Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Persones. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Persones. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

10.4.16

LADY!


«Όσο το Πάσχα προχωρά / σε συλλογίζομαι / είσαι με άλλη στο χωριό / κι εγώ βουρλίζομαι».

Δεν υπάρχει ζωή χωρίς καμένα σπίτια. Χωρίς το καλό και το ζόρι που ανεβοκατεβαίνουν αυτόματα στη ζυγαριά όταν τα στερνά τιμούν τα πρώτα κι όταν η γνώση αντικαθιστά τη φόρα των νιάτων. Χωρίς λίγο σάπιο αέρα στα ρουθούνια σου ανυπομονώντας για τον καθαρό ύστερα από τα απανωτά λάθη, τις βλακείες, την άγνοια κινδύνου, τους κακούς συμβούλους ή την κακομαθησιά σου. Αν μη τι άλλο, η Άντζελα Δημητρίου ποτέ δεν ζούσε έντρομη, κλεισμένη στο δωμάτιό της, ασθμαίνοντας πάνω απ’ την καρδάρα για τις αποτυχίες της, αλλά προτιμούσε να αποτολμά το τρεχαλητό στην άκρη του γκρεμού, διατηρώντας ακέραιο το ατόφιο της λίπασμα σαν έμπειρη που είναι σχοινοβάτης.

Ανέκαθεν, άλλωστε, αγαπούσε την έκθεση. Κυρίως της προσωπικής της ζωής η οποία, καθώς περνούσαν τα χρόνια της λαϊκής -και κλασικής- της πια καριέρας, δεν άφηνε την μπίλια να καθίσει κάπου. Παλιά καραβάνα.

Κάποτε ήταν ο «άγνωστος» γιος της, οι καβγάδες της με τον Στηβ Κακέτση, ο έρωτας και ο (δεύτερος) γάμος της με τον Γιώργο Τρούπη, η απόπειρα αυτοκτονίας της κόρης της, Όλγας, που στην ανήσυχή της εφηβεία ήθελε να ακολουθήσει την καριέρα της διάσημης μαμάς της, η σωματική κακοποίησή της στην οποία αναφέρθηκε δημόσια, ακόμη και οι εκτρώσεις που έκανε από τις πάλαι ποτέ μεγάλες της αγάπες, κάτι που αποκάλυψε πριν από λίγες βδομάδες η ίδια και ο πρώην (πολύ πρώην) σύντροφός της, Λευτέρης Πανταζής, ανασύροντας ένα ακόμη κομματάκι από την φαρέτρα της γνώσης που λέει πως «το κοινό πρέπει συνεχώς να εκπλήσσεται από τους σταρς».

Γιατί η Άντζελα Δημητρίου είναι σταρ. Και ξέρει πώς να επανεφευρίσκει τον εαυτό της καλύτερα απ’ τον κάθε λαμπρό μάνατζερ καλλιτεχνών. Η διαφήμιση-viral των Jumbo εντάσσεται στο σωστό μερίδιο που ξέρει να λαμβάνει από τη διαχείριση του ονόματος 45 χρόνων καριέρας και 39 δίσκων. Αυτού, δηλαδή, που λέγεται «διαχρονικότητα».

Πάει πολύς καιρός από τότε που μία λουλουδού μού περιέγραφε στη «Νεράιδα» με τι ταχύτητες θα έπρεπε να πηγαινοφέρνει τα πανέρια από γαρύφαλλα στις παλάμες της λαίδης, ώστε κανείς θαμώνας και θαυμαστής της να μην δυσαρεστηθεί, καθώς ακούγονταν οι πρώτες νότες από το «Ουρανέ», το «Ποια θυσία», το «Φωτιά στα Σαββατόβραδα» – το αδιαμφισβήτητα πιο επιτυχημένο ζεϊμπέκικο των ‘80s, σύμφωνα με τον επίσημο «κατάλογο ελληνικής δισκογραφίας». Τα σκαμπανεβάσματα στην καριέρα της ήταν προδιαγεγραμμένο ήδη από την εφηβική της ηλικία συμβάν: σα να περνούσε πάντα σε διάφανη κλωστή το μέλλον της από την τρυπούλα της βελόνας των υφαντουργίων «πεταλούδα» στα οποία κάποτε εργαζόταν, ρισκάρωντας. Τότε που έκανε βόλτες στο περήφανο Περιστέρι και δεν υπήρχε λόγος να ξέρει ποια είναι η ετυμηγορία της λέξης «σκίρτημα» αφού το ζούσε, αφού το ταλέντο της βαθιάς χροιάς στη φωνή της δεν χρειαζόταν να αντικαταστήσει κάτι που δεν αφορούσε τον νταλκά ή την καψούρα των αγοριών και των κοριτσιών καθώς διονυσιάζονταν με τα (άλλοτε πολύ καλά, άλλοτε πολύ κακά) τραγούδια της. 

Όταν το κοινό παραμέριζε για να περάσει διαβλέποντας τη νέα του «βασίλισσα», εκείνη γλεντούσε το όνειρό της χωρίς μετριοπάθεια κι έλεγε όσα είχε στο μυαλό της χωρίς κοσκίνισμα νοημάτων και δεύτερης σκέψης στην περηφάνια της. Και γιατί, άλλωστε, να υποκριθεί;

«Εγώ, αγόρι μου, δεν τελείωσα ούτε πανεπιστήμιο, ούτε είμαι καμία δικηγόρος για να βγαίνω και να λέω μεγάλα λόγια. Εγώ είμαι μια τραγουδίστρια που τραγουδάει στις πίστες, είτε το θέλουν κάποιοι είτε όχι. Το να λέω σε μία συνέντευξη μου “δημοφιλή τραγουδίστρια”, το οποίο δεν είναι το σωστό γραμματικά, λυπάμαι, αλλά δεν το ‘ξερα. Πού είναι το πρόβλημα; Ας βγουν να με πυροβολήσουν οι μορφωμένοι!», μου είχε πει κάποτε στο καμαρίνι της.

Το ίδιο βράδυ τη ρώτησα για το «αίμα» στη φωνή της, τη μνήμη που φέρει το «Δυο φωνές» και το «Οι χωρισμένοι δε γιορτάζουνε ποτέ», την εύθραυστη ψυχολογία της και το πείσμα της που ύψωσε αναχώματα. Θυμάμαι πως δάκρυσε. Και μου εξήγησε πολλά – με τον τρόπο της. Κυρίως για τον μετρονόμο μιας μουσικής που προέρχεται από τη ζωή της και όχι από το χάος της εγκεφαλικότητας του γύρω της κόσμου που -νομίζει πως- την κοροϊδεύει. 

Δημοσίευση στο ένθετο "ΦιλGood" της εφημερίδας "Ο Φιλελεύθερος" της Κύπρου, την Κυριακή 10 Απριλίου. Φωτογραφία: Γιάννης Χατζηγεωργίου.

19.3.16

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΕΙΡΗΝΑΚΗΣ: "ΟΙ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΣΑΝ ΑΘΛΗΤΕΣ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΩΝ ΕΠΙΔΟΣΕΩΝ"


Ο επιχειρηματίας που έμαθε στους Έλληνες την παραγωγή ελληνικών ερωτικών ταινιών και κατάφερε να βάλει τη Sirina ανάμεσα στις 10 καλύτερες εταιρίες ανάμεσα στις 3.500 χιλιάδες από όλο τον κόσμο στα βραβεία AVN του Las Vegas, μιλάει στο Thema People σε μία σπάνιά του συνέντευξη.

Στην είσοδο του γραφείου του, κλειδωμένο μέσα σε ένα μεγάλο κλουβί, βρίσκεται ένα κουλουριασμένο φίδι. Η διαδικασία για τη λήψη της τροφής του, μετά την επεξήγηση για την αλλαγή του δέρματός του, μου ακούγεται κάπως περίεργη. «Είχα βρει ετοιμοθάνατο τον πύθωνα, σε ένα σπίτι κάποιου γνωστού μου και το έσωσα. Από τότε αυτό είναι η μασκότ της εταιρείας», μου λέει ο Δημήτρης, καθισμένος στο γραφείο του, με φόντο ανάμεσα στα χαρτιά του το εξώφυλλο από την τελευταία του ταινία «Mykonos. Αυτή είναι η μητριά μου», με πρωταγωνίστριες την Κατερίνα, την Αθηνά, τη Στέλλα και τη Βάσια.
-Είναι απενοχοποιημένοι πια οι Έλληνες σε σχέση με το πορνό;
-Ναι. Καταρχήν έπαιξε πολύ μεγάλο ρόλο σ’ αυτό το γεγονός ότι ενημερώνεται πλέον ο κόσμος από το εξωτερικό μέσω internet, αλλά και η παραγωγή που είχαμε κάνει με τη Τζούλια. Από εκεί κι έπειτα στο μυαλό κάθε ανθρώπου υπάρχουν κάποια standards. Εγώ ποτέ δεν κατάλαβα, από μικρό παιδί, γιατί κάτι που κάνει ο καθένας το βράδυ στο κρεβάτι του αν το γυρίσει σε ταινία είναι «κακό» και θεωρείται «πορνογραφία», ενώ αν πάρουμε ένα πριόνι κόβοντας ένα στήθος και ονομάζοντάς το «θρίλερ» είναι για Όσκαρ. Μας έχουν περάσει στο μυαλό ότι είναι νορμάλ να βλέπουμε μία δολοφονία στις ειδήσεις των 8 τρώγοντας μακαρονάδα, ενώ το να δεις μια ερωτική ταινία μόνος σου ή με τη σύντροφο σου είναι κατακριτέο.
-Λόγω της κρίσης έχει μειωθεί πια η πώληση ερωτικών ταινιών;
-Το ερωτικό δεν πεθαίνει ποτέ! Αλλάζει, όμως, το Μέσο. Όποιος επιχειρηματίας ή έμπορος ακολουθήσει το Μέσο σωστά και στο timing που πρέπει δεν χάνεται ποτέ από την αγορά. Μετά την βιντεοκασέτα ακολούθησε το dvd και τώρα παράλληλα το internet και το pay tv με το κανάλι της Sirina στον ΟΤΕ tv.
-Ούτε η ασταθής πολιτική κατάσταση επηρέασε την αγορά στις ερωτικές ταινίες;
-Θα σου απαντήσω με ένα παράδειγμα: μετά το δημοψήφισμα, περιμένοντας την κατάληξη των διαπραγματεύσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση, είχαμε βγάλει για ένα 48ωρο δωρεάν μια ερωτική ταινία μέσα από το site μας. 500 χιλιάδες Έλληνες, μοναδικοί χρήστες, εκείνες τις μέρες, μπήκαν για να την παρακολουθήσουν. Υπό κανονικές συνθήκες, κάθε μέρα, μπαίνουν στο site μας 50 χιλιάδες μοναδικοί χρήστες!
-Αυτό πώς το εξηγείς;
-Σαν λαός είμαστε ο πιο σεξουαλικός στο τι βλέπουμε. Και δεν μας επηρεάζει τίποτε σε σχέση μ’ αυτό. Ασχέτως του τι κάνουμε τελικά. Γιατί έχει μεγάλη διαφορά το ένα απ’ το άλλο. Κι η θεωρία απέχει πάντα πολύ απ’ την πράξη. Οι Έλληνες είμαστε πολύ του φραπέ, του «θα» και της συμβουλής, αλλά στην πράξη λίγοι το κάνουν.

7.10.12

ΚΩΣΤΑΣ ΓΚΟΥΖΓΚΟΥΝΗΣ: Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΟΥ SEX



«Μεγάλωσα στη Λάρισα. Μία φορά θυμάμαι, κυνηγούσα μία πάπια στον Πηνειό. Έντεκα χρόνων ήμουνα τότε, πιτσιρικάς, πήγα να πέσω και να την αρπάξω, έσπασε ο πάγος στα παγωμένα νερά και παραλίγο να με έπαιρνε ο πάγος από κάτω. Πιάστηκα από ένα δεντρίλιο, βγήκα βρεγμένος έξω, αλλά το μυαλό μου εξακολουθούσε να είναι στην πάπια. Ήθελα να την αρπάξω, κι ας είχα κινδυνεύσει λίγα λεπτά πριν, να χάσω ακόμα και τη ζωή μου. Έτσι έκανα και με τις γυναίκες: Όποτε έβαζα μία στόχο- ο κόσμος να χαλούσε- εγώ θα την έβαζα κάτω».
«Από πολύ μικρός είχα γκόμενες και τις πασπάτευα. Παίζαμε δήθεν με τα κοριτσάκια, αλλά εμένα το μυαλό μου ήταν πώς θα τις έβαζα κάτω. Το μάτι μου έπαιζε συνέχεια. Γεννημένος γυναικάς. Από 15 χρόνων, ο πατέρας μου με κυνηγούσε στα μπουρδέλα. Άμα είχα γκόμενα- για καμιά βδομάδα το πολύ, μην φανταστείς τίποτα παραπάνω- την πήγαινα σε ξενοδοχείο. Όταν ερχόταν καμιά καλλιτέχνιδα στο Αλκαζάρ, το μαγαζί στη Λάρισα, γινόταν χαμός. Μου είχαν αναθέσει οι ιδιοκτήτες να πηγαίνω εγώ, να υποδέχομαι τα κορίτσια κι άμα μου άρεσε πολύ κάποια, δεν κρατιόμουνα. Δεν μπορούσα να περιμένω ούτε λεπτό, ήμουνα πολύ θαρραλέος με τα θηλυκά. Ποτέ δεν θυμάμαι να μου είχε αντισταθεί ιδιαίτερα κάποια γυναίκα. Ορισμένες που πήγαν μαζί μου, μου έλεγαν μετά ότι τους κέρδιζε η εμφάνισή μου που ήταν αντρικού στυλ».
«Με συγχωρείς για την έκφραση, αλλά ήμουνα πολύ μπήχτης. Και μπορώ να σου πω ότι ακόμη και σήμερα, σε σχέση με άλλους που έχουν την ίδια ηλικία μ εμένα, οι ορμόνες μου είναι σαν να είμαι σαραντάρης».
«Όσο ζούσα στη Λάρισα δούλευα σε ένα φωτογραφείο. Μία μέρα ήρθε στην πόλη ο Τζαβέλλας, ο σκηνοθέτης, γνωριστήκαμε, με συμπάθησε, του είπα “κύριε Τζαβέλλα, εγώ θέλω να γίνω ηθοποιός”, “με τέτοιο παράστημα”, μου απάντησε, “με 1.80 ύψος σε τέτοια ηλικία, θα γίνεις οπωσδήποτε”. Αυτό μου έδωσε θάρρος, είχα μεγάλο νταλκά για το ηθοποιιλίκι. Ήρθα στην Αθήνα, έπιασα δουλειά σε ένα φωτογραφείο για να μπορώ να ζω -στου Νικολάρη του Θωμά στην Ακαδημίας-, και ξεκίνησα να χτίζω όνομα. Ήμουνα πολύ καλός. Εμένα το μυαλό μου αλλού, στα θέατρα. Μέχρι που μια μέρα με έπιασε και μου είπε ότι γυριζόταν μία ταινία στις Σπέτσες και έπρεπε να πήγαινα εγώ στο νησί για να το τραβήξω. Τι τύχη! Πάντα ήταν η τύχη με το μέρος μου. Έφυγα για Πειραιά την ίδια μέρα. Στην ταινία έπαιζαν ο Καμπανέλης, η Αλέκα Κατσέλη η οποία μάλιστα ήταν και έγκυος εκείνη την περίοδο και, μία μέρα, με φώναξε ο σκηνοθέτης να κάνω ένα πέρασμα. Ήταν σαν να μου ανοιγόταν όλος ο κόσμος».
«Ακόμη και εκεί, στα γυρίσματα, εγώ δεν κρατιόμουνα. Είχα πιάσει δυο τρεις κοπέλες γκόμενες, έβγαζα όλη τη μέρα φωτογραφίες και μετά πηγαίναμε και κάναμε τα δικά μας. Τις πλάκωνα στο γαμήσι και αυτές το ευχαριστιόντουσαν. 19 χρονών πιτσιρικάς ήμουνα τότε. Ήθελα πέντε γυναίκες το λεπτό για να είμαι ικανοποιημένος. Δεν ζω χωρίς sex, με αναζωογονεί. Όταν έχω μία γυναίκα, λειτουργώ αλλιώς, με πιάνει κρίση, την αρπάζω, θέλω να τηνε βάλω κάτω. Έτσι γεννήθηκα μάλλον».
«Λίγο πριν τελειώσω τη σχολή του Σταυρόπουλου στην οποία ξεκίνησα να σπουδάζω, μου δόθηκε μία ευκαιρία να πάω στο Ροντήρη, στο δημοτικό θέατρο Πειραιά. Απήγγειλα κάτι από τους Πέρσες, με ρώτησε ο Ροντήρης “πως λέγεσαι ρε πιτσιρικά;”, “Γκουζγκούνης” του απάντησα “και δεν φεύγω από δω αν δεν με πάρετε”. Τέτοιο θράσος. Εκεί ήταν κι άλλοι, η Δέσποινα Στυλιανοπούλου, ο Τρύφων Καρατζάς, ο Κούρκουλος, τραντάζαμε το θέατρο. Όλο το Εθνικό, το ήξερα. Ξεκίνησα να παίζω σε ταινίες με την Καρέζη, τον Φυσσούν, το Βασίλη Γεωργιάδη, τον Κομνηνό. Εμένα όλα αυτά μου φαίνονταν εξωπραγματικά τότε, ζούσα για το θέατρο. Η πρώτη ταινία που έπαιξα ήταν το Χωρίς Ιδανικά, η δεύτερη η Λεωφόρος του Θανάτου. Μου έλεγε ο Τζαβέλλας “πήγαινε στην Αμερική, δεν κάνεις για εδώ”, αλλά δεν τον άκουσα. Εγώ δεν μπορούσα να ζήσω έξω από την Ελλάδα». 
«Εκτός από τη γυναίκα που παντρεύτηκα, ποτέ μου δεν είχα μόνιμη σχέση. Έκανα γνωριμίες της μίας εβδομάδας, το πολύ να πήγαινε ένα μήνα, παραπάνω δεν μπορούσα, έφευγα. Έμπαινα σε σπίτια από το παράθυρο, επειδή κάποιες από αυτές έμεναν με τους γονείς τους, και γινόμουνα θηρίο. Αυτές μου έλεγαν “μην φωνάζεις πολύ γιατί θα μας πάρουνε χαμπάρι”, αλλά δεν κρατιόμουνα. Ήτανε σαν το φαΐ. Μπορείς να ζήσεις χωρίς φαΐ;».
«Κάποτε έμενα κοντά στο Πολύγωνο. Από τις πολλές φωνές, οι γείτονες ήθελαν να με διώξουν. Δεν άντεχαν τη φασαρία. Κάποιοι μου έλεγαν να πηγαίνω σε ξενοδοχείο. Εγώ έλεγα “δεν πάω σε ξενοδοχείο να πηδήσω”, δεν μου καθότανε. Τελικά, μετακόμισα. Ήθελα να πηδάω και να μην με νοιάζει. Θυμάμαι, τότε που συγκατοικούσα με κάτι φίλους μου, ο καθένας είχε το δωμάτιό του. Εγώ κάθε βράδυ είχα γκόμενα, εκείνοι έκαναν μπανιστηράκι. Ένα βράδυ, στην Μαυρομματέων, μου κανε μία τα δικά της, είχα πιει και τα κρασάκια μου, με καύλωσε τόσο πολύ που ήθελα να την πηδήσω επί τόπου. Την έβαλα επάνω στο καπό και της άρχισα. Βγήκαν από τα μπαλκόνια και φώναζαν, με έβριζαν, ήθελαν να φωνάξουν την αστυνομία, εγώ συνέχιζα. Δεν με πείραζε που μ έβλεπαν. Έτσι γινόταν και μετά με τις κάμερες, δεν κώλωνα. Η θρασύτητά μου δεν είχε όρια. Έκανα πολλά τέτοια. Δεν μπορούσα να ζήσω χωρίς sex».
«Τους φίλους μου δεν τους άφηνα ποτέ να κυνηγήσουν, ιδιαίτερα ορισμένους που είχαν μυαλό και πήγαιναν για μεγάλη μόρφωση. Τους τις πήγαινα εγώ στο σπίτι. Μπορεί να έβλεπα καμία στην Ακαδημίας, να την έπαιρνα από πίσω μέχρι να πέσει, να χανόμουνα ξαφνικά από τα φιλαράκια μου, αλλά τη φιλία δεν την έβαλα ποτέ πιο κάτω από τις γκόμενες. Με τους φίλους μου, ήμουνα πάντα τίμιος. Και σαν χαρακτήρας, πάντα ανοιχτό βιβλίο. Εξωστρεφής».
«Εκτός από τις ταινίες στις οποίες έπαιξα, δούλεψα και στα καμπαρέ, είχα προφορά αμερικάνικη, έρχονταν στον Πειραιά τα αμερικανάκια, τους κοιτούσα, τους έλεγα με την αγριοφωνάρα μου “come on my friend, you want to drink? You want to fuck? What you want?” κι έτσι όπου δούλευα είχε κόσμο. Έπαιρνα ποσοστά τότε και μάλιστα έβγαζα πολύ καλά. Μου άρεσε πολύ και η μουσική εκεί. Κάτι μου έκανε μέσα μου αυτή η μουσική από την Νέα Ορλεάνη, ήταν παράξενη».
«Από τις καλύτερες μου ταινίες θεωρώ ότι ήτανε το “Sex 13 μποφόρ”. Είχαν πολύ καλά λεφτά αυτές οι ταινίες, τα γυρίσματα ήτανε πολύ εύκολα για μένα, γίνονταν όλα σε χρόνο ντε τε, ήτανε και μέσα στο αίμα μου το sex, θέμα να καυλώσω σε γύρισμα δεν είχα ποτέ, δεν είχα κανένα πρόβλημα. Σιγά σιγά άρχισε να με μαθαίνει ο κόσμος και να με αναγνωρίζουν. Ήταν ωραία όλα αυτά, μου άρεσαν. Αυτό που νομίζω ότι κέρδιζε το κοινό, ήταν ο αυθορμητισμός μου, οι ατάκες που έλεγα. Ήταν όλα πολύ αυθεντικά. Περισσότερο γέλιο έβγαζαν, παρά κάτι άλλο. Ήταν κάτι το εναλλακτικό».
«Ο κόσμος δεν πηδάει. Ο λόγος που νομίζω ότι οι περισσότεροι σήμερα δεν κάνουν πολύ sex, είναι ο τρόπος ζωής τους. Όλοι έχουν προβλήματα. Άμα ψυχολογικά δεν είσαι καλά, πως θα πας να γαμήσεις; Επίσης, ένα μεγάλο λάθος που κάνουν οι περισσότεροι, είναι που δεν μπαίνουν κατευθείαν, είναι πιο απαλοί, πιο γλυκανάλατοι. Αυτά δεν χρειάζονται. Είναι παραμύθια και κουραφέξαλα. Από την ανασφάλειά τους δε κάποιοι έχουν την μόνιμη γκόμενα, τη σχεσούλα τους και άλλη μία που τηνε πηδάνε. Εγώ δεν τα κανα αυτά. Εμένα δεν με ένοιαζε να έχω κάποια για “ασφάλεια” γιατί είχα μεγάλη εμπιστοσύνη στον εαυτό μου, δεν τα κανα ατσούμπαλα».
«Για να γίνει καλό το sex, χρειάζεται μία προεργασία. Στην αρχή απαλά, μετά να αγριεύεις σιγά σιγά, να μην τρομάξει. Η γυναίκα θέλει παραμύθι, θέλει πολλά ψέματα, ξέρει ότι αυτά που της λες είναι μαλακίες, αλλά ο οργανισμός της το αναζητάει. Οπότε της τα λες να το ευχαριστιέται».
«Πολλοί έρχονται και με ρωτάνε αν παίζει ρόλο το μέγεθος. Παίζει κάποιο ρόλο, αλλά να μην είναι υπερβολικό το εργαλείο. Όταν δουν ότι το έχεις μεγάλο, μετά δεν σε ξαναπαίρνει. 20-22 το πολύ, αρκεί. Πάνω από 24, δεν σε παίρνουνε. Με εμένα πολλές γυναίκες δεν δεχόντουσαν να πάνε μαζί μου όταν το έβλεπαν, ήθελαν να μένουμε στο στοματικό».
«Όλοι μου ζητάνε συμβουλές. Στην ταινία αυτή που έκανα, το “next porn model”, όλοι με φώναζαν δάσκαλο. Είχα πάει στο Διδυμότειχο μια φορά, με φώναξαν εκεί κάτι άνθρωποι σπουδαίοι, κάτι μεγιστάνες, ήθελαν να πάω και να τους πω ατάκες. Έρχονταν στρατηγοί, πολιτικοί, διοικητές και μου έλεγαν “δεν έχω βγάλει φωτογραφία με κανέναν σταρ, αλλά εσείς είστε αλλιώς”. Με σταματούσαν απλοί άνθρωποι στο δρόμο και τους υπέγραφα σε χαρτάκια, για να τα δώσουν στα παιδιά τους. Όχι μόνο άντρες, αλλά και γυναίκες».
«Το 1978 έτρωγα στου Φλόκα, μπαίνω μέσα, ακούω χειροκροτήματα, γυρνάω και βλέπω τον Αντρέα τον Παπανδρέου μαζί με τη Μαργαρίτα. Με προσκάλεσε στο τραπέζι τους, καθίσαμε για λίγο μαζί, την επόμενη μέρα με κάλεσε μία κυρία στο γραφείο της. “Κύριε Γκουζγκούνη, τι θα κάνετε με την πολιτική;” μου είπε. Δεν πρόλαβα να της απαντήσω και συνέχισε λέγοντάς μου “θα σας αφήσω ένα μήνα να το σκεφτείτε και να μου πείτε”. Εγώ απάντησα επί τόπου: “Δεν έχω καμία σχέση με την πολιτική, είναι όλοι ψεύτες”. Την απέκλεισα».
«Είμαι 77 χρόνων, αλλά εγώ νιώθω 12. Μένω στην Αγία Παρασκευή, ξυπνάω κάθε μέρα στις 6:30 το πρωί- ασχέτως του τι ώρα είχα κοιμηθεί το προηγούμενο βράδυ-, παίζω ρακέτες ή πηγαίνω για μπάνιο στη Λούτσα επειδή είμαι χειμερινός κολυμβητής, τρώω φαγητό με τα φιλαράκια μου ή πηγαίνουμε για κρασάκι σε ταβέρνες, πηγαίνω για καφέ, γυρίζω συνέχεια, δεν κάθομαι. Επίσης μου αρέσουν τα ταξιδάκια. Με ξεκουράζουν. Γενικά, είναι πολύ ωραία η ζωή μου και σήμερα». 
«Μία μόνο φορά ερωτεύτηκα στη ζωή μου και αυτή τη γυναίκα την παντρεύτηκα. Παντρευτήκαμε μάλιστα δύο φορές, επειδή μετά την πρώτη φορά είχαμε χωρίσει. Η γυναίκα μου δεν ζήλευε, αλλά της έβαζε λόγια η πεθερά μου. Όταν με πήρε πάλι, δεύτερη φορά, της λέω “γιατί ήθελες να με ξαναπαντρευτείς;”, “γιατί μετά από σένα είναι το χάος”, μου απάντησε. Πήγα με πολλές γυναίκες, πολλές από αυτές με αγάπησαν, αλλά εγώ μόνο με εκείνη ήμουνα δεμένος. Την έχασα πριν από λίγο καιρό και μου στοίχισε ψυχολογικά».
«Έχω μία κόρη, παντρεύτηκε, έκανε δύο παιδιά. Είμαι πολύ υπερήφανος για τα εγγόνια μου. Ο Δημήτρης είναι 27 χρόνων και ο Κώστας 22 χρόνων. Έχουν πάρει από τον παππού τους, είναι άφθαστοι. Τους μεγάλωσα από μικρά, τους πήγαινα στη θάλασσα, ξέρουν όλα τα μυστικά για τις γυναίκες, είναι καλά καταρτισμένοι. Δεν έχουν ανάγκη αυτοί.
«Έχω βγάλει πολλά λεφτά από τη δουλειά μου αλλά, τα περισσότερα, τα έτρωγα. Παρόλα αυτά, έχω φτιαχτεί, έχω το σπίτι μου, δεν έχω ανάγκη. Δεν ήμουνα ποτέ λάτρης των χρημάτων».
«Προχθές με σταμάτησε ένας πιτσιρικάς στο μετρό, ήταν με ένα φίλο του, με γνώρισε και ήθελε να με πιάσει κουβέντα. “Δάσκαλε”, μου είπε, “πως την βλέπεις τη γυναίκα;”. “Είναι Θεού δώρο”, του απάντησα, “είναι το απαραίτητο στην ζωή μας. Η γυναίκα σε ξεκουράζει, η γυναίκα σε κουμαντάρει, η γυναίκα σε καταστρέφει”. Το θέμα είναι να μην καταστρέψει εσένα».
«Δεν αφέθηκα ποτέ να καταστραφώ από γυναίκα. Ορισμένες από αυτές, όταν τις άφηνα, ήθελαν να εκδικηθούν. Κάποιες άλλες, μου έβαζαν λεφτά κάτω από το μαξιλάρι μου, τους τα επέστρεφα. Δεν έδινα ποτέ δικαίωμα σε κάτι τέτοια, ήμουνα πολύ μαζεμένος. Εγώ να πηδήσω ήθελα, δεν ήμουνα νταζατζής. Άμα υπάρχει υγεία και λειτουργούν τα μηχανήματα, δεν είχα και δεν έχω ανάγκη κανέναν. Μέχρι σήμερα, τα μηχανήματα λειτουργούν άψογα. Υπάρχει ολόκληρη ζωή μπροστά μας, να κάνουμε κι άλλες ταινίες, να ευχαριστηθούμε. Δεν μου λείπει τίποτε».
Δημοσίευση στο περιοδικό "Nitro", τον Μάρτιο του 2010.

7.10.11

ΤΖΕΝΗ ΧΕΙΛΟΥΔΑΚΗ: "Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΣΥΖΥΓΟΥ ΜΟΥ ΜΕ ΛΑΤΡΕΥΕΙ"

Η γυναίκα που στα 20 της χρόνια κατάφερε να γίνει η πιο διάσημη τρανσέξουλ της Ελλάδας, στα 43 της αποφασίζει να παντρευτεί μυστικά, με πολιτικό γάμο.
Σαν τον Τειρεσία, η Τζένη έχει ζήσει δύο ζωές: Μία σαν αγόρι και μία σαν γυναίκα. Και άλλη μία: σαν κάτι ενδιάμεσο του πραγματικού της εαυτού- σαν θύτης ή σαν μεγάλο θύμα της δημοσιότητας, του «εγώ» της, των άλλων, της πρόκλησης. Η ζωή, όμως, μιας «κανονικής» γυναίκας, είναι αυτή που πάντα θα ήθελε να της είχε συμβεί- ίσως και νωρίτερα- και είναι αυτό για το οποίο δεν μετάνιωσε και δεν θα μετανιώσει ποτέ από όσα- ακραία ίσως- έχει ζήσει μέχρι σήμερα. «Είναι η πρώτη φορά που ερωτεύτηκα τόσο πολύ και τόσο δυνατά! Γι αυτό και αποφάσισα να παντρευτώ αυτό τον άνθρωπο», λέει η Τζένη στο People, δύο μέρες πριν από τον πολιτικό της γάμο της που θα γινόταν την Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου, στην Αθήνα..   
-Στο παρελθόν μου έλεγες ότι δεν σε αφορά ο γάμος. Τι άλλαξε;
-Στο παρελθόν είχα άλλα βάθρα. Μεγαλώνοντας και αποκτώντας φίλους, κάνοντας νέες γνωριμίες και αλλάζοντας προσλαμβάνουσες, συνειδητοποιείς ότι, αν μη τι άλλο, στα γεράματά σου θα πρέπει να έχεις έναν σύντροφο. Γιατί, χουχουλιάζοντας τις κρύες νύχτες του Χειμώνα, θέλεις να έχεις δίπλα σου κάποιον που θα μπορέσεις να κλάψεις στον ώμο του και να του κρατήσεις σφικτά και το χέρι. Ε, όταν αυτό, κάποια στιγμή, συμβεί στη ζωή σου, το γραπώνεις. Όσο κι αν διαρκέσει, όσο άσχημο τέλος και αν έχει- αν και μπορεί να έχει τελικά και το καλύτερο.
-Ήταν κεραυνοβόλος ο έρωτάς σας;
-Είναι κάτι πολύ γλυκό, που δεν έχει να κάνει με αυτά που αισθανόμουν στο παρελθόν: Να είναι κούκλος, να έχει το τέλειο σώμα, να έχει οικονομική επιφάνεια. Αυτά τα status έχουν περάσει πια σε άλλη βάση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο άντρας μου δεν τα πληροί αυτά. Εγώ, όμως, σε αυτόν τον άνθρωπο βρήκα αυτά τα πολύ σημαντικά και σπουδαία στοιχεία που με έδεσαν μαζί του και που με έκαναν να αποφασίσω να κάνω κάτι που στο παρελθόν θεωρούσα αδιανόητο. Δεν θα ήθελα να μιλήσω καθόλου με λεπτομέρειες για αυτόν τον άντρα, ούτε να τον «φωτογραφίσω», γιατί τα λάθη δημοσιότητας του παρελθόντος δεν θα ήθελα να τα επαναλάβω.
-Πόσο καιρό είστε μαζί;
-Ένα χρόνο.
-Είναι αλήθεια ότι είναι ποδοσφαιριστής;
-Δεν θα απαντήσω σ αυτό.
-Πως σου έκανε την πρόταση γάμου;
-Πάρα πολύ ρομαντικά. Αυτά που έβλεπα στις ταινίες με τα εστιατόρια και ξαφνικά, μέσα στο γλυκό σου, να βρίσκεται το δαχτυλίδι του γάμου, τα οποία μέχρι πρόσφατα μου φαίνονταν γελοία, τα έζησα η ίδια. Κακά τα ψέματα, έχω τη γυναίκα μέσα μου! Και όταν συνέβησαν και σε μένα αυτά, έλιωσα.
-Από παιδί ονειρευόσουν τα νυφικά;
-Ποτέ! Αυτός ο άνθρωπος, όμως, με έκανε να θελήσω να παντρευτώ. Μπορώ επίσης να το ομολογήσω- και το χω συζητήσει και μαζί του- ότι το μεγαλύτερο λάθος μου ήταν που απέρριψα την πρόταση γάμου του Εισαγγελέα. Διότι ήταν ένας άνθρωπος ο οποίος με λάτρεψε και έπρεπε τότε να το χα κάνει.
-Ο ίδιος σε συνέντευξη του, κρατάει αποστάσεις από σένα.
-Είναι λογικό και πολύ καλά κάνει. Φυσιολογικά, όταν παίρνεις από έναν άνθρωπο ό,τι έχεις να πάρεις και μετά τον πετάς, αναμενόμενο είναι να δηλώσει αυτά που δήλωσε.
-Την τελευταία φορά που μιλήσαμε, έλεγες πως είχες 10 χρόνια να έρθεις στην Αθήνα και πως είχες «μονάσει» στη Ρόδο. Τι άλλαξε;
-Μετά από αυτό, μου έγινε ένα τηλεφώνημα από τη Ρούλα Νικολάου, την παραγωγό του «Συμβολαιογράφου» στο θέατρο με την Ηρώ Μανέ, αλλά και παραγωγό του «Safe sex» και του «Το ξύλο βγήκε απ τον παράδεισο». Η Ρούλα μου ζήτησε να αγοράσουν τα δικαιώματα του πρώτου μου βιβλίου, «Οι άγγελοι δεν έχουν φύλο», ώστε να μεταφερθεί η ζωή μου στην τηλεόραση. Μίλησα με τον εκδότη μου, ήρθα στην Αθήνα, πούλησα τα δικαιώματα στην εταιρεία παραγωγής και, πρώτα ο Θεός, του χρόνου τέτοια εποχή ξεκινάμε τα γυρίσματα. Αυτός ήταν λοιπόν αρχικά ο λόγος που με έκανε να φύγω από τη Ρόδο, για να μείνω μόνιμα στην Αθήνα. Εδώ ξεκίνησα να βγαίνω με παλιούς γνωστούς, σε ταβερνάκια, να γνωρίζω κόσμο. Κάποια στιγμή λοιπόν, συνέβη και η γνωριμία με τον σύζυγό μου.
-Τότε άλλαξαν και όσα πίστευες για τον έρωτα;
-Παλιά έλεγα «δεν θέλω να βιώσω τον έρωτα γιατί είναι καταστροφικός, σου αλλάζει τα πάντα». Όταν όμως βιώσεις στο πετσί σου αυτό το πράγμα, αναθεωρείς πολλές από τις απόψεις σου. Δεν πιστεύω τον εαυτό μου πια! Εγώ, να σηκώνομαι το πρωί, να φτιάχνω πρωινό για τον σύντροφό μου! Ή να ανέχομαι δίπλα μου, στο κρεβάτι μου, κάποιον. Που εγώ είχα μάθει να αράζω τις ποδάρες μου και να μην ανέχομαι κανέναν δίπλα μου- ούτε τις ρεψιές του, ούτε καν να πηγαίνει στην τουαλέτα μου! Ο έρωτας, όμως, διέλυσε το «εγώ» μου και το έκανε «εμείς».
-Θέλεις να ζήσετε για πάντα μαζί;
-Ζω το τώρα, όσο διαρκέσει αυτό το «τώρα». Ευτυχισμένα, όμορφα, μέχρι κάτι, από τη μεριά μου ή τη μεριά του, να αρχίσει να λειτουργεί αντίστροφα.
-Σε στενοχωρεί που δεν μπορείς να κάνεις τα δικά σου παιδιά;
-Καθόλου! Σε έναν τέτοιο κόσμο, ακόμη και αν μπορούσα, δεν θα έφερνα ποτέ το δικό μου παιδί. Ωστόσο, θα ήθελα να υιοθετήσω ένα παιδί που υποφέρει. Απλά, μεγαλώνοντας αυτό παιδί και έχοντας εγώ το παρελθόν που έχω, ξέρω τι θα τραβήξει- απ την κοινωνία, απ το σχολείο του- και δεν θα το θελα.
-Γιατί ήταν απαραίτητος αυτός ο γάμος και δεν θέλατε απλά να συζείτε;
-Γιατί θέλω αυτόν τον άνθρωπο να τον έχω ισοβίως δίπλα μου! «Κλειδωμένο»! Να μένουμε μαζί, να τον φροντίζω, να του μαγειρεύω, να κάνω όσα κάνει κάθε άλλη γυναίκα για τον άντρα της.
-Οι γονείς του συζύγου σου πώς αντέδρασαν όταν έμαθαν για το γάμο σας;
-Η μητέρα του με λατρεύει. Και με παρουσίασε ως «Τζένη Χειλουδάκη». Αυτό με έκανε να λατρέψω ακόμη περισσότερο και αυτόν και τη φαμίλια του.
-Η δική σου μητέρα πώς αντέδρασε στο γάμο σου;
-Τον λάτρεψαν όλοι, έπεσαν κάτω, αλλά με φοβούνται. Μου λένε «εσύ παιδάκι μου, σούταρες ολόκληρο εισαγγελέα…» (γελάει).
-Πως ονειρεύεσαι την Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου, που θα είναι η πρώτη σου μέρα ως παντρεμένη;
-Αυτό πια είναι ωστικό κύμα. Όταν συνειδητοποιείς και ξέρεις ότι έχεις «χειροπέδες» -και ιδιαίτερα για μένα που δεν χαλιναγωγούμαι εύκολα-, τότε αυτό είναι μία πάλη με τον ίδιο σου τον εαυτό. 
Δημοσίευση στο περιοδικό People, τον Σεπτέμβριο του 2011.

22.8.11

ΘΥΜΙΟΣ ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ: Η ΑΓΝΩΣΤΗ ΖΩΗ ΤΟΥ


Είναι 57 χρόνων, οδηγός ταξί από τα 24 του, στη συνέχεια ιδιοκτήτης και, όταν οι εφημερίδες της Κυριακής 7 Αυγούστου τον χαρακτήρισαν «αρχηγό της κίτρινης φυλής» αναγάγοντάς τον σε μία ιδιότυπη κατηγορία «σταρ»- όπως συμβαίνει συνεχώς τις τελευταίες 20 μέρες-, εκείνος γελάει. «Όλοι νομίζουν ότι ξέρουν τα πάντα για μένα, λένε ότι είμαι πάμπλουτος, ότι έχω σπίτια, αυτοκίνητα, αλλά κανείς δεν λέει την αλήθεια», λέει ύστερα από περισσότερα από 20 τηλεφωνήματα, μέχρι να καταφέρει να βρει 15 λεπτά για την κουβέντα μας. Από την αρχή είχαμε συμφωνήσει ότι δεν θα πούμε οτιδήποτε για τα συνδικαλιστικά, για τις «διενέξεις» του, για τα "δίκαια των ταξιτζήδων", για τις σχέσεις του με τη Νέα Δημοκρατία, για τον υπουργό Γιάννη Ραγκούση. «Η ξεκούρασή μου τώρα είναι να πηγαίνω στο χωριό κάθε Παρασκευή- για δύο μέρες- και να περιποιούμαι τις λίγες ελιές που έχω εκεί, τις πορτοκαλιές μου. Αυτό με αποφορτίζει», λέει.
-Θυμάσαι πότε ήταν η πρώτη φορά που οδήγησες αυτοκίνητο;
-Στα 15 μου πήρα για πρώτη φορά στα χέρια μου τιμόνι και προσπάθησα να οδηγήσω, στο χωριό μου, εκεί όπου γεννήθηκα, στα Πιτσά Κορινθίας. Από την αρχή, μου είχε δημιουργήσει δέος το αμάξι. Ακόμη και τώρα, όταν νιώθω κουρασμένος και πικραμένος από τις καταστάσεις, μπορεί να πάρω το αυτοκίνητο, να βγω μια βόλτα, να βάλω ένα cd να παίζει- λαϊκά ως επί το πλείστον-, και να ηρεμήσω. Είναι αρρώστια το αυτοκίνητο.
-Μικρός τι ήθελες να κάνεις στη ζωή σου;
-Ήθελα να γίνω ποδοσφαιριστής. Έπαιζα στον Ηρακλή Ξυλοκάστρου από 14 χρόνων και ήμουν πολύ καλός. Τελικά, δεν ασχολήθηκα επαγγελματικά με το ποδόσφαιρο, γιατί έπρεπε να βγω στη βιοπάλη. Ήμουν μοναχοπαίδι, ο πατέρας μου ήταν οικοδόμος, η μάνα μου αγρότισσα. Πολύ φτωχοί άνθρωποι. Τελείωσα το γυμνάσιο και μετά μπήκα στη σχολή εργοδηγών- μηχανικών αεροσκαφών, την οποία τελείωσα στα 22 μου. Παράλληλα έκανα και διάφορες άλλες δουλειές, γιατί ο πατέρας μου δεν έβγαινε οικονομικά: Σε εργοστάσια, σε ταπετσαρίες αυτοκινήτων, στην αγορά εισαγωγέων κρεάτων, εμπόριο λαδιού στα σπίτια, πολλά. Μετά παντρεύτηκα και ξεκίνησα να δουλεύω αρχικά σαν υπάλληλος στο ταχυδρομείο.
-Πόσων χρόνων παντρεύτηκες;
-Ήμουν 22 χρόνων, όταν παντρευτήκαμε με τη Λίτσα. Ήταν μία κοπέλα από το χωριό μου, με την οποία αγαπηθήκαμε πολύ. Να σκεφτείς, η γυναίκα μου έβγαλε την τελευταία τάξη του λυκείου ούσα παντρεμένη.
-Με το ταξί πότε ξεκίνησες;
-Στα 24 μου περίπου. Κατά πρώτον, εμένα δεν μου άρεσε να έχω ξυπνητήρι στη ζωή μου και, κατά δεύτερον, είχα έρθει σε αντίθεση τότε με διάφορους «συνδικαλιστές» στο ταχυδρομείο, γίνονταν διάφορες ιστορίες και σηκώθηκα κι έφυγα. Έτσι ξεκίνησα με το ταξί.
-Κινδύνευσες ποτέ με πελάτη στο ταξί;
-Προσωπικά όχι, αλλά συμβαίνουν διάφορα σε συναδέλφους. Όμως, ο οδηγός ταξί που δουλεύει χρόνια στο επάγγελμα, αποκτά με τον καιρό την ικανότητα- από την στιγμή που σηκώνεις το χέρι σου στο δρόμο- να προσδιορίζει αμέσως τη δουλειά σου, από που προέρχεσαι, ακόμη και το μορφωτικό σου επίπεδο. Από το βλέμμα του άλλου καταλαβαίνεις αν είναι επικίνδυνος και έτσι αποφεύγεις τις κακοτοπιές. Μία φορά, είχα πάρει ξημερώματα Σαββάτου κάποιον από ένα μπαρ του Ελληνικού στο οποίο είχε πέσει πολύ ξύλο μεταξύ των αμερικανών της Βάσης, ο οποίος μπήκε στο ταξί κρατώντας ένα γκλομπ, το οποίο δεν είχα δει απ την αρχή. Φοβήθηκα, έτρεμα μήπως μου έκανε κακό. Βούιζαν τα λάστιχα από το τρέξιμο που έκανα με το αυτοκίνητο μέχρι να τον πάω εκεί που ήθελε, γιατί σκεφτόμουν μήπως, έτσι όπως ήταν μεθυσμένος, με χτυπήσει. Κάποια στιγμή, κοντά στα Λιμανάκια, με χτύπησε στον ώμο και μου είπε «μην φοβάσαι. Δεν θα σου κάνω κακό!». Μόνο τότε ηρέμησα. Γενικά, να ξέρεις ότι το επάγγελμα αυτό έχει πολλή ανθρωπιά, γιατί δημιουργεί με τους πελάτες ανθρώπινη σχέση.
-Δεν είναι παρεξηγημένο επάγγελμα;
-Είναι. Από λίγες κακές συμπεριφορές, γιατί κάποιοι το φθείρανε. Αν μπορούσε, όμως, κάποιος να δουλέψει μία εβδομάδα για 12 ώρες και να αντέξει κάτω από αυτές τις συνθήκες- με τόσο χαμηλό κόμιστρο και τόση αναδουλειά-, εγώ θα του βγάλω το καπέλο. 
-Πόσα παιδιά έχεις
-Δύο κόρες. Η μεγάλη μου, η Άντζελα, είναι 31 και η δεύτερή μου, η Αλεξία, είναι 26. Η Άντζελα είναι καθηγήτρια αγγλικής, σπούδασε στη Γλασκόβη- έχει κάνει και master- και δουλεύει στο Ναύπλιο. Η Αλεξία έχει τελειώσει δημόσια διοίκηση στο Πάντειο και είναι παντρεμένη.
-Ένιωσαν ποτέ μειονεκτικά που ο πατέρας τους ήταν ταξιτζής;
-Είναι περήφανες. Και που είμαι ταξιτζής και που είμαι πατέρας τους. Με δάνεια τις σπούδασα. Ακόμη και οδηγοί να ήθελαν να γίνουν, εγώ δεν θα χα πρόβλημα. Καμιά φορά, που ήθελαν να βγάλουν κανά χαρτζιλίκι παραπάνω, τους έλεγα «πηγαίνετε να βγάλετε δίπλωμα και πάρτε το ταξί να βγάλετε τα δικά σας λεφτά».
-Δεν έγινες πλούσιος από αυτή τη δουλειά;
-Ξέρετε κανά ταξιτζή πλούσιο; Εγώ το ενάμιση ταξί που έχω στην ιδιοκτησία μου- και δεν είναι 26, 16 ή 4 ταξί, όπως είπαν κάποιοι- το νοικιάζω 20 ευρώ τη βάρδια, με τη συντήρηση του αυτοκινήτου δικιά μου. Παλιά, μπορεί να έβγαζες τα τριπλάσια, τώρα όμως δεν υπάρχουν λεφτά στο ταξί. Θυμάμαι όταν ξεκίνησα, επειδή είχα πολλά γραμμάτια, είχα πάει δύο φορές στο πρώτων βοηθειών με βλεννώδη σπαστική κολίτιδα και την κοιλιά μου πρησμένη από το άγχος. Δούλευα κάθε μέρα από 18 έως 20 ώρες σερί και κοιμόμουν 4 ώρες. Μετά, ξανά στο τιμόνι, 7 μέρες τη βδομάδα. Όταν ήταν μικρά τα παιδιά μου, δεν με έβλεπαν στο σπίτι. Ακόμη και τώρα, μερικές φορές, οδηγώ ταξί ακόμη και στον ύπνο μου.
-Σε ποια περιοχή μένεις;
-Στα Σεπόλια. Το διαμέρισμά μου το πήρα με γραμμάτιο το 1993 και το ξεχρέωσα μόλις πέρσι.
Δημοσίευση στο περιοδικό People, τον Αύγουστο του 2011.

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΜΠΑΛΤΖΗ: "ΣΕ 30 ΧΡΟΝΙΑ ΕΖΗΣΑ 4 ΖΩΕΣ"


Η συγγραφέας που τα τελευταία 3 χρόνια έχει αποκτήσεις χιλιάδες φανατικούς αναγνώστες, αποκαλύπτει το μεγάλο της μυστικό και την συγκλονιστική ιστορία που κρύβεται πίσω από το όνομά της.
Σε μία μικρή μαύρη βιβλιοθήκη, μπροστά από το καθιστικό του σπιτιού της στη Δάφνη, στο πρώτο ράφι, τα βιβλία της που εκδόθηκαν από τις εκδόσεις Λιβάνη: «Σολομόνικα», «Η αγάπη αρχίζει από…Α», και το τελευταίο της «Και ο γιατρός έπλασε τη γυναίκα». Έχει ετοιμάσει γλυκό, αγόρασε φρούτα, θέλει να ετοιμάσει φαγητό, μία μακαρονάδα με πέστο που μαγειρεύει υπέροχα, λέει για την ταινία στην οποία θα πρωταγωνιστήσει, με τίτλο «Zodiac»- σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνας Κοτζαμάνη-, για το θέατρο που έχει στη Θεσσαλονίκη, στην οδό Τσιμισκή, το «Τεχνοχώρος- θεατρική Κυψέλη», όπου πέρσι ανέβηκε η παράστασή της «Ο γιος μου ήρθε απ το Λονδίνο». Φωτογραφίες πουθενά, κάποιοι πίνακες μόνο, λίγα ρούχα στην ντουλάπα. Δεν καπνίζει, δεν πίνει. Μόνο που χαμηλώνει λίγο τα μάτια όταν μιλάει για το παρελθόν της, αφού το κάνει πια πολύ σπάνια. «Εγώ γεννήθηκα σαν ένα μικρό αγόρι, στην Αλεξανδρούπολη, σε ένα πολύ μικρό χωριό, τον Προβατώνα. Μεγάλωσα μαζί με τον παππού και τη γιαγιά μου, αφού οι γονείς μου είχαν χωρίσει λίγο μετά τη γέννησή μου. Μέχρι τα 4 μου χρόνια, δεν είχα καταλάβει ακόμη τη διαφορά των δύο φύλων. Ξεκίνησα να την αντιλαμβάνομαι πρώτη φορά όταν, στο σχολείο, έπρεπε να στοιχηθώ κι εγώ πίσω από τα αγόρια. Εγώ αρνήθηκα. Ήθελα να στοιχηθώ με τα κορίτσια, γιατί ενδόμυχα ακόμα δεν ήθελα να πιστέψω ότι είμαι αγόρι».
-Θα ήθελες να είχες γεννηθεί κορίτσι;
-Όχι. Αν γεννιόμουν κορίτσι δεν θα είχα την προσωπικότητα που έχω σήμερα, δεν θα μπορούσα να σκέφτομαι και σαν γυναίκα και σαν άντρας. Γεννήθηκα αγόρι και ήμουν ένας άνθρωπος μέσα σε ένα λάθος σώμα, απ το οποίο ήθελα να αποδράσω. Υπήρξα πολύ ωραίος ως Δήμος- όπως με έλεγαν-, έκανα μόντελιγκ, τραγουδούσα, έβγαζα δίσκους, γυμναζόμουν πολύ. Όταν μπήκα στη σχολή θεάτρου του Βασίλη Διαμαντόπουλου, στα 17 μου χρόνια, ξεκίνησα να κάνω τα πρώτα μου βήματα στο drag show. Αυτή η μεταμόρφωση, ήταν και το έναυσμα για να αποδεχτώ ουσιαστικά τον κρυμμένο μου εαυτό.
-Από τότε ξεκίνησες να φοράς γυναικεία ρούχα;
-Αυτά τα φορούσα κρυφά, στο δωμάτιό μου, από τότε που ήμουν παιδάκι στο χωριό. Αλλά, όταν ξεκίνησα να κάνω drag show, άρχισα δειλά δειλά να βάζω τα γυναικεία ρούχα και όταν έβγαινα έξω. Είχα γίνει πια η «Καρλότα», μία cult προσωπικότητα, ένα δημιούργημά μου που έκανε show, εμφανίσεις σε μεγάλα clubs και τηλεοπτικές εκπομπές, κάτι το οποίο έγινε για πολλά χρόνια και η δουλειά μου αφού από αυτό βιοποριζόμουν. Ολοκληρωμένη γυναίκα έγινα πια στα 24 μου, όταν  έκανα την αλλαγή φύλου στο Λονδίνο και έγινα η Χριστίνα Μπαλτζή.
-Πώς ήσουν μέχρι τότε στην προσωπική σου ζωή;
-Πολύ χαμηλών τόνων. Καμία σχέση με την «Καρλότα», που όλοι έβλεπαν. Από τα 24 μου, είχα ανοίξει ένα κομμωτήριο, σταμάτησα τα shows και άλλαξα εντελώς ζωή.
-Δεν δήλωνες κάποια περίοδο, ότι ήθελες να ξαναγίνεις άντρας;
-Στα 30 μου χρόνια, με αφορμή ένα θεατρικό έργο που ήθελα να ανεβάσω, το «ο γιος μου ήρθε από το Λονδίνο», στο οποίο μεταμφιεζόμουν σε άντρα- τότε που εξέδωσα και το πρώτο μου βιβλίο, το «Το ποτάμι γύρισε πίσω»-, πράγματι έδωσα κάποιες συνεντεύξεις στις οποίες έλεγα ότι είχα αποφασίσει να γίνω ξανά άντρας. Αυτά τα γεγονότα, όμως, συνέπεσαν με τη στιγμή της γνωριμίας μου με τον πατέρα μου, ο οποίος ζούσε για πολλά χρόνια στο Βέλγιο και μέχρι τότε δεν είχαμε καμία επαφή. Για πρώτη φορά, λοιπόν, μετά από πολλά χρόνια, έζησα μαζί με τον μπαμπά μου για έξι μήνες. Ήταν σαν να απέκτησα, ετεροχρονισμένα, ισχυρό πρότυπο. Ό,τι περιμένει να πάρει ένα αγόρι από τον πατέρα του, εγώ το πήρα στα 30 μου χρόνια.
-Τότε ήταν που θέλησες να κάνεις ξανά αλλαγή φύλου;
-Αυτό δεν γίνεται. Η αλλαγή, για αυτό το μικρό χρονικό διάστημα, ήταν μόνο εξωτερική. Ήταν μία ψευδαίσθηση. Το αγόρι που κάποτε ήμουν είχε ήδη πεθάνει σιγά σιγά, προσπαθώντας να θάψει το παρελθόν του.  Η πραγματική μου φύση είναι γυναικεία.
-Κάποιοι ψυχολόγοι λένε ότι η περίπτωση σου λέγεται «διαφυλική διαταραχή».
-Μπορεί να λέγεται και έτσι, δεν το ξέρω. Μία διαταραχή, ναι όντως υπήρξε στη ζωή μου, αλλά γι αυτό είμαι και καλλιτέχνης. Αυτή είμαι!
-Σήμερα πως προσδιορίζεις το φύλο σου;
-Είμαι γυναίκα. Μπορεί το ποτάμι να γυρίζει πίσω αλλά η πορεία- είτε ανοδική, είτε καθοδική- σε πάει εκεί όπου πλάστηκες. Εγώ πλάστηκα για να ζήσω την εξέλιξη του είδους, την μετάλλαξη, κάτι πέρα από τη φύση έτσι όπως την ξέρουμε. Ουσιαστικά, μέσα σε 30 χρόνια, έζησα 4, ίσως και παραπάνω, ζωές.
-Είχες τραυματική παιδική ηλικία;
-Καμία σχέση! Ο παππούς και η γιαγιά μου με μεγάλωσαν με πολλή αγάπη, με αρχές, κανείς ποτέ δεν με κορόιδεψε- όπως ίσως συμβαίνει με άλλους. Η πρώτη φορά που συνειδητοποίησα ότι είμαι διαφορετική ήταν όταν είδα τη μεγαλύτερή μου αδελφή γυμνή, πήγα στον καθρέφτη του δωματίου μου, γδύθηκα, και είπα «γιατί να μην είμαι κι εγώ σαν την αδελφή μου;». Άλλωστε, ποτέ δεν αισθάνθηκα ότι είμαι gay, ένιωθα πάντα γυναίκα. Απλά μπορούσα να το κρύβω πάρα πολύ καλά- ακόμη και στο στρατό όπου υπηρέτησα- και δεν έδινα δικαιώματα να πει κάτι κακό για μένα ο οποιοσδήποτε. Ποτέ δεν ήμουν «ο κουνιστός». Το αντίθετο. Κατάφερνα να περνάω πάντα στους άλλους- κυρίως μέσω της πολλής γυμναστικής που έκανα- την εικόνα του «μάτσο» αγοριού.
-Πώς δέχτηκε η γιαγιά σου την απόφασή σου να γίνεις γυναίκα;
-Κάποια στιγμή, ο παππούς και η γιαγιά, ήθελαν να μου χαρίσουν το πατρικό τους σπίτι. Αναγκαστικά, έπρεπε να τους πω το όνομά μου, το Χριστίνα Μπαλτζή. Η γιαγιά μου με αγαπούσε τόσο πολύ που θα με δεχόταν οτιδήποτε και αν ήμουν. Όπως και έκανε. Ακόμη και σαύρα να γινόμουν, εκείνη θα κοιτούσε το βλέμμα μου και θα αναγνώριζε μέσα από αυτό το παιδάκι που μεγάλωσε (συγκινείται). Στον τελευταίο καιρό της ζωής της, ζήσαμε μαζί, στη Θεσσαλονίκη.
-Η σχέση σου με τη μητέρα σου, πώς ήταν;
-Εκείνη ζούσε μόνιμα στη Γερμανία, αφότου χώρισε με τον πατέρα μου.
-Θυμάσαι την πρώτη φορά που έκανες έρωτα;
-Ναι. Στο χωριό ήταν, πολύ τρυφερά, πολύ ανεπαίσθητα. Συνέβη με κάποιο αγόρι που ήθελα πάρα πολύ. Λειτούργησα ως γυναίκα, όπως ήθελε η κοριτσίστική μου πλευρά να συμβεί. Τότε ήμουν 16 χρόνων.
-Χρειάστηκε ποτέ να κάνεις πορνεία ή ναρκωτικά;
-Μόνο εμπειρικά και σπάνια. Ποτέ μου δεν εξόκειλα από αυτό που ήθελα. Το όνειρό μου ήταν να τελειώσω το σχολείο μου, να έρθω στην Αθήνα, να σπουδάσω θέατρο, να αγαπήσω, να αγαπηθώ και να γράψω τα βιβλία μου που, χάρις σε όλους αυτούς τους αναγνώστες μου που υπεραγαπάω- κι ας μην τους γνωρίζω έναν προς έναν, κι ας μην ξέρουν την ιστορία μου- έχουν μεγάλη επιτυχία. Πιστεύω πως, με το γράψιμο, κατάφερα ό,τι πάντα επιθυμούσα.
-Πόσες φορές ερωτεύτηκες στη ζωή σου;
-Αγάπησα δυνατά για 6 χρόνια. Ήταν η τελευταία σχέση που είχα. Για όσο καιρό κράτησε, απομονώθηκα από παντού- δεν εμφανιζόμουν πουθενά, δεν έδινα συνεντεύξεις, είχα γίνει μία εργαζόμενη νοικοκυρά, όπως άλλωστε συμβαίνει με τις περισσότερες γυναίκες. Αυτός ο άντρας ήταν η μεγαλύτερη μου αγάπη. Και πιστεύω ότι δεν θα αφήσω ξανά τον εαυτό μου να αγαπήσει από δω και πέρα, γιατί είναι δύσκολο να δίνεσαι (συγκινείται). Με ερωτευόντουσαν πολλοί, αλλά εγώ δεν είχα ερωτευτεί κανέναν. Εκτός από τη γιαγιά μου, κανείς δεν με αγάπησε στη ζωή όσο αυτός ο άντρας.
-Είχε αποδεχτεί τα γεγονότα της ζωής σου;
-Στα 6 χρόνια που ζήσαμε μαζί, δεν συζητήσαμε ποτέ αυτά τα θέματα. Μπορεί να το κατάλαβε από την αρχή αλλά, από τακτ, από σεβασμό- δεν ξέρω-, δεν με ρώτησε ποτέ οτιδήποτε για το παρελθόν μου.
Δημοσίευση στο περιοδικό People, τον Αύγουστο του 2011.

11.8.11

ΜΕΝΙΟΣ ΦΟΥΡΘΙΩΤΗΣ: ΑΝΟΡΕΞΙΑ "ΦΟΒΑΜΑΙ ΟΤΙ ΘΑ ΠΕΘΑΝΩ"


Ο 26χρονος δημοσιογράφος εξομολογείται σπαρακτικά όλα όσα ζει σήμερα λόγω της νευρικής ανορεξίας, από την οποία υποφέρει τα τελευταία δύο χρόνια.
-Πως έφτασες να ζυγίζεις σήμερα 39 κιλά;
-Το πρόβλημά μου δημιουργήθηκε σταδιακά. Μέχρι τα τέλη του 2008 ζύγιζα 145 κιλά, δεν αισθανόμουνα όμως καλά με τον εαυτό μου, μου έλεγαν οι άλλοι ότι είμαι χοντρός, ότι δεν είμαι ωραίος, ένιωθα ότι δύσκολα θα με προσεγγίσει κάποιο άτομο ερωτικά λόγω της εμφάνισής μου, κάποιοι «φίλοι» με κορόιδευαν πίσω από την πλάτη μου για τα κιλά μου κι έτσι ουσιαστικά αρρώστησα αφού, επιδιώκοντας να γίνω γρήγορα αρεστός, ξεκίνησα να μην τρώω σχεδόν τίποτα. Ό,τι έτρωγα- ακόμη και ένα φρούτο- μετά πήγαινα στην τουαλέτα για να το αποβάλω, πιστεύοντας ότι με αυτό τον τρόπο θα καταφέρω να γίνω κι εγώ σαν τα μοντέλα που έβλεπα στην τηλεόραση με τα τέλεια κορμιά και τους γραμμωμένους κοιλιακούς. Έτσι, για δύο χρόνια, έκανα καθημερινά εμετό οτιδήποτε έτρωγα. Κάποια στιγμή, τέλη του 2009, ήμουνα σταθερός στα 70 κιλά. Και παρέμεινα σε αυτά, για έξι μήνες.
-Κατά τη διάρκεια των έξι αυτών μηνών, συνέχιζες να υποφέρεις από νευρική ανορεξία;
-Ναι. Ακόμη και τότε που, υποτίθεται, ήμουνα σε «φυσιολογικά» κιλά, δεν σταμάτησα να αποβάλλω το φαγητό και συνήθως το απέφευγα. Το φαγητό είχε γίνει ο εχθρός μου. Θυμάμαι πως, όσοι με έβλεπαν έπειτα από πολύ καιρό, μου έλεγαν «ουάου, μπράβο, έχασες πολλά κιλά, σου πάει», αλλά κανείς τους δεν ήξερε ότι είχα χάσει αυτά τα κιλά λόγω νευρικής ανορεξίας.
-Γιατί μισούσες το φαγητό;
-Ήθελα να διορθώσω την εικόνα μου προς τα έξω, να γίνω ωραίος. Επειδή δούλευα  μπροστά και πίσω από τις κάμερες, θεωρούσα ότι το να είμαι αρεστός ως εξωτερική παρουσία θα με ανέβαζε στην υπόληψη των υπολοίπων, θα με μάθαινε πιο εύκολα ο κόσμος που παρακολουθούσε τις εκπομπές στις οποίες εργαζόμουνα, θα με έβαζαν πιο εύκολα στην παρέα τους οι συνάδελφοί μου, θα με αγαπούσαν.
-Το βασικό σου πρόβλημα ήταν η ανάγκη σου να σε αγαπάνε;
-Ναι. Επειδή δεν πήρα όση αγάπη επιθυμούσα από τα παιδικά μου χρόνια, κυρίως από τον πατέρα μου Κοσμά- τον οποίο δεν γνώρισα ποτέ μου-, πίστευα ότι χάνοντας κιλά θα έμπαινα σε έναν συγκεκριμένο κύκλο ανθρώπων ώστε να εισπράξω αυτό που μου έλειπε από παιδί. Η αναγνωρισιμότητα, το να με ξέρει ο κόσμος, το να γίνω γνωστός και να βγαίνω ως μία συμπαθητική, λεπτή παρουσία στην τηλεόραση, έγινε η προτεραιότητά μου γιατί θεωρούσα ότι αυτό θα κάλυπτε τα κενά μου. Το αποτέλεσμα ήταν μία μεγάλη μοναξιά.
-Αυτούς τους έξι μήνες που είχες μείνει σταθερός στα 70 κιλά, ποια ήταν η σχέση σου με το φαγητό;
-Δεν είχα καμία διάθεση να φάω, συνέχιζα να πιστεύω ότι είμαι χοντρός, ότι πρέπει να χάσω κι άλλα κιλά. Θυμάμαι ότι όλη τη μέρα δεν έτρωγα τίποτα, έπαιρνα το βράδυ από κάποιο σούπερμαρκετ ένα κιλό μήλα για να φάω και, στο πρώτο μήλο που έτρωγα, μετά από δέκα λεπτά, έτρεχα στην τουαλέτα για να το κάνω εμετό. Δεν μπορούσα να κρατηθώ. Αισθανόμουνα άσχημα που είχα φάει, ένιωθα φοβερές ενοχές, φοβόμουνα μήπως ξαναπαχύνω και τιμωρούσα τον εαυτό μου με αυτό τον τρόπο. Το να χάσω κιλά μου είχε γίνει εμμονή.
-Και πως έφτασες από τα 70 κιλά, να ζυγίζεις τώρα 39;
-Η νευρική ανορεξία είχε γίνει κομμάτι της καθημερινότητάς μου. Εγώ δεν σταμάτησα ποτέ να αποβάλλω το φαγητό και, κάποια στιγμή, άρχισα και πάλι, να χάνω όλο και περισσότερα κιλά. Δεν σου κρύβω ότι χαιρόμουνα, έλεγα στον εαυτό μου «ευτυχώς δεν θα παραμείνω 70 κιλά, δεν θα είμαι ένας χοντρός»...
-Όταν κοιτούσες τον εαυτό σου στον καθρέφτη, την περίοδο που ήσουνα 70 κιλά, τι έβλεπες;
-Έβλεπα έναν άνθρωπο που πρέπει να αδυνατίσει, που πρέπει να γίνει ωραίος, πιο αδύνατος, πιο όμορφος, να παίρνει τα ωραία ρούχα που βλέπει στις βιτρίνες και που είναι πάντα για ανθρώπους με συγκεκριμένα κιλά. Ένιωθα ότι μου περισσεύουν κιλά και πρέπει να τα χάσω.
-Σήμερα τι βλέπεις;
-Με τη βοήθεια κάποιων γιατρών, γνωρίζω ότι δεν πρέπει να χάσω άλλα κιλά και θα το προσπαθήσω. Ωστόσο, ακόμη δεν μπορώ να πάρω τροφή, παίρνω μόνο κάποιες βιταμίνες. Ακόμη και όταν με πιέζουν οι γιατροί να τρώω, μετά πηγαίνω στην τουαλέτα για να αποβάλω το φαγητό (κλαίει). Ας μην κρυβόμαστε. Ξέρω ότι, από τη στιγμή που μπήκα σε αυτό το τριπάκι, θα μου είναι εξαιρετικά δύσκολο να βγω. Φοβάμαι ότι θα πεθάνω κάποια στιγμή.
-Τι σε κάνει να το πιστεύεις αυτό;
-Δεν μπορώ να σταθώ στα πόδια μου! Είμαι όλη τη μέρα στο κρεβάτι, χάνω τα μαλλιά μου, αισθάνομαι τρομερή αδυναμία, κοιμάμαι μόνο 3-4 ώρες και, ακόμη και αυτές τις ελάχιστες ώρες που με παίρνει ο ύπνος, βλέπω συνέχεια εφιάλτες. Νομίζω ότι δεν υπάρχει καμία σωτηρία πια για μένα.
-Πως είναι τώρα η καθημερινότητά σου;
-Εδώ και δύο μήνες, από τότε που σταμάτησα την εκπομπή μου στο Kontra λόγω μίας λιποθυμίας που είχα υποστεί στο πλατό, βρίσκομαι συνέχεια στο σπίτι μου στην Εκάλη. Δεν βγαίνω καθόλου απ αυτό. Στο σπίτι μου μπαίνουν μόνο κάποιοι γιατροί.
-Η μητέρα σου, η Κατερίνα;
-Όχι. Δεν θέλω να με δει σε αυτή την κατάσταση, μέσα στο σπίτι. Προτιμώ να μιλάμε στο τηλέφωνο και να την καθησυχάζω ότι «όλα είναι καλά».
-Πιστεύεις, ακόμη και τώρα, στα 39 σου κιλά, ότι είσαι χοντρός;
-Δεν είμαι τέλειος. Ξέρω όμως ότι, αν δεν σταματήσω έγκαιρα αυτό που κάνω, θα μου δημιουργηθεί σοβαρό πρόβλημα. Προσπαθώ. Η ψυχολογία μου πια είναι πάρα πολύ άσχημη, σκέφτομαι διάφορα και συνειδητοποιώ άλλα τόσα.
-Δηλαδή;
-Σκέφτομαι πόσο πολύ έχω μετανιώσει για όσα έχω κάνει στα επαγγελματικά μου, για όλα αυτά τα καραγκιοζιλίκια. Σιχαίνομαι τον εαυτό μου! Ντρέπομαι! Μπορεί, όλα αυτά, να μου έφεραν πολύ καλά λεφτά, αλλά ξέρω ότι καταστράφηκε πια, μια για πάντα, η επαγγελματική μου υπόσταση. Πιστεύω ότι για μένα έχουν κλείσει όλες οι πόρτες. Προτού κλειστώ στο σπίτι, ο κόσμος με κοιτούσε περίεργα στο δρόμο, μου έκανε άσχημους χαρακτηρισμούς, κουβαλάω ακόμη την ταμπέλα του «μάνατζερ της πορνοστάρ», με έλεγαν «ο Μένιος της πορνοστάρ», πολλά τέτοια. Εκπροσώπησα ένα πρόσωπο που ακολούθησε τη λογική του πορνό, για το οποίο η Ελλάδα δεν είναι έτοιμη να το αποδεχτεί. Έκανα λάθος. Στην αρχή γελούσα με όλα αυτά, αλλά μετά στεναχωριόμουνα πάρα πολύ. Εγώ ήμουνα ένας δημοσιογράφος που εργαζόταν μαζί με την Τατιάνα Στεφανίδου, για πέντε χρόνια στον ΑΝΤ1- στις εκπομπές «Αξίζει να το δεις» και «Αποκάλυψη τώρα»-, άλλα δύο χρόνια ως υπεύθυνος καλεσμένων της εκπομπής «Τελεία και παύλα» με την Ντέσσυ Κουβελογιάννη και, μέσα σε έξι μήνες, τα κατέστρεψα όλα, διέλυσα ό,τι είχα χτίσει. Αυτό πιστεύω θα με συνοδεύει για μια ζωή. Για όσο θα καταφέρω ακόμη να ζω (συγκινείται).
-Ενσυνείδητα δεν τα έκανες όλα αυτά την Άνοιξη όταν, μαζί με την Αλεξανδράτου, ήσασταν τα πιο προβεβλημένα πρόσωπα της ελληνικής τηλεόρασης;
-Κανείς δεν με πίεσε. Ήταν όμως το μεγαλύτερο λάθος της ζωής μου! Σήμερα, εξαιτίας όλων αυτών, βιώνω μία τρομερή κατάθλιψη, μία φοβερή μοναξιά, δεν έχω διάθεση για το οτιδήποτε, δεν θέλω να βλέπω κανέναν, με πιάνουν ξαφνικά τα κλάματα, χτυπιέμαι, δεν ξέρω τι να κάνω, έχω φτάσει σε αδιέξοδο. 
-Είχες υπέρμετρη φιλοδοξία για να γίνεις γνωστός;
-Ήταν και αυτό. Κυρίως όμως, ήθελα να εισπράξω αγάπη από τον κόσμο, να με αναγνωρίζει στο δρόμο, να μου μιλάει, να δείχνει το ενδιαφέρον του σε μένα, να γίνω «κάτι». Σήμερα όμως, επειδή έκανα αυτό που έκανα, πολλοί άνθρωποι, όταν τους πήρα για να τους ζητήσω το οτιδήποτε, ακόμη και να πάω απλά να τους επισκεφθώ, ντρεπόντουσαν για μένα, μου έκλεισαν την πόρτα. Και αυτή την εικόνα που έχουν τώρα για μένα, δεν πρόκειται να την αλλάξουν.
-Σήμερα μιλάτε με την Αλεξανδράτου;
-Καμία επαφή.
-Έχεις φίλους;
-Όχι. Είμαι χάλια ψυχολογικά, δεν θέλω να βλέπω κανέναν αυτή την περίοδο. Σκέψου ότι, όταν ήρθατε για τη φωτογράφησή μας- κάτι που έκανα για να γίνει αυτό παράδειγμα προς αποφυγήν στα νέα παιδιά-, είχε να μπει στο σπίτι μου άνθρωπος, εκτός των γιατρών, ήδη δύο μήνες. Δεν θέλω να βλέπω κανέναν! Είμαι 24 ώρες μέσα στο σπίτι. Δεν ανοίγω σε κανέναν την πόρτα μου. Εξάλλου, για να είμαστε ειλικρινείς, ποτέ δεν είχα φίλους. Ακόμη και στο διάστημα της μεγάλης προβολής και υπερέκθεσης, οι άνθρωποι που βρίσκονταν κοντά μου το έκαναν για να προβληθούν, για να κάνουν κάποια δουλειά ή για να αποκομίσουν χρήματα από τη συνεργασία της ομάδας. 
-Ήσουνα πιο ευτυχισμένος, όταν ήσουνα 149 κιλά;
-(συγκινείται). Ναι, ήμουνα πιο ευτυχισμένος (κλαίει). Δούλευα σαν το σκυλί έξι μέρες την εβδομάδα στον ΑΝΤ1, την Κυριακή πήγαινα βόλτες με συναδέλφους μου ή για φαγητό σε κάποια ταβέρνα στου Ψυρρή, το βράδυ πήγαινα επίσκεψη στη μαμά μου, πληρωνόμουνα με κανονικά χρήματα, είχα φίλους, ζούσα μία φυσιολογική ζωή. Τότε δεν ντρεπόμουνα για μένα. Μακάρι να μπορούσα να γυρίσω το χρόνο πίσω. Μακάρι…Ακόμη και με καθόλου λεφτά, ακόμη κι αν ήμουνα 200 κιλά. Πιστεύω ότι ο εφιάλτης μου, δεν θα τελειώσει ποτέ. Ειλικρινά, δεν ξέρω τι να κάνω.
-Γιατί δεν νοσηλεύεσαι σε κάποια κλινική;
-Δεν θέλω ακόμη. Προς το παρόν, θέλω να το παλέψω μόνος μου.
-Πιστεύεις στο Θεό;
-Πολύ! Αυτές τις μέρες ήρθα πολύ κοντά Του. Μετάνιωσα για πολλά, Του ζήτησα συγνώμη. Συγνώμη επίσης θέλω να ζητήσω από όλους εκείνους τους ανθρώπους που κακοχαρακτήριζα για έξι μήνες στα πλαίσια του «παιχνιδιού δημοσιότητας» που είχα με την συγκεκριμένη κυρία. Όλα ήταν λόγια, τίποτα παραπάνω. Υπήρχαν άνθρωποι που με είχαν τιμήσει στο παρελθόν δίνοντάς μου αποκλειστικές συνεντεύξεις, βοηθώντας με στη δουλειά μου, κι εγώ τους απάντησα με πολύ άσχημους χαρακτηρισμούς. Παρασύρθηκα. Είχα γίνει ένα κωλόπαιδο! (κλαίει).
-Υπάρχουν σήμερα άνθρωποι στη ζωή σου που αγαπάς;
-Δεν ξέρω τι σημαίνει αγάπη. 
Δημοσίευση στο περιοδικό People, τον Δεκέμβριο του 2010.

ΑΛΙΣΟΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΤΟΥ: "ΓΙΑ 2 ΜΗΝΕΣ ΗΜΑΣΤΑΝ ΣΑΝ ΠΕΘΑΜΕΝΟΙ ΣΤΟ ΚΡΕΒΒΑΤΙ"


Πέντε μήνες μετά την κυκλοφορία του ροζ  dvd της Τζούλιας Αλεξανδράτου, η μητέρα της, Άλισον, 52, μιλάει στο people για τη ζωή της και για όλα όσα συνέβησαν τον τελευταίο καιρό.
Στην Χώρα της Ίου, την ξέρουν όλοι. Τελευταία, αποφεύγει να κυκλοφορεί πολύ μαζί με τον σύζυγο της Ζήσιμο, 55, επειδή, όπως λέει στο people «ο κόσμος θα αρχίσει να μας μιλάει πάλι για το dvd και δεν θέλω». Γύρω στο μεσημέρι, τη στιγμή που πίνει τον καφέ της, ένα καπουτσίνο σκέτο, στο μπαράκι του ξενοδοχείου Coralli, στο λιμάνι του νησιού, της τηλεφωνεί η Τζούλια, 24. Ενθουσιάζεται. Σηκώνεται από την καρέκλα της, απομακρύνεται και της μιλάει. Πλησιάζει μετά από δέκα λεπτά χαρούμενη. «Μάλλον θα πάμε στη Σαντορίνη τις επόμενες μέρες να δούμε την κόρη μας. Την άκουσα πολύ καλά, την επιθύμησα γιατί τη λατρεύω, μου λείπει», λέει.
-Είναι αλήθεια ότι κατάγεστε από πλούσια οικογένεια της Αγγλίας;
-Όχι, αν και οικονομικά ήμασταν πιο πάνω από τον μέσο όρο. Ο πατέρας μου είχε σπουδάσει οικονομικά στην Οξφόρδη και εργαζόταν ως διευθυντής σε πολύ γνωστή εταιρεία μπίρας. Ο μπαμπάς μου ζει ακόμη, η μητέρα μου, που ήταν φυσιοθεραπεύτρια,  πέθανε όταν εγώ ήμουνα 24 ετών, έξι εβδομάδες πριν το γάμο μου στην Αγγλία. 
-Πηγαίνατε σε ιδιωτικό ή δημόσιο σχολείο;
-Σε ιδιωτικό. Ήμασταν εσωτερικές μαζί με την μεγαλύτερη, κατά δυόμιση χρόνια αδελφή μου, ασχολούμασταν με τον αθλητισμό- με τένις, με χόκει-, διαβάζαμε πάρα πολλές ώρες και είχαμε πολύ μεγάλη πειθαρχία. Ήταν όλα πολύ ωραία και δεν  μου έλειπε κάτι από την παιδική μου ηλικία. Στην οικογένεια υπήρχε αγάπη, σεβασμός, πηγαίναμε διακοπές σε προάστια της Αγγλίας, ζούσαμε ωραία.
-Τι θέλατε να γίνετε όταν ήσασταν μικρή;
-Ήθελα να γίνω χορεύτρια, αλλά δεν γινότανε. Ο πατέρας μου επέμενε να σπουδάσω, να βρω μία καλή δουλειά από την οποία να ζω γιατί πίστευε ότι από το μπαλέτο δεν θα μπορούσα να επιβιώσω οικονομικά. Έτσι άφησα γρήγορα το όνειρό
-Και ξεκινήσατε να ασχολείστε με το μόντελιγκ;
-Αυτό το έκανα για το χαρτζιλίκι μου, όταν τελείωσα το σχολείο. Δεν έκανα πασαρέλα, έκανα μόνο φωτογραφήσεις επειδή, όπως μου έλεγαν, είχα φωτογένεια. Εγώ, για να καταλάβεις, καταλάβαινα από μικρή ηλικία ότι ήμουνα ωραία, αλλά ποτέ δεν καβάλησα το καλάμι.
-Πότε ήρθατε για πρώτη φορά στην Ελλάδα;
-Όταν ήμουν 20 χρόνων, είχα έρθει εδώ για διακοπές. Δούλευα στο μεταξύ σε μία μεγάλη εταιρεία ως γραμματέας και είχα αποφασίσει ότι θα έρθω στην Ελλάδα για να ξεκουραστώ λίγο και μετά να επιστρέψω. Ήμασταν με μία φίλη μου στην Αγγλία, λέγαμε «που θα πάμε διακοπές;» και αποφασίσαμε να έρθουμε στην Ελλάδα. Κάποια παιδιά από την παρέα της βρίσκονταν στην Ίο, ήρθαμε στο νησί το 1978 και τότε γνώρισα και τον άντρα μου.
-Μέχρι τότε είχατε κάνει άλλη σχέση;
-Ναι, ήμουνα με ένα αγόρι όταν ήμουνα 17 χρόνων. Είχαμε γνωριστεί στο σχολείο αλλά, λίγο πριν έρθω στην Ελλάδα, χωρίσαμε.
-Και γιατί αποφασίσατε να μείνετε τελικά στην Ελλάδα;
-Γιατί γνωρισα τον Ζήσιμο. Όταν ήρθα στην Ίο, είχα σκοπό να μείνω όλο το καλοκαίρι συνδυάζοντας διακοπες και δουλειά. Και αυτό έγινε. Ένα βράδυ βγήκαμε σε κάποιο κλαμπ του νησιού, το «Μαρίνα», κάποια στιγμή ηρθε ο Ζησιμος, μας γνώρισε η κοινή μας φίλη που ήξερε ήδη και εκείνον και μετά από λίγο καιρό  ξεκίνησε η σχέση μας. Βέβαια, είχαμε να αντιμετωπίσουμε διάφορες δυσκολίες.
-Τι είδους δυσκολίες;
-Ο Ζήσιμος, εκείνη την εποχή, σπούδαζε πολιτικός μηχανικός στη Βιεννη και θα έπρεπε να διαλέξω: Ή θα πήγαινα μαζί του,  ή θα χωρίζαμε. Τελικά, αποφάσισα να πάω στη Βιέννη. Ήμουνα τυχερή γιατί εκει υπηρχε το κτιριο των Ηνωμένων Εθνών, ήθελαν γραμματείς που να ξέρουν πολύ καλά αγγλικά, εμαθα γερμανικα στο Ινστιτούτο Γκαιτε και με πήραν στη δουλειά.  
-Τελικά, πότε παντρευτήκατε με τον Ζήσιμο;
-Το 1982 στο Λονδίνο. Επειδή όμως τότε ο νόμος στην Ελλάδα δεν αναγνώριζε τους γάμους στο εξωτερικό, όταν ήρθαμε, μετά στην Ίο τον Ιουλίο, παντρευτήκαμε ξανά με θρησκευτικό ορθόδοξο γάμο στο εξωκλήσι του Αγίου Νικολαου, στην παραλία Κουμπάρα του νησιού.
-Οι γονείς σας ήταν σύμφωνοι με αυτό το γάμο;
-Η μητέρα μου είχε πεθάνει 6 εβδομάδες πριν από το γάμο. Αυτό ήταν μεγάλη απώλεια για μένα, αλλά είπαμε ότι θα συνεχίζαμε τις διαδικασίες του γάμου. Ο πατέρας μου, όταν γύρισα και του είπα ότι γνώρισα στην Ίο έναν άντρα και νομίζω ότι είναι ο άντρας της ζωής μου, γέλασε και μου είπε «ωραία, πήγες σε διακοπές, τώρα πρέπει να σοβαρευτείς». Όταν είδε όμως ότι επέμενα, είχαν κάποιες ανησυχίες επειδή ήμουνα μικρή, αλλά συμφώνησαν τελικά να κάνω αυτό που ήθελε η καρδιά μου.
-Που ζήσατε όταν παντρευτήκατε;
-Στη Βιεννη, μεχρι να τελειωσει τις σπουδες του ο αντρας μου και, στο τελος του 1982  γέννησα την Άρτεμις. Όσο ήμουνα έγκυος την πρώτη μου κόρη, επειδή θα εμενα στην Ελλαδα, είχα πάρει ένα σύστημα εκμάθησης ελληνικών και μάθαινα τη γλώσσα για να μπορώ να επικοινωνώ. Όταν ήρθαμε στην Γλυφαδα, για κάποιο διάστημα, για μερικά επιπλέον έσοδα, έκανα μαθήματα αγγλικών σε παιδάκια, ενώ ο Ζήσιμος δούλευε αρχικά σε μία εταιρεία λιμενικών έργων και κατόπιν προσλήφθηκε από μια μεγάλη τράπεζα, στη τεχνική της υπηρεσία, σαν πολιτικός μηχανικός. Πολύ αργότερα, το 1994, εργαζόμουνα ως αεροσυνοδός σε ιδιωτική εταιρεία τσάρτερ.
-Η Τζούλια, πότε γεννήθηκε;
-Τρία χρόνια μετά την Αρτεμις, το 1985. Ζούσαμε όλοι μαζί στη Γλυφάδα και τα καλοκαίρια μας τα περνούσαμε στην Ίο, ενώ πηγαίναμε και λίγες εβδομάδες ταξίδι στους  συγγενείς μου στο Λονδίνο. Την Ελλάδα την αισθάνθηκα από την αρχή σαν το σπίτι μου και ήθελα να μένω εδω.
-Δεν ήταν δύσκολη η προσαρμογή σας εδώ;
-Στην αρχή προσπάθησα να κάνω όλα όσα μου έμαθαν οι γονείς μου, αλλά μετά κατάλαβα ότι η νοοτροπία εδώ είναι πολύ διαφορετική. Δεν μπορείς για παράδειγμα στην Αγγλία να ξενυχτάς τις καθημερινές και να κοιμάσαι μετά τις 12 το βράδυ, ενώ εδώ αυτό ήταν κανόνας. Αυτό μου άρεσε. Έπρεπε να αλλάξω την αυστηρή μου νοοτροπία, την απόλυτη πειθαρχία μου σε όλα, και το έκανα.
-Έτσι ήσασταν και με τις κόρες σας;
-΄Ημουνα αυστηρή μαζί τους, δεν ήθελα να κάνουν ό,τι θέλουν. Αλλά, ειδικά η Τζούλια, ήταν ένα πολύ ήσυχο και ευτυχισμένο παιδί, δεν με δυσκόλεψε ποτέ στην ανατροφή της. Ήταν πολύ φρόνιμη και χαμογελαστή και δεν μου δημιούργησε ποτέ πρόβλημα. Ερχόμασταν κάθε Καλοκαίρι διακοπές εδώ στην Ίο και ήταν όλη μέρα με το ποδήλατό της στη θάλασσα, έπαιζε, είχε τις φίλες της, περνούσε ωραία.
-Γιατί άρχισε όμως να ασχολείται τόσο μικρή με το μόντελιγκ; Ήταν κάτι που θέλατε εσείς;
-Εκείνη την περίοδο  εγώ ήμουνα ήδη στο models one, και σε κάποια δουλειά μου ζήτησαν να φέρω και τη Τζούλια. Έτσι ξεκίνησε.
-Έκανε συχνά διαφημίσεις;
-Όχι. Εγώ ήθελα να αφοσιωθεί με το σχολείο της, δεν ήθελα να γίνει μοντέλο. Αλλά πάντα έλεγα «ό,τι θέλει εκείνη, θα το κάνει». Εμείς την στέλναμε μαζί με την αδελφή της σε φροντιστήρια αγγλικών, σε μουσικές σπουδές φωνητικής και αρμονίου, σε μαθήματα μπαλέτου, σε τένις. Ήταν πολύ καλή σε όλα. Δεν της στερήσαμε τίποτα.
-Της το λέγατε ότι είναι όμορφη;
-Ποτέ δεν είχαμε πει στην Τζούλια «είσαι πολύ όμορφη σήμερα!». Όταν την είδα κάποτε να κοιτιέται στον καθρέφτη πολλές φορές την ημέρα, θύμωσα, της είχα πει «Τζούλια, τι είναι αυτά που κάνεις; Άσε τον καθρέφτη! Είσαι όμορφη, αλλά μέχρι εκεί». Δυστυχώς, η ομορφιά της Τζούλιας την παρέσυρε. Όλοι όσοι την κοιτούσαν, επειδή ήταν ξανθιά με γαλανά μάτια, της έλεγαν πολύ ωραία λόγια. Πήγαινε στις καφετέριες και της έλεγαν συνέχεια πόσο όμορφη είναι.
-Κάποιοι είπαν ότι θέλατε να εκμεταλλευτείτε την Τζούλια οικονομικά, από παιδί.
-Αυτά είναι βλακείες. Είναι δυνατόν; Αν βάλουμε κάτω τα λεφτά που έχουμε ξοδέψει για τα παιδιά μας σε όλα όσα προανέφερα, αλλά και τις σπουδές που έκανε στο ΤΕΕ-ΙΕΚ ΑΚΜΗ για διοίκηση επιχειρήσεων, θα καταλάβει κανείς ότι τίποτα από αυτά δεν ισχύει. Δεν εκμεταλλευτήκαμε ποτέ οικονομικά την Τζούλια. Είναι αστείο!
-Τα λεφτά που έβγαζε όταν ήταν παιδί, ποιος τα χειριζόταν;
-Ό,τι λεφτά έβγαζε από το μόντελιγκ- και μην φανταστείτε ότι ήταν πολλά, ένα παιδί ήταν-, πηγαίναμε μαζί και παίρναμε ρούχα, παιχνίδια, ό,τι ήθελε. Ένα χαρτζιλίκι ήταν. Αν δείτε, μέσα στο παιδικό δωμάτιό της Τζούλιας έχει 100 barbies, παίρναμε τα χρήματα από αυτά που έκανε στο μόντελιγκ και πηγαίναμε στο Jumbo για να της πάρουμε παιχνίδια. Κάθε Σάββατο ήμασταν στα πολυκατάστήματα, για να τους πάρουμε ό,τι ήθελαν. Εγώ την πηγαινοέφερνα, μαζί με την Άρτεμις, στα φροντιστήρια, στα μαθήματα, όλα όσα είχαν να κάνουν μετά το σχολείο. Στο κολυμβητήριο, στα αγγλικά, στα ωδεία, εγώ τις πήγαινα παντού με το αυτοκίνητο. Τους δώσαμε τα πάντα!
-Όταν η Τζούλια άρχισε να ασχολείται επαγγελματικά πια με το μόντελιγκ, εσείς ήσασταν σύμφωνη;
-Όταν ήταν 16 ανακηρύχτηκε Μις Γιανγκ και, όταν πια έφτασε 20 χρόνων, της είπα «Τζούλια πρέπει να αποφασίσεις τώρα τι θέλεις να κάνεις με τη ζωή σου». Για δύο χρόνια σπούδασε διοίκηση επιχειρήσεων, το μόντελιγκ μέχρι τότε το έκανε σαν χόμπι- σαν επιπλέον εισόδημα, αλλά δεν είχε αποφασίσει ακόμη τι ήθελε να κάνει με τη ζωή της. Της είπα «θα πρέπει να αποφασίσεις: ή θα ασχοληθείς σοβαρά με το μόντελιγκ ή θα γίνεις επαγγελματίας στη διοίκηση επιχειρήσεων. Εκείνη αποφάσισε και μας ανακοίνωσε ότι θέλει να πάει στα καλλιστεία και εμείς της είπαμε να κάνει ό,τι επιθυμεί. Ήταν πολύ όμορφη η Τζούλια. Γιατί να μην το έκανε; Είναι κακό να πάρεις μέρος σε καλλιστεία και να γίνεις μοντέλο; Όλα αυτά τα πράγματα είναι εμπειρίες ζωής.
-Πιστεύετε ότι δώσατε στην Τζούλια όση αγάπη θα ήθελε;
-Μόνο αγάπη της δώσαμε. Και παραπάνω από το κανονικό. Μπορεί μάλιστα και να την κακομάθαμε γιατί, επειδή ήταν ένα πολύ καλό και ήσυχο παιδάκι που κοίταγε τους ξένους που της μιλούσαν και έσκυβε το κεφάλι από ντροπή, της κάναμε όλα τα χατίρια. Δεν θυμάμαι να έχω πει πολύ συχνά «όχι» στην Τζούλια. Το πιο εύκολο ήταν να δώσεις αγάπη στην Τζούλια. Μία φορά κινδύνευσε να σκοτωθεί ο πατέρας της από μία ντουλάπα που έπεσε από τη θέση της και η Τζούλια έκλαιγε όλη μέρα, είχε πάθει σοκ.
-Είχε φίλους;
-Όχι πολλούς, δύο τρεις φίλες μόνο. Κάποια στιγμή, στα 16 της, έκανε και την πρώτη της σχέση η οποία κράτησε 4 χρόνια, και τότε αφοσιώθηκε σε εκείνο το αγόρι, είχε κλειστεί στον εαυτό της. Θυμάμαι ότι συγκεντρωνόμασταν όλοι μαζί στο τζάκι και η Τζούλια προτιμούσε να είναι κλεισμένη στο δωμάτιό της, δεν εξωτερίκευε τα συναισθήματά της.
-Χτυπήσατε ποτέ την Τζούλια;
-Ποτέ! Το ξύλο δεν φέρνει αποτελέσματα.
-Δεν ήσασταν ποτέ αυστηρή μαζί της;
-Εγώ, σαν αγγλίδα, ήθελα να είμαι πιο αυστηρή από τον πατέρα της, ήθελα να έχει πειθαρχία, να ξέρει πότε θα καθίσει να διαβάσει, τι ώρα θα γυρίσει από το παιχνίδι, που πρέπει να κάνει βόλτα. Αλλά, ήταν τόσο καλό και ήσυχο παιδί που, στο τέλος, έκανε ό,τι εκείνη ήθελε.
-Η ίδια είπε στην Τατιάνα ότι την υποτιμούσατε.
-Μόνο αυτό δεν της έκανε ο μπαμπάς της. Μόνο αγάπη της δίναμε. Αλλά, αυτό δεν το έλαβα σοβαρά, επειδή ήξερα ότι είναι ψέμα, μπορεί να λέχθηκε για λόγους υπεράσπισης με τα δικαστήρια που εκκρεμούσαν. Το ξέρει και η ίδια ότι αυτό δεν ισχύει.
-Αφού ήταν τόσο καλό παιδί και ήσασταν τόσο πολύ δεμένη μαζί της, γιατί απομακρύνθηκε από σας πριν από ένα χρόνο; Γιατί έφτασε να σας κάνει ακόμη και μήνυση;
-Μας το εξήγησε μετά. Είχε την πρόθεση, από το καλοκαίρι του 2009, να κάνει αυτή την ταινία. Ένιωθε ντροπή, αισθανόταν ενοχές, δεν ήξερε πώς να μας το πει και, από μόνη της- λόγω και κάποιας σχέσης που είχε εκείνο το διάστημα- απομακρύνθηκε. Εμείς ανησυχήσαμε. Από θυμό έγιναν όλα αυτά, από παρεξήγηση. Η Τζούλια μας αγαπάει και εμείς την αγαπάμε. Είμαστε μια χαρά τώρα.
-Ποια είναι η σχέση σας με τα χρήματα;
-Εμείς θέλουμε μόνο να επιβιώνουμε. Αν αγαπούσα τόσο πολύ τα λεφτά, όπως μας κατηγορούν, θα παντρευόμουν εγώ προσωπικά έναν πλούσιο και θα έλυνα το οικονομικό μου θέμα. Εμένα αυτό δεν με ενδιέφερε, εγώ ήθελα να παντρευτώ από έρωτα και να δημιουργήσω μία οικογένεια γεμάτη αγάπη.
-Παρόλα αυτά η Τζούλια, έχει δηλώσει σε συνέντευξη της ότι «αν χάσω 50 ευρώ, θα τρελαθώ».
-Η Τζούλια είχε το χαρτζιλίκι της, όπως όλα τα παιδιά, για να πάρει τις καραμέλες της, να αγοράσει τα περιοδικά της, να πάει σινεμά. Δεν είχε ποτέ μανία τότε με τα λεφτά. Αυτό που είπε τώρα, εγώ δεν το καταλαβαίνω. Νομίζω αυτό είναι στον άνθρωπο.
–Πως το μάθατε ότι η κόρη σας γύρισε ροζ  dvd, το οποίο κυκλοφόρησε στις 3 Μαρτίου 2010;
-Είχα πάει από το πρωί στο mini market της γειτονιάς μας, είδα ένα dvd, δεν μου πέρασε από το μυαλό κάτι κακό, γύρισα στο σπίτι, άνοιξα την τηλεόραση και είδα όλα τα κανάλια να μιλάνε «για το ροζ  dvd της Τζούλιας». Μου κόπηκαν τα πόδια και πήρα τον Ζήσιμο για να του τα πω όλα αυτά. Με πήρε και η Άρτεμις τηλέφωνο, μου είπε «τι θα κάνουμε τώρα;». Τι να έλεγα; Είχα τρελαθεί! Δεν μπορούσα να κοιμηθώ για νύχτες, ήμουνα με χάπια. Ήθελα να πηδήξω από το μπαλκόνι και να σκοτωθώ! Όταν όμως βγήκε μετά η Τζούλια και είπε ότι «είναι προσωπικές μου στιγμές», πιστέψαμε προς στιγμή ότι είχε εξαπατηθεί. Εκεί ηρεμήσαμε λίγο.
-Μετά βέβαια βγήκε η Τζούλια στην Τατιάνα Στεφανίδου και είπε ότι το dvd το έκανε με την θέλησή της.
-Εκεί ήταν που πεθάναμε τελείως. Το μόνο που έλεγα συνέχεια ήταν «εμείς της δώσαμε όλη την αγάπη, την φροντίδα μας, ό,τι είχαμε και δεν είχαμε και αυτή πήγε και έκανε ένα ροζ dvd; Γιατί, παιδί μου;». Γίναμε δημόσιο θέαμα, καταστραφήκαμε τελείως. Για 2 μήνες  ήμασταν σαν πεθαμένοι στο κρεβάτι, δεν βγαίναμε από το σπίτι, για να παίρνουμε φαγητά από το σούπερμαρκετ έστελνα φαξ και μας τα έφερναν οι υπάλληλοι απέξω, οι δημοσιογράφοι ήταν όλη μέρα στο δρόμο μπροστά από την πόρτα της πολυκατοικίας. Όλη μέρα ήμασταν με χάπια. Λέγαμε «η ζωή μας τελείωσε, τι θα κάνουμε τώρα;». Δεν μπορούσαμε να κοιτάξουμε την κοινωνία και τους φίλους μας. Ζήσαμε μία κόλαση. Σκεφτόμασταν «τώρα τι έχει γίνει η κόρη μας; Μία πορνοστάρ;». Η κόρη μου δεν είναι πορνοστάρ!
-Είχατε σκεφτεί τότε να φύγετε από την Ελλάδα;
-Όχι. Εγώ πιστεύω ότι, όταν έχεις ένα πρόβλημα, πρέπει να είσαι εκεί για να το αντιμετωπίσεις. Εγώ ήθελα να αντιμετωπίσω το πρόβλημα εκεί, επιτόπου, όχι να σηκωθώ και να φύγω.
-Δεν πήρατε την Τζούλια για να της μιλήσετε;
-Είχε αλλάξει κινητό και δεν την βρίσκαμε. Μετά, ξαναβρεθήκαμε στο ατύχημα που είχε με το πόδι της και από τότε είμαστε μια χαρά. Όταν με είδε στο νοσοκομείο νομίζω ότι ανακουφίστηκε. Μου ζήτησε συγνώμη, της είπα εγώ «τελείωσε, μην το ξανακάνεις». Εγώ της είπα «μήπως θέλεις να φύγεις από όλα αυτά τα καλλιτεχνικά;», μου απάντησε «όχι, μου αρέσουν πολύ όλα αυτά» και δεν είπα τίποτ άλλο. Εγώ την βλέπω ευτυχισμένη.
-Δεν υπάρχει κάτι που να σας ενοχλεί από όσα κάνει τώρα;
-Με ενοχλούν λίγο τα γυμνά εξώφυλλα. Θεωρώ ότι είναι καταπληκτικό μοντέλο, αλλά δεν χρειάζονταν τόσα πολλά γυμνά, δεν μου αρέσει όταν δείχνει το στήθος της.
-Γιατί πιστεύετε ότι άλλαξε τόσο πολύ από την παιδική της ηλικία;
-Αυτό δεν το ξέρω, οι άνθρωποι αλλάζουν. Άλλο να είσαι 16 χρόνων και άλλο 24.
-Ανησυχήσατε όταν κάποιοι μίλησαν για βίζιτες, για ναρκωτικά;
-Ανησύχησα πάρα πολύ, μάνα είμαι. Τη ρώτησα για όλα αυτά, αλλά η ίδια μου ορκίστηκε ότι όλα αυτά είναι ψέματα. Είναι 24 χρόνων, είναι ενήλικη. Ποτέ δεν μου είπε ψέματα η Τζούλια. Τώρα όμως έχουμε καθημερινή επαφή, μιλάμε συνέχεια στο τηλέφωνο και δεν ανησυχώ.  
Δημοσίευση στο περιοδικό People, τον Αύγουστο του 2010.

9.8.11

ΘΕΟΔΩΡΑ ΣΟΥΦΧΑΡΑ: "ΠΩΣ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑ ΝΑ ΣΚΟΤΩΣΩ ΤΟ ΓΙΟ ΜΟΥ;"


Η γυναίκα που κατηγορήθηκε ως «σύγχρονη Μήδεια», ότι «δηλητηρίασε τον 9χρονο γιο της» και «κακοποιούσε σεξουαλικά τα δύο της παιδιά», απαλλαγμένη σήμερα από όλες τις κατηγορίες, δηλώνει ότι θα ήθελε να δουλέψει ξανά σαν babysitter.
Το σπίτι της 57χρονης Θεοδώρας, στην Άνω Ηλιούπολη Θεσσαλονίκης, είναι πολύ μικρό (κάτι λιγότερο από 40 τετραγωνικά), με δύο δωμάτια, μια μικρή κουζίνα, ένα χολ γεμάτο μικρές και μεγάλες φωτογραφίες των δύο της παιδιών, του Νικολάκη και της Ιωάννας, κάποια βιβλία στο πάτωμα, εικόνες αγίων και ένα καντήλι αναμμένο μπροστά από την εικόνα του αγίου Νικολάου, «αυτού που φυλάει το πεθαμένο μου παιδί, που με κοιτάει από ψηλά» λέει και ανοίγει το ψυγείο της για να με κεράσει γλυκό του κουταλιού και χυμό πορτοκάλι. «Είναι μια γυναίκα που έχει περάσει πολλά. Σήμερα είναι πάμφτωχη, ζει με μια αναπηρική σύνταξη, ενώ τη βοηθάει και η εκκλησία με τα συσσίτιά της για απόρους» λέει στο people, στην είσοδο του στενού δρόμου που οδηγεί στο σπίτι της, η γειτόνισσά της, η 50χρονη Ολυμπία – «ο φύλακας άγγελός μου», όπως θα μου εξηγήσει αργότερα η Θεοδώρα.
Μέσα στο σπίτι ησυχία. Με το βλέμμα χαμένο στο κενό, η Θεοδώρα λέει πως «όλα ήταν μια σκευωρία», για να συμπληρώσει με παράπονο: «Είμαι μια ταλαίπωρη γυναίκα, κι εύχομαι την κατάρα που κουβαλάω να μην τη ζήσει ποτέ άνθρωπος στον κόσμο». Σε αυτό το σημείο την παίρνουν τα κλάματα. Κλαίει με λυγμούς. Παίρνει ένα χαρτομάντιλο για να σκουπίσει τα μάτια και τη μύτη της, πηγαίνει στο δωμάτιό της για να βρει παλιές φωτογραφίες με τα παιδιά της και επιστρέφει λέγοντας: «Μου κατέστρεψαν τη ζωή! Εγώ δεν έχω πια ζωή να ζήσω. Βρήκαν το εύκολο θύμα, μια αφελή γυναίκα, όπως ήμουν εγώ, και φόρτωσαν πάνω μου όλες τις βρομιές που έκαναν μέσα στα ιδρύματα και στα νοσοκομεία. Ο Νικολάκης ήταν η αδυναμία μου. Πώς θα μπορούσα εγώ να σκοτώσω το παιδί μου; Η ίδια του η μάνα; Το αγγελούδι μου; Κοίτα το! Κοίταξέ το στη φωτογραφία. Δεν είναι πολύ όμορφο;». Κλαίει ξανά. Ανοίγει τη βρύση, ρίχνει λίγο νερό στο πρόσωπό της, κάθεται και πάλι στο τραπέζι. «Θα έπρεπε να ντρέπονται όλοι αυτοί για το κακό που πήγαν να μου κάνουν, για αυτά που είπαν στο δικαστήριο, για όσα  κατέθεσαν στην αστυνομία. Ο Θεός βλέπει και θα αποδώσει δικαιοσύνη. Εγώ τι να τους κάνω; Είμαι μια αδύναμη γυναίκα».
Η Θεοδώρα Σουφχάρα ήταν η γυναίκα που χαρακτηρίστηκε από τις εφημερίδες της εποχής «σύγχρονη Μήδεια» και «ανθρωπόμορφο τέρας» όταν, το Σεπτέμβριο του 1994, κατηγορήθηκε πως δηλητηρίασε το γιο της, Νίκο, 9 χρονών τότε, καθώς και δύο ηλικιωμένους που φρόντιζε ως προσωπική νοσοκόμα (αργότερα, το ιατρικό πόρισμα ανέφερε ότι αυτοί πέθαναν από εγκεφαλικό επεισόδιο). Ακόμη, κατηγορήθηκε ότι κακοποιούσε σεξουαλικά τα παιδιά της, «διαπράττοντας αιμομιξία», κάτι που είχε καταθέσει γυναίκα που πήγαινε με τη Θεοδώρα σε συσσίτια και που αργότερα απέσυρε ενώπιον του Κακουργοδικείου. Σε ιατρικό πόρισμα μετά το θάνατο του 9χρονου γιου της στις 14 Σεπτεμβρίου του 1994, ο οποίος νοσηλευόταν σε παιδοψυχιατρική κλινική, τονιζόταν ότι «η αιτία του θανάτου του ήταν το υπογλυκαιμικό κώμα στο οποίο έπεσε το παιδί ύστερα από χορήγηση αντιδιαβητικής ουσίας». Ο μικρός είχε αποδράσει από την κλινική λίγες μέρες μετά την εισαγωγή του σε αυτή στις 10 Σεπτεμβρίου του 1994. Στις 14 Σεπτεμβρίου επέστρεψε στο σπίτι του, όπου η μητέρα του τον βρήκε σε κωματώδη κατάσταση. Η Θεοδώρα είχε υποστηρίξει τότε στο δικαστήριο ότι δεν είχε δώσει καμία ουσία στο παιδί της, ενώ οι εμπειρογνώμονες γιατροί αποφάνθηκαν πως ο θάνατος προήλθε από ιογενή λοίμωξη. Όπως αποκάλυψε άλλωστε στη συνέχεια ο αρμόδιος ιατροδικαστής, η γνωμάτευσή του είχε στηριχτεί μόνο στα στοιχεία του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου, τα οποία, σύμφωνα με την υπεράσπιση της Θεοδώρας, «ήταν ελλιπή». Τελικά, με βάση τις μαρτυρίες που συγκεντρώθηκαν, η Θεοδώρα απαλλάχτηκε με βούλευμα για το θάνατο του παιδιού της το 1997, ενώ για τους θανάτους των δύο ηλικιωμένων αθωώθηκε από το δικαστήριο το 1999. Είχε όμως ήδη μείνει προφυλακισμένη για 17 μήνες. «Οι μήνες που πέρασα στη φυλακή ήταν από τους χειρότερους που έχω ζήσει» λέει σήμερα στο People. «Οι άλλες κρατούμενες με βασάνιζαν και με ξυλοκοπούσαν, πιστεύοντας κι εκείνες ότι εγώ είχα σκοτώσει το παιδί μου. Δεν τους κρατάω κακία. Κι εγώ, αν άκουγα ότι μια μάνα κακοποιούσε τα παιδιά της σεξουαλικά, ότι διέπραττε αιμομιξία και ότι είχε φτάσει μέχρι το σημείο να δολοφονήσει το ένα από αυτά, το πιο μικρό, μπορεί να έκανα τα ίδια».
Το βούλευμα που εκδόθηκε από το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης ανέτρεψε τελικά όλες τις κατηγορίες, κρίνοντας ότι η ανάκριση ήταν ελλιπής και ότι οι απόψεις του ιατροδικαστή «κινούνταν στη σφαίρα της φαντασίας»: «Με βάση την κοινή λογική και με οδηγό τα αποδεικτικά και μόνο στοιχεία, φρονούμε επιεικώς ότι οι σκέψεις του ιατροδικαστή αποτελούν παράδοξες, αλλά και αυθαίρετες πτήσεις επιστημονικής φαντασίωσης». Η δε Θεοδώρα περιγράφεται ως «τραγική περίπτωση ανθρώπου. Η οικονομική κατάσταση και η εν γένει διαβίωση της κατηγορούμενης κυμαίνεται από πολύ άσχημη έως τραγική».
Η Ιωάννα, η 23χρονη σήμερα κόρη της (η Θεοδώρα έχει άλλη μία, μεγαλύτερη σε ηλικία, κόρη, την Ελένη, η οποία μένει μόνιμα στην Τσεχία), εργάζεται σε ζαχαροπλαστείο. Ο εισαγγελέας Θεσσαλονίκης της είχε αφαιρέσει τότε την επιμέλεια της 7χρονης μικρής, με εντολή αυτή να μεταφερθεί στο ορφανοτροφείο Μέλισσα. Αν και πολλές φορές στο παρελθόν η Θεοδώρα είχε ζητήσει την επιμέλεια της κόρης της, οι αιτήσεις της πάντοτε απορρίπτονταν. «Θεωρούσαν ότι στο ίδρυμα θα περνούσε καλύτερα η κόρη μου απ’ ό,τι με τη μητέρα της» λέει με πίκρα η Θεοδώρα στο People. «Φοβάμαι τη στιγμή που θα με ρωτήσει: “Πού ήσουνα, μαμά, όταν σε χρειαζόμουνα, όταν αρρώσταινα, όταν ήθελα μια αγκαλιά;”. Τι θα της απαντήσω; Προς το παρόν είναι διακριτική και δεν μου λέει τίποτα για το παρελθόν. Το ξέρω όμως ότι δεν θα μπορέσω να καλύψω το κενό που έχει μέσα στην καρδιά της, ότι ποτέ δεν θα με συγχωρέσει για όσα πέρασε. Ωστόσο τουλάχιστον νιώθω πως εκείνη προχωράει, κοιτάζει μπροστά και κάνει όνειρα. Το μόνο που της έχω ζητήσει είναι να μην πει σε κανέναν τίποτα για το παρελθόν της, να λέει ότι ήταν “φιλοξενούμενη σε κολέγιο”, γιατί ο κόσμος είναι παράξενος και παρεξηγεί».
Σκύβει το κεφάλι της, κοιτάζει τη φωτογραφία του Νικολάκη της, κλαίει ξανά. «Μου αρέσει η μοναξιά μου, δεν θέλω παρέες –εκτός από τη φίλη μου την Ολυμπία και κάποιες άλλες κυρίες που με βοηθάνε–, ούτε, φυσικά, κάποιον άντρα δίπλα μου. Άλλωστε ο σύζυγός μου, με τον οποίο χωρίσαμε, ήταν αλκοολικός και με χτυπούσε μέρα νύχτα, δεν έχω εμπιστοσύνη πια σε κανέναν. Μετά το χωρισμό μου, το 1987, είχαμε έρθει με τα παιδιά μου από την Τσεχία εδώ για μια καλύτερη ζωή. Πού να ’ξερα τι με περίμενε; Ξεκίνησα να εργάζομαι ως νοσοκόμα, φρόντιζα ηλικιωμένους, ανήμπορους ανθρώπους. Μέχρι πριν από λίγο καιρό, μάλιστα, αρκετό καιρό μετά την υπόθεση,  συνέχιζα να εργάζομαι σε κάποια σπίτια ως babysitter, αλλά, όταν οι άνθρωποι μάθαιναν την ιστορία μου από “καλοθελητές”, έβρισκαν κάποια αφορμή και με έδιωχναν. Θέλω να δουλέψω ξανά σαν babysitter, γιατί αγαπάω πολύ τα παιδιά, τα λατρεύω, είναι η ελπίδα της ζωής. Είναι κάτι που θα με βγάλει από τη θλίψη μου. Τώρα ζω με τη σύνταξη των 583 ευρώ που παίρνω αλλά, αν σκεφτείς ότι δίνω 300 ευρώ στο ενοίκιό μου, μου μένουν πολύ λίγα χρήματα για να ζω. Αν μπορέσουν κάποιοι άνθρωποι και με βοηθήσουν οικονομικά, θα τους ήμουν ευγνώμων».
Χτυπάει το κινητό της. Είναι η Ιωάννα της. «Ναι, αγάπη μου! Σε πεθύμησα. Θέλω να σε δω! Να προσέχεις τώρα με τις δυνατές βροχές. Κυκλοφορεί και ίωση». Κλείνει το κινητό, δεν θέλει να πει άλλα για την κόρη της, «να μη στιγματιστεί από τους κακούς ανθρώπους», και βάζει σε μια σακούλα λίγα πορτοκάλια, από αυτά που της έδωσαν κάποιες κυρίες την Κυριακή στην εκκλησία: «Να ’χεις, παιδί μου, για το δρόμο σου μέχρι το αεροδρόμιο. Μην πεινάσεις…». 
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό People, τον Φεβρουάριο του 2011. Αιωνία της η μνήμη...