Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λόγος-Τέχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λόγος-Τέχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

12.4.17

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ: "ΕΚΚΡΕΜΕΙ ΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ ΥΠΟΛΟΙΠΟ ΤΗΣ ΑΚΟΜΑ ΤΩΡΑ ΖΩΗΣ ΜΟΥ"


Κάθε νέα συνάντηση με την σημαντικότερη εν ζωή ποιήτρια της Ελλάδας, γίνεται η αφορμή για επίγνωση των μικρών και μεγάλων στιγμών του κόσμου, σε όσα νομίζαμε ότι γνωρίζαμε -χωρίς να συνειδητοποιούμε- πριν οι λέξεις γίνουν βαθιά νοήματα και δυσεύρετα μαθήματα ζωής.
-Υπάρχουν απαντήσεις στο «Πρέπει να είναι πιστή η αγάπη; Κι αν δεν είναι, εμείς τι πρέπει; Με σταυρωμένα τα χέρια ν' αγαπάμε;», κυρία Δημουλά; 
-Νομίζω ότι ο μόνος που σίγουρα θ' απαντούσε «ναι, με σταυρωμένα τα χέρια ν' αγαπάμε», είναι ο Χριστός... Όσο για τους θνητούς, θ' απαντούσαν ανάλογα με τη συμβουλή που θα τους έδινε η αντοχή τους... Να μου συγχωρεθεί που σε κάθε απάντηση θα προτάσσω το «νομίζω». Είναι μια ευγενής, ίσως και συνετή συγκάλυψη του ειλικρινούς «δεν ξέρω».
-Τι δεν ξέρετε από τη ζωή; 
-… Δεν ξέρω πώς μπορεί να είναι ωραία. Δεν ξέρω επίσης πώς, ενώ δεν είναι ωραία -τουλάχιστον συνεχώς- είναι επιθυμητή και αγαπητή συνεχώς.
-Τι είναι αυτό που την κάνει τόσο δυσάρεστη κάποιες φορές; 
-Ό,τι κάνουν τα δυσάρεστα πράγματα. Και προπάντων η μνήμη, η υπενθύμιση του χρόνου ότι περνάει και επομένως θα χάσω αυτό που συμπαθώ ή δεν συμπαθώ. Δεν είναι λίγο αυτό - ο χρόνος δεν είναι μικρό πράγμα για τη ζωή.
-Το πέρασμα του χρόνου σας φόβιζε ποτέ; 
-Όταν ήμουνα 16 δεν με φόβιζε. Όταν ήμουνα 20 δεν με φόβιζε. Αλλά μετά τα 35 άρχισαν να με πιάνουν τρεμούλες…
-Τώρα; 
-Τώρα δεν μπορώ ούτε να το σκεφτώ. Τώρα φοβάμαι πάρα πολύ. Πραγματικά πάρα πολύ. Τίποτ' άλλο δεν φοβάμαι. Κι ένας τρόπος για να καταπολεμήσω αυτό το φόβο ήταν ότι καθόμουν κάτω κι έγραφα ένα βιβλίο. Αυτό διώχνει λίγο το χρόνο από μπροστά μου…
-Τι είναι για σας η αγάπη; 
-Είναι ένα άγνωστο πράγμα… Ένα εντελώς άγνωστο και αβέβαιο πράγμα. Δεν ξέρω τι είναι η αγάπη.
-Γιατί το λέτε αυτό; 
-Γιατί, αγαπητέ μου, δεν ξέρουμε τι είναι η ψυχή. Όπως επίσης δεν ξέρουμε και τι είναι τα αισθήματα. Τίποτα δεν ξέρουμε! Τίποτα δεν είναι σταθερό σ' αυτό τον κόσμο και τίποτα δεν έχει μόνο μία μορφή διαρκώς. Έτσι και η αγάπη: αλλάζει συνεχώς. Σκεφτείτε πώς η πολλή αγάπη γίνεται ξαφνικά καθόλου αγάπη! Επομένως, ρωτάω κι εσάς, τι είναι η αγάπη;
-Δεν είχατε ποτέ τη βεβαιότητα στη ζωή σας ότι αγαπηθήκατε πολύ; 
-Όχι. Τώρα, αν εννοείτε εάν αγαπήθηκαν τα ποιήματά μου, αυτό είναι μία άλλη ιστορία. Εγώ δεν μπορώ να πω ότι αγαπήθηκα πολύ από πολλούς ανθρώπους. Απ' τα παιδιά μου, ναι. Απ' τη μάνα μου, ναι. Από τον Άθω Δημουλά, όσο έπρεπε να αγαπηθώ, γιατί οι υπερβολές δεν είναι ωραίες. Εγώ, ναι, αγάπησα πάρα πολύ. Και τον Άθω Δημουλά, και τις μέρες που περνούσαν, και τις κακές μέρες που περνούσαν…
-Με ποιο τρόπο αγαπούσατε και τις κακές μέρες; 
-… Κι αυτές τις αγαπούσα πολύ. Αν μου έλεγαν ότι έχω άλλα πέντε χρόνια με δυσάρεστες μέρες, αρκεί να μην είναι απώλειες ζωής δικών μου ανθρώπων, ευχαρίστως θα ζούσα πέντε χρόνια δυσάρεστες μέρες.
-Πώς μεταφράζεται σ' εσάς η έκφραση «είμαι καλά»; 
-«Είμαι καλά» σημαίνει ξεχνάω το θάνατο. Συνέβη κάτι, πέρασε λίγος χρόνος, ίσως και τριών λεπτών, που να μην σκέφτομαι το θάνατο; Τότε είμαι καλά! Όταν δεν τον σκέφτομαι είμαι καλά.
-Με ποιο τρόπο διαχειριστήκατε στο παρελθόν τις απώλειες πολύ αγαπημένων σας προσώπων; 
-Πολύ άσχημα. Πολύ βαριά. Και με μεγάλη κατάθλιψη. Άλλαξε όλη μου η ζωή. Κι όταν μιλάμε για απώλειες, εννοώ την απώλεια του Άθου Δημουλά. Καμία άλλη απώλεια δεν είναι τέτοιας βαρύτητας όσο η απώλεια ενός ανθρώπου με τον οποίο ζει κανείς 35 χρόνια και ξαφνικά δεν υπάρχει. Δεν είναι απλό πράγμα, είναι εφιαλτικό.
-Υπάρχει κάποιος τρόπος που να απαλύνει αυτός ο πόνος; 
-Ευτυχώς ο χρόνος βάζει το χεράκι του και δεν έχουμε αυτή την οξύτητα του πόνου που μοιάζει με τρέλα -γιατί δεν ξεχνάμε. Κι είναι τρέλα, ειδικά τον πρώτο καιρό, γιατί δεν μπορείς να καταλάβεις τι έχει συμβεί. Πώς χάθηκε ένας άνθρωπος. Δεν είναι εύκολο. Είναι τρομακτική και αδύνατη η περιγραφή του αισθήματος που παίρνει τη θέση αυτής της απώλειας.
-Πονέσατε πολλές φορές στη ζωή σας; 
-Το έχω λίγο εύκολο αυτό. Δεν μου κάνει κόπο να πονέσω. Ίσως ξεπονάω εύκολα για τα μικρά πράγματα. Αλλά, τελοσπάντων, πρέπει να πω ότι είμαι ευπαθής, είμαι εύθικτη στον πόνο.
-Τότε τι είναι η χαρά; 
-Είναι κάτι εντελώς στιγμιαίο. Χαρά είναι να μπορείς να εκτοπίζεις τις ανησυχίες.

29.10.16

ΜΥΡΤΩ ΤΑΣΙΟΥ: "Η ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ, ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ"


Για όλους τους άλλους είναι «Η αναρχική ποιήτρια των Εξαρχείων, Κατερίνα Γώγου» και μια από τις πιο εμβληματικές μορφές της ελληνικής ποίησης. Για τη Μυρτώ, τη μοναχοκόρη της, είναι απλά η μάνα της. Και η εξομολόγησή της για εκείνη ένα τρυφερό, σκληρό -αλλά το πιο ωραίο της- ανολοκλήρωτο ποίημα.
Η Μυρτώ, ζωγράφος και ποιήτρια πια και η ίδια (το πρώτο της βιβλίο «Η Αλίκη δε μένει πια εδώ», κυκλοφορεί από τις «Εκδόσεις Καστανιώτη), μοναχοκόρη της Κατερίνας Γώγου από τον γάμο που είχε κάνει η ποιήτρια με το σκηνοθέτη Παύλο Τάσιο, ζει εδώ και πολλά χρόνια στο εξωτερικό, κυρίως στην Ιταλία, αποκομμένη από όσα συμβαίνουν στην Αθήνα. Όταν μιλήσαμε στο τηλέφωνο, της είχα εξηγήσει πως θα κάναμε μία μεγάλη κουβέντα για εκείνη και τη σχέση της με τη μητέρα της, η οποία είχε αυτοκτονήσει στις 3 Οκτωβρίου του 1993, σε ηλικία 53 ετών. «Γιατί έχει ενδιαφέρον η ιστορία σου», της είπα. Συμφώνησε. Αν και απέφευγε τις πολύ εξομολογητικές συζητήσεις για τη μαμά της, την ποιήτρια του «εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά, που κάνουν τραμπάλα στις ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών», του «έχω μείνει στη θέση που μ' άφησες για να με ξαναβρείς», του «στο μυαλό είναι ο στόχος. Το νου σου, ε;», που συνεχίζουν να γίνονται συνθήματα σε στόματα ανθρώπων, σε πλατείες και σε τοίχους σπιτιών. Η Μυρτώ έδειξε εμπιστοσύνη και αφέθηκε. Την «ξεκλείδωσε» κυρίως η κοινή μας αγάπη για την Όλια Λαζαρίδου, που τη θεωρεί περίπου σαν αδελφή της. Κλείσαμε ραντεβού την επόμενη κιόλας μέρα. 
-Πώς ξύπνησες σήμερα, Μυρτώ; 
-Πολύ ωραία! Σε περίμενα για να μιλήσουμε! (γελάει).
-Γελάς πηγαία! 
-Α, δεν μου είναι δύσκολο να γελάσω ή να πάρω χαρά. Χαρούμενη με κάνει μία ωραία κουβέντα ή μία παρατήρηση με χιούμορ, μία μέρα με ήλιο κι εγώ να ζωγραφίζω. Η δουλειά μου είναι αγιογράφος. Αυτό κάνω εδώ στο Λέτσε όπου μένω, κοντά στο Πρίντεζι.
-Πώς και μένεις εκεί; 
-Γνώρισα τον άντρα μου στη Γαλλία, ο οποίος είναι Ιταλός, παντρευτήκαμε και ήρθαμε να ζήσουμε στην πατρίδα του.
-Γιατί είχες πάει στη Γαλλία; 
-Είχα πάει σε μία Κοινότητα στο Παλέρμο, η οποία αφορούσε σε διαλογισμούς. Μετά από έξι μήνες, μου έκαναν πρόταση αν θα ήθελα να πάω στη Γαλλία, στην Ορλεάνη, σε ένα κάστρο το οποίο είχε μέσα μία μικρή εκκλησία, για να τη ζωγραφίσω. Εκεί πέρασα απίθανα! Εκεί έγινα φως, εκεί ξεμπουμπούκιασα. Ζωγράφιζα ανεβασμένη σε μία σκάλα, έκανα διαλογισμούς, χόρευα - ξαναγεννήθηκα! Εκεί γνώρισα και τον Φραντζέσκο, τον σύζυγό μου, ο οποίος είναι συντηρητής έργων τέχνης και παλαιών επίπλων. Ερωτευτήκαμε! Είχαμε και οι δύο το ίδιο πάθος για τις αντίκες, τα εκκλησιαστικά όργανα, τις αγιογραφίες. Είμαστε μαζί 20 χρόνια.
-Έχετε παιδιά; 
-Όχι. Δεν μπορώ να κάνω παιδιά. Θα το ήθελα όμως! Κι είναι κάτι που με στενοχωρεί. Αν μπορούσα να κάνω ένα παιδί, θα ήταν σα να ξαναγεννιόταν η Κατερίνα! Θα έδινα όλη μου την αγάπη σ' αυτό το παιδί, την προστασία, τη στοργή. Πόσο θα 'θελα να μπορούσα να κάνω ένα παιδί χαρούμενο! Γιατί εγώ δεν ήμουνα χαρούμενη. Δεν πέρασα μία ζωή όπως όλα τα άλλα παιδιά. Η δική μου ζωή ήταν διαφορετική.
-Δεν έπαιζες όταν ήσουνα μικρή; 
-Έπαιζα πόλεμο. Με πιστόλια ψεύτικα και στρατιωτάκια. Γιατί οι δικοί μου πάντα μου έλεγαν «είμαστε συνέχεια σε πόλεμο!».
-Όχι με κούκλες; 
-Όχι. Εξάλλου, δεν μου άρεσαν οι φούστες. Ήθελα να φοράω συνέχεια παντελόνια. Ήμουνα ένα αγοροκόριτσο. Όταν τα άλλα παιδιά έπαιζαν στο προαύλιο του σχολείου ή στον δρόμο, εγώ καθόμουν και ζωγράφιζα. Ήμουνα ένα παιδί διαφορετικό. Και μόνο. Απ' την άλλη, μέσα στο σπίτι περνάγαμε πολύ δύσκολα, ήμασταν πολύ φτωχοί, ζούσαμε με δανεικά, με πολλές δυσκολίες. Όλα άλλαξαν όταν η μητέρα μου έγραψε το «Τρία κλικ αριστερά». Τότε ήρθε η επιτυχία και από τη μία μέρα στην άλλη αποκτήσαμε χρήματα. Είχαμε τρελαθεί που μπορούσαμε να πάμε στο μπακάλικο και να πάρουμε ό,τι θέλαμε!

ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΕΦΕΡΗ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΝΑ ΛΟΝΤΟΥ




Η κόρη της Μαρώς Σεφέρη, συζύγου του Νομπελίστα ποιητή, Άννα Λόντου, ανοίγει το σπίτι του στην Αθήνα, και θυμάται περιστατικά, εικόνες, σκέψεις και την καθημερινότητα ενός από τους σημαντικότερους ανθρώπους των γραμμάτων.
«Τα σπίτια είναι χαμηλά. Το ύψος τους είναι περιορισμένο στα εννιάμισι μέτρα. Τώρα μόνο άρχισε να απλώνεται και εδώ η επικίνδυνη βουλιμία του ύψους», έγραφε για τη γειτονιά του, το Παγκράτι και την οδό Άγρας, ο Νομπελίστας ποιητής, Γιώργος Σεφέρης, σε ένα σημείωμά του στην εφημερίδα «Τα Νέα» στις 21 Μαΐου 1965, από όπου αντλούνται και οι πληροφορίες για το σπίτι, τις οποίες επιβεβαιώνει στο ΦιλGood η Άννα Λόντου, κόρη της συζύγου του ποιητή, Μαρώς Σεφέρη, από τον πρώτο της γάμο, με το Ναύαρχο Ανδρέα Λόντο.  
Πίσω από το Παναθηναϊκό Στάδιο, σκαμμένο στην πλαγιά ενός λόφου, το οικόπεδο είχε αγοραστεί τον Δεκέμβριο του 1955 σε μία από τις ολιγοήμερες επισκέψεις του Γιώργου Σεφέρη στην Αθήνα, κατά τη διάρκεια της διπλωματικής του θητείας, η οποία διήρκεσε 35 χρόνια. «Την πορεία των οικοδομικών εργασιών επέβλεπε η μητέρα μου, με συνεχή ταξίδια, καθώς τα πρεσβευτικά καθήκοντα απέκλειαν την παρουσία του Σεφέρη στην Αθήνα. Η τακτική τους αλληλογραφία, ωστόσο, δείχνει με πόση προσοχή και φροντίδα προσέγγιζαν και οι δύο το μελλοντικό τους σπίτι», μου αναφέρει απ’ την αρχή της συνάντησή μας η οικοδέσποινα, Άννα Λόντου.
Χτισμένο σε νησιωτικό ύφος, την περίοδο 1957-1959, από τον Κωνσταντινουπολίτη στην καταγωγή αρχιτέκτονα Παναγή Μανουηλίδη (έργα του οποίου είναι το Σισμανόγλειο Φυματιολογικό Ινστιτούτο στην Αθήνα, πολλές μονοκατοικίες, πολυκατοικίες, ξενοδοχεία και βιομηχανικά κτίρια της μεσοπολεμικής Αθήνας, αλλά και το «Ξενία», στη Ναύπακτο, που έχει πολλές ομοιότητες με την οικία Σεφέρη), το σπίτι αποτελείται από δύο επίπεδα, με το αιγαιοπελαγίτικο λευκό των εξωτερικών τοίχων, τους γεωμετρικούς όγκους και κυρίως τα μπλε παράθυρα να δίνουν την πρώτη εντύπωση. Κατοικήθηκε τελικά το 1962, όταν το ζευγάρι επέστρεψε μόνιμα πια στην Ελλάδα από τον τελευταίο σταθμό της σταδιοδρομίας του ποιητή, την πενταετή παραμονή του ως πρέσβη της Ελλάδας στο Λονδίνο. «Το σπίτι αυτό, όπως θα δείτε, έχει μέσα πολύ Κύπρο. Είναι όλα ενθύμια του Σεφέρη από αυτό τον αγαπημένο του τόπο: κάποια αγγεία, ο χάρτης του νησιού σε γκραβούρα, ο Μακάριος. Είναι σα να του χρωστάω αυτή την φωτογραφική έκθεση του σπιτιού του στους Κυπρίους σήμερα», συνεχίζει να μου λέει η Άννα Λόντου, όσο καθόμαστε στο μεγάλο τραπέζι του σαλονιού, με φόντο μικρές κατασκευές του ποιητή, τον κήπο, βιβλία με σημειώσεις του, πίνακες του Τέτση και του Σόρογκα, ασπρόμαυρες φωτογραφίες που είχε τραβήξει ο ίδιος στο φορμά των 35mm (χρησιμοποιώντας ένα μόνο νορμάλ φακό, ένα φωτόμετρο χειρός κι ένα τριπόδι) οι οποίες βρίσκονται ακόμη τοποθετημένες, ακριβώς όπως τις είχε αφήσει ο ίδιος μέσα στο γραφείο του, λίγο πριν πεθάνει, στις 20 Σεπτεμβρίου του 1971. 

«Το σπίτι αυτό είναι χώρος διαμονής, αλλά και κομμάτι της ιστορίας –όσο ζω όμως, δεν θα μετατραπεί σε μουσείο. Γιατί, για μένα, είναι “το σπίτι μου”. Γεννήθηκα το 1930 στη Θεσσαλονίκη, εκεί όπου έμενε η μητέρα μου με τον πατέρα μου, ο οποίος ήταν αξιωματικός του Ναυτικού, μέχρι να χωρίσουν, οπότε μετακομίσαμε στην Πλάκα. Στο μεταξύ, η μητέρα μου γνωρίστηκε με τον Σεφέρη. Καλοκαίρι, στην Αίγινα. Αμέσως ταίριαξαν. Και μάλιστα του είχε πει τότε, σε αυτές τις πρώτες τους συναντήσεις, “εσείς κάποτε θα γίνετε πολύ μεγάλος ποιητής!”. Οι εποχές τότε ήταν δύσκολες –από όλες τις απόψεις. Πόσο μάλλον για ένα διαζύγιο. Όταν πια έμπαιναν οι Γερμανοί στην Αθήνα, ο Σεφέρης είχε πει στη μητέρα μου: “φεύγω, δεν μπορώ να μείνω εδώ γιατί έχω πληροφορίες από το υπουργείο πως, απ’ τους πρώτους που θα βάλουν μέσα, θα είμαι εγώ”. Και της πρότεινε να παντρευτούν γιατί δεν γινόταν να φύγουν μαζί ανύπαντροι. Είχε μάλιστα βάλει ως όρο τότε στη μάνα μου να μην κάνουν παιδιά κατά τη διάρκεια του γάμου τους, με το σκεπτικό πως δεν είναι κόσμος αυτός για να φέρει κανείς παιδιά. Η μητέρα μου το δέχτηκε. Παντρεύτηκαν τελικά το ’41».

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ: "Η ΖΩΗ ΠΡΟΧΩΡΑΕΙ ΜΕ ΟΛΑ ΤΑ ΜΠΛΕ, ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΤΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΜΟΒ"



 Ο πιο εμβληματικός και εμπορικότερος στιχουργός της Ελλάδας, με εκατομμύρια πωλήσεις δίσκων από το 1963 μέχρι σήμερα («δημοσιογράφος», «συγγραφέας», μας και «οπαδός της ΑΕΚ», θα πρόσθετε, μάλλον, εκείνος), «μύθος» για τους νεότερους, αλλά και «πατέρας» των σημαντικότερων τραγουδιστών στης δισκογραφίας, παραμένει διαυγής στα 81 του χρόνια και ευτυχής σε κάθε στιγμή της ζωής του.
Στο τηλεφώνημά μου για την επιβεβαίωση του ραντεβού μας, στο σπίτι του, κάτω από το Ωδείο Ηρώδου Αττικού, με θέα στην Ακρόπολη, μου απάντησε εκνευρισμένος στο «γεια σας, είμαι ο τάδε που συνεννοηθήκαμε για μία συνέντευξη…» μ’ ένα «άντε και γαμήσου με τις συνεντεύξεις, έχω γιατρό στο σπίτι!». Και μου έκλεισε το τηλέφωνο. Πήρα βαθιές ανάσες. Και, ευτυχώς, θυμήθηκα εκείνο που μου είχε πει κάποτε συνάδελφός του -και «Λευτεριστής» φυσικά κι’ εκείνος- πως «ο Παπαδόπουλος βρίζει, αλλά έχει καρδιά μικρού παιδιού». Είχε δίκιο. Την επόμενη βδομάδα που αποφάσισα να του τηλεφωνήσω ξανά, ήμουν ωστόσο αποφασισμένος να του επιστρέψω τις βρισιές –δεν μ’ ένοιαζε ούτε η ιστορία του, ούτε οι στιγμές που εξάρτησα από τους στίχους του, ούτε τα κείμενά του στα «Νέα» που αγαπούσα, ούτε τα βιβλία του «όλα είναι ένα ψέμα» και «οι παλιοί συμμαθητές» που λάτρεψα. Αλλά, αυτή τη φορά, ήταν ένας άλλος Λευτέρης Παπαδόπουλος: «ό,τι ώρα θες πέρνα, όποτε μπορείς, εγώ σπίτι είμαι. Θα χαρώ να τα πούμε. Τι κάνει ο Τάκης Χατζηγεωργίου; Θυμάμαι που πήγαινα και έλεγα ποιήματα στον Astra –τι ωραίες εποχές εκείνες στην Κύπρο! Είστε συγγενείς;». Το ίδιο κιόλας βράδυ (μη χαλάσει η καλή του διάθεση!) βρισκόμουν στην εξώπορτα της μονοκατοικίας του. Με περίμενε σε ένα δωμάτιο με ανοιχτή την τηλεόραση στις ειδήσεις. Μιλούσε ήδη στο τηλέφωνο με κάποιο φίλο του, δημοσιογράφο, το Δημήτρη Γκιώνη, της πάλαι ποτέ «Ελευθεροτυπίας», κάτι ανέφερε για τον Ντέμη Νικολαίδη (που είναι φίλος του και τον επισκέπτεται συχνά) και για κάποιο παίκτη της ΑΕΚ (της αγαπημένης του ομάδας) που έχει «το καλύτερο δεξί πόδι της Ευρώπης». Έκλεισε το τηλέφωνο με ένα «είσαι μαλάκας, ρε», γελώντας. Απ’ την αρχή, βέβαια, αγαπηθήκαμε. Με ρώτησε για τους αγνοούμενους στην Κύπρο, την «τράπεζα» dna, τις συνομιλίες, τις επόμενες εκλογές, την παράσταση στη Σαλαμίνα –ήξερε τα πάντα! Μου χάρισε, φεύγοντας, κι ένα χαρτί με στίχους του, το οποίο ήταν αφημένο επάνω σε ένα τόμο με τα άπαντα του Ντίνου Χριστιανόπουλου: «κατηγορούμενο κορμί απολογήσου / γιατί κυλιέσαι μες στο βούρκο της ζωής / αυτά τα ρούχα που φοράς ειν’ η πληγή σου / τα ‘χεις πληρώσει με κουρέλια της ψυχής». «Α, θα το μοσχοπουλήσω στο μέλλον!», του είπα. Εννοείται πως μ’ έβρισε. Αλλά γέλασα αυτή τη φορά. Το ίδιο κι εκείνος.
-Ποια είναι η αγαπημένη σας λέξη;
-Μουνί.
-Με ξαφνιάζετε…
-Γιατί σε ξαφνιάζω; Το μουνί είναι το πιο θαυμαστό πράγμα στον κόσμο –ή όργανο αν θες. Και για τον ταλαιπωρημένο άνθρωπο, τον σακατεμένο, τον άνεργο, ιδίως στις δύσκολες αυτές εποχές, είναι ένα αποκούμπι, μια αγκαλιά, μια τρυφεράδα. Για σκέψου τον άνθρωπο που δουλεύει σ’ ένα κτήμα, σ’ ένα χωράφι, και σκάβει όλη την ημέρα και ταλαιπωρείται… Τι χαρά θα έχει αυτός ο άνθρωπος στη ζωή του, το βράδυ που πηγαίνει στο σπίτι του, σκασμένος από την κόπωση και χωρίς να έχει λεφτά; Τι πιο ωραίο από μία αγκαλιά ζεστή, από μια γυναίκα που του προσφέρει το κορμί της και τον αγαπάει;

16.10.16

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ - ΡΟΥΚ: "ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΕΙΝΑΙ Η ΟΥΛΗ ΤΗΣ ΠΛΗΓΗΣ"



Το διαμέρισμά της είναι μικρό. Σε λίγα μόνο τετραγωνικά χωράνε ένα ντιβάνι με μία μονόχρωμη κουβέρτα να το σκεπάζει, μία έγχρωμη τηλεόραση ανοιχτή στην εικόνα -χωρίς ήχο κανένα, με αποκωδικοποιητή στο πλάι-, βιβλία, πολλά χαρτιά με σημειώσεις, ένα φλιτζάνι με καφέ που κρύωσε, λίγοι πίνακες στους τοίχους και φωτογραφίες δικές της, αλλά και με τον σύζυγό της που πέθανε πριν από λίγα χρόνια –ακριβώς απέναντι από τη δική της καρέκλα, κοιτώντας τον συνεχώς σα να πρόκειται να της μιλήσει και να του απευθυνθεί. Έχει ξεχάσει σχεδόν πως το 1962 είχε πάρει το Α’ Βραβείο Ποίησης της Γενεύης (Prix Hensch), πως το 1985 τιμήθηκε με το Β’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης, πως έχει δώσει διαλέξεις και διάβασε ποιήματά της σε Πανεπιστήμια των Η.Π.Α και του Καναδά (Harvard, Cornell, Daztmouth, N.Y.State, Princeton, Columbia κ.α.), πως το 2000 τιμήθηκε με το βραβείο Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών και μόλις πέρσι με το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων για το σύνολο του έργου της – «λεπτομέρειες», λέει, παραμένοντας αθόρυβα συνεπής στην ομορφιά που δημιούργησαν τα ποιήματά της, εδώ και μισό αιώνα που κυκλοφορούν ποιητικές της συλλογές, αφού πλέον θεωρείται μία από τις σπουδαιότερες ελληνίδες ποιήτριες, με γλώσσα βαθιά, απλή, εσωτερική, ολόδική της.
Η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ ήταν χαρούμενη εκείνο το μεσημέρι Σαββάτου που συναντηθήκαμε. Είχε βάψει τα μαλλιά της λίγο πριν, της βγήκε κατά λάθος διχρωμία -κάτι μεταξύ λιλά και ροζ χρώματος- «α, αυτό σας δείχνει πολύ νεότερη», της είπα. «Αλήθεια λες; Κατά λάθος συνέβη!», απάντησε και περπατώντας -κάπως χορευτικά- στο χολ, μπροστά στην ανοιχτή πόρτα του δευτέρου ορόφου της παλιάς εκείνης πολυκατοικίας στη Νεάπολη Εξαρχείων, ακούμπησε το μπουκάλι κουμανταρίας που κρατούσε και με τα δυο της χέρια επάνω στο τραπεζάκι, αν και μου διευκρίνισε που είχε σταματήσει το αλκοόλ εδώ και τρία χρόνια, κουνώντας ταυτόχρονα δεξιά αριστερά τα χέρια της υπερθεματίζοντας στην οριστική της τότε απόφαση – «τέλος, τέλος μ’ αυτό. Ούτε ένα δαχτυλάκι». Προχωρήσαμε στο μικρό σαλονάκι με θέα στο στενό της Συνεσίου Κυρήνης. «Λίγο πιο κάτω, ένα λεπτό από ‘δω, στη Μάρκου Ευγενικού, το ξέρετε πως έμενε η Γαβριέλλα Ουσάκοβα, η μεγαλύτερη πόρνη των Αθηνών;», της ανέφερα κοιτώντας στην ατζέντα της που κάτι που είχε γράψει, κάπως να σπάσει ο πάγος. «Αυτό είναι απίθανο!», μου είπε γουρλώνοντας τα μάτια. «Εκπληκτικό! Τι τιμή!». Και γέλασε. «Αλήθεια σου λέω!».
-Του Αγίου Ευψυχίου σήμερα…
-Ακούγεται λίγο νεκτοραφειακό αυτό. Το «ευ» είναι σα να δίνει χαρά μετά θάνατον, σα να προσδίδει πως θα ‘χεις ωραία ψυχή όταν θα ‘σαι εκεί πάνω. Προσωπικά, όμως, εμένα δεν με ενδιαφέρει τι θα γίνει μετά τη νεκρώσιμο. Δεν πιστεύω σε Θεό, αλλά λέω πάντα πως τα ερωτήματα «πώς ήρθαμε», «γιατί ήρθαμε», «ποιος μας έφερε», «ποιος θα μας πάρει», είναι μία μεταφυσική υπόθεση. Αν και αυτά είναι που τελικά μας κρατάνε ζωντανούς.
-Γι’ αυτό γράφετε ποιήματα;
-Είναι σα να με ρωτάς «γιατί γεννήθηκες ξανθιά;».

ΛΟΥΛΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ: "ΕΖΗΣΑ ΩΡΑΙΑ ΖΩΗ. ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΤΟ ΗΞΕΡΑ"


Η διασημότερη θεατρική συγγραφέας της Ελλάδας, σύζυγος του πεζογράφου Γιώργου Χειμωνά, που πέθανε το 2000, και μικρότερη αδελφή του ποιητή, Μανώλη Αναγνωστάκη, μπόρεσε να γράψει για τους ανθρώπους έργα που να τους αγγίζουν διαχρονικά (σαν μεγάλα ποιήματα) γιατί τους ήξερε καλά, τους παρατηρούσε, και μπορούσε να τους ακούει ακόμη και μέσα από το βόμβο που κάνουν οι μεγάλες σιωπές.
Έξω απ’ την πόρτα του διαμερίσματος της στο Κολωνάκι, σε μεταλλική πλακέτα με καρφιά στις άκρες, «χτυπημένα» το όνομά της και εκείνο του Γιώργου Χειμωνά. Καθόταν στον καναπέ. Φορούσε μαύρα – και τα γυαλιά της μαύρα ήταν. Η οικιακή βοηθός μου παινεύει το κραγιόν που της πρότεινε να βάλει για να με υποδεχτεί – «είναι, πράγματι, πολύ ωραίο και έντονο αυτό το χρώμα, κυρία Αναγνωστάκη», της είπα και της έδωσα το κουτί με τα σοκολατάκια που της είχα αγοράσει. Ήταν το πρώτο της χαμόγελο. «Θα φάτε κι εσείς απ’ αυτά!», είπε. Τα μαλλιά της ήταν άσπρα, γκρίζα και λίγα μαύρα, χτενισμένα όμορφα – περίεργος χρωματικός συνδυασμός. Θέλει να της ξαναθυμίσω το όνομά μου. Το ρωτάει με συστολή. Η τηλεόραση ανοιχτή σε κάποια μεσημεριανή εκπομπή, απέναντί της ο Γιώργος Χειμωνάς φωτογραφημένος μ’ ένα μακό μπλουζάκι, κάποια φωτογραφία του γιου της Θανάση πλάι στην αφίσα από το τελευταίο του μυθιστόρημα, μία έγχρωμη φωτογραφία του αδελφού της, ποιητή, Μανόλη Αναγνωστάκη, αφίσες απ’ τον «ουρανό κατακόκκινο» και το «σ’ εσάς που με ακούτε» που ανέβηκαν πρόσφατα στην Αθήνα, ένα κορνιζαρισμένο σκίτσο του Χειμωνά που σχεδίασε κάποτε ο Γιάννης Τσαρούχης, ένα άλλο με τον Θανάση μωρό «που έφτιαξε ο Γιώργος με μολύβι, πριν από 40 χρόνια», μία δική της pop art φωτογραφία μ’ ένα «I love you» επάνω δεξιά που με ενθουσίασε μόλις την αντίκρισα –το ίδιο κι εκείνην. «Είναι χαρούμενο αυτό», είπε. Δεξιά απ’ τον καναπέ, στο κομοδίνο, φωτογραφία του Γιώργου, του Μποτλέρ, του Γιώργου (πάλι) νεότερου. Τα παντζούρια ήταν ανοιχτά – έμπαινε ήλιος και καθαρός αέρας και της άρεσε πολύ. Απ’ το μπαλκόνι φαίνονταν μαγαζιά με ανοιξιάτικα ρούχα, κάποιος θυρωρός που είχα συναντήσει λίγο πριν στην είσοδο της πολυκατοικίας ρωτώντας με πού πάω, η πλατεία Κολωνακίου, ένα υπόγειο parking, κόσμος που πηγαινοερχόταν βιαστικός για να κάνει τις δουλειές του, εκείνο το απόγευμα της Πέμπτης που με υποδέχτηκε -τι τιμή!- στο σπίτι της. Η συνέντευξή μας συνέβη σαν σκηνή μακρόσυρτου διαλόγου από κάποιο θεατρικό της έργο –κι ήταν ειλικρινής, γι αυτό και τις περισσότερες φορές κοφτή στις απαντήσεις της. «Δεν δίνω συνεντεύξεις, αλλά τέλοσπαντων», είπε. «Μ’ άρεσε πάντως έτσι όπως τα είπατε», της είπα στο τέλος. «Γιατί δεν είστε μέσος όρος σαν τους ανθρώπους που περπατάνε τώρα στην οδό Καψάλη», συνέχισα. «Λέτε;» αναρωτήθηκε. Κι έπειτα το ξανασκέφτηκε. «Δεν ξέρω αν είναι καλό τελικά να μην είναι κάποιος μέσος όρος». 
-Σας αρέσουν τα σοκολατάκια;
-Πολύ! Δεν ξέρω κανέναν που να μην του αρέσουν. Άλλο αν τα αποφεύγουν…
-Γιατί φοράτε μαύρα γυαλιά;
-Συνήθως φοράω μαύρα γιατί πενθώ (χαμογελάει). Αστειεύομαι. Είναι πιο σεμνά, πιο κομψά. Από μικρή τα έβαλα και δεν τα έβγαλα. Από 18 χρονών.

ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ - ΑΡΒΕΛΕΡ: "ΠΕΡΑΣΕ ΠΟΛΥ ΝΕΡΟ ΚΑΤΩ ΑΠ' ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ ΜΟΥ..."


Η διεθνούς φήμη προσωπικότητα, το φωτεινό αυτό μυαλό με διεθνές κύρος, μιλάει για τη σημαντικότητα των στιγμών απέναντι στο συνεχές πάθος για ζωή.
Τα μάτια της είναι γαλάζια -φωτεινά!- ο ήχος της φωνής της δυνατός και ακέραιος, συχνά χαμογελάει, δεν αφαιρείται, κοιτάει συνεχώς προς το μέρος μου, οι προτάσεις της λέγονται σα να γράφονται την ίδια στιγμή – κανένα ρήμα δεν πετιέται, τα ουσιαστικά και τα επίθετα στη σωστή τους θέση, ο προφορικός λόγος μετατρέπεται σε γραπτό αυτόματα. «Δεν θα πούμε πολιτικά, ε;», μου λέει καθισμένη στο γραφείο της, στο Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο Δελφών της οδού Φρυνίχου στην Πλάκα, εκείνο το μεσημέρι της προηγούμενη Πέμπτης που συναντηθήκαμε. «Όλοι πάντως για πολιτικά σας ρωτάνε», της εξηγώ. «Και στην τηλεόραση που σας είδα τις προάλλες, πάλι για την επικαιρότητα μιλούσατε. Αλλά, ναι, να το πάμε αλλιώς εμείς». Της δίνω ένα κουτί με φρέσκα κυπριακά δάχτυλα κυριών, βουτηγμένα στο μέλι και στα αμύγδαλα, «για το απογευματινό σας τσάι». Χαίρεται. «Τα ξέρω αυτά, είναι τόσο νόστιμα! Έχετε καταπληκτική κουζίνα στην Κύπρο», μου αναφέρει. «Πιστεύετε πως η Κύπρος είναι Ελλάδα;», τη ρωτώ καθισμένος πλάι απ’ τη δική της καρέκλα. «Ο Τσαρούχης είπε πως “η Ελλάδα είναι εκτός συνόρων”. Είπε και κάτι άλλο για την Κύπρο: “Είχαμε μια αποικία και θέλαμε να τη χάσουμε”», μου απαντά.
Όχι άδικα, η Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ θεωρείται μία από τις πιο λαμπρές πνευματικές και πανεπιστημιακές προσωπικότητες παγκοσμίως – «ιδιοφυία» και «σοφή» την ονομάζουν, αν και εκείνη αρνείται τέτοιους χαρακτηρισμούς. Έλαβε μέρος σε πολλά παγκόσμια συνέδρια ιστορίας, προσκλήθηκε για διαλέξεις στα μεγαλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου, ενώ έχει τιμηθεί με πολλές διακρίσεις. Το 1967 είχε γίνει η πρώτη γυναίκα πρόεδρος του τμήματος Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης και το 1976 εκλέχθηκε Πρύτανης (η πρώτη γυναίκα που τιμήθηκε με μια τέτοια θέση στα 700 χρόνια παράδοσης του Πανεπιστημίου). Έχει διατελέσει, μεταξύ άλλων, Πρύτανης του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου, Πρόεδρος του Πανεπιστημίου του Παρισίων και του Κέντρου Τέχνης και Πολιτισμού Ζωρζ Πομπιντού-Μπομπούρ, σήμερα είναι αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και επίτιμη πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου των Δελφών, ενώ η πλούσια εργογραφία της (με τελευταίο της βιβλίο το «Γιατί το Βυζάντιο» που κυκλοφορεί στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, και μεταφρασμένο σε πολλές γλώσσες) είναι ιδιαίτερα σημαντική παραμένοντας σημείο αναφοράς των μελετητών.
-Διδάσκονται όλα στη ζωή, κυρία Αρβελέρ;
-Τα πάντα. Όταν οι σοφιστές κάνανε για πρώτη φορά την ερώτηση «διδάσκεται η αρετή;», ουσιαστικά έκαναν την πρώτη πραγματική ερώτηση ουσίας. Γιατί όταν απάντησαν πως «η αρετή διδάσκεται», δημιουργήθηκε η δημοκρατία. Αν, λοιπόν, η αρετή διδάσκεται, διδάσκονται τα πάντα.
-Τι είναι η αρετή;
-Αρετή σημαίνει να είσαι όρθιος και ορθός. Ορθός με την έννοια του να σκέφτεσαι σωστά. Και όρθιος θα πει να έχεις τα πόδια στη γη και τα μάτια στον ουρανό.
-Δεν είναι πολύ σχετικό, όμως, το να σκέφτεται κάποιος «σωστά»; Πώς προσδιορίζεται το «σωστό»;
-Ο Ρήγας είχε γράψει «όποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάτε σωστά». Η σωστή σκέψη είναι η ελεύθερη σκέψη.
-Εγκλωβίστηκε ποτέ η δική σας σκέψη;
-Πάντοτε. Να το πούμε απλά: όταν είσαι γεννημένος στην Αθήνα, ας πούμε το 1926 σε ό,τι αφορά εμένα, έχεις τον χώρο, το χρόνο και το περιβάλλον, τα οποία είναι τα ορισμένα ως δικά σου. Επομένως, ο κάθε ένας μας είναι εγκλωβισμένος στο χώρο και στο χρόνο.

19.3.16

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ: "ΑΝ ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΕ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ, Η ΖΩΗ ΘΑ ΗΤΑΝ ΚΑΤΙ ΦΟΒΕΡΑ ΜΟΝΟΤΟΝΟ"



Ο ποιητής Τίτος Πατρίκιος επιμένει στα 86 του χρόνια να μιλάει για «τύχη» και όχι για «ευτυχία».

Του είπα για τα ποιήματα στον «Λυσιμελή Πόθο». Τα τόσο ερωτικά. Χαμογέλασε. Και κοίταξε από το μπαλκόνι του σπιτιού του, στην οδό Σπύρου Μερκούρη, τον καταπράσινο, από τις πρώτες βροχές, λόφο του Λυκαβηττού. Φορούσε κόκκινο πουλόβερ, εκείνο το κυριακάτικο πρωινό. Και του χρωμάτιζε το πρόσωπο. Ίδια φωτεινό, όταν μετά μιλήσαμε για την έμπνευση, την αλήθεια, την ευαισθησία, τον έρωτα, τη νεκρή του γυναίκα, τον καρκίνο που νίκησε, την ήττα της κατάθλιψης.
-Είναι ζήτημα έμπνευσης το να γράφει κανείς ποιήματα;
-Επί χρόνια πίστευα ότι είναι θέμα δουλειάς - και μόνο. Και θεωρούσα ότι οι ιδέες περί έμπνευσης είναι αφηρημένες, πως απ’ την ώρα που δουλεύεις θα βγάλεις αποτέλεσμα - εφόσον βέβαια αυτό γίνεται συστηματικά και αφοσιωμένα. Είναι, όμως, κάποια χρόνια που άρχισα να καταλαβαίνω ότι και η έμπνευση παίζει ρόλο.
-Τι εννοείτε όταν λέτε «έμπνευση»;
-Εκείνη την στιγμιαία λάμψη που σου φωτίζει κάτι, το οποίο ως τότε δεν είχες δει. Ή δεν το είχες προσέξει.
-Σαν κάτι το μεταφυσικό;
-Όχι. Αλλά όλοι έχουμε κάποια ώρα μεγαλύτερης διαύγειας. Το ζήτημα είναι να την αντιληφθούμε και να την καταγράψουμε, ώστε να μην την αφήσουμε να χαθεί.
-Την ίδια λάμψη μπορεί να έχει ένας οικοδόμος, ένας εργάτης;
-Ναι. Βεβαίως, το κυνήγι του ψωμιού, που ιδιαίτερα τώρα με την κρίση έχει γίνει εξοντωτικό και απάνθρωπο, δεν αφήνει πολλά περιθώρια για τέτοιες ανατάσεις. Πέρα, λοιπόν, από την αντίληψη και την καταγραφή, υπάρχει μία ακόμα, πιο δύσκολη προϋπόθεση: ένα μίνιμουμ ευνοϊκών συνθηκών. Διότι εάν εκείνη τη στιγμή δεν έχεις πού να κοιμηθείς, δεν έχεις να φέρεις φαγητό στα παιδιά και στον εαυτό σου ή είσαι κυνηγημένος, βασανισμένος ή σε μία φυλακή, τότε είναι δύσκολο να έχεις εμπνεύσεις. Αλλά ακόμη και αν τις έχεις, είναι δύσκολο να τις καταγράψεις.
-Νιώσατε ποτέ να σας εγκαταλείπει η διαύγεια, απαραίτητη για να γραφούν ωραία ποιήματα;
-Την ώρα που με εγκαταλείπει η διαύγεια, ευτυχώς υπάρχει μία δεύτερη διαύγεια που εποπτεύει, η οποία μου λέει «πρόσεχε!». Και μου χτυπάει τον κώδωνα του κινδύνου.
-Πανικοβάλλεστε;
-Όχι. Ανησυχώ. Ο πανικός έχει ένα μεγάλο κακό: καταργεί το λογικό και σε κάνει να κάνεις σπασμωδικές κινήσεις, οι οποίες μπορεί να γίνουν καταστρεπτικές.
-Ενώ ο φόβος;
-Ο φόβος είναι πολύτιμος! Ο φόβος σε προειδοποιεί για έναν κίνδυνο που έρχεται. Ο πανικός σε αφοπλίζει.
-Σε τι είστε δειλός;
-Απέναντι στον εαυτό μου. Στο να λέω πλήρως αυτό που πρέπει να πω. Αλλά ελπίζω πως δεν είμαι δειλός απέναντι στους άλλους. Με τον εαυτό μου έχω δειλίες. Και η μεγαλύτερή μου δειλία-και μην σας φανεί υπερβολικό-είναι ο φόβος μην πω κάτι και βλάψω ή προσβάλω τον άλλον.

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ: "ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΩ ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΕΥΤΥΧΙΑ ΚΑΙ ΑΝ ΥΠΑΡΧΕΙ"



Η διασημότερη εν ζωή ποιήτρια της Ελλάδας στη συνέντευξή της επιλέγει να μας χαρίσει με τις απαντήσεις της, καινούργια, μικρά, απείραχτα, πολύτιμα ποιήματά της.  

Σήκω μέρα.
Νίψου έτοιμο το πρωινό σου
σερβιρισμένος ο κόσμος
φρέσκος μόλις τον έκοψαν
από το δέντρο του ύπνου.

Πάρε μαζί σου και τ' όνειρό του
για μεσημεριανό σου.

Κράτα λίγο και για το σούρουπο
θα πεινάσεις
θα 'ναι τα τρόφιμα
κλειστά.

Μόνο συγκράτησε όσο μπορείς
την επιδεικτική φιλάρεσκη εξάπλωσή σου.
Αφού ξέρεις
η πίσω μεριά ενός βουνού
ένα φού να σου κάνει
έσβησες πας.

(«Και όμως κινείται». Το πρώτο ποίημα από την ποιητική συλλογή της Κικής Δημουλά «Δημόσιος Καιρός», που κυκλοφορεί από τις «εκδόσεις Ίκαρος»).

Δεν θέλει να μιλάει πολύ και αναίτια. Δεν επιθυμεί το πολύ του κόσμου, την πολλή συνάφεια, τις πολλές κινήσεις-που έλεγε και ο Αλεξανδρινός. Στις απαντήσεις της μου ζήτησε καταρχήν να σκεφτεί - κι’ ας χρειαζόταν λίγες παραπάνω ημέρες. Να επεξεργαστεί καλά τις λέξεις - αυτό το τόσο πολύτιμο της καθημερινότητας, της ζωής, του εαυτού της. Να βάλει η ίδια, στη σωστή σειρά, τις προτάσεις, τα ρήματα, τα ουσιαστικά, το νόημά τους - έτσι όπως εκείνη το αντιλαμβανόταν. Με το πιο βαθύ του μυαλού της. Συναντηθήκαμε μετά, ένα Δευτεριάτικο πρωινό του Σεπτέμβρη, στο «Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη» της Ακαδημίας Αθηνών, στην οδό Όθωνος της Αθήνας - τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, στην έδρα της ποίησης, εκείνη. Μιλήσαμε για την Κύπρο, για την εργασία της στην Ακαδημία, κάποια μπες βγες στο νοσοκομείο, το βηματοδότη, για κάτι σίδερα που πρέπει να βάλει στα χέρια της, το χαλασμένο ασανσέρ της πολυκατοικίας. Κουβέντες απλές. Μετά ήρθε η ποίηση. Και ήταν τότε σα να άνοιξαν οι ουρανοί όλης της πόλης! Με τις φράσεις της, τα κόμματα και τις ανέλπιστες τελείες, την αγάπη της στο απλησίαστο, το πάθος για το άφθαρτο. Αναβόσβηνε τα Philip Morris της μπροστά μου και διακινδύνευε την ψυχή της σε ένα άψυχο κασεττοφωνάκι που τοποθετήθηκε ξαφνικά μπροστά της - με την αθωότητα, όμως, ενός μικρού παιδιού που ξαναβάζει στη σειρά τα στρατιωτάκια του στον κήπο. Κάποια στιγμή, πήρα στα χέρια μου το κινητό μου και της ζήτησα να φωτογραφίσω τα δάχτυλά της. «Έχουν σημασία», της είπα. Δεν ρώτησε κάτι, απλώς έδειξε εμπιστοσύνη. Χαμογελώντας και ανοίγοντάς τα επάνω στο τραπέζι. Κάτι θέλησε να μου αναφέρει μετά. Να το μεταφέρω κι’ αυτό: «Προηγείται των όποιων απαντήσεων μου, να σας ευχαριστήσω που θελήσατε να φιλοξενηθώ τιμητικά στη Φιλελεύθερη εφημερίδα της δέσμιας Κύπρου, και να δηλώσω ότι μέσω της φιλοξενίας αυτής, εκπληρώνεται ως ένα βαθμό και κατά κάποιο τρόπο η ανεκπλήρωτη χρόνια επιθυμία μου να επισκεφθώ την πατρίδα σας, που είναι άλλωστε και δική μου εμποδισμένη πατρίδα. Νοερά ελεύθερη. Κι’ ας μην ξεχνάμε ότι μέσω της νοερότητας και της ελπίδας πολλά χαμένα εδάφη μας επαναποκτήσαμε».
-Τι είναι για σας σήμερα ποίημα; Τι συμβολίζει;
-Είναι ένα «σήμερα». Ένα σήμερα, που ελπίζει ότι θα είναι κι’ ένα «αύριο», με αναγνωρισμένες τις αγαθές παρεμβάσεις του, ώστε να μην είναι όλα μονόδρομος… Συμβολίζει επίσης, έναν ακόμα άνθρωπο μέσα στους τόσους, με μια πιο ευδιάκριτη ιδιαιτερότητα απ’ αυτές που διαθέτει ο κάθε άνθρωπος που προορίζεται να κοινοποιείται και να περνάει τη δοκιμασία του μετεωρισμού της, πάνω από το αν έχει νόημα ή όχι η ύπαρξή της. Πιο συγκεκριμένα, χαρακτηρίζει έναν άνθρωπο που μάχεται να δώσει στα πράγματα διαστάσεις που δεν έχουν, ή και να ξεκαθαρίσει τη θολή μορφή τους, εφαρμόζοντας μια άλλη, επίσης θολή μέθοδο, όπως είναι αυτή του ποιητικού λόγου, ίσως πιο παρήγορη ως βραδύτερα θνητή.
-Διαφοροποιείται από την ποίηση;
-Δεν είμαι βέβαιη αν κατανοώ την ερώτηση, και έτσι στην τύχη, με τη βοήθεια της αοριστίας απαντώ, ότι η ποίηση είναι τα νερά μιας λίμνης και το ποίημα είναι ο Νάρκισσος που καθρεφτίζεται.
-Θα προτιμούσατε μόνο να ζείτε ποιητικά παρά να γράφετε ποιήματα;
-Ποιητική ζωή δεν υπάρχει. Κι’ αυτό ακριβώς είναι μια από τις αμέτρητες ελλείψεις που προσπαθεί να θεραπεύσει, να συγκαλύψει η ποίηση.

24.1.16

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΟΥ: "ΠΑΝΤΟΤΕ ΗΜΟΥΝ ΕΙΛΙΚΡΙΝΗΣ" (STILL LIFE)


Ο Δημήτρης Παπαιωάννου μιλάει για την Τέχνη του, το παρελθόν και το παρόν του, ενώ οι δύο πρωταγωνιστές του δίνουν την δική τους οπτική για την παράσταση "Still Life".

-Αν θα συστήνατε σε κάποιον το «still life» τι θα του λέγατε;
-Θα του έλεγα ίσως, ότι είναι ένα έργο το οποίο μετεωρίζεται ανάμεσα στο βάρος και στην ελαφράδα, εμπνευσμένο από τον αρχαιοελληνικό μύθο του Σίσυφου και από τον τρόπο με τον οποίο είδε την ανθρώπινη κατάσταση ο φιλόσοφος Καμύ, χρησιμοποιώντας τον συγκεκριμένο μύθο.
-Πως προσδιορίζετε την ελαφράδα;
-Σαν μία ευχή για πνευματικότητα, σαν μία ευχή για νόημα, σαν μία ευχή για συντονισμό του ανθρώπου με κάποιο λόγο ύπαρξής του επάνω στη γη, για όσο κρατήσει η μικρή ζωή του.
-Καταφέρνει ποτέ ο άνθρωπος να ισορροπήσει ανάμεσα σε κάτι πνευματικότερο και στην υλικότητα;
-Ναι. Είναι απολύτως σίγουρο. Γι’ αυτό έχει υπάρξει η Τέχνη, η φιλοσοφία, η επιστήμη. Είναι όμως μια ισορροπία τρόμου.
-Γιατί θεωρείτε πως σε αυτή την εποχή -και με αυτές τις συνθήκες- η προσπάθεια να δημιουργήσει κάποιος, κάτι, είναι σχιζοφρένεια από μόνη της;
-Είναι δύσκολο να επιμείνει κανείς για μία υψηλή αλχημεία μέσα σε μία εποχή έκπτωσης. Η έκπτωση μπαίνει μέσα μας ακόμη κι όταν γκρινιάζουμε εναντίον της. Ως προς αυτό είναι μία δύσκολη περίοδος.
-Εσείς πέσατε ποτέ στην «παγίδα» της έκπτωσης;
-Δεν είμαι ο καταλληλότερος να κρίνω τον εαυτό μου. Είμαι αυστηρός κριτής του εαυτού μου, αλλά δεν μπορώ να είμαι τόσο αντικειμενικός όσο κάποιος απέξω, οπότε δεν το ξέρω αυτό. Ξέρω, όμως, ότι αγωνίζομαι ενάντια στην έκπτωση. Το άθλημά μου, που είναι το άθλημα της Τέχνης, είναι αμείλικτο και η εκχυδάισή του, η πτώση του σε φτηνότερα επίπεδα, είναι κάτι το οποίο απεύχομαι και αγωνίζομαι ενάντια σ’ αυτό.
-Πάντα ήσασταν αυστηρός απέναντι στον εαυτό σας και στην Τέχνη σας; Από τότε που δημιουργήσατε τα πρώτα σας έργα;
-Κατά κάποιο τρόπο, ναι. Αλλά, επειδή είμαι ένας αυτοσχέδιος καλλιτέχνης, η δική μου πορεία είχε το χαρακτηριστικό να καλλιεργούμαι ενώ κάνω. Οπότε ήμουνα πάντοτε αυστηρός ανάλογα με το επίπεδο που είχα κάθε φορά. Και πιστεύω πως κάθε φορά το επίπεδό μου γινόταν καλύτερο, που σημαίνει ότι σε κάθε επόμενη φορά άνοιγαν περισσότερα μέτωπα για να στοιχειοθετηθεί η αυστηρότητά μου. Έκανα, για παράδειγμα, πολλά πράγματα τα οποία, κοιτώντας πίσω, μου φαίνονται επαρχιώτικα, αλλά ήταν αυτό το καλύτερο που μπορούσα τότε. Και φαντάζομαι ότι το ίδιο θα πω για τώρα σε δέκα χρόνια.
-Άρα αυθεντικός.
-Δεν έχω να κρίνω τον εαυτό μου άσχημα γι’ αυτό. Ήμουν νομίζω πάντοτε ειλικρινής. Δεν έχω έναν πονηρό τρόπο να προσεγγίζω τη δουλειά μου. Αυτό δεν σημαίνει, όμως, πως κατάφερνα πάντα την καλή τέχνη.

19.5.14

ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ: "ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΙ ΕΡΩΤΕΣ, ΜΩΡΟ ΜΟΥ"



Ο σπουδαιότερος ποιητής της Θεσσαλονίκης και ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της Ελλάδας, εξηγεί με ποιο τρόπο η τέχνη είναι μεγαλύτερη από την ζωή, ακόμη και όταν την εμπεριέχει. 
«Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας/κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά/έναν ώμο ν’ ακουμπάτε την πίκρα σας/ένα κορμί να υπερασπίζει την έξαψή σας/κοκκινίσατε άραγε για την τόση ευτυχία σας, έστω και μια φορά; είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή/για τους απεγνωσμένους;». 
Η οδός Σκεπαστού, στις Σαράντα Εκκλησιές της Θεσσαλονίκης, είναι η συνέχεια της οδού Καβάφη-όχι του ποιητή, που έχει εικονοστάσι επάνω απ’ το κεφάλι του, στο γραφείο όπου κάθεται, με πλάτη στον έξω δρόμο, δίπλα από τον άλλον «μάρτυρα», τον Βασίλη Τσιτσάνη, ο κύριος Ντίνος-, αλλά ενός εμπόρου, με καταγωγή από τις Σαράντα Εκκλησιές, που πλούτισε στην Αμερική. «Ας είναι», που θα έλεγε και ο ίδιος-όπως, άλλωστε, μου απάντησε και στην επιμονή μου για μία συνέντευξη μαζί του, παρόλο που δεν θέλει πια να εκτίθεται δημόσια. 5:30 το απόγευμα του τελευταίου Σαββάτου του Απρίλη, και κάθομαι απέναντί του, μέσα στο μικρό δωματιάκι του γραφείου του, στο ισόγειο διαμέρισμα όπου ζει τα τελευταία χρόνια. Με κερνάει λεμονάδα φρέσκια. «Να την πιεις όλη!», με παρακινεί.   
-Τι καινούργιο κάνετε τελευταία;
-Είμαι έγκλειστος και υπό παρακολούθηση, λόγω κάποιων προβλημάτων υγείας. 
-Δεν βαριέστε όλη τη μέρα κλεισμένος στο σπίτι;
-Πως δεν βαριέμαι; Αλλά η αντοχή μου και η υπομονή μου να το αντέχω, είναι προς το καλό μου. Και αυτό το ξέρω. Δεν αρνιέμαι αυτό που για άλλους θα ήταν μια καταδίκη. Αλλά, ξέρεις, τραγουδάω! 
-Εσείς;
-Γιατί σου φαίνεται παράξενο; Τραγουδάω και με φανατικές μάλιστα θαυμάστριες. Συμπτωματικά. Από ‘δω κι από ‘κει. Τις προάλλες, λόγου χάρη, τραγούδησα στον «Ιανό», στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, και έγινε χαμός. Δεν μπορείς να φανταστείς! Ήρθαν για να με ακούσουν από διάφορα μέρη, ακόμη και από το Λουξεμβούργο. Το φαντάζεσαι; 
-Υποθέτω πως ήδη θα σας προσκάλεσαν οι θαυμαστές σας που ζουν εκεί, για να τους επισκεφθείτε…
-Δεν έχω ταξιδέψει ποτέ. Και δεν θέλω να ταξιδέψω! Είμαι εχθρός των ταξιδιών. 
-Λένε πως ανοίγει το μυαλό με τα ταξίδια…
 -Ούτε ανοίγει, ούτε κλείνει. Τα έχω ξεπεράσει προ πολλού όλα αυτά τα πράγματα. Δεν περιμένω από πουθενά, παρά μόνο από την αντοχή μου. 
-Η οποία κρατάει μια χαρά…
-Κρατάει… Αυτό είναι το μυστικό. 
-Ούτε όταν ήσασταν νέος επιθυμούσατε να ταξιδέψετε;
-Ούτε. 
-Η μόνη σας αναφορά ήταν η Θεσσαλονίκη;
-Μάλιστα. Παλαιότερα υπήρχε και ένας σοβαρός λόγος, γιατί ήμουνα πάρα πολύ φτωχός. Αλλά και τώρα, που είμαι λίγο καλύτερα, δεν θέλω ούτε να ακούσω για ταξίδια. Τις προάλλες με κάλεσε ο διοικητής του Καναδά, να πάω εκεί και να με φιλοξενήσουν για μία εβδομάδα. Αρνήθηκα. 
-Για ποιο λόγο;
-Διότι μεσολαβεί η θάλασσα. 
-Φοβάστε τη θάλασσα;
-Πάρα πολύ! Μόνο μία λέξη μπορεί να αποτυπώσει αυτό που παθαίνω με την θάλασσα: την κλάνω. Σ’ αρέσει δεν σ’ αρέσει έτσι όπως σου το λέω, αυτό συμβαίνει στην κυριολεξία. Αλλά, δεν είναι μόνο η θάλασσα, είναι και το αεροπλάνο. 
-Δεν μπήκατε ποτέ σε αεροπλάνο;
-Ποτέ. Και ούτε θα μπω βέβαια. Και χαίρομαι πάρα πολύ γι’ αυτό. Ούτε την περιέργεια έχω. 
-Γιατί ταυτίσατε σε ένα ποίημά σας την θάλασσα με τον έρωτα; «Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα: μπαίνεις και δεν ξέρεις αν θα βγεις…/Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα: χίλιοι τη χαίρονται – ένας την πληρώνει...»…
-Ποιητική αδεία, αλλά και στην πραγματικότητα πιστεύω ότι η απόσταση είναι πάρα πολύ λίγη. Και ο έρωτας και η θάλασσα είναι δύο ίδια πράγματα: πολύ γοητευτικά, αλλά και πολύ επικίνδυνα. Και δεν έχω πέσει έξω σε ό,τι έγραψα σχετικά μ’ αυτά τα πράγματα.

3.3.13

ΟΛΙΑ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ: "Η ΨΥΧΗ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΛΑΦΡΑΙΝΕΙ..."


Ο Λυκαβηττός τα Σαββατιάτικα πρωινά είναι νεκρή περιοχή, ησυχία παντού, κάτι γάτες που νιαουρίζουν και θέλουν φαγητό στο πλακόστρωτο που βγάζει στον περιφερειακό, μωρά που μόλις ξυπνάνε, ζητάνε τη μάνα τους και κλαίνε σπαρακτικά. Το σπίτι της Όλιας είναι ισόγειο, σε καινούργια πολυκατοικία, με θέα τα δέντρα. Σπίτι σαν σε δάσος. Σπίτι με χρώματα. Υπέροχος ο βαμμένος τοίχος με το κόκκινο-και της το είπα. Με μεγάλα κόκκινα μανιτάρια ανάμεσα στην κορνίζα του μεγάλου πίνακα στη μέση του. Αισιόδοξο σπίτι γι αυτό που νόμιζα πως δεν είναι η Όλια. Αλλά μάλλον μπορεί να είναι και έτσι φτιαγμένο για να το προδιαθέτει μέσα της. Σαν δίχτυ ασφαλείας. Με προειδοποίησε πως δεν ανοίγεται πολύ, πως δεν της αρέσουν και πολύ οι συνεντεύξεις, η έκθεση, πως ό,τι κάνει το κάνει για την Κύπρο και επειδή της το ζήτησε ο Σωκράτης μας. Το γνώριζα και την ευχαρίστησα διπλά γιατί ήξερα πόσο ακριβή είναι η ίδια, το ταλέντο της, πόσο πολύτιμη είναι στη θεατρική οικογένεια- είναι τύχη για έναν σκηνοθέτη να πει το «ναι» σε παράσταση του η Λαζαρίδου. Το σκυλί της μου έκανε αναγνωριστικά γαβγίσματα, μου έβαλε γαλλικό στο φλιτζάνι, γουλιά στο στόμα, οκλαδόν στον καναπέ. «Να ξεκινήσουμε;». 
-Είναι τέρας ευαισθησίας η Μπλάνς;
-Ναι, είναι. Με την έννοια ότι έχουμε συνηθίσει να νομίζουμε ότι όποιος είναι ευαίσθητος δεν είναι τέρας. Αυτό είναι λάθος. 
-Γιατί υπάρχει αυτή η αντίφαση;
-Εξαρτάται σε σχέση με τι είσαι ευαίσθητος και με ποιο πράγμα. Αν είσαι ευαίσθητος μόνο σε ό,τι χαλάει τη δική σου προσωπική σούπα, μπορεί να είσαι και τέρας. Ή μάλλον όχι μπορεί, είσαι τέρας. Όλοι ονειρευόμαστε πως είμαστε, πως θα θέλαμε να ζούμε και αν τελικά αυτή η πραγματικότητα δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες μας καμιά φορά γινόμαστε πολύ σκληροί. Σαν να θεωρούμε ότι κάτι μας χρωστάει κάποιος, ότι αυτά που θα θέλαμε θα έπρεπε να τα είχαμε κιόλας. Αυτό είναι πολύ εγωιστικό.
-Το αισθανθήκατε εσείς;
-Όλοι το έχουμε μέσα μας. Όλοι έχουμε επιθυμίες και όταν δεν εκπληρώνονται έχουμε την τάση να θέλουμε να ζητήσουμε τα ρέστα από κάποιον, ενώ κανείς δεν μας χρωστάει τίποτα. Απολύτως τίποτα.
-Τρομάζετε όταν συναντάτε το τέρας μέσα σας;
-Τώρα πια όχι. Όταν τρομάζεις με αυτά τα πράγματα τότε σημαίνει ότι έχεις λιγότερες πιθανότητες να συμφιλιωθείς μ αυτά ώστε να μπορέσεις να κάνεις κάτι. Όταν φοβάσαι κάτι συνήθως το απωθείς, ενώ με τα χρόνια-όταν γνωρίζεις την σκοτεινή πλευρά σου και συμφιλιώνεσαι μ αυτήν-νομίζω ότι μπορείς να κάνεις έναν πιο γόνιμο διάλογο μαζί της.
-Πότε συμφιλιωθήκατε με τη σκοτεινή πλευρά σας;
-Σιγά σιγά γίνεται αυτό, με τον καιρό. Ο καθένας για τον εαυτό του έχει ορισμένες εικόνες, γι αυτό κι εγώ για οτιδήποτε αφορά τον εαυτό μου έχω περισσότερη εμπιστοσύνη σε αυτά που βλέπουν οι άλλοι σ εμένα παρά σε αυτά που εγώ βλέπω στον ίδιο μου τον εαυτό. Υπάρχει βέβαια μία προϋπόθεση σ αυτό: Να επιζητείς την παρατήρηση των άλλων-των φίλων σου-σ εσένα, για πράγματα που εσύ δεν μπορείς να καταλάβεις.
-Πάντα ήσασταν ανοιχτή με τους ανθρώπους;
-Δεν είμαι ανοιχτή με τους ανθρώπους. Και τώρα δυσκολεύομαι, που έχετε βαλθεί να με ξεζουμίσετε (χαμογελά). Θα έλεγα ότι ήμουνα φοβισμένη με τους ανθρώπους. Είχα για πολλά χρόνια άμυνες.
-Τι κατέβασε τις άμυνες;
-Η ανάγκη.
-Σε τι;
-Στην επικοινωνία και στην επαφή. Κάποια στιγμή σκας να αντιστέκεσαι και καταλαβαίνεις ότι το μόνο πράγμα που μπορεί να τροφοδοτήσει αυτό το σκοτεινό πράγμα στο σκοτεινό σου θάλαμο είναι οι άλλοι. Τόσο απλά.
-Πως ήσασταν στα σκοτάδια σας;
-Μικρή ήμουνα αρκετή κυνική, μηδενίστρια, πολύ απόλυτη. Αλλά αυτό ήταν που με τροφοδοτούσε στην τέχνη μου. Ξέρετε τι; Θα σας δώσω μια εικόνα: Ήμουνα σαν ένα γατάκι που γλείφει τις πληγές του και ευχαριστιέται από το αίμα που γλείφει. Μία διαδικασία πολύ εσωστρεφής και πολύ κλειστή. Όταν είσαι μικρός έχουν μία γοητεία τα σκοτάδια, σε γοητεύει η άβυσσος και θέλεις να τα ζήσεις. Αν όμως μείνεις εκεί, νομίζω έχεις χάσει πολλά πράγματα απ τη ζωή. 
-Εσείς τι είχατε χάσει;
-Είχα χάσει τη δύναμη που σου γεννά η ευγνωμοσύνη απέναντι στη ζωή και στα πράγματα. Να έχεις ευγνωμοσύνη επειδή είσαι ζωντανός, επειδή είναι ωραία η μέρα, επειδή δεν έχεις καμιά αρρώστια ή επειδή ζεις καλύτερα από το μέσο όρο των ανθρώπων στον πλανήτη. Όλα αυτά τα θεωρείς δωρεάν, ότι τα δικαιούσαι ή ότι είναι αυτονόητα. Όταν όμως καταλάβεις λίγο υπαρξιακά που βρίσκεσαι και δεν είσαι μόνο το «εγώ» σου, τότε το κομμάτι της ευγνωμοσύνης φαρδαίνει μέσα σου. Αυτό δίνει χαρά- είναι η χαρά του να ζεις το παρόν και να υπάρχεις στην κάθε ημέρα σου.
-Τι κάνατε σήμερα;
-Τίποτα. Έπινα τον καφέ μου και περίμενα εσάς. Γενικότερα, όταν έχω τις παραστάσεις μου το βράδυ, θέλω να κάνω λίγα πράγματα. Ειδικά στην τωρινή, επειδή είναι μία δύσκολη παράσταση, προσπαθώ να φυλάγομαι. Κάνω το μίνιμουμ ώστε να κρατώ όλη μου την ενέργεια για το βράδυ. Κάνω απλά πράγματα: Παίρνω το σκυλί μου βόλτα στο Λυκαβηττό, πηγαίνω σε μία φίλη μου για να φάω. Τέτοια. Καθημερινά.
-Σαν αθλήτρια λειτουργείτε στο θέατρο.
-Δεν γίνεται αλλιώς και αυτό είναι το κουραστικό. Στην πραγματικότητα, όσο παίζεις ανήκεις εκεί και πουθενά αλλού. Ανήκεις εκεί ολοκληρωτικά.
-Πως αισθάνεστε όταν ανεβαίνετε πάνω στη σκηνή;
-Δέος. Είναι κάτι που δεν έχει φύγει με τα χρόνια αλλά-αντίθετα-έχει αυξηθεί. Δεν είναι άνετη διαδικασία για μένα. Κάθε φορά αισθάνομαι σαν να καβαλάω ένα τρένο που φεύγει.
-Εκτροχιάστηκε ποτέ;
-Όχι, αλλά πολλές φορές είναι στα όρια. Είναι ένα τρένο ταχείας που προχωράει με κομμένη την ανάσα, όχι χαλαρά. 
-Πιστεύετε στην καλοσύνη των ξένων;
-Πιστεύω ότι όλοι οι άνθρωποι έχουμε έναν πυρήνα καλοσύνης μέσα μας, αλλά λίγοι τον ενεργοποιούν στην πραγματικότητα.
-Οι άλλοι γιατί δεν τον ενεργοποιούν;
-Είμαστε ζούγκλα. Η ζωή που ζούμε είναι μία ζούγκλα, υπάρχει πάρα πολύ το αίτημα της επιβίωσης και του «ο σώζων εαυτόν σωθήτω» και αυτό δεν αφήνει περιθώρια για να είσαι καλός με τους άλλους, είσαι πολύ απασχολημένος για το πώς θα επιβιώσεις εσύ-ως άτομο ή ως οικογένεια. 
-Και οι καλοί πως γίνονται καλοί;
-Για να ενεργοποιήσεις τον δικό σου πυρήνα καλοσύνης θα πρέπει να έχεις πατώσει πολύ, να έχεις ευγένεια ψυχής ή να διαθέτεις σοφία. Μόνο τότε ανοίγει αυτό το κλειστό πράγμα προς την καλοσύνη σε ανθρώπους που δεν βρίσκονται στο άμεσο ενδιαφέρον σου ή στο περιβάλλον σου.
-Όταν ανοιγόμαστε πολύ στους άλλους δεν χάνουμε τον εαυτό μας;
-Αυτό δεν είναι κακό. Όταν κάνεις αυτό το βήμα θα ανακαλύψεις άλλες πλευρές του εαυτού σου, πολύ πιο ωραίες, πράγματα που δεν ξέρεις.
-Σας συνέβη να βρείτε έναν καινούργιο δικό σας εαυτό;
-Ναι, αλλά όχι θεαματικά. Κομματάκι κομματάκι συνέβη αυτό, μέσα στα χρόνια. Άλλα χάνω και άλλα βρίσκω. Σαν ένα παζλ που συντίθεται πολύ σιγά, με μυστήριο και με κόπο. Φτιάχνεται μια εικόνα που ούτε εσύ δεν ξέρεις πως θα βγει.
-Τι χάσατε τελευταία;
-Ένα κομμάτι από τον παρορμητισμό μου. Το έχασα, αλλά είμαι σίγουρη ότι το έχασα για να το ξαναβρώ πιο δίκαια. Καμιά φορά οι επιθυμίες μας μας δημιουργούν μία αίσθηση παντοδυναμίας πως ό,τι επιθυμήσεις πρέπει να γίνει. Και όταν φας κάποιο τράκο γίνεσαι πιο σοφός, δεν χάνεις τον παρορμητισμό σου αλλά τον φυλάς εκεί που καταλαβαίνεις ότι θα βγάλει καρπούς.
-Ποια είναι η μεγαλύτερη γνώση της ζωής σας;
-Ότι δεν είμαστε και το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή.
-Τι είναι σημαντικό στη ζωή σας;
-Όσο μεγαλώνω προχωράω λεπταίνοντας την ψυχή μου. Να καλλιεργείται και να εξευγενίζεται η ψυχή. Την πορεία που έχουμε μέχρι το τέλος την βλέπω σαν μία διαδρομή στην οποία θεωρώ ότι αυτό οφείλουμε να κάνουμε: Η ψυχή πρέπει να ελαφραίνει. 
-Γεννιόμαστε σκληροί;
-Γινόμαστε.
-Τα παιδιά είναι σκληρά…
-Είναι σκληρά αλλά είναι και αθώα, η σκληρότητά τους πηγάζει από άγνοια. Έπειτα τους βάζουμε μέσα στην κρεατομηχανή και γίνονται «κοινωνικά όντα», χάνουν αυτή τη χάρη.
-Είστε ευχαριστημένη με τη ζωή σας;
-Είμαι ευγνώμων.
-Πως ξυπνάτε τα πρωινά;
-Άλλες φορές με αισιοδοξία, κάποιες άλλες δεν μπορώ να πάρω τα πόδια μου. Πάντως οι στιγμές που ξυπνάω με χαρά, έχουν αυξηθεί. 
-Τι σας επαναφέρει στην αισιοδοξία όταν δεν μπορείτε να πάρετε τα πόδια σας;
-Το οτιδήποτε. Ένα τσακ και χαίρομαι! Μου αρκεί ένα τσακ για να φυσήξει πάλι το πανί, να μην είμαι γκρινιάρα. 
-Ήσασταν γκρινιάρα παλιά;
-Βεβαίως. Όταν νόμιζα ότι είμαι το κέντρο του κόσμου και πως η ζωή πρέπει να μου δώσει αυτό που μου χρωστάει.
-Η τέχνη είναι η ψευδαίσθηση της αθανασίας;
-Είναι η νοσταλγία για μία απόλυτη αλήθεια την οποία όμως δεν τη ζούμε στη ζωή.
-Αλλά;
-Την ονειρευόμαστε.
-Δεν μπορούμε να ζήσουμε την απόλυτη αλήθεια;
-Όχι. Όπως ούτε και την απόλυτη ευτυχία-όλα είναι σχετικά. Απ τη στιγμή που πεθαίνουμε, όλα υπόκεινται στη φθορά, αν και μέσα μας υπάρχει η λαχτάρα για το απόλυτο. 
-Δεν μπορεί. Θα υπάρχουν και στιγμές απόλυτης ευτυχίας.
-Αυτές διαρκούν ένα δευτερόλεπτο, είναι σαν φλασάκια ευτυχίας. Δεν έχουν κάποια συνοχή, είναι στιγμούλες. Σαν να ανοίγει ξαφνικά μία σχισμή και μας κάνει να αισθανόμαστε τι σημαίνει το απόλυτο μέγεθος. 
-Γιατί γίνατε ηθοποιός;
-Επειδή δεν μπορούσα να κάνω οτιδήποτε άλλο. Ήταν αυτό που έπρεπε να κάνω, αλλά εκ των υστέρων το κατάλαβα. Και κάποια άλλη δουλειά να έκανα, θα είχε και πάλι σχέση με την τέχνη και τα καλλιτεχνικά.
-Για ποιο λόγο δεν κάνετε τηλεόραση;
-Έχω κάνει τρεις φορές μέσα στα τριάντα χρόνια που κάνω θέατρο, αλλά δεν μπορώ. Δεν αντέχω αυτούς τους ρυθμούς. Οι ρυθμοί της τηλεόρασης είναι πάρα πολύ κουραστικοί. Νομίζω πως αν είχα γίνει γνωστή απ την τηλεόραση-στο εύρος που γίνεσαι γνωστός μέσα απ αυτήν, που σε φωνάζουν με το μικρό σου όνομα στο δρόμο-θα είχα φρικάρει. Δεν είναι καθόλου του τύπου μου αυτό το πράγμα. Τώρα είναι ελεγχόμενη η δημοσιότητα που έχω, με ξέρουν ας πούμε οι θεατρόφιλοι. Σε άλλους αρέσει η δημοσιότητα, εμένα όμως θα με τρόμαζε φοβερά. Θέλω να παίζω στο θέατρο και μόλις κατεβαίνω να γίνομαι αόρατη, να τελειώνει εκεί η έκθεση και η δημοσιότητα. 
-Πότε ανακαλύψατε το ταλέντο σας;
-Ούτε και τώρα το έχω ανακαλύψει. Είναι ένα καύσιμο το οποίο βάζω πάνω στις πρόβες για να με προχωρήσει. Δεν ξέρω αν αυτό λέγεται «ταλέντο».
-Υπάρχει κάτι που λείπει απ τη ζωή σας;
-Τώρα μου λείπει η εξοχή. Να έχω μπροστά μου πολλές μέρες που να μην κάνω τίποτα, να μην πρέπει να φυλάγομαι όλη τη μέρα για να πάω το βράδυ στην παράσταση. Σου λείπει πάντα αυτό που δεν έχεις. Παρόλα αυτά είμαι πολύ χαρούμενη που κάνω ένα ρόλο που μου αρέσει, σε ένα θέατρο που μου αρέσει, με τις συνθήκες που εγώ θέλω. 
-Σε ποιο μέρος σας αρέσει να ταξιδεύετε;
-Στη Νίσυρο. Εκεί θέλω να μην κάνω τίποτα, να κολυμπάω και να κυλάει η μέρα χωρίς να πρέπει να σχεδιάζω τίποτα.
-Ποια χρώματα σας αρέσουν;
-Μου αρέσει το λουλακί, το χρώμα του ουρανού...
-Δεν σας λείπει που δεν αποκτήσατε δικά σας παιδιά;
-Αυτό δεν ήταν μέσα στην προσωπική μου πορεία. Αν είχα αυτή την ανάγκη θα το είχα κάνει. Αλλά εκτιμώ πάρα πολύ αυτούς που έχουν παιδιά. Δεν είναι ότι δεν ήθελα, απλώς συνέβη. Σαν μοίρα. Αυτό το έχω αποδεκτεί και ίσως γι αυτό το λόγο δεν έχω μεμψιμοιρίες.
-Αγαπάτε πολύ τα ζώα;
-Όχι όλα τα ζώα. Όπως ούτε και όλα τα παιδιά. Θα αγαπήσω ένα παιδί, όπως τον ανιψιό μου, αλλά τον αγαπάω προσωπικά. Θα αγαπήσω ένα σκυλί, όχι όλα τα σκυλιά του κόσμου, δεν είμαι ζωόφιλη. 
-Τι ονειρεύεστε για τη ζωή σας;
-Να μπορώ να ζω τις στιγμές με μεγαλύτερη πληρότητα, συνειδητότητα και με ανοιχτό τρόπο. Να μπορώ να είμαι παρούσα στη ζωή μέχρι τέλους.
-Υπήρξατε απούσα στη ζωή;
-Πάρα πολύ… Ήταν μία δυσκολία την οποία ακούμπησα στην τέχνη. Σε εμένα πάνε μαζί η ζωή και η τέχνη, το ένα μ έχει βοηθήσει πολύ στο άλλο. 
-Δώστε μου μία ωραία εικόνα που έχετε ζήσει…
-Θα σας πω κάτι που μου συνέβη προχτές και μου έκανε τρομερή εντύπωση. Ήμουνα στη Σοφοκλέους και είδα μία γιαγιούλα στο δρόμο απ αυτές που πουλάνε λεβάντες και μικροπράγματα, τις πολύ φτωχές γυναίκες. Καθώς μάζευε τα χρήματα απ την ποδιά της της πέσανε μερικά λεφτά κάτω. Δίπλα της ήταν ένα πρεζόνι που έσκυψε και τη βοηθούσε να τα μαζέψει. Αυτή όμως του τα δωσε, του είπε «πάρτα, παιδί μου, δεν πειράζει», του τα χάρισε...
-Η καλοσύνη των ξένων που λέγαμε προηγουμένως.
-Ξέρετε, αυτή η συνενοχή δύο πολύ απλών και ταπεινών ανθρώπων με συγκίνησε πάρα πολύ. Την βρήκα πολύ ανθρώπινή. Είναι αυτό που δεν έχουμε εμείς μέσα στην κοινωνικότητά μας: Η καλοσύνη δύο «τελευταίων» πλασμάτων.
-Ποια είναι η μεγαλύτερη αδυναμία σας;
-Η τεμπελιά μου. Το να χαζεύω. Έχω μία ροπή σ αυτό. Αν με αφήσεις στον καναπέ μπορεί και να πάρω το σχήμα του.
-Όταν χαζεύετε τι σκέφτεστε;
-Τίποτα. Περνάνε οι σκέψεις σαν γλάροι.
-Πείτε μου ένα ποίημα που σας αρέσει, να κλείσουμε με αυτό τον τρόπο την κουβέντα μας…
-Ένα του Καρυωτάκη θα σας πω: «Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες κιθάρες». Πολλές φορές το νιώθω αυτό…
Δημοσίευση στον "Φιλελεύθερο" της Κύπρου (ένθετο "Υστερόγραφο") τον Φεβρουάριο του 2009, όταν η Όλια πρωταγωνιστούσε στην παράσταση "Λεωφορείον ο Πόθος". 

16.2.13

ΧΑΡΙΣ ΑΛΕΞΙΟΥ: "ΓΡΑΨΕ «ΧΑΡΟΥΛΑ», ΔΕΝ ΜΕ ΠΕΙΡΑΖΕΙ ΚΑΘΟΛΟΥ"


Δεν συνέβη μόνο σ εμένα: Πρώτα ακούσαμε τραγούδι της Χαρούλας και μετά αρθρώσαμε την πρώτη μας συλλαβή, πρώτα πονέσαμε με τα δικά της βιώματα και μετά ψάξαμε το δικό μας τσιρότο στα τραύματα που αιμορραγούσαν, πρώτα σπαράξαμε στη φωνή του «Όλα σε θυμίζουν», του «Όταν πίνει μια γυναίκα», του «Αν πεθάνει μια αγάπη», και μετά μας ήρθε απότομα-σαν κουνουπίδι στο κεφάλι-αυτό που η ίδια είχε πει κάποτε «αρρώστια του έρωτα». Νομίζω πως είναι η πρώτη φορά που η Χαρούλα-αν και μόνη-αισθάνεται πολύ ευτυχισμένη, πολύ καλά με το μέσα της, πολύ όμορφα. Ίσως να είναι και η πρώτη φορά που ένας δικός της στίχος, το «είναι σκληρό για μια γυναίκα να ναι μόνη», να αναιρεί σήμερα έναν παλιό εαυτό που κουβαλούσε λίγα χρόνια πριν, να μηδενίζεται από μόνη της το χρόνο και να ξεκινά το κοντέρ απ την αρχή. Η συνάντηση μου μαζί της είχε κάτι από τις παλιές κασέτες που ξανακούς και σου ρχονται ξαφνικά στον καταγραφέα της μνήμης όσα παλιά έζησες μ αυτές, σαν τραγούδι που περιγράφει περιστατικά και πολύ προσωπικές ιστορίες στη διαπασών. Δεν της αρέσουν οι φιλοφρονήσεις, δεν της αρέσουν τα «μπράβο», σιχαίνεται τις κολακείες. Προλαβαίνω να της πω μόνο αυτό που μου είπε σε ανύποπτο χρόνο ο Αλέξανδρος Ρήγας και βάζει τα γέλια: «Όποιος δεν αγαπάει τη Χαρούλα, δεν είναι καλός άνθρωπος!». Με κρατάει απ τη μέση, μου λέει πως πρέπει να καθίσω μετά να φάμε κατιτίς, και όλο κοιτάει το κεφάλι μου προς τα πάνω να δει πόσο ψηλώνουν τα σημερινά παιδιά, «σαν τον Μάνο της». Όταν έφυγα απ την πλατεία Προσκόπων-δύο ώρες μετά-, δεν μπορούσε η καρδιά μου να μην μαζεύει θρύψαλα, αλλά επιτρέψτε μου να μην μεταφέρω ούτε ίχνος προσωπικού μελοδραματισμού στη σημαντικότερη εν ζωή τραγουδίστρια της Ελλάδας. Το λέει άλλωστε και η ίδια: «Δεν νιώθω θλίψη, μα μου χει λείψει, το κοριτσάκι αυτό που αγάπησες τυχαία, δεν νιώθω θλίψη, μα μου χει λείψει, το λάγνο ψέμα σου που τα κανε όλα ωραία…».
-Τι μουσική ακούτε στο σπίτι σας;
-Ότι μπορείτε να φανταστείτε. Ακούω μουσικές απ' όλο το κόσμο, ακούω κλασσική μουσική, μουσική που σου κάνει παρέα. Ακούω διάφορες μουσικές, δεν μπορώ να συγκεκριμενοποιήσω κάποια. 
-Αν σας έρθει η επιθυμία να βάλετε στο CD player σας μια παλαιότερη δουλειά σας, ποια θα βάζατε;
-Συνήθως δεν ακούω δικά μου τραγούδια. Αλλά όταν κοιτάζω προς τα πίσω συνήθως ακούω τραγούδια που δεν έχουνε παιχτεί πολύ, που δεν τα έχω φθείρει κι εγώ με τις πολλές εκτελέσεις. 
-Μπορεί να φθαρεί ένα τραγούδι με τη συνεχή επαφή με το κοινό;
-Ναι, πιστεύω ότι μπορεί να φθαρεί. Μπορεί να πει ο κόσμος στους καλλιτέχνες «όχι άλλο πια, μας έχει κουράσει αυτό».
-Νιώσατε ποτέ αμήχανα ή άβολα γι' αυτή τη μεγάλη φήμη που κουβαλάτε, κυρία Αλεξίου;
-Μερικές φορές η δημοσιότητα σου ξεπερνάει τον άνθρωπο και τις ανάγκες του-συναισθηματικές και ψυχολογικές-και γίνεται λίγο βορά  για τα θηρία. Εγώ αισθάνομαι πια ότι δεν θέλω να ζω αυτό το πράγμα, και θέλω να πιστεύω ότι έχω το μέτρο να αποτραβιέμαι και να μην αφήνω τον εαυτό μου να καταναλώνεται πάρα πολύ. 
-Ποια είναι αυτά τα θηρία;
-Το σουξέ είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για έναν καλλιτέχνη. Το σουξέ μπορεί να σε οδηγήσει σε συμπεριφορές που δεν έχουν να κάνουν με την καλλιτεχνία  παρά μόνο με την προβολή και την επιβολή σου σαν πρόσωπο μέσα στα media και μέσα στον καλλιτεχνικό χώρο. Από εκεί και πέρα, τα media μπορούν να κατασπαράξουν έναν άνθρωπο τη στιγμή που έχει επιτυχία ειδικά αν αφορά τον πολύ κόσμο. Μετατρέπεται σε ένα πρόσωπο το οποίο «απασχολεί» και θέλουν να το εκμεταλλευτούν.
-Νιώσατε εσείς στο παρελθόν να πέφτετε στην παγίδα των σουξέ;
-Επειδή έχω κάνει πολλές επιτυχίες στη ζωή μου, αναγκαστικά έχω μπει κι εγώ σ αυτή την παγίδα, αλλά θέλω να πιστεύω ότι το έχω κάνει με μέτρο. Την ίδια στιγμή ένοιωθα προσγειωμένη και  ήξερα ότι αυτό είναι κάτι που θα περάσει γρήγορα. Έχει να κάνει μόνο με τη δεδομένη χρονική στιγμή που συμβαίνει. 
-Ποιες θεωρείτε αποτυχίες σας;
-Είναι πολύ σχετικό αυτό.Υπάρχουν πράγματα περισσότερο επιτυχημένα και άλλα που είναι λιγότερο επιτυχημένα-και δεν μιλάω φυσικά για θέμα πωλήσεων.
-Όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο πως λειτουργείτε; Ανασυντάσσεστε; Σκέφτεστε το επόμενο βήμα; Ή απλά θεωρείτε ότι είναι κι αυτό μέρος μιας πορείας;
-Το δεύτερο σκέφτομαι περισσότερο. Δεν νιώθω την αγωνία να κουκουλώσω ένα λάθος, γιατί εμένα το κριτήριο μου για να κάνω τραγούδια είναι το ίδιο: Να βρω ωραία τραγούδια να τραγουδήσω άλλοτε πιο σύνθετα άλλοτε πιο απλά. Δεν έχω στόχους που μοναδική πρόθεση τους έχουν την προβολή ή τη μεγάλη επιτυχία. 
-Όταν θέλετε να απομακρυνθείτε από το πολύ κόσμο τι κάνετε; Πού πάτε;
-Μένω στο σπίτι μου. Το σπίτι είναι η καλύτερη φωλιά του κάθε ανθρώπου. Όταν ένας καλλιτέχνης δεν θέλει να επικοινωνήσει, μπορεί να τα καταφέρει μια χαρά μένοντας απλά στο σπίτι του. 
-Ο κόσμος όταν σας βλέπει στη σκηνή έχει την αίσθηση ότι είστε μια βαθιά εσωστρεφής και μοναχική γυναίκα. Αυτό είστε τελικά;
-…Θα με βάλετε σε σκέψεις. Νομίζω είμαι και μοναχική και εσωστρεφής. Όχι πολύ μοναχική, αλλά είμαι. Επειδή η δουλειά μας έχει να κάνει με την προβολή και την έκθεση-ανεβαίνεις σε μία σκηνή και έχεις χιλιάδες κόσμου από κάτω με αποτέλεσμα να εκτίθεσαι συνεχώς-ζητάς κάποια στιγμή να αποτραβηχτείς, να ησυχάσεις μέσα σου, να κοιτάξεις την ψυχή σου και να γιατρέψεις αυτή τη φθορά που εν τω μεταξύ έχει συμβεί με την πολύ έκθεση. Ζητάς να ξαναβγείς όταν θα έχεις την όρεξη και την διάθεση να επικοινωνήσεις και πάλι με τον κόσμο.
-Υπάρχει ένας στίχος στο Βύσσινο που λέει «Μια κόντρα την είχα για τη μοναξιά, για φίλη την είχα πριν χρόνια αγκαλιά». Μπορεί να γίνει φίλη μας η μοναξιά, κυρία Αλεξίου;
-Εγώ δεν θέλω να την κάνω φίλη μου την μοναξιά. Δεν μ' αρέσει. Η μοναξιά είναι αρρώστια. Βεβαίως την νιώθουμε πολλές φορές αλλά παλεύουμε στη ζωή μας να τη διώξουμε, να μη τη κάνουμε φίλη μας. Βεβαίως και περνάμε μοναξιές σε διάφορες φάση της ζωής μας γιατί είμαστε άνθρωποι, γιατί είμαστε ευάλωτοι, αλλά δεν πρέπει αυτή να γίνεται φίλη μας. Μοναξιά βέβαια μπορείς να ζήσεις ακόμα και όταν βρίσκεσαι μέσα σε πολύ κόσμο. Πάντοτε θα μας λείπει και θα αναζητάμε την αδελφή ψυχή με την οποία θα μοιραστούμε τη ζωή μας και θα επικοινωνήσουμε, γι' αυτό είναι πολύ σοβαρό να διαλέγει κανείς προσεκτικά τους φίλους του, να διαλέγει τις παρέες του. 
-Πως καταλαβαίνετε ότι ήρθε η μαγική στιγμή για να γράψετε και πάλι δικά σας τραγούδια;
-Όταν αρχίζω να κοιτάω την κιθάρα μου. Ποτέ δεν ξέρω όμως πραγματικά πώς έρχεται αυτή η στιγμή. Μπορεί να ακούσω το τραγούδι ενός άλλου ανθρώπου και να εμπνευστώ. Όταν συμβαίνει αυτό είναι μια φωτεινή στιγμή. Νιώθεις μέσα σου να γεννιέται ένα φως.
-Υποθέτω ότι για να γεννηθεί αυτό το φως χρειάζεται τη σιωπή και τη μοναξιά για την οποία λέγαμε προηγουμένως...
-Ναι, πρέπει να είσαι λίγο μακριά από τα φώτα για να γίνει αυτό. Αλλά, να σας πω κάτι; Είμαι τραγουδίστρια και χαίρομαι τα τραγούδια που γράφουνε οι συνθέτες και οι στιχουργοί που έχω τραγουδήσει. Μπορώ να απολαμβάνω το τραγούδι σαν τραγουδίστρια, δεν μου λείπει το ότι εγώ η ίδια δεν γράφω τραγούδια. Όποτε το 'χω κάνει μου έχει δώσει χαρά, όποτε είχα έμπνευση και έκανα τραγούδια ήτανε πάρα πολύ καλό αυτό για μένα, αλλά δεν είναι κάτι που με βασανίζει. Δεν λέω «αμάν πρέπει να γράψω τώρα και τα δικά μου τραγούδια».
-Αυτό δεν σας άγχωσε ποτέ;
-Όχι, η αγωνία μου είναι να γίνονται ωραία τραγούδια ακόμα κι αν δεν τα λέω εγώ. 
-Τι είναι αυτό το αλτρουιστικό που μου λέτε τώρα;
-Το ξέρω, ακούγεται λίγο αλτρουιστικό αυτό, αλλά ας γίνονται ωραία τραγούδια και ας τα λένε άλλοι. Ένα καλό τραγούδι κάνει καλό σε όλους. Μία καλή σύνθεση, ένας καλός στίχος κάνει και τους άλλους  να θέλουν να κάνουν ωραία πράγματα. Όταν σε μια εποχή αισθάνεσαι ότι βουλιάζει το τραγούδι και ότι δεν υπάρχει έμπνευση τότε αυτό επηρεάζει όλους τους δημιουργούς, ενώ όταν  βγει μια δουλειά και ξεχωρίσει-θα έχει φως και θα έχει να πει πράγματα-τότε θα επηρεάσει και τους άλλους. Η άμυλα και ο ανταγωνισμός μας κάνει καλό.
-Ποιο τραγούδι ακούσατε σήμερα το πρωί και σας έκανε καλό;
-Σήμερα το πρωί συμπτωματικά άκουσα τις νέες ενορχηστρώσεις μου για τις συναυλίες στο Μέγαρο Μουσικής, που μου έστειλε ο συνεργάτης μου ενορχηστρωτής Κώστας Παπαδούκας που ζει στη Γαλλία και δουλεύει εκεί.
-Με ποια μεταμόρφωση τραγουδιού χαρήκατε περισσότερο;
-Με το «Όλες του κόσμου οι Κυριακές»!
-Λάμπουν στο πρόσωπο σας;
-Μακάρι!
-Ο τελευταίος στίχος που γράψατε τι λέει;
-Έχω φυλαγμένες κάποιες σημειώσεις, κάποια στιχάκια στο συρτάρι.
-Θα μου χαρίσετε ένα;
-Τα φυλάω σαν χρυσάφι γιατί κάποια στιγμή το όνειρό μου είναι να κάνω τραγούδια που θα τα ακούνε παιδιά.
-Αυτός θα είναι ο επόμενος σας δίσκος;
-Δεν ξέρω ακόμη. Μακάρι. Έχω πολλά πράγματα να κάνω μέσα στο 2007. Μετά από το Μέγαρο Μουσικής θα γίνει ένα αφιέρωμα στο Μάνο Λοίζο και το καλοκαίρι θα τραγουδάω αυτά τα τραγούδια. Θα χαιρόμουν πολύ να έρθω και στην Κύπρο να τα παίξω αυτά. Μόνο Μάνο Λοίζο.
-Ποια ανάγκη σας ώθησε να φτιάξετε ένα δίσκο με παραδοσιακά τραγούδια;
-Τα παραδοσιακά τραγούδια είναι ένα κομμάτι της καριέρας μου, της μέχρι τώρα δουλειάς μου και της ζωής μου αν θέλετε. Τα πρώτα μου ακούσματα ήταν παραδοσιακά τραγούδια, και έχω ξανακάνει τέτοια τραγούδια, αυθεντικά όμως. Ήθελα λοιπόν να δώσω στο κόσμο και τους συνθέτες αυτούς-που σήμερα γράφουνε παραδοσιακά τραγούδια-ακούσματα που βασίζονται στην παράδοση μας. Από αυτούς τους συνθέτες, ο Μάκης Σεβίλογλου και ο Θοδωρής Παπαδόπουλος είναι δημιουργοί και μουσικοί που ασχολούνται με αυτό το είδος της μουσικής. Η ανάγκη μου λοιπόν ήτανε να πω ότι εξακολουθεί να υπάρχει αυτό το τραγούδι σήμερα και μπορεί να εκφραστεί με ένα νέο λόγο, με ένα σημερινό στίχο, όπως και έγινε.
-Τι εισπράξετε εσείς από την τωρινή επαφή σας με την παραδοσιακή μουσική;
-Το δέσιμο μου με την χώρα μου, την ανάγνωση της γλώσσας μου. Αυτή τη δουλειά την αγκάλιασε ο κόσμος που σημαίνει ότι υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που αγαπάνε αυτό το είδος μουσικής, αν και ζούμε σε μια εποχή που δεν προωθείται πολύ αυτό το τραγούδι και δεν τολμάει κανείς να κάνει τέτοια τραγούδια.
-Γιατί δεν προωθείται σήμερα αυτό το τραγούδι;
-Γιατί δεν είναι της μόδας.
-Όταν ξεκινούσατε να κάνετε αυτό το δίσκο είχατε έστω μια μικρή αμφιβολία ότι αυτός ο ήχος ίσως να μην έχει απήχηση σήμερα;
-Μετά από τόσα χρόνια στον χώρο αυτό – μέσα στην μουσική – εκείνο που αφήνω να με καθοδηγεί είναι η αγάπη μου για το τραγούδι και η ευαισθησία που έχουν τα τραγούδια. Δεν γίνεται πάντα να παίζουμε το παιχνίδι της εμπορικότητας και να σκεφτόμαστε μόνο πόσο μπορεί να πουλήσει μια καινούρια μας δουλειά. Ναι, ήταν αρκετά τολμηρό το εγχείρημα αλλά δεν χρειάζεται να έχουμε πάντοτε στο νου μας τις πωλήσεις.
-Κάποιοι θα έλεγαν ότι η Χαρούλα-αυτό το τεράστιο κεφάλαιο στο ελληνικό τραγούδι-μπορεί πια να δημιουργεί και να τραγουδά  εκ του ασφαλούς: Όποιο cd και να βγάλει θα έχει υψηλές πωλήσεις…
-Αισθάνομαι ότι έχω την υποχρέωση να ασχολούμαι πιο πλατιά με το τραγούδι και να δίνω χώρο-όσο περνάει από το χέρι μου-σε όλες τις περιοχές του τραγουδιού, να βρίσκουν τη φωνή τους όλες οι μουσικές και όχι να έχουμε στόχο μόνο το τι περνάει σήμερα. Είναι υποχρέωση όλων των καλλιτεχνών να το κάνουν αυτό.
-Ο Μάνος που είναι 24 χρονών τι σας είπε όταν άκουσε αυτά τα τραγούδια;
-Ο Μάνος ξεχώρισε κάποια απ' τα τραγούδια που του άρεσαν, και μου είπε-μια και δεν είναι η μουσική που ακούει αυτός σαν νέος άνθρωπος-ότι χάρης σ εμάς τους πιο παλιούς και καταξιωμένους κάνουμε και τους νεότερους να μαθαίνουν από τη παραδοσιακή μας μουσική.
-Δεν σκεφτήκατε ότι το νεανικό κοινό-το οποίο είχατε πλησιάσει με προηγούμενες δουλειές σας-θα ήταν δύσκολο να προσεγγιστεί με ένα τέτοιο cd;
-Βεβαίως το είχα σκεφτεί, αλλά δεν μπορώ να σκέφτομαι κάθε φορά ένα ειδικό κοινό  για να απευθύνω τη δουλειά μου. Είναι χρέος του κάθε καλλιτέχνη να καταπιαστεί με το πολιτισμό του, τον πολιτισμό της μουσικής της χώρας του. Σίγουρα κάτι θα μείνει από αυτό που κάνεις και στους νεότερους. Ούτε καταπιεστικά θέλησα να προωθήσω αυτή τη δουλειά και να κάνω πλύση εγκεφάλου σε κανέναν, γι αυτό και άφησα τα τραγούδια να λειτουργήσουν ως τραγούδια με την τρυφερότητα τους, την ευρηματικότητα τους στους στίχους και στους ρυθμούς τους. Σίγουρα υπάρχει ένα κοινό-και από τους νέους ανθρώπους- που το δέχτηκαν αμέσως αυτό.
-Εντύπωση επίσης προκαλεί το ότι δεν «αξιοποιήσατε» τα media για την προώθηση αυτού του CD-ελάχιστες είναι οι συνεντεύξεις σας που βρήκα για την προώθηση αυτής της δουλειάς-και αν δεν κάνω λάθος δεν έχετε κάνει καν βιντεοκλίπ κάτι που συνηθίζατε στο παρελθόν.
-Κοιτάξτε, μπορούμε να έχουμε μία συγκεκριμένη συμπεριφορά που αρμόζει στην κάθε δουλειά και να είναι κάθε φορά διαφορετική. Στόχος μου και στην απονομή του διπλού πλατινένιου στην οποία ήρθατε ελάχιστοι δημοσιογράφοι-γιατί εγώ ήθελα να παρευρίσκονται όσο το δυνατόν πιο λίγοι άνθρωποι-ήταν, οι δημιουργοί αλλά και εγώ, να έχουμε στο μυαλό μας μόνο την αποδοχή του κόσμου.
-Νιώσατε να μπαίνετε ποτέ σε αυτό το παιχνίδι των media; Μετανιώσατε ποτέ για τηλεοπτικές σας εμφανίσεις, για συνεντεύξεις ή για επαφές σας με δημοσιογράφους που είχατε στο παρελθόν;
-Το θέμα δεν είναι να σας πω αν έχω μετανιώσει. Σίγουρα όλοι οι καλλιτέχνες έχουμε κάνει κάποιες κινήσεις που κοιτάζοντας μετά προς τα πίσω και κρίνοντας τις, λέγαμε ότι αυτό μπορούσε να μην είχε γίνει γιατί δεν το χρειαζόμουνα. Τη συγκεκριμένη, όμως, στιγμή που κάνεις κάτι προκειμένου να επικοινωνήσεις τη δουλειά σου, το έχεις ανάγκη, έχεις ανάγκη να μάθει ο κόσμος αυτό που έχεις κάνει και κοιτάς να βρεις όσο το δυνατό τους πιο σωστούς τρόπους, που να είναι ταυτόχρονα κοντά σ εσένα. Καμιά φορά αυτό μπορεί να σε ξεπεράσει και να σε πάει αλλού αλλά σημασία έχει η πρόθεση του καλλιτέχνη. Το «Βύσσινο» είναι μία δουλειά που δεν νομίζω ότι μπορεί να πηγαίνει σε ένα είδος life style τηλεόρασης και προβολής που αφορά άλλο είδος τραγουδιών.
-Το life style εσάς σας αγγίζει; Το πως θα ντυθείτε και το πώς θα εμφανιστείτε κάπου;
-Δεν έχω μπει ποτέ μέσα σε αυτό τον τρόπο σκέψης. Ποτέ.
-Γιατί εδώ και δύο χρόνια δεν εμφανίζεστε σε κάποιο νυχτερινό μαγαζί;
-Νομίζω ότι δεν έχω να πω κάτι περισσότερο απ' ότι έχω ήδη πει μέσα σ' αυτούς τους χώρους. Αισθάνομαι να φθείρομαι, αισθάνομαι να ζω μία ρουτίνα οπότε έχω πάρει την απόφαση να εμφανίζομαι λιγότερο και να κάνω δουλειές που να είναι πιο ειδικές. 
-Η έκδοση του «Βύσσινου» δεν θα ήταν μια τέλεια αφορμή για να φτιάξετε όπως εσείς το θέλετε-με μια παρέα-ένα δικό σας πρόγραμμα σε νυχτερινό μαγαζί;
-Δεν έχω σκεφτεί κάτι τέτοιο. Τώρα έτσι κι αλλιώς ετοιμάζομαι για τις εμφανίσεις μου στο Μέγαρο Μουσικής και όλη η προσοχή μου είναι στραμμένη εκεί.
 -Έχετε έρθει πολλές φορές στην Κύπρο, έχετε γράψει και ένα τραγούδι για μας (το «νανούρισμα του χελιδονιού»). Αλήθεια, υπάρχει κάτι που σας ενοχλεί όταν έρχεστε στο νησί;
-Η Κύπρος είναι ένας λατρεμένος χώρος, και επειδή είμαι καλοδεχούμενο άτομο αισθάνομαι πάντοτε σαν στο σπίτι μου. Είναι πολύ σπουδαίο να νιώθει ο καλλιτέχνης ότι τον αγαπάνε, ότι τον θέλουνε και ότι αρέσουν τα τραγούδια του. Δεν μπορώ να σας πω ότι με ενοχλεί κάτι στην Κύπρο.  Τώρα που το σκέφτομαι, υπάρχει κάτι που με ενοχλεί σε μένα όταν έρχομαι σ εσάς: Δεν μιλάω κυπριακά (γέλια). Α! Και παίρνω κάθε φορά τρία κιλά όταν κατεβαίνω.
-Υπάρχει κάτι που σας λείπει αυτή την εποχή, κυρία Αλεξίου;
-Όχι, δεν μου λείπει τίποτα.
-Αισθάνεσαι ευτυχισμένη;
-Βεβαίως.
-Δώστε μου μια ευτυχισμένη στιγμή που ζήσατε χτες...
-Αυτή τη περίοδο καμαρώνω τον γιο μου. Έχω ένα γιο που έκλεισε τα 24-πάει στα 25-και με προσέχει, με αγαπάει, με φροντίζει, τον καμαρώνω γιατί είναι πολύ δημιουργικός, είναι πολύ γλυκό παιδί και ξέρει τι θέλει. Τώρα βλέπω τον τρόπο που τον μεγάλωσα, παρόλο που δεν ήμουνα πάντοτε κοντά του λόγω της δουλειάς μου. Έλειπα αρκετό καιρό και έχω κι εγώ τις ενοχές της μάνας που δουλεύει, δεν είναι κοντά στο παιδί της, κι όλα αυτά. Βλέποντας την γλυκύτητα του και αυτόν τον αγαπημένο τρόπο  που έχει να επικοινωνεί με τους ανθρώπους, τον καμαρώνω. 
-Πρέπει να ένοιωθε πολύ άβολα που σας έκανε ο ίδιος την απονομή χτες...
-Ναι. Κι όμως, ο Μάνος διευθύνει την «Εστία» τώρα, και το κάνει πολύ σοβαρά. Έχει ταλέντο στην διοίκηση. Αγαπάει πάρα πολύ αυτό που διάλεξε να κάνει. Νιώθω πολύ ευτυχισμένη με το παιδί μου.
-Για το τέλος έχω ένα πρόβλημα, κυρία Αλεξίου: Δεν ξέρω πως να γράψω το όνομα σας στον τίτλο. Το σωστό λέει «Χάρις», αλλά εμένα πιο πολύ μ αρέσει το «Χαρούλα». Τι να βάλω;
-(γέλια) Γράψε Χαρούλα, δεν με πειράζει καθόλου. Ξέρω ότι για λόγους γραμματικής μας βολεύει πολύ περισσότερο το «Χαρούλα», αλλά είμαι ο ίδιος άνθρωπος και στα δυο ονόματα. Διαλέξτε εσείς πως θα το γράψετε.
-Ο Μάνος πως σας φωνάζει;
-Μαμά! 
Δημοσίευση στον "Φιλελεύθερο" της Κύπρου (ένθετο "Υστερόγραφο") το Φεβρουάριο του 2007, με την ευκαιρία της κυκλοφορίας του cd της Xάρούλας Αλεξίου «Βύσσινο και νεράντζι», από τη Minos-EMI και την Estia. Ευχαριστούμε την κυρία Κατερίνα Παπαδοπούλου για τη συμβολή της στην πραγματοποίηση αυτής της συνέντευξης.