίς τον άλλο δεν ολοκληρώνουν την προσωπικότητα της Μανίνας;
-Πάντα είχα πολλή ενέργεια, δόξα σοι ο θεός. Δεν κουράζομαι εύκολα, κοιμάμαι μαζικά στο τέλος της εβδομάδας, αντέχω την ταλαιπωρία και δουλεύω σκληρά. Δεν είναι «ρόλοι» όλ΄αυτά, είναι στοιχεία χαρακτήρα. Δηλαδή είμαι και μαμά, και γκόμενα (σύζυγος έπαψα να είμαι εδώ και χρόνια), και δημοσιογράφος, συγγραφέας, σεναριογράφος…Μια χαρά τα βρίσκω. Επίσης, τα κάνω όλα ταυτόχρονα. Εχω συνηθίσει. 
-Ποιος απ αυτούς είναι ο σημαντικότερος;
-Ολες οι γυναίκες με παιδιά θα σου πούνε ότι ο κυριότερος ρόλος είναι της μαμάς, το ίδιο λέω κι εγώ. Απλώς αν δεν έκανα άλλα χίλια πράγματα, δεν ξέρω πόσο καλή μαμά θα ήμουν. Και από νοικοκυριό είμαι μπάζο εντελώς, δεν κάνω τίποτα, το σπίτι μου είναι αχούρι. 
-Τι τίτλο θα μου πρότεινες να βάλω δίπλα από το όνομά σου σ αυτή τη συνέντευξη;
-Τον τίτλο στον έβαλα: δημοσιογράφος, συγγραφέας, κατά καιρούς σεναριογράφος. Αν θέλεις βάλε και «τρελή», δεν με πειράζει καθόλου…
Δημοσίευση στο "Φιλελεύθερο" της Κύπρου (ένθετο "Υστερόγραφο"), το Δεκέμβριο του 2006. 


30.12.12

ΖΗΝΑ ΚΟΥΤΣΕΛΙΝΗ: "Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΚΟΡΗΣ ΜΟΥ ΗΤΑΝ ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ"



Η παντοδύναμη γυναίκα της ελληνικής τηλεόρασης, εκείνη που διηύθυνε για πολλά χρόνια πολλούς έλληνες και άλλες τόσες ελληνίδες stars, μιλάει εξομολογητικά για την πιο γενναία απόφαση της ζωής της ώστε να δώσει, μέσα από το παράδειγμά της, ελπίδα και πίστη και σε άλλες γυναίκες που περιμένουν να κρατήσουν στα χέρια τους το πρώτο τους παιδί.
-Ο πιο δύσκολος δρόμος της ζωής σου ήταν η διαδικασία του να αποκτήσεις το πρώτο σου παιδί;
-Ήταν και αυτός ένας από τους δύσκολους δρόμους της ζωής μου, που τελικά είχε αίσιο τέλος. Για μεγάλο χρονικό διάστημα προτεραιότητα στη ζωή μου ήταν η καριέρα, η δημιουργία εκπομπών, η ανάδειξη παρουσιαστών και παρουσιαστριών που σήμερα παραμένουν στην πρώτη γραμμή της ελληνικής τηλεόρασης. Είχα τη Ζήνα στο βάθρο, η οποία δεν έπρεπε ποτέ να πέσει από αυτό. Ενώ έλεγα «θέλω να γίνω μάνα» ουσιαστικά δεν το θελα, γιατί όταν κάτι θέλεις πολύ σαφώς και γίνεται, εννοείται πως το καταφέρνεις. Μπορεί να ακούγεται αστείο αλλά, όπως συμβαίνει με πολλές γυναίκες, «ξεχάστηκα» στη διαδρομή της ζωής μου. Όταν, λοιπόν, κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι όλο αυτό ήταν μάταιο και πως εκείνο που κατά βάθος ήθελα-αλλά δεν τολμούσα να το δω στην αλήθεια του-ήταν να γίνω μάνα, τότε το παιδί δεν ερχόταν. Γιατί δεν γίνονται όλα κατά παραγγελία.
-Πως είναι δυνατόν να είχες «ξεχάσει» να ζήσει το δώρο της μητρότητας;
-Γιατί είχα πείσει τον εαυτό μου ότι δεν ήθελα ακόμη να γίνω μάνα, ότι ίσως δεν ήμουν ακόμη έτοιμη. Τι κάνουν συνήθως οι «γυναίκες καριέρας»; Φτιάχνουν ένα παραμύθι και βαδίζουν με βάση αυτό σε όλη τους τη ζωή. Και αυτό είναι κάτι που κάνουν οι περισσότερες γυναίκες που δουλεύουν στα media-είτε μπροστά είτε πίσω από τις κάμερες. Ευτυχώς για μένα, κάπου γύρω στα 37 με 38 μου, συνειδητοποίησα ότι αυτό που ήθελα πια από τη ζωή μου ήταν να αποκτήσω το πρώτο μου παιδί. Περισσότερο απ το να είμαι «επαγγελματίας». Ξεκίνησα, λοιπόν, να το παλεύω, αλλά το παιδί δεν ερχόταν. Και κατάλαβα ότι, για να κάνω το παιδί μου, έπρεπε να αποτοξινωθώ από τις τοξίνες της εργασίας, της «καρέκλας», των «εικόνων», του καθημερινού άγχους. Ξέρεις τι είναι να έχεις μία εξουσία και αυτή τελικά να μεταβάλλεται για σένα τον ίδιο σε αποκούμπι και πατερίτσα για κάθε τι δύσκολο που μπορεί να σου συμβαίνει; Η εξουσία σε κάνει να ξεχνάς την ψυχή σου κι εγώ, υπήρξαν στιγμές, που είχα ξεχάσει τα πραγματικά μου «θέλω». Τα είχα κάπου καταχωνιάσει. Ήξερα ότι υπήρχαν αλλά αρνιόμουν να τα βγάλω στην επιφάνεια. Γιατί φοβόμουν ότι θα πήγαινε πίσω η καριέρα μου.
-Ήταν θέμα ανασφάλειας αυτό;
-Όχι. Ήταν θέμα προτεραιοτήτων. Και, για εκείνη τη δεδομένη στιγμή, η προτεραιότητα μου ήταν η δουλειά μου. Πίστευα ότι είμαι σημαντική επειδή είχα μία πολύ καλή δουλειά.
-Μπήκες στη διαδικασία των εξωσωματικών;
-Βεβαίως. Έκανα 9 μάταιες εξωσωματικές.  
-Δεν έχασες, κάποια στιγμή, το κουράγιο σου;
-Έχασα και το κουράγιο μου αλλά και την εμπιστοσύνη μου στους γιατρούς. Έπεσα κι εγώ «θύμα» κάποιων γιατρών που τους πίστεψα χωρίς να μου εξηγούν τα «γιατί», που μου έλεγαν «έχεις το πρόβλημα εσύ» χωρίς όμως να μου το αιτιολογούν. Απελπίστηκα! Εκ των υστέρων αποδείχτηκε ότι τίποτα από αυτά που μου είπαν δεν είχα, αλλά δικές τους αδυναμίες τις χρέωναν στους άλλους. Μάνα έγινα με τη βοήθεια και την ευλογία της Παναγίας.
-Πότε είχες κάνει την τελευταία σου εξωσωματική;
-Στα 39 μου. Είχα παραιτηθεί από το Alter, το τηλεοπτικό κανάλι στο οποίο ήμουν διευθύντρια προγράμματος, και ήμουν αποφασισμένη να μην εργαστώ πουθενά για κάποιο χρονικό διάστημα-και παρά τις προτάσεις που είχα-γιατί γνώριζα πια ότι η τοξικότητα της τηλεόρασης με πήγαινε σε άλλα πράγματα. Σκέφτηκα τότε να κάνω άλλη μία εξωσωματική, την τελευταία μου, και από εκεί κι έπειτα να τα αφήσω όλα στο Θεό. Στην τελευταία μου εξωσωματική, ο γιατρός μου είπε «ακόμη κι αν δεν μείνεις έγκυος, υπάρχει κι άλλος τρόπος: Να μείνεις έγκυος με δανεικά ωάρια». Θύμωσα πάρα πολύ-και με τον εαυτό μου και με την διαδικασία στην οποία είχα μπει. Ήταν ο ίδιος άνθρωπος που τη στιγμή που τον πληρώναμε με τον άντρα μου, μας μίλησε για «δανεικές μήτρες». Δεν σεβάστηκε τις ενέσεις, τις ορμόνες, την απεγνωσμένη μου προσπάθεια, τα λεφτά που μόλις είχαμε σκάσει. Είπα, λοιπόν, «αν δεν τα καταφέρω ούτε αυτή τη φορά, θα εναποθέσω την ελπίδα μου μόνο στο Θεό. Γιατί μόνο Εκείνος ξέρει». Γύρισα στο παρελθόν μου, σε όλα αυτά που μου έμαθε η μάνα μου ότι πρέπει να κάνω στα δύσκολα, πως το μοναδικό μου καταφύγιο στα δύσκολα είναι μόνο η εκκλησία και ο Θεός, και προσευχήθηκα. Πήγα στον πνευματικό μου, του μίλησα και μου είπε τη μαγική φράση: «Ζήνα, δεν υπάρχει περίπτωση, αν το θέλεις πολύ, να μην γίνεις μάνα. Δεν θα πιστέψεις, ούτε για μία στιγμή, ότι δεν θα γίνεις μάνα». Εννοείται πως και η ένατη εξωσωματική απέτυχε. Κι έτσι εναπόθεσα όλες μου τις ελπίδες στην Παναγία. Και το θαύμα έγινε. Από τη μέρα που μίλησα με τον πνευματικό μου, μέσα σε 6 μήνες έμεινα έγκυος.  
-Τι διαδικασία ακολούθησες;
-Αγάπησα καταρχήν αυτό που θα ήθελα να κυοφορήσω, χάιδευα την κοιλιά μου και το περίμενα. Εξομολογήθηκα, νήστευα, προσευχόμουν. Θα έλεγα, λοιπόν, σε όλες εκείνες τις γυναίκες που περιμένουν να φέρουν στον κόσμο το πρώτο τους παιδί «αρκεί να το ζητήσεις. Ο Θεός ξέρει πως θα σου το φέρει και πως»... Ξέρεις, κάποια στιγμή, όταν είχα φτάσει «στην κορυφή της ελληνικής τηλεόρασης», όπως μου έλεγαν οι άλλοι, γύρισα πίσω, ονειρεύτηκα τα παιδικά μου χρόνια και σκέφτηκα «Ζήνα, αυτό ήθελες από τη ζωή σου;». Όταν αναρωτήθηκα αυτό το πράγμα έκλαψα με σπαραγμούς και έκανα μία εβδομάδα να κοιμηθώ. Και ήταν τότε που συνειδητοποίησα ότι ήμουν στο λάθος δρόμο, σε λάθος επιλογή, σε λάθος «θέλω». Μηδένισα, λοιπόν, το κοντέρ και είπα «Ζήνα, πιάσε τα όλα από την αρχή. Άλλαξε τις προτεραιότητές σου, άλλαξε τις πεποιθήσεις σου και προχώρα». Εγκυμονούσα για 7 μήνες, κάθε μέρα κινδύνευα να χάσω το παιδί μου, μπήκα στο νοσοκομείο, αλλά τελικά το θαύμα της Παναγίας έγινε και τελικά γέννησα την κόρη μου, την Ευσταθία-Μαρία.   
-Θα επέστρεφες ποτέ στη μεγάλη καριέρα που ήδη διέγραψες;
-Δεν θα το έκανα αυτό στον εαυτό μου, και μάλιστα για τόσες ώρες που έχω δουλέψει-περισσότερες από 15 καθημερινά. Σκέψου ότι «παιδιά» μου είχαν γίνει κάποια στιγμή οι εργαζόμενοι στα κανάλια που δούλευα, οι παρουσιαστές, οι δημοσιογράφοι, οι κάμεραμεν, οι άνθρωποι στο control. Αλλά είχα λάθος παιδιά. Δημιούργησα μία «οικογένεια» άλλη από αυτή που θα έπρεπε να είχα...Τώρα πια έχω αποφασίσει πως ό,τι και αν συμβεί, ό,τι κι αν κάνω στη ζωή μου, οι ώρες που θα είμαι με τον άντρα μου και το παιδί μου είναι ιερές. Μέχρι τότε, ξέρεις, ήταν σαν να μην σεβόμουνα τον εαυτό μου, σαν να τον είχα απέναντι και να του έριχνα πιστολιές, όπως κάνουν στα άλογα κούρσας που οφείλουν πάντα να κερδίζουν. Κι εγώ θεωρούσα ότι δεν είχα κανένα δικαίωμα στην αποτυχία.
-Ήσουν δυστυχισμένη, αλλά δεν το ήξερες;
-Ένιωθα ότι δεν δικαιούμαι να είμαι ευτυχισμένη. Είχα φτιάξει ένα παραμύθι και το είχα βαφτίσει «αλήθεια».
Δημοσίευση στο "Down Town Κύπρου", τον Δεκέμβριο του 2012. Το μυθιστόρημα της Ζήνας Κουτσελίνη «Ο πιο δύσκολος δρόμος» κυκλοφορεί σε όλα τα βιβλιοπωλεία, από τις εκδόσεις Α. Α. Λιβάνη. Το site που διευθύνει είναι το www.entertv.gr   

6.8.12

ΡΙΚΑ ΒΑΓΙΑΝΝΗ: Η ΖΩΗ ΣΤΗΝ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ


Ενάμιση χρόνο μετά την «αναγκαστική» εγκατάστασή της στο Πέρθ της Αυστραλίας- λόγω της εργασίας του συζύγου της εκεί- η εδώ και 30 χρόνια ελληνίδα δημοσιογράφος, που έχει δουλέψει με δικές της εκπομπές στην ελληνική τηλεόραση αλλά και σε όλα σχεδόν τα έντυπα της Ελλάδας- αυτή που οι «ποιοτικοί» τη λατρεύουν γιατί, λένε, «είναι δικιά μας» και οι υπόλοιποι «γιατί η Ρίκα αυτοσαρκάζεται και έχει ευθυτενές χιούμορ»-, μιλάει πρώτη φορά για αυτή την «μακρινή» της εμπειρία που ζει στην πέμπτη ήπειρο και στέλνει «αγωνιστικούς χαιρετισμούς» διαπερνώντας μέσω των ιντερνετικών ινών δεκάδες χώρες, θάλασσες, λίμνες και ωκεανούς.
Το email της Ρίκας ήταν απροσδόκητο: Κάτι δικό μου βρήκε στο internet, κάτι σχολίασε, ξεκινήσαμε να μιλάμε, να μου λέει «ήταν ένα δώρο που μου ήρθε η Αυστραλία. Τεράστιο!» συνεχίζοντας και με άλλες διευκρινήσεις στις απορίες μου: «Εξοικειώθηκα, δυστυχώς, με ένα απειροελάχιστο κομματάκι της Αυστραλίας. Δεν την ταξίδεψα όσο θα ήθελα-έχουμε βλέπεις μια οικογένεια-επαγγελματικές υποχρεώσεις, κι έναν πιτσιρίκο να φροντίσουμε. Απολαμβάνω, όμως, κάθε  δευτερόλεπτο, αυτής της εμπειρίας: Ακόμα και τις στιγμές της  αβεβαιότητας, της μοναξιάς, της μεγάλης νοσταλγίας. Στο κάτω-κάτω, κανείς δεν μας υποσχέθηκε τον παράδεισο, στην Ελλάδα, στην Αυστραλία- τουλάχιστον όχι  πριν τα τινάξουμε. Και τότε ακόμα… δεν υπάρχει εγγύηση». Συμφωνήσαμε να κάνουμε μία συνέντευξη για την Κύπρο- θα ήταν η πρώτη φορά που θα μιλούσε τόσο πολύ για αυτήν την απροσδόκητη, για εμάς, «μετανάστευσή» της, λόγω της εργασίας του συζύγου της εκεί. Και ίσως αυτή η συνέντευξη να γίνει και ένας μικρός «φάρος» για όλους εκείνους που σκέφτονται τελευταία ότι «η Αυστραλία είναι ο μόνος προορισμός»- από έναν άνθρωπο που, μέσα από τη δημοσιογραφία για 30 περίπου χρόνια, ξέρει πολύ καλά να αποκωδικοποιεί σωστά ανθρώπους, γεγονότα, καταστάσεις. 
-Πως είναι η καθημερινότητά σου στην Αυστραλία; Τι κάνεις κάθε μέρα; Πως κυλάει ο χρόνος σου εκεί; Τι ώρα ξυπνάς; Τι ώρα κοιμάσαι;
-Ξυπνάω στις έξι το πρωί, πολύ αργά για τις συνήθειες  του  Πέρθ: Αφού  για να καταλάβεις, εδώ με θεωρούν ακαμάτρα και υπναρού που σηκώνομαι τόσο…αργά- στις έξι το πρωί είναι ήδη  όλοι στο δρόμο, τρώνε πρωινά πλακώνονται στα τζόκινγκ, στα σέρφ, στα μπρέκφαστ, τα καφενεία, τα εστιατόρια, οι δρόμοι, γεμάτα! Εγώ φροντίζω σπίτι, παιδί, νηπιαγωγείο, κι από τις έξι το απόγευμα, μαζευόμαστε στο σπίτι- όπως όλες οι οικογένειες εδώ. Ύπνος κατά τις δέκα-για τους άλλους-, κατά τη μία για το δικό μας σπίτι-είμαστε το μόνο φως στη γειτονιά ανοιχτό μετά τις έντεκα, θα μας βρεις εύκολα μέσω δορυφόρου! Τώρα εδώ είναι κατακαλόκαιρο, οπότε έχουμε τα που-σου-κου για εκδρομές,  βουτιές, και καμιά βεγγέρα σε ελληνικά στέκια. Όχι κι άσχημα, αλλά δυσκολεύομαι, βρε παιδάκι μου, να συνηθίσω τα ωράρια. Προχτές το πρωί ξύπνησα-να ήταν εξήμιση; Επτά παρά τέταρτο το πρωί;-  κι από το παράθυρο μου είδα μια έγκυο γυναίκα, ντυμένη αθλητικά, να τρέχει σαν δαιμονισμένη σπρώχνοντας ένα καρότσι μ ένα νεογέννητο- έκανε την πρωινή της γυμναστική!  Την καμάρωσα για τα κότσια της αλλά- τι τα θες-, είναι κάτι στιγμές σαν αυτή, που νομίζω ότι έχω προσγειωθεί από άλλο πλανήτη- και δεν έχω και πολύ άδικο.
-Πού δουλεύεις;
-Δουλεύω αναγκαστικά μόνο γράφοντας. Ευτυχώς έχω κρατήσει –με την ψυχή στο στόμα- κάποιες  αραιές, έκτακτες συνεργασίες στην Αθήνα, -είμαι πάντα και σταθερά μέλος του www.protagon.gr Tώρα εξετάζω το ενδεχόμενο να συνεργαστώ με  ομογενεικές εκδόσεις στη χώρα. Ευτυχώς υπάρχει υλικό και ενδιαφέρον- δεν έχω παράπονο. Χρόνο δεν έχω!
-Foul time job δεν έχεις εκεί;
-Για foul time δουλειά στην Αυστραλία, πολύ δύσκολο, όταν έχεις μικρό παιδί και σπίτι να κρατήσεις. Δεν συμβιβάζονται τα ωράρια. Εδώ οι γυναίκες επιστρέφουν στην εργασία-χωρίς πρόβλημα, όταν «ξεπαιδίζουν».  Υπάρχουν επιδοτούμενα πανεπιστήμια και προγράμματα που τις ενθαρρύνουν να εργαστούν, όταν μεγαλώσουν τα παιδάκια και η μαμά έχει ελεύθερο χρόνο. Κανείς δεν πάει  χαμένος εδώ,  αρκεί να θέλει να δουλέψει: Η ανεργία είναι πολύ χαμηλή- μόνο οι τεμπέληδες λουφάρουν.
-Για ποιο λόγο φύγατε πέρσι οικογενειακώς για την μακρινή αυτή ήπειρο; Είχε συμβάλει στην απόφασή σου αυτή και η εργασιακή ανασφάλεια που αισθανόσουν στην Ελλάδα για την ανανέωση ή όχι κάθε σεζόν των συμβάσεων που είχες με την ΕΡΤ;
-Δεν είχα κανένα παράπονο από την ΕΡΤ- ποτέ.  Όλοι οι συνάδελφοι ζούμε σε μόνιμη αβεβαιότητα- αυτό ήταν συνηθισμένο για μας. Και πέρσι, και φέτος, και όλα  τα χρόνια.  Ούτε από τους εργοδότες μου στην ελεύθερη αγορά αντιμετώπισα δυσκολίες. Τους ανακοίνωσα ότι έπρεπε να λείψω για οικογενειακούς λόγους, σταυροφιληθήκαμε και πήραμε τους δρόμους μας.  Τώρα για το φευγιό: Φύγαμε οικογενειακώς- και προγραμματισμένα,  ξενιτευτήκαμε  οικογενειακώς και οικογενειακώς επιστρέφουμε.  Σε δόσεις! Ο σύζυγός μου πήρε  εκπαιδευτική άδεια από το Πανεπιστήμιο της Αθήνας για να  ολοκληρώσει έρευνες στο αντικείμενό του (ψυχιατρική), σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο της Δυτικής Αυστραλίας.  Είναι μια συνηθισμένη διαδικασία στους ακαδημαϊκούς, μόνο που πρέπει να προγραμματιστεί καιρό πριν- κι εμείς ξέραμε ότι υπήρχε στο μέλλον μας η Αυστραλία εδώ και τρία χρόνια.
-Υπάρχουν στιγμές που μετανιώνεις για την απόφαση σου αυτή; Που λες «τι λάθος έκανα! Σαν την πατρίδα μου, πουθενά άλλη! Πικρό το ψωμί της ξενιτιάς!»;
-Δεν υπάρχει σωστό και λάθος. Κάθε μέρα  νιώθω ευγνωμοσύνη που απέκτησα την εμπειρία να ζήσω σε αυτή τη χώρα: Την ενδιαφέρουσα, προκλητική, γεμάτη μέλλον Αυστραλία, ένα κράτος  καλοκουρδισμένο, αποτελεσματικό, που το «μελετώ» σαν αξιοθέατο. Μη φανταστείς ότι έχουν αγγίξει την τελειότητα, αλλά σίγουρα σέβονται πολύ τον άνθρωπο. Το κράτος είναι στην υπηρεσία του πολίτη και ο πολίτης «νοιάζεται» για την κοινωνία του, όπως νοιάζεται τα παιδιά του. Αυτά τα θαυμάζω  και τα παρατηρώ  κάθε μέρα. Και κάθε νύχτα κάνω σάλτο στη  νοσταλγική μαυρίλα: Δεν αντέχω τόση ευρυθμία,  μού ρχεται να τρέξω νύχτα στο αεροδρόμιο, να προσγειωθώ με αλεξίπτωτο σ΄ ένα ταβερνάκι στην Αθήνα, να λέω σαχλαμάρες με τους κολλητούς μέχρι τις τρεις το πρωί, με το αμάξι μου διπλοπαρκαρισμένο στο πεζοδρόμιο, με τα αλάρμ να αναβοσβήνουν, δίπλα στον ξέχειλο κάδο με τα σκουπίδια που έχουν να μαζευτούν δέκα μέρες. Κι όλα αυτά να είναι συνηθισμένα και κανείς να μην εντυπωσιάζεται. Α, κι ένα ψωραλέο αδέσποτο να τρίβεται στα πόδια μας για ένα κομμάτι μπριτζόλα. Εδώ δεν έχουμε αδέσποτα. Δεν έχω δει ούτε ένα στην πόλη, στη γειτονιά, εδώ και δεκαοκτώ μήνες. «Τι τα κάνουν;», ρώτησα. «Καλύτερα να μην ξέρεις» μου είπαν.
-Είναι αλήθεια ότι εκεί υπάρχει πολύ ισχυρή παροικία Ελλήνων και Κυπρίων που βοηθούν ο ένας τον άλλον, κάτι σαν την «εβραϊκή μασονία», ή είναι όλα αυτά άλλος ένας μακρινός μύθος και το αλληλοφάγωμα διαπρέπει και εις την αλλοδαπήν;
-Συγγνώμη που θα σου κάνω πουρέ τις θεωρίες συνωμοσίας, αλλά εδώ, όπως και παντού, στο εξωτερικό, το μόνο κριτήριο να σε «βοηθήσει» κάποιος, είναι οι ικανότητές σου, τα προσόντα σου. Δεν έχει καμιά σημασία αν είσαι Έλληνας, εξωγήινος , μουσουλμάνος, βουδιστής, Εβραίος ή Κινέζος. Κάνεις για τη δουλειά; Προσλαμβάνεσαι. Δεν κάνεις;   Δεν παίρνεις τη δουλειά.  Τόσο απλά, τόσο ξεκάθαρα. Ακούγεται σκληρό για κάποιους, αλλά για μένα αυτό είναι μία ανακούφιση…
-Τι σου λένε οι Αυστραλοί φίλοι σου για την κατάσταση στην Ελλάδα έτσι όπως έχει πια διαμορφωθεί; Μισούν κι αυτοί τους έλληνες, σου λένε «εσείς φταίτε για όλα, γιατί είστε λαμόγια και τεμπέληδες»;
-Με τίποτα! Ξέρουν στην Αυστραλία, από πρώτο  χέρι, ότι οι  ελληνικής καταγωγής  μετανάστες είναι δουλευτεράδες, έντιμοι, άψογοι στα  φορολογικά τους, κοινωνικά δίκαιοι και τίμιοι. Οπότε, ο Αυστραλός δεν μασάει στην όποια  ακραία προπαγάνδα: Αφού σκέφτεται-και πολύ λογικά-, ότι οι Έλληνες της Αυστραλίας που ο ίδιος γνωρίζει, οι γείτονες, οι συνάδελφοι, οι συμμαθητές του, είναι άνθρωποι έντιμοι, αυτοδημιούργητοι, που συνέβαλλαν στην προκοπή της χώρας. Αναγνωρίζουν ότι κάναμε επιπολαιότητες στο χειρισμό των οικονομικών μας στην Ελλάδα, αλλά συχνά διαβάζω στις  Αυστραλιανές εφημερίδες  ότι οι Έλληνες «τιμωρούνται», και μάλιστα με ιδιαίτερη σκληρότητα: «Πόσες αυτοκτονίες, , πόσες αναταραχές, πόση φτώχεια,  πρέπει ακόμα να αντέξουν  οι έλληνες εργαζόμενοι;» ήταν  το ερώτημα που έθετε η μεγαλύτερη εφημερίδα της  Δυτικής Αυστραλίας σε ολοσέλιδο αφιέρωμά της, μόλις πριν λίγα εικοσιτετράωρα. Άδικο έχουν;
-Σκέφτεσαι καθόλου «θεέ μου, ευτυχώς που έχω γλιτώσει εγώ την οικονομική κρίση!»;
-Τρελάθηκες; Η «πλούσια» αλλά σεμνή στον τρόπο ζωής αυτή χώρα, είναι η καλύτερη «προπόνηση» για την ελληνική κρίση: Μαθαίνεις να απλώνεσαι μέχρι εκεί που φτάνει το πάπλωμα σου, χωρίς σουσουδισμούς και άχρηστες επιδείξεις πλούτου-που εδώ, στο χαλαρό Περθ, μεταξύ άλλων, θεωρούνται και ασύλληπτα κακόγουστες! Μεταξύ μας, δεν ήμουν ποτέ και ο τύπος που έκανε τρέλες για να εντυπωσιάσει, αλλά εδώ πλέον βεβαιώθηκα δια παντός  ότι το χαμηλό προφίλ είναι το αιώνιο chic. Ποτέ δεν χάνεις, όταν   ζεις διακριτικά. 
-Τι σε δυσκολεύει πιο πολύ στην καθημερινότητα σου εκεί;
-Η… «κυπριακή» οδήγηση- τη βάζω πρώτη, επειδή είναι αδύνατον να συνηθίσω να οδηγώ στο «άλλο» ρεύμα. Κατά τα άλλα, σοβαρό ζήτημα είναι η αβάσταχτη ακρίβεια στα βασικά είδη στέγασης και διατροφής- δεν είναι μόνο δικό μου πρόβλημα, απλώς μένουμε σε μια Πολιτεία που έχει χάσει τη μπάλα στις τιμές: Όλος ο κόσμος, ακόμα και οι πλούσιοι, βογγάνε και παραπονιούνται. Θες ένα παράδειγμα;  Τριάντα δολάρια το κιλό τα σκόρδα! Επίσης, πολύ αστυνομία βρε παιδί μου- έχει αστυνομία εγκλημάτων, αστυνομία μετανάστευσης, αστυνομία ποδηλάτων, ιπτάμενη αστυνομία, πλωτή αστυνομία, έφιππη αστυνομία, αστυνομία  για πατίνια, τροχαία αστυνομία, κάθε γωνία και ραντάρ, κάθε στροφή και αλκοτέστ, έχουμε βαρεθεί να ξεφυσάμε σε μπουκαλάκια!  Πίνουμε ένα κρασί και μας βγαίνει ξινό, αν θα φτάσουμε σπίτι μας ίσια, ή με τα βραχιολάκια και την κλούβα. Δεν κάνω βλακείες: Ακολουθώ  και σέβομαι κανόνες της χώρας που έχω την τιμή να με φιλοξενεί, αλλά δεν είμαι και συνηθισμένη σε τόσο στενό μαρκάρισμα. Αυτός ο «Αδελφός» είναι κομματάκι μεγάλος…
-Προσαρμόστηκες εύκολα; Θυμάσαι μικρά ή μεγάλα λάθη που έκανες σε πρακτικά πράγματα στην αρχή, τα οποία για τους Αυστραλούς θεωρούνται αυτονόητα;
-Στη  αρχή, είσαι ψαρωμένος, σε πιάνουν εύκολα κορόιδο οι επιτήδειοι που ξέρουν να «μαδάνε» τον ξένο σαν κοτόπουλο, αλλά σε λίγες βδομάδες- και με τη βοήθεια καλών ανθρώπων-, μαθαίνω να αποφεύγω τις παγίδες.
-Κυκλοφορούν καγκουρό στους δρόμους;
-Ναι, κυκλοφορούν στους δρόμους, και ο θεός  να σε φυλάξεις αν τρακάρεις με καγκουρό-μοσχάρι. Νικάει το καγκουρό, όχι το αυτοκίνητο.  
-Κοιμάσαι τα βράδια με κοάλα;
-Όχι,  δεν  έχω κοιμηθεί με κοάλα. Μπορεί να πάτησα τα πενήντα, αλλά τόσο απελπισμένη δεν είμαι!
-Κολύμπησες τα Χριστούγεννα στις παραλίες αγκαλιά με τον Άγιο Βασίλη;
-Ναι, κολύμπησα τα Χριστούγεννα με τον Άγιο Βασίλη: Είναι παράδοση να βγάζεις τα Χριστούγεννα στην παραλία, με βουτιές, τοπικό κρασί και σαντουϊτσάκια, στην άμμο, ντυμένος Ρούντολφ με μαγιό ή χριστουγεννιάτικο δέντρο.  
-Ερωτεύονται οι Αυστραλοί όπως οι Έλληνες; Σου έκανε κάποιος καμάκι στο δρόμο όταν κυκλοφορείς; Είναι και αυτοί νευρικοί; Βρίζουν στα φανάρια; Υπάρχουν εκεί τρόποι διασκέδασης σαν τα δικά μας ελληνικά μπουζούκια για να ξεφεύγουν από την καθημερινότητά τους;
-Στα τα φανάρια, και παντού στο δρόμο, με βρίζουν- αυτό είναι σίγουρο-, γιατί ακόμα αφαιρούμαι και οδηγώ Ελλαδίτικα. Νευρικοί, καθόλου- ήσυχοι είναι οι άνθρωποι, και υπομονετικοί. Καμάκι; Ε, ίσως κάποιο κομπλιμέντο μου κάνουν, αραιά και που, το οποίο  το δέχομαι πολύ ευχαρίστως. αφού μεταξύ μας, στην ηλικία μου- έκλεισα τα 50 πριν τρεις Κυριακές- δεν…βρέχει και κομπλιμέντα κάθε μέρα.  Καμάκι ποτέ. Ούτε στην Αυστραλία, ούτε στην Ελλάδα, ούτε στο Βόρειο Πόλο. Συνοδεύομαι. Αλλά και μόνη μου όταν κυκλοφορώ, πάλι «συνοδεύομαι», νομίζω μια γυναίκα το δείχνει αυτό χωρίς να το λέει. Μπουζούκια για τους έλληνες, όποιος ψάχνει βρίσκει. Και διασκεδάζει και καψουρεύεται όμορφα κι ωραία, όπως τα ξέρουμε. Αλλά οι Αυστραλοί έχουν θέμα με το ποτό: Το πάνε στα άκρα, είναι κοινωνική πληγή. Συνήθως πίνουν και βγαίνουν για να γίνουν κομμάτια: Έχω δει να πέφτουν κάτω, να  κάνουν εμετό στους δρόμους, να  παραπατάνε, καμιά φορά να δέρνονται άνευ λόγου, για εκτόνωση. Και την άλλη μέρα να είναι οι άψογοι κύριοι και κυρίες. Δεν το χουν αυτό το «διασκεδάζω όμορφα, κάνω τα γούστα μου». Του στυλ «θα πιώ ένα ποτάκι, σ ένα κούλ μέρος θα γελάσω λίγο, θα μαζευτώ σπίτι». Αλλά δεν είναι πολλά αυτά τα μέρη εδώ στο Πέρθ- θα χρειαστεί να πάς μια Μελβούρνη, ένα Σίδνεϋ, για να έχεις περισσότερες  επιλογές. Εδώ στο Πέρθ έχει όμως καταπληκτικές συναυλίες, και παραστάσεις  από Στήβι Γουόντερ μέχρι Sade,  όπερα,  εκδηλώσεις φανταστικές, μέχρι ελεύθερες για το κοινό, εκθέσεις, τέχνη, εβδομάδα μόδας, μουσεία, μπαλέτα, δεν είναι μια πόλη χωρίς κουλτούρα- το αντίθετο: θεάματα δρόμου, καμπαρέ, υπαίθριες εκθέσεις γλυπτικής, και δεν συμμαζεύεται.  O,τι θες το βρίσκεις, αν έχεις βέβαια χρόνο και λεφτά, γιατί τα περισσότερα είναι τόσο ακριβά...
-Κάποιοι φαντάζονται τους Αυστραλούς και την Αυστραλία κάτι σαν «επίγειο παράδεισο»- μία πλούσια χώρα με πολιτισμένους και πάντα χαρούμενους κατοίκους. Υπάρχει πουθενά λύκος στο παραμύθι με την κοκκινοσκουφίτσα;
-Εδώ είναι ο Παράδεισος- κι η κόλαση εδώ. Όπου κι αν μένεις. Πάντα  εκτιμάς τον οργανωμένο, ξένοιαστο, χωρίς άγχος, αυστραλέζικο τρόπο ζωής. Και πάντα, την ίδια στιγμή, κάτι αποζητάς από τον τόπο σου κάτι  νοσταλγείς. «Τι λείπει, τι φταίει, και η καρδιά μου κλαίει;».
-Υπάρχουν πολλοί Έλληνες και Κύπριοι που σκέφτονται τελευταία- λόγω των δυσμενών οικονομικών συνθηκών- να μεταναστεύσουν εκεί. Τι θα τους συμβούλευες; Να το ρισκάρουν; Πού να απευθυνθούν; Ποιες είναι οι μικρές λεπτομέρειες που θα πρέπει να προσέξουν μην πέσουν ξαφνικά από τα σύννεφα;
-Να βεβαιωθούν ότι θα έρθουν νόμιμα, με καλό  βιογραφικό και σαφείς  προοπτικές εργασίας, να μελετήσουν και να συμβουλευτούν κατά γράμμα τις οδηγίες που δίνει η κυβέρνηση της χώρας για το αν η ειδικότητά τους έχει ζήτηση, σε ποιες Πολιτείες, και για ποιες ηλικίες. Να μην πέσουν στα νύχια επιτήδειων που υπόσχονται  τρελά πράγματα. Να εμπιστευτούν τις ιστοσελίδες της Αυστραλιανής υπηρεσίας μετανάστευσης- είναι σαφείς και σωστές.
-Ποια είναι τα καλά και ποια τα κακά του να είσαι μετανάστης σε μία τόσο μακρινή χώρα, από τη δική σου εμπειρία μέχρι τώρα;
-Τα καλά είναι ο ήρεμος , χαλαρός τρόπος ζωής, άγχος μηδέν! Τα όχι καλά νέα εδώ στη Δυτική  Αυστραλία -δεν ξέρω για τις άλλες πόλεις ή πολιτείες, είναι πολύ μακριά, δεν έχω άποψη- είναι ότι θυσιάζεται, χάνεται, εξαφανίζεται η ελληνικότητά σου. Η γλώσσα εγκαταλείπεται. Αυτό είναι το τίμημα ακούγεται πολύ σκληρό για μας που δεν γεννηθήκαμε εδώ, αλλά δεν ενοχλεί τους συμπατριώτες μας της δεύτερης και τρίτης  γενιάς που έχουν αφομοιωθεί στο περιβάλλον. Σε γενικότερο επίπεδο, με τι φόντα να τους κάνω εγώ κηρύγματα, με  τι θάρρος να κάνω κριτική;  Έφτασαν εδώ Έλληνες πριν εκατό, πενήντα, σαράντα χρόνια, πέρασαν δια πυρός και σιδήρου για να προκόψουν, με σκληρή δουλειά, σε τρομερές εποχές, με απερίγραπτες θυσίες. Εγώ; Μια περαστική, τουρίστας είμαι. Αυτό μου έλειπε, να βγάλω και γλώσσα. Μόνο το σεβασμό μου μπορώ να εκφράσω στα κότσια τους. Και μια ευχή: Να μη χαθούν τα ελληνικά τελείως- η γλώσσα μας είναι ήδη είδος προς εξαφάνιση εδώ, στην ελληνική παροικία…
-Με το χέρι στην καρδιά, δεν λες καμιά φορά «Το παιδί μου στην Ελλάδα ήθελα να μεγαλώσει, ρε γαμώτο, κι όχι στα ξένα μέρη!»;
-Το παιδί μας  θα μεγαλώσει ακριβώς και όπου εκείνο γουστάρει. Δεν είναι ιδιοκτησία μας. Προς το παρόν είναι μόνο  πεντέμισι, και  όπου πάμε πάει. Είναι υποχρεωτικό! Για μετά, βλέπουμε…
-Τι σου λείπει πιο πολύ απ την Ελλάδα, εκτός από τον μουσακά, τις τηγανιτές πατάτες, τα τσιφτετέλια της Μενεγάκη, τις βόλτες σου στο Ψυχικό και το μποτιλιάρισμα στους δρόμους ως έναν καλό τρόπο για να ξεσπάς από την πιεσμένη σου ψυχολογία;
-Η μαμά μου! Είμαι πολύ μπανάλ;
-Ειλικρινά πες μου, συγκινήθηκες καθόλου τώρα που γράφοντάς μου αυτές τις απαντήσεις αναγκαστικά σκέφτεσαι τη χώρα σου και φέρνεις στο μυαλό σου εικόνες, μυρωδιές και γεύσεις αγαπημένες; Ε, Ρικάκι μου;
-Μπα! Αντιπαθώ τις κλάψες. Αν ρωτάς, ναι, ζορίστηκα. Πολύ.  Όμως, κάθε μέρα έκανα  ή μάθαινα κάτι καινούριο, που με απέκοψε  από  τις ευκολίες μου- τις παλιές, οικείες συνήθειές μου. Πήρε λίγες στροφές ακόμα το μυαλό μου, εκεί που είχα συνηθίσει στα ίδια πρόσωπα, τα  ίδια δεδομένα. Έμαθα να κολυμπάω στον ωκεανό, εκεί που δεν βουτούσα ούτε  το δαχτυλάκι μου.  Να μη φοβάμαι τα κύματα, να τα αφήνω με εμπιστοσύνη να με παίρνουν ή να βουτάω από κάτω. Αν ήμουν νεώτερη θα προσπαθούσα και για σέρφ αλλά  άσε, Γιάννη:  Μην αφήσουμε και κανένα γοφό… αμανάτι στην Αυστραλία-θα τον χρειαστούμε πίσω στην Ελλάδα! Για να …τρέχουμε, αφού τώρα μας έχουν βάλει στην τρεχάλα- και για να κυνηγήσουμε τι;  Την ουρά μας; Τη σκιά μας; Ένας Θεός ξέρει…Πάντως, το γοφό μου τον θέλω, οπότε σέρφ όχι, ευχαριστώ…
Δημοσίευση στο περιοδικό "Down Town Κύπρου", τον Απρίλιο του 2012.

4.8.12

ΦΩΤΗΣ ΒΑΛΛΑΤΟΣ: "ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΣΝΟΜΠ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ MAINSTREAM"

Αν και τους τελευταίους μήνες το πρόσωπό του- χάρις στις paparazzi φωτογραφίες που κυκλοφόρησαν- έγινε ευρέως γνωστό μέσα από τη σχέση του με την ηθοποιό Δήμητρα Ματσούκα, όσοι τον ξέρουν αναγνωρίζουν ότι το αποτύπωμα της ιδιαίτερης personas του, ο εναλλακτικός τρόπος ζωής και σκέψης του, αλλά και ο τρόπος γραφής του Φώτη (διευθυντή σύνταξης της πρώτης σε αναγνωσιμότητα free press εφημερίδας της Αθήνας, «LifO»), επισκιάζει το οποιοδήποτε μαζικό γεγονός που μπορεί να έχει πρωταγωνιστή την προσωπική του ζωή. Ωστόσο, τον τελευταίο καιρό, τα media έχουν επικεντρωθεί σ αυτό: Στον «γάμο του με την ηθοποιό, σε ακριτικό νησί της Ελλάδας, μέσα στον Αύγουστο». Αλήθεια; Ψέμα; Κανείς δεν επιβεβαίωσε μέχρι στιγμής το παραμικρό. Με το Φώτη είχαμε συναντηθεί ένα ιδιαίτερα βροχερό μεσημέρι στα τέλη Μαΐου, φωτογραφήθηκε- με χειμωνιάτικα ρούχα, λόγω του ιδιαίτερα άσχημου καιρού-, μιλήσαμε για τη ζωή του. Ωστόσο, μόλις πρόσφατα συμφώνησε να μιλήσει- πρώτη φορά  δημόσια- γι αυτό που όλοι τις τελευταίες μέρες συζητούσαν. «Για πρώτη και τελευταία φορά!», μου τονίζει λίγο πριν ξεκινήσει να μου μιλά για την καθημερινότητά του, τις σκέψεις του, όσα συνθέτουν την δική του κοσμοθεωρία. «Ο γάμος είναι μια σύμβαση που δε με αφορά, και θα τον έκανα μόνο και μόνο γιατί θα ήθελα να μοιραστώ με τη γυναίκα που υπεραγαπώ και με τους φίλους μου, μία μοναδική, ανεξίτηλη στιγμή, που θα εκτοξευθεί στο διάστημα. Αν θα παντρευόμουν θα παντρευόμουν μόνο από έρωτα, δεν θα το μάθαινε κανένας και θα ήταν ένα διονυσιακό πάρτι με τον Morrissey κουμπάρο, ενώ τη γυναίκα που αγαπάω θα την κουβαλούσε στους ώμους της ο Αστερίξ και οι Γαλάτες», μου λέει χαμογελώντας.
«Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου ήθελα να γίνω δημοσιογράφος- απλά δεν το παραδεχόμουν σε κανέναν. Στην έκτη δημοτικού έβγαζα μόνος μου μια σχολική εφημερίδα, είχα δεκάδες τετράδια που κράταγα σημειώσεις για το οτιδήποτε, τις Κυριακές άκουγα φανατικά τους ποδοσφαιρικούς αγώνες και σημείωνα στατιστικά. Είχα πάντα μια φυσική ροπή προς τα μαθηματικά και την στατιστική, αλλά δεν ήξερα πως να την διαχειριστώ. Μέσα μου έλεγα ότι όταν μεγαλώσω ήθελα να γίνω αθλητικός δημοσιογράφος. Τελικά κατέληξα να σπουδάσω κοινωνιολογία και να μην βλέπω ούτε λεπτό αθλητικά στην τηλεόραση».
«Όταν με ρωτάνε τι δουλειά κάνω, αισθάνομαι άβολα- η αλήθεια είναι ότι κομπλάρω κάπως. Συνήθως με ρωτάνε οι ταξιτζήδες που μου πιάνουν την κουβέντα και έχουν μια έμφυτη ροπή να σε κατηγοριοποιούν μαζί με αυτούς που βλέπουν στην τηλεόραση και προσπαθούν να σου εκμαιεύσουν διάφορα κουτσομπολιά. Όταν του λέω ότι ασχολούμαι κυρίως με πολιτιστικά, χάνουν το ενδιαφέρον τους και εγώ βρίσκω την ησυχία μου». 
«Δημοσιογράφος είναι αυτός που εργάζεται στην “LifO”, αυτός που εργάζεται στα “Νέα” και αυτός που εργάζεται στο “Ciao”. Δεν κάνω κανένα ουσιαστικό διαχωρισμό (αν και ο ποιοτικός είναι τεράστιος), παρόλα αυτά ξέρω ότι αυτός που εργάζεται στο “Ciao” έχει δεχθεί μια σύμβαση που λέει ότι η “εξουσία” του να προκαλεί εύκολα (με ένα λαϊκίστικο θέμα, πιθανότατα ψευδές) το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης, ανταλλάσσεται με ένα χαμηλό μισθό. Αν το δέχεσαι αυτό είσαι άξιος της μοίρας σου».
«Κατά την επταετή θητεία μου στα περιοδικά της ΙΜΑΚΟ, παρόλο που πάντα υπήρξα ο εναλλακτικός πόλος του συγκεκριμένου lifestyle που ευαγγελίζονταν τα περιοδικά του Ομίλου, έτυχε να πάρω συνεντεύξεις και από πρόσωπα που θεωρητικά δεν άπτονταν της δικής μου ιδιοσυγκρασίας. Αν και δεν με ενδιέφερε ποτέ η άποψη τους για οποιοδήποτε αντικείμενο, τους προσέγγισα με τον τρόπο της αμερικάνικης γραφής του “Esquire” ή του “GQ”,  όπου οι “λεγόμενοι” celebrities απογυμνώνονται μπροστά στον δημοσιογράφο γιατί είναι ακομπλεξάριστοι. Στην Ελλάδα δεν έχουμε τέτοιους. Εκτός από ελάχιστους».
«Δεν είμαι σνομπ απέναντι στο mainstream, κάθε άλλο. Έχω καταναλώσει πολύ mainstream στη ζωή μου, κυρίως για να το αποκωδικοποιήσω. Και έχω καταλήξει ότι δεν χρειάζεται να χάνεις το χρόνο σου γι αυτό. Τα καλύτερα πράγματα πάντα ήταν underground. Και πάντα θα είναι. Μου το έχει διδάξει η Νέα Υόρκη αυτό».
«Γεννήθηκα στην Αθήνα, σε ένα μαιευτήριο της πόλης που ούτε καν ξέρω το όνομά του. Μεγάλωσα μεταξύ Κεφαλονιάς και Πάτρας. Τα παιδικά μου χρόνια ήταν μαγικά! Έμενα στην Κεφαλονιά σε ένα σπίτι δίπλα σε ένα σπήλαιο, πήγαινα για ψάρεμα με τον παππού μου κάθε μέρα στις 5 το πρωί, το μεσημέρι διάβαζα κόμιξ σε ένα δεντρόσπιτο, το απόγευμα μάζευα τζιτζίκια σε ένα σπιρτόκουτο και το βράδυ έκλεβα σύκα από τις αυλές του χωριού. Τι καλύτερο θες από αυτό; Η φαντασία μου είναι στοιχειωμένη με όλα αυτά και ακόμα περισσότερα. Γι αυτό είμαι και νοσταλγικός τύπος».
«Πάντα ξύπναγα αργά. Τώρα ξυπνάω νωρίς. Το πρωινό φως έχει μια ασύγκριτη διαύγεια που στη μεταφέρει και εσένα. Παρόλο που δεν είμαι καθόλου ελληνολάγνος, πάντα εντυπωσιάζομαι από το διαυγές φως που έχει η Ακρόπολη κάθε πρωί- ακόμα και σε μια συννεφιασμένη ημέρα. Είναι σαν να γυρίζουν ταινία εκεί πάνω κάθε μέρα».
«Είμαστε στο “μεταξύ” μια εποχής, μιας εποχής που στο μέλλον θα είναι το μεταίχμιο μεταξύ του “πριν” και του “μετά”. Αλλά αισθάνομαι ότι η επίπλαστη ευδαιμονία του παρελθόντος που μας ευνόησε όλους -η αλήθεια είναι- ήταν συγχρόνως και το Ελντονράντο μας. Το τέλος του παλιού κόσμου ήρθε επιτέλους και είμαι πολύ χαρούμενος γι αυτό».
«Η κατάρρευση των media όπως τα ξέραμε είναι δεδομένη. Σηματοδοτεί δικαιολογημένα τον εκκωφαντικό κρότο της φούσκας που ζήσαμε όλοι την προηγούμενη δεκαετία. Και δεν ευθύνεται μόνο η κραυγαλέα επικράτηση αυτού που αποκαλούμε lifestyle, αλλά και η δημοσιοϋπαλληλική ιδιοσυγκρασία των παραδοσιακών Μέσων που δεν αντιλήφθηκαν νωρίς ότι τα μικροπολιτικά συμφέροντα θα τους γυρίσουν μπούμερανγκ- αργά ή γρήγορα. Απορώ ακόμα με κάποια από αυτά που επιμένουν στην ίδια τακτική, ενώ βλέπουν ότι όλα γύρω τους καταρρέουν σαν τους ουρανοξύστες στο τέλος του “Fight Club”».
«Πολλοί μιλάνε για το θάνατο του χαρτιού στην εποχή της επέλασης του ίντερνετ. Θα ήμουν ο τελευταίος που θα καταφερόταν εναντίον του ίντερνετ, όταν έχω υπάρξει φανατικός του δικτύου από το 1997, δεκαπέντε χρόνια τώρα, από τις ωμές εποχές του IRC και των dial up συνδέσεων. Ωστόσο, πιστεύω ότι ο διαφαινόμενος θάνατος του χαρτιού θα είναι πολύ αργός. Το ίντερνετ  μπορεί να υποκαταστήσει πολύ εύκολα (και το κάνει ήδη) την γρήγορη άμεση ενημέρωση, αλλά η γοητεία της τυπογραφίας δεν μπορεί να υποκατασταθεί από bites. Στο μέλλον τα περιοδικά και γενικότερα τα έντυπα θα είναι συλλεκτικές εκδόσεις για την βιβλιοθήκη σου και πάντα θα υπάρχει η ανάγκη και η ζήτηση για αυτά. Τα καλά περιοδικά του σήμερα θα είναι τα coffee tables του αύριο. Οι ευτελείς εφημερίδες του σήμερα θα είναι τα bookmarks του αύριο. Όλα είναι θέμα ποιότητας. Κι αυτό είναι καλό».
«Λατρεύω τα ταξίδια. Θα μπορούσα να ταξιδεύω για πάντα. Χωρίς καμία αποσκευή. Κάποτε παραλίγο να πάω στο Σιάτλ χωρίς τίποτα πάνω μου. Ευτυχώς δεν με άφησαν να πετάξω επειδή είχα αργήσει. Εκεί έκανε μείον δέκα και εγώ είχα πάει στο check in φορώντας μόνο ένα κοντομάνικο. Στα ταξίδια είμαι ο “lonely planet” που πάντα θα ήθελες να έχεις μαζί σου: Έχω φροντίσει να μάθω από πριν όλα τα μέρη που αξίζουν και δεν τα ξέρει κανένας τουρίστας και πάντα ανακαλύπτω τα “υπόγεια” που πρέπει να κατέβεις. Βασικά αυτά με ανακαλύπτουν. Δεν ξέρω πως γίνεται αυτό. Είναι έμφυτο ταλέντο».
«Θα θυμάμαι πάντα τις γέφυρες του Βοσπόρου, τα ψητά καλκάνια στα αυτοσχέδια σάντουιτς των πλωτών εστιατορίων της Κωνσταντινούπολης, τα καζαντί και την συγκινητική αθωότητα των οροσειρών της Κύπρου, τα “χαμένα στη μετάφραση” σούπερ μάρκετ της Σανγκάης, τη μπαουχαους αρχιτεκτονική του Τελ Αβιβ (η πιο αγαπημένη μου πόλη στον κόσμο), τα παγόβουνα της Ισλανδίας, τις ρέιβ αποθήκες του Βερολίνου, τα πολωνέζικα μαγαζιά του Μπρούκλιν, το Old Cataract στο Aσουάν, ένα Πάσχα στην Βηρυτό και τόσα άλλα...».
«Δεν έχω κάποια ατάκα που με ακολουθεί σαν μότο στη ζωή μου. Μόνο η τύχη μου. Και μια σιγουριά ότι θα επιβιώσω σε κάθε περίσταση».
«Μισώ να μιλάω και να γράφω συμβουλές για έρωτα και για σεξ. Είναι δυο πράγματα που δεν μπορώ να ανταπεξέλθω δημοσιογραφικά. Καλύτερα βάλε με σε εμπόλεμη ζώνη- που παρεμπιπτόντως θα ήθελα να βρεθώ. Θεωρώ πραγματικούς δημοσιογράφους όσους οι σφαίρες περνούν πάνω από το κεφάλι τους».
«Η κατάσταση που βρίσκεσαι όταν είσαι ερωτευμένος είναι εφάμιλλη της ελεύθερης πτώσης. Οι διακυμάνσεις που περνάς μέχρι να σιγουρευτείς ότι θα ανοίξει το αλεξίπτωτο είναι ίδιες. Εσύ ξέρεις ότι θ ανοίξει. Όλα τα άλλα είναι επίπονα. Ακόμα και σαν σκέψη».
«Οι παπαράτσι δεν με αφορούν. Διαφυλάσσω την προσωπική μου ζωή πολύ εύκολα. Αν δεν πάρεις τους παπαράτσι τηλέφωνο να τους πεις ότι τώρα ψωνίζω ραπανάκια στη λαϊκή, δεν είναι παπαράτσι. Είναι φωτογράφοι γάμου». 
«Ευτυχία είναι να κοιμάσαι στην αγκαλιά της…».
Δημοσίευση στο "Down Town Κύπρου", τον Ιούνιο του 2012.