Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Nitro. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Nitro. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

4.3.14

ΣΑΚΗΣ ΜΠΟΥΛΑΣ: "ΤΙ ΘΑ ΕΚΑΝΑ ΑΝ ΗΤΑΝ Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΟΥ ΜΕΡΑ ΣΤΗ ΓΗ..."

Ο Σάκης Μπουλάς (αριστερά) σε μία σπάνια φωτογραφία με τον Μ. Ρασούλη
Ο δημοσιογράφος Γιάννης Χατζηγεωργίου είχε συναντήσει τον δημοφιλή ηθοποιό και τραγουδιστή τον Οκτώβριο του 2010 και του ζήτησε να του απαντήσει (με χιούμορ) για το τι θα έκανε αν ήταν η τελευταία του μέρα στη γη... Δέχτηκε αμέσως. «Πάντα μου άρεσε το black χιούμορ!». Χαμογελούσε, αυτοσαρκαζόταν, έβαζε τα δάχτυλά του ανάμεσα στα μούσια του όσο απαντούσε, και κοιτούσε με χαρά τον κόσμο που ήταν μαζεμένος στην πλατεία Καρύτση...
Από τι θα προτιμούσατε να «πάτε»; 
Από φυσικά αίτια: Κάνοντας σεξ.
Τι είναι αυτό που για το οποίο χαίρεστε που δεν θα χρειαστεί να το ξανακάνετε πια;
Ότι δεν θα ξαναπληρωσω κερατιάτικα στην Εφορία.
Κοιτώντας πίσω, σε τι ξοδέψατε τα περισσότερα χρήματα όσο ήσασταν στη γη;
Δυστυχώς, σε μαλακίες.
Ποια εκπομπή της τηλεόρασης θα θέλατε να στείλετε στην κόλαση; 
Τον «Εξάντα», για να χω κάτι να βλέπω.
Αν σας ζητούσαν να παρουσιάσετε ένα θεατρικό έργο από την κόλαση, ποιο θα ήταν αυτό;
Τον «Φάουστ», για να τα χω καλά με το αφεντικό.
 Ποιο είναι το πιο τρελό πράγμα που έχετε κάνει μέχρι τη στιγμή που έχετε «φύγει»;
Που αγάπησα παράφορα!
Ποια είναι η ιδανική γυναίκα που θα θέλατε να έχετε συντροφιά σας στον παράδεισο;
Την κυρία Μαρίκα Μητσοτακη, γιατί μαγειρεύει υπέροχα.
Ποια θα θέλατε να ήταν η πρώτη κουβέντα που να σας έλεγε ο Άγιος Πέτρος;
«Δεν μπαίνετε κύριε. Είμαστε ρεζερβέ».
Ποια θεωρείτε τη μεγαλύτερη κληρονομιά που αφήνετε στη γη;
Το 50-50, τις Σαββατογεννημένες κι όλα τα υπόλοιπα αριστουργήματα που έχω ερμηνεύσει αριστουργηματικά, με το απίστευτο ταλέντο μου και την απίστευτα αριστουργηματική ερμηνευτική μου δεινότητα.
Τι μετανιώνετε που είπατε όσο βρισκόσασταν στη γη;
«Σ αγαπώ σαν τρελός!».
Τι μετανιώνετε που δεν είπατε;
«Ε, άει στο διάολο, αγάπη μου!».
Ποια μεγάλη μεταφυσική απορία ανυπομονείτε να σας λυθεί;
Υπάρχουν εξωγήινοι;
Με ποιο διάσημο πρόσωπο που βρίσκεται στη κόλαση ή στο παράδεισο θα προσπαθήσετε να κάνετε κουβέντα μαζί του;
Εάν πάω στην κόλαση με τον Λεονάρντο Ντα Βίντσι, εάν πάω στον παράδεισο με τη Ζιζέλ.
Σας έρχεται στο μυαλό η πιο χαρούμενη στιγμή της ζωής σας. Ποια είναι αυτή;
Όταν έμεινα έγκυος.
Ποια υπόσχεση/ υποχρέωση πασχίζετε να τακτοποιήσετε, λίγο πριν φύγετε;
Να κόψω πάλι το τσιγάρο.
Τι διαλέγετε για τελευταίο σας γεύμα στη γη;
Σουτζουκάκια με τηγανιτές πατάτες.
Ποιος είναι ο τελευταίος άνθρωπος που θέλετε να αποχαιρετήσετε στη γη;
Ο Γιάννης Ζουγανέλης.
Τι θα θέλατε να πάρετε μαζί σας εκεί που «πάτε»; 
Μια αφίσα της Καλομοίρας.  
Δημοσίευση στο "Nitro", τον Οκτώβριο του 2010. Αναδημοσίευση στη "LifO", τον Φεβρουάριο του 2014, αμέσως μετά τον θάνατο του.    
http://www.lifo.gr/team/gnomes/46348

7.10.12

ΚΩΣΤΑΣ ΓΚΟΥΖΓΚΟΥΝΗΣ: Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΟΥ SEX



«Μεγάλωσα στη Λάρισα. Μία φορά θυμάμαι, κυνηγούσα μία πάπια στον Πηνειό. Έντεκα χρόνων ήμουνα τότε, πιτσιρικάς, πήγα να πέσω και να την αρπάξω, έσπασε ο πάγος στα παγωμένα νερά και παραλίγο να με έπαιρνε ο πάγος από κάτω. Πιάστηκα από ένα δεντρίλιο, βγήκα βρεγμένος έξω, αλλά το μυαλό μου εξακολουθούσε να είναι στην πάπια. Ήθελα να την αρπάξω, κι ας είχα κινδυνεύσει λίγα λεπτά πριν, να χάσω ακόμα και τη ζωή μου. Έτσι έκανα και με τις γυναίκες: Όποτε έβαζα μία στόχο- ο κόσμος να χαλούσε- εγώ θα την έβαζα κάτω».
«Από πολύ μικρός είχα γκόμενες και τις πασπάτευα. Παίζαμε δήθεν με τα κοριτσάκια, αλλά εμένα το μυαλό μου ήταν πώς θα τις έβαζα κάτω. Το μάτι μου έπαιζε συνέχεια. Γεννημένος γυναικάς. Από 15 χρόνων, ο πατέρας μου με κυνηγούσε στα μπουρδέλα. Άμα είχα γκόμενα- για καμιά βδομάδα το πολύ, μην φανταστείς τίποτα παραπάνω- την πήγαινα σε ξενοδοχείο. Όταν ερχόταν καμιά καλλιτέχνιδα στο Αλκαζάρ, το μαγαζί στη Λάρισα, γινόταν χαμός. Μου είχαν αναθέσει οι ιδιοκτήτες να πηγαίνω εγώ, να υποδέχομαι τα κορίτσια κι άμα μου άρεσε πολύ κάποια, δεν κρατιόμουνα. Δεν μπορούσα να περιμένω ούτε λεπτό, ήμουνα πολύ θαρραλέος με τα θηλυκά. Ποτέ δεν θυμάμαι να μου είχε αντισταθεί ιδιαίτερα κάποια γυναίκα. Ορισμένες που πήγαν μαζί μου, μου έλεγαν μετά ότι τους κέρδιζε η εμφάνισή μου που ήταν αντρικού στυλ».
«Με συγχωρείς για την έκφραση, αλλά ήμουνα πολύ μπήχτης. Και μπορώ να σου πω ότι ακόμη και σήμερα, σε σχέση με άλλους που έχουν την ίδια ηλικία μ εμένα, οι ορμόνες μου είναι σαν να είμαι σαραντάρης».
«Όσο ζούσα στη Λάρισα δούλευα σε ένα φωτογραφείο. Μία μέρα ήρθε στην πόλη ο Τζαβέλλας, ο σκηνοθέτης, γνωριστήκαμε, με συμπάθησε, του είπα “κύριε Τζαβέλλα, εγώ θέλω να γίνω ηθοποιός”, “με τέτοιο παράστημα”, μου απάντησε, “με 1.80 ύψος σε τέτοια ηλικία, θα γίνεις οπωσδήποτε”. Αυτό μου έδωσε θάρρος, είχα μεγάλο νταλκά για το ηθοποιιλίκι. Ήρθα στην Αθήνα, έπιασα δουλειά σε ένα φωτογραφείο για να μπορώ να ζω -στου Νικολάρη του Θωμά στην Ακαδημίας-, και ξεκίνησα να χτίζω όνομα. Ήμουνα πολύ καλός. Εμένα το μυαλό μου αλλού, στα θέατρα. Μέχρι που μια μέρα με έπιασε και μου είπε ότι γυριζόταν μία ταινία στις Σπέτσες και έπρεπε να πήγαινα εγώ στο νησί για να το τραβήξω. Τι τύχη! Πάντα ήταν η τύχη με το μέρος μου. Έφυγα για Πειραιά την ίδια μέρα. Στην ταινία έπαιζαν ο Καμπανέλης, η Αλέκα Κατσέλη η οποία μάλιστα ήταν και έγκυος εκείνη την περίοδο και, μία μέρα, με φώναξε ο σκηνοθέτης να κάνω ένα πέρασμα. Ήταν σαν να μου ανοιγόταν όλος ο κόσμος».
«Ακόμη και εκεί, στα γυρίσματα, εγώ δεν κρατιόμουνα. Είχα πιάσει δυο τρεις κοπέλες γκόμενες, έβγαζα όλη τη μέρα φωτογραφίες και μετά πηγαίναμε και κάναμε τα δικά μας. Τις πλάκωνα στο γαμήσι και αυτές το ευχαριστιόντουσαν. 19 χρονών πιτσιρικάς ήμουνα τότε. Ήθελα πέντε γυναίκες το λεπτό για να είμαι ικανοποιημένος. Δεν ζω χωρίς sex, με αναζωογονεί. Όταν έχω μία γυναίκα, λειτουργώ αλλιώς, με πιάνει κρίση, την αρπάζω, θέλω να τηνε βάλω κάτω. Έτσι γεννήθηκα μάλλον».
«Λίγο πριν τελειώσω τη σχολή του Σταυρόπουλου στην οποία ξεκίνησα να σπουδάζω, μου δόθηκε μία ευκαιρία να πάω στο Ροντήρη, στο δημοτικό θέατρο Πειραιά. Απήγγειλα κάτι από τους Πέρσες, με ρώτησε ο Ροντήρης “πως λέγεσαι ρε πιτσιρικά;”, “Γκουζγκούνης” του απάντησα “και δεν φεύγω από δω αν δεν με πάρετε”. Τέτοιο θράσος. Εκεί ήταν κι άλλοι, η Δέσποινα Στυλιανοπούλου, ο Τρύφων Καρατζάς, ο Κούρκουλος, τραντάζαμε το θέατρο. Όλο το Εθνικό, το ήξερα. Ξεκίνησα να παίζω σε ταινίες με την Καρέζη, τον Φυσσούν, το Βασίλη Γεωργιάδη, τον Κομνηνό. Εμένα όλα αυτά μου φαίνονταν εξωπραγματικά τότε, ζούσα για το θέατρο. Η πρώτη ταινία που έπαιξα ήταν το Χωρίς Ιδανικά, η δεύτερη η Λεωφόρος του Θανάτου. Μου έλεγε ο Τζαβέλλας “πήγαινε στην Αμερική, δεν κάνεις για εδώ”, αλλά δεν τον άκουσα. Εγώ δεν μπορούσα να ζήσω έξω από την Ελλάδα». 
«Εκτός από τη γυναίκα που παντρεύτηκα, ποτέ μου δεν είχα μόνιμη σχέση. Έκανα γνωριμίες της μίας εβδομάδας, το πολύ να πήγαινε ένα μήνα, παραπάνω δεν μπορούσα, έφευγα. Έμπαινα σε σπίτια από το παράθυρο, επειδή κάποιες από αυτές έμεναν με τους γονείς τους, και γινόμουνα θηρίο. Αυτές μου έλεγαν “μην φωνάζεις πολύ γιατί θα μας πάρουνε χαμπάρι”, αλλά δεν κρατιόμουνα. Ήτανε σαν το φαΐ. Μπορείς να ζήσεις χωρίς φαΐ;».
«Κάποτε έμενα κοντά στο Πολύγωνο. Από τις πολλές φωνές, οι γείτονες ήθελαν να με διώξουν. Δεν άντεχαν τη φασαρία. Κάποιοι μου έλεγαν να πηγαίνω σε ξενοδοχείο. Εγώ έλεγα “δεν πάω σε ξενοδοχείο να πηδήσω”, δεν μου καθότανε. Τελικά, μετακόμισα. Ήθελα να πηδάω και να μην με νοιάζει. Θυμάμαι, τότε που συγκατοικούσα με κάτι φίλους μου, ο καθένας είχε το δωμάτιό του. Εγώ κάθε βράδυ είχα γκόμενα, εκείνοι έκαναν μπανιστηράκι. Ένα βράδυ, στην Μαυρομματέων, μου κανε μία τα δικά της, είχα πιει και τα κρασάκια μου, με καύλωσε τόσο πολύ που ήθελα να την πηδήσω επί τόπου. Την έβαλα επάνω στο καπό και της άρχισα. Βγήκαν από τα μπαλκόνια και φώναζαν, με έβριζαν, ήθελαν να φωνάξουν την αστυνομία, εγώ συνέχιζα. Δεν με πείραζε που μ έβλεπαν. Έτσι γινόταν και μετά με τις κάμερες, δεν κώλωνα. Η θρασύτητά μου δεν είχε όρια. Έκανα πολλά τέτοια. Δεν μπορούσα να ζήσω χωρίς sex».
«Τους φίλους μου δεν τους άφηνα ποτέ να κυνηγήσουν, ιδιαίτερα ορισμένους που είχαν μυαλό και πήγαιναν για μεγάλη μόρφωση. Τους τις πήγαινα εγώ στο σπίτι. Μπορεί να έβλεπα καμία στην Ακαδημίας, να την έπαιρνα από πίσω μέχρι να πέσει, να χανόμουνα ξαφνικά από τα φιλαράκια μου, αλλά τη φιλία δεν την έβαλα ποτέ πιο κάτω από τις γκόμενες. Με τους φίλους μου, ήμουνα πάντα τίμιος. Και σαν χαρακτήρας, πάντα ανοιχτό βιβλίο. Εξωστρεφής».
«Εκτός από τις ταινίες στις οποίες έπαιξα, δούλεψα και στα καμπαρέ, είχα προφορά αμερικάνικη, έρχονταν στον Πειραιά τα αμερικανάκια, τους κοιτούσα, τους έλεγα με την αγριοφωνάρα μου “come on my friend, you want to drink? You want to fuck? What you want?” κι έτσι όπου δούλευα είχε κόσμο. Έπαιρνα ποσοστά τότε και μάλιστα έβγαζα πολύ καλά. Μου άρεσε πολύ και η μουσική εκεί. Κάτι μου έκανε μέσα μου αυτή η μουσική από την Νέα Ορλεάνη, ήταν παράξενη».
«Από τις καλύτερες μου ταινίες θεωρώ ότι ήτανε το “Sex 13 μποφόρ”. Είχαν πολύ καλά λεφτά αυτές οι ταινίες, τα γυρίσματα ήτανε πολύ εύκολα για μένα, γίνονταν όλα σε χρόνο ντε τε, ήτανε και μέσα στο αίμα μου το sex, θέμα να καυλώσω σε γύρισμα δεν είχα ποτέ, δεν είχα κανένα πρόβλημα. Σιγά σιγά άρχισε να με μαθαίνει ο κόσμος και να με αναγνωρίζουν. Ήταν ωραία όλα αυτά, μου άρεσαν. Αυτό που νομίζω ότι κέρδιζε το κοινό, ήταν ο αυθορμητισμός μου, οι ατάκες που έλεγα. Ήταν όλα πολύ αυθεντικά. Περισσότερο γέλιο έβγαζαν, παρά κάτι άλλο. Ήταν κάτι το εναλλακτικό».
«Ο κόσμος δεν πηδάει. Ο λόγος που νομίζω ότι οι περισσότεροι σήμερα δεν κάνουν πολύ sex, είναι ο τρόπος ζωής τους. Όλοι έχουν προβλήματα. Άμα ψυχολογικά δεν είσαι καλά, πως θα πας να γαμήσεις; Επίσης, ένα μεγάλο λάθος που κάνουν οι περισσότεροι, είναι που δεν μπαίνουν κατευθείαν, είναι πιο απαλοί, πιο γλυκανάλατοι. Αυτά δεν χρειάζονται. Είναι παραμύθια και κουραφέξαλα. Από την ανασφάλειά τους δε κάποιοι έχουν την μόνιμη γκόμενα, τη σχεσούλα τους και άλλη μία που τηνε πηδάνε. Εγώ δεν τα κανα αυτά. Εμένα δεν με ένοιαζε να έχω κάποια για “ασφάλεια” γιατί είχα μεγάλη εμπιστοσύνη στον εαυτό μου, δεν τα κανα ατσούμπαλα».
«Για να γίνει καλό το sex, χρειάζεται μία προεργασία. Στην αρχή απαλά, μετά να αγριεύεις σιγά σιγά, να μην τρομάξει. Η γυναίκα θέλει παραμύθι, θέλει πολλά ψέματα, ξέρει ότι αυτά που της λες είναι μαλακίες, αλλά ο οργανισμός της το αναζητάει. Οπότε της τα λες να το ευχαριστιέται».
«Πολλοί έρχονται και με ρωτάνε αν παίζει ρόλο το μέγεθος. Παίζει κάποιο ρόλο, αλλά να μην είναι υπερβολικό το εργαλείο. Όταν δουν ότι το έχεις μεγάλο, μετά δεν σε ξαναπαίρνει. 20-22 το πολύ, αρκεί. Πάνω από 24, δεν σε παίρνουνε. Με εμένα πολλές γυναίκες δεν δεχόντουσαν να πάνε μαζί μου όταν το έβλεπαν, ήθελαν να μένουμε στο στοματικό».
«Όλοι μου ζητάνε συμβουλές. Στην ταινία αυτή που έκανα, το “next porn model”, όλοι με φώναζαν δάσκαλο. Είχα πάει στο Διδυμότειχο μια φορά, με φώναξαν εκεί κάτι άνθρωποι σπουδαίοι, κάτι μεγιστάνες, ήθελαν να πάω και να τους πω ατάκες. Έρχονταν στρατηγοί, πολιτικοί, διοικητές και μου έλεγαν “δεν έχω βγάλει φωτογραφία με κανέναν σταρ, αλλά εσείς είστε αλλιώς”. Με σταματούσαν απλοί άνθρωποι στο δρόμο και τους υπέγραφα σε χαρτάκια, για να τα δώσουν στα παιδιά τους. Όχι μόνο άντρες, αλλά και γυναίκες».
«Το 1978 έτρωγα στου Φλόκα, μπαίνω μέσα, ακούω χειροκροτήματα, γυρνάω και βλέπω τον Αντρέα τον Παπανδρέου μαζί με τη Μαργαρίτα. Με προσκάλεσε στο τραπέζι τους, καθίσαμε για λίγο μαζί, την επόμενη μέρα με κάλεσε μία κυρία στο γραφείο της. “Κύριε Γκουζγκούνη, τι θα κάνετε με την πολιτική;” μου είπε. Δεν πρόλαβα να της απαντήσω και συνέχισε λέγοντάς μου “θα σας αφήσω ένα μήνα να το σκεφτείτε και να μου πείτε”. Εγώ απάντησα επί τόπου: “Δεν έχω καμία σχέση με την πολιτική, είναι όλοι ψεύτες”. Την απέκλεισα».
«Είμαι 77 χρόνων, αλλά εγώ νιώθω 12. Μένω στην Αγία Παρασκευή, ξυπνάω κάθε μέρα στις 6:30 το πρωί- ασχέτως του τι ώρα είχα κοιμηθεί το προηγούμενο βράδυ-, παίζω ρακέτες ή πηγαίνω για μπάνιο στη Λούτσα επειδή είμαι χειμερινός κολυμβητής, τρώω φαγητό με τα φιλαράκια μου ή πηγαίνουμε για κρασάκι σε ταβέρνες, πηγαίνω για καφέ, γυρίζω συνέχεια, δεν κάθομαι. Επίσης μου αρέσουν τα ταξιδάκια. Με ξεκουράζουν. Γενικά, είναι πολύ ωραία η ζωή μου και σήμερα». 
«Μία μόνο φορά ερωτεύτηκα στη ζωή μου και αυτή τη γυναίκα την παντρεύτηκα. Παντρευτήκαμε μάλιστα δύο φορές, επειδή μετά την πρώτη φορά είχαμε χωρίσει. Η γυναίκα μου δεν ζήλευε, αλλά της έβαζε λόγια η πεθερά μου. Όταν με πήρε πάλι, δεύτερη φορά, της λέω “γιατί ήθελες να με ξαναπαντρευτείς;”, “γιατί μετά από σένα είναι το χάος”, μου απάντησε. Πήγα με πολλές γυναίκες, πολλές από αυτές με αγάπησαν, αλλά εγώ μόνο με εκείνη ήμουνα δεμένος. Την έχασα πριν από λίγο καιρό και μου στοίχισε ψυχολογικά».
«Έχω μία κόρη, παντρεύτηκε, έκανε δύο παιδιά. Είμαι πολύ υπερήφανος για τα εγγόνια μου. Ο Δημήτρης είναι 27 χρόνων και ο Κώστας 22 χρόνων. Έχουν πάρει από τον παππού τους, είναι άφθαστοι. Τους μεγάλωσα από μικρά, τους πήγαινα στη θάλασσα, ξέρουν όλα τα μυστικά για τις γυναίκες, είναι καλά καταρτισμένοι. Δεν έχουν ανάγκη αυτοί.
«Έχω βγάλει πολλά λεφτά από τη δουλειά μου αλλά, τα περισσότερα, τα έτρωγα. Παρόλα αυτά, έχω φτιαχτεί, έχω το σπίτι μου, δεν έχω ανάγκη. Δεν ήμουνα ποτέ λάτρης των χρημάτων».
«Προχθές με σταμάτησε ένας πιτσιρικάς στο μετρό, ήταν με ένα φίλο του, με γνώρισε και ήθελε να με πιάσει κουβέντα. “Δάσκαλε”, μου είπε, “πως την βλέπεις τη γυναίκα;”. “Είναι Θεού δώρο”, του απάντησα, “είναι το απαραίτητο στην ζωή μας. Η γυναίκα σε ξεκουράζει, η γυναίκα σε κουμαντάρει, η γυναίκα σε καταστρέφει”. Το θέμα είναι να μην καταστρέψει εσένα».
«Δεν αφέθηκα ποτέ να καταστραφώ από γυναίκα. Ορισμένες από αυτές, όταν τις άφηνα, ήθελαν να εκδικηθούν. Κάποιες άλλες, μου έβαζαν λεφτά κάτω από το μαξιλάρι μου, τους τα επέστρεφα. Δεν έδινα ποτέ δικαίωμα σε κάτι τέτοια, ήμουνα πολύ μαζεμένος. Εγώ να πηδήσω ήθελα, δεν ήμουνα νταζατζής. Άμα υπάρχει υγεία και λειτουργούν τα μηχανήματα, δεν είχα και δεν έχω ανάγκη κανέναν. Μέχρι σήμερα, τα μηχανήματα λειτουργούν άψογα. Υπάρχει ολόκληρη ζωή μπροστά μας, να κάνουμε κι άλλες ταινίες, να ευχαριστηθούμε. Δεν μου λείπει τίποτε».
Δημοσίευση στο περιοδικό "Nitro", τον Μάρτιο του 2010.

21.12.09

ΤΡΑΒΕΣΤΙ ΣΤΗ ΛΕΩΦΟΡΟ ΚΑΒΑΛΑΣ- ΡΕΠΟΡΤΑΖ


«Πόσο πάει;». «30 ευρώ».«Τσιμπούκι ή ολοκληρωμένο;». «Στοματικό». «Με προφυλακτικό, αλλιώς δεν γίνεται». «Μπες στο αμάξι». Οι νύχτες στη λεωφόρο Καβάλας των τραβεστί, δεν είναι ποτέ ίδιες με τις μέρες τους. Όταν δηλαδή κυκλοφορούν σαν αγόρια στην Αχαρνών και τις ρωτάνε οι μανάδες τους αν βρήκαν κάποιο καλό κορίτσι για να παντρευτούν.
Απόψε θα έβαζε το σουτιέν που της φέρνει γούρι. Μαύρο, με μικρές χρυσές γραμμές που κάνουν έναν περίεργο κύκλο, ή μάλλον μεγάλους κύκλους, οι οποίοι δεν καταλήγουν πουθενά, που συναντιούνται και χάνονται στο κεντημένο τετράγωνο, σχέδιο που είχε διαλέξει γι αυτήν η Τζέσυ (η κολλητή της, αυτή που κάποτε λεγόταν Νικόλας και ήταν μαζί ζευγάρι για δύο χρόνια- gay ζευγάρι-, που χώρισαν όταν βγήκαν στο δρόμο, αλλά που το κάνουν που και που «όχι σαν sex, αλλά όταν θέλουμε αγκαλιά, όταν η ανάγκη μας για χάδι οδηγεί η μία στην άλλη»). Μόλις ξεκίνησαν χθες τη δουλειά, την ώρα που έκλειναν τα μαγαζιά στο Μεταξουργείο, πήγαν στο κατάστημα του Πέτρου με τα unisex- ένα χιλιόμετρο πιο κάτω από το 110 της Λεωφόρου Καβάλας, εκεί που βγαίνουν τα βράδια. Νωρίτερα απ ότι συνήθως. Όχι γιατί δεν ήθελε το επόμενο πενηντάρικο (ποτέ δεν έλεγε όχι σε πελάτη, θέλει να αγοράσει και δεύτερο σπίτι, κοντά στο άλλο, στην Αχαρνών, συμφώνησε ήδη με τον μεσίτη), αλλά να, δεν μπορούσε να συνεχίσει μετά τον γέρο. Δεν της έβγαινε. Ήθελε ένα διάλειμμα. Ογδόντα χρόνων, αλλά η Αλόμα επέμενε: «Κάνω πενήντα χρόνια αυτή τη δουλειά, όλοι είναι πελάτες, να πας, είναι δουλειά, είναι λεφτά, θα ξανάρθει, να είσαι καλός, να ανεβάσεις την τιμή στο τσιμπούκι αν δεν του σηκώνεται, πες του 100 ευρώ, αν αργεί ανέβασέ το κι άλλο, πες 150. Να πας». Πήγε. Αυτός κατέβασε το τζάμι του αυτοκινήτου του ξανά, ρώτησε αν το ξανασκέφτηκε, αν ισχύει, αν όλες είναι τόσο ευγενικές σαν αυτήν (σαν αυτή που, λίγο πριν, τον άφησε ξεκρέμαστο να περιμένει), εκείνη χαμογέλασε, είπε ξανά «καλησπέρα», δεν της άρεσε ο ήχος, της ακούστηκε λιγάκι αντρικός, θυμήθηκε τα μαθήματα που της είχε κάνει η Άσια και το ξανάπε: «Καλησπέρα σας». Γλυκά. Να ακούγεται σαν γυναίκα. «Πόσο πάει;», ρώτησε εκείνος. «Τριάντα ευρώ η πίπα, εκατό το γαμίσι, 200 για να πάμε μαζί στο ξενοδοχείο». Και ξαναχαμογέλασε. Με αυτόν θα τελείωνε γι απόψε. Αυτός και τέλος. Και μόνο πίπα να του έπαιρνε θα έφτανε τα 200 ευρώ- είσπραξη και από το χθεσινό βράδυ-, δεν χρειαζόταν άλλα. 100 γι αυτήν, 50 για τον γκόμενο που την περίμενε στο σπίτι τους, 50 για τη δόση του σπιτιού. «Θα σου δώσω 100, θα σου πάρω εγώ πίπα, μετά θα τον παίξεις εσύ και θα χύσεις στο στόμα μου». Της ερχόταν εμετός. «Είναι 80 χρονών!», γύρισε και είπε στην Άσια που την κοιτούσε. «Είναι πελάτης!». Γύρισε ξανά το κεφάλι της στο ανοιχτό τζάμι: «150 για όλα αυτά μαζί και κλείσαμε, όμορφε. Με προφυλακτικό όλα. Και πρώτα τα λεφτά». «Γιατί; Δεν μου χεις εμπιστοσύνη;». «Έτσι πάει η δουλειά. Πρώτα τα λεφτά και μετά πάμε πίσω από την Καβάλας, στο γκαράζ. Δεν είναι κανείς εκεί. Κανείς δεν θα μας ενοχλήσει». Την ξανακοίταξε. Το μαύρο της σουτιέν, τα τακούνια, το κόκκινο σορτσάκι, το μολύβι- μοβ, χρυσό και κόκκινο, όλα μαζί μπερδεμένα- που σχημάτιζε φρύδι, τα ωραία της πόδια. Γι αυτά τα πόδια την ήθελε απόψε. Δεν τα βρισκε εύκολα σε γυναίκα. Ήθελε αυτήν. «Το ονοματάκι σου;». «Μπέττυ». «Έλα, Μπέττυ, πάρε 150, πάμε. Αν με γαμήσεις καλά, θα σου δώσω άλλα 50. Ή και 100. Εξαρτάται από το μέγεθός σου. Και πόσο βαθιά τον βάζεις». Και της χαμογέλασε.
Δεν της ήταν εύκολο να της σηκώνεται με τον καθένα, δεν είχε στύση τόσο γρήγορα, δεν ήταν μηχανή, μερικές φορές είχε προβλήματα- ειδικά όταν ο άλλος ήταν τόσο μεγάλος, τόσο άσχημος, τόσο φορτικός σαν τον γέρο. Βρήκε όμως ένα κόλπο: Προσπαθούσε να μην κοιτάει την ξένη πλάτη, τα σπυριά της, τις τρίχες, το σβέρκο που ανεβοκατέβαινε και έλεγε «πιο μέσα, πιο βαθιά, έτσι κουκλάρα μου». Σκεφτόταν τον Μιχάλη. Τον Μιχάλη της. Είχαν σχέση ένα χρόνο, ήξερε τα πάντα γι αυτήν, δεν είχε πάει ποτέ να τη δει στην Καβάλας, του έκανε όσες περιγραφές ήθελε, του έδινε λεφτά (πόσο να βγάλει αυτός από το «φορτηγό μεταφοράς κρεάτων»;), ζήλευε αλλά του έλεγε πως εκείνον μόνο αγαπούσε, πως μαζί του καύλωνε, της άρεσε γιατί αυτός είχε γυμνασμένο σώμα (όπως ελάχιστοι πελάτες της) ήτανε πάντοτε ενεργητικός (ενώ όλοι- ή μάλλον οι περισσότεροι πια- παθητικοί), ήταν ο μόνος που θα μπορούσε να το κάνει μαζί του δέκα φορές μέσα σε ένα βράδυ και να χύνει και τις δέκα. Καμιά φορά την έδερνε. Όταν του έλεγε για κάποιο γκόμενο, από αυτά τα πιτσιρίκια που έρχονταν τα Σαββατοκύριακα με τις μηχανές, αυτά που το ξεκινούσαν σαν αστείο, που στην αρχή περνάνε από μπροστά της με ταχύτητες μεγάλες, που την βρίζουν, μετά κάνουν κύκλο, που ξανάρχονται πιο αργά, ξαναφεύγουν, που ξανάρχονται και στο τέλος ρωτάνε τις τιμές. Λοιπόν, ζήλευε. Όχι γιατί αυτός ήτανε 30 χρόνων, η Μπέττυ 26 και μπορεί να της άρεσε κάποιος που είναι 21- νέος πελάτης, συναισθηματικός, που μπορεί και να δενόταν μαζί της-, αλλά γιατί δεν ήθελε το κορίτσι του, «ο πουσταράκος μου» όπως την έλεγε στις καύλες τους, να πηγαίνει και μ άλλους. Πάντοτε την ρωτούσε «είναι ο δικός τους πούτσος, καλύτερος από τον δικό μου; Πες μου. Είναι; Είναι;». Κι έλεγε «όχι». Πάντοτε έλεγε «όχι». Κι ας ήταν.
Αλλά, απόψε, θα έβαζε το σουτιέν που της φέρνει γούρι. Μετά το γέρο (που δεν έχυσε, που της τράβηξε την περούκα και παραλίγο να της την ξεριζώσει, που την έβριζε μήπως και του σηκωνόταν και μετά της μιλούσε για τα παιδιά του που παντρεύτηκαν- το χε αυτό το χούι η Μπέττυ, πάντοτε έπιανε μετά κουβέντα με πελάτες, έτσι ξεχώριζε, έτσι πίστευε ότι αισθάνονταν καλύτερα οι άλλοι για να την ξαναδιαλέξουν), ήθελε να ξημερώσει καλύτερα η επόμενή της νύχτα. Συναντήθηκαν με τις άλλες στο ξενοδοχείο, άλλαξαν ρούχα, πέταξαν στην καρέκλα τα ξεβαμμένα τζίνς και τα πουκάμισα- αυτά που φορούν στη γειτονιά τους, στην Αχαρνών- αντάλλαξαν eyeliner και conciller, μίλησαν για τα καινούργια extensions με τις κόκκινες τρίχες, τις φυσικές, φόρεσαν τα τακούνια. Τα κόκκινά τους. Στις 10 ήταν στο δρόμο. Στο πρώτο τζιπ που σταμάτησε, πλησίασε, το τζάμι κατέβηκε, της φάνηκε όμορφος, με μούσι, γύρω στα 30, εκείνος κόμπιασε, κατάλαβε. «Πρώτη φορά;». «Πρώτη». Του χαμογέλασε. Μην αρχίσει το ποίημα πάλι, μην τρομάξει με τους αριθμούς, θα το πάει ανάποδα. «Λοιπόν, όμορφε; Τι θες;». «Σε θέλω παρτούζα με τη γυναίκα μου στο σπίτι μας, πρώτα θα μου πάρετε και οι δύο πίπα, μετά θα γαμήσω τη γυναίκα μου, ύστερα εσένα και εσύ μετά θα μας βλέπεις. Όταν τελειώσουμε, θέλω να σου πάρω πίπα και να σου κατουρήσω στο πρόσωπο». Απλά πράγματα. Το είχε ξανακάνει άλλωστε πολλές φορές. Σκέφτηκε μερικά δευτερόλεπτα. Όχι το «ναι» το δικό της- αυτό ήταν δεδομένο- την τιμή. Εκείνος γύρισε το κεφάλι του στο δρόμο, κοιτούσε άλλα αυτοκίνητα, μάλλον φοβόταν απ τους περαστικούς, από γνωστούς- δύσκολο είναι να σπάσει ο διάολος το ποδάρι του; Εκείνη είδε ξανά το αυτοκίνητό του, τον έκοψε για έναν ακόμη επιχειρηματία, από αυτούς που συνήθως έρχονταν τα βράδια- αυτοί και οι γιατροί ήταν οι πιο συχνοί πελάτες-, τον κοίταξε ξανά και του χαμογέλασε. «150 για δύο ώρες». «300 για όλο το βράδυ». Το ξανασκέφτηκε. Δεν θα ταν ξεπέτα αυτός, δεν θα πήγαιναν στο βενζινάδικο του πίσω δρόμου για ένα απλό τσιμπούκι των 30 ευρώ, ούτε για δάχτυλο στο κωλαράκι των 40 ευρώ. Αυτός ήταν αποφασισμένος. «350 και κλείσαμε», είπε και χαμογέλασε ξανά. «Μπες».
Το ήξερε πως ήταν επικίνδυνο να μπαίνει στο αυτοκίνητο του κάθε μαλάκα, εντάξει, το είχε συνηθίσει 5 χρόνια στη δουλειά, αλλά φοβόταν. Μία φορά μόνο κινδύνευσε. Όταν την πήρε ένας τρελός φορτηγατζής από την Καλαμάτα, την πήγε στην Εθνική, της έβγαλε την περούκα, την είπε «πουστάρα!» και άρχισε να την χτυπάει στο πρόσωπο, να την κλοτσάει στη μέση, να της λέει ότι έτσι φτιαχνόταν και, αφού πλήρωνε, θα έκανε ό,τι γούσταρε. Τότε ήταν πιτσιρίκα. Δεν ήξερε. Βγήκε στο δρόμο και φώναζε, κουνούσε τα χέρια στα αυτοκίνητα, ο άλλος φοβήθηκε και σηκώθηκε να φύγει, σταμάτησε- γκαντεμιά- ένα περιπολικό, την πήγαν μέσα για εξακρίβωση στοιχείων, για παραβατική συμπεριφορά, για παράνομη πορνεία, συνηθισμένα πράγματα που κατέρρεαν την επόμενη μέρα το πρωί αφού έλεγε πως ό,τι έκανε ήταν μόνο για το κέφι της, για να το φχαριστιέται. Δεν ήξερε τότε να τον χειριστεί. Τώρα όμως θα καθότανε. Για λίγο. Απλά, θα ανέβαζε την τιμή. Ήξερε πως όλοι αυτοί, όλοι αυτοί οι «ανώμαλοι», συνήθως έχουν κόμπλα με το μέγεθος, ότι τον έχουν μικρό, πως είναι τα τραύματά τους που ματώνουν σ αυτές. Αυτήν δεν την ένοιαζαν όλα αυτά Απαντούσε βέβαια όποτε τη ρωτούσαν, έλεγε την αλήθεια: «23 εκατοστά», αλλά αυτή δεν επέστρεφε την ερώτηση, δεν ήταν σωστό για τον πελάτη. Όποτε της έλεγε η Άσια να πάνε και να τον κόψουν, γελούσε. «Και τι θα κάνουμε μωρή; Πως θα ζούμε; Αφού μόνο γαμάμε πια. Άμα έρθει ένας μόνο πελάτης το βράδυ και θα θέλει να μας γαμήσει χωρίς καν να μας πάρει πίπα, θα ναι ανέκδοτο. Τι καλιαρντοσύνες λες για να κάνουμε εγχείρηση; Και μετά πως θα τα βγάζουμε πέρα; Από τους νταβατζήδες όταν θα γίνουμε πουτάνες, τότε που δεν θα μπορούσε καν να χύσουμε με το ψεύτικο μουνί; Α πα πα. Άστον εκεί να κρέμεται».
Τον έλεγαν Παναγιώτη τον νεαρό επιχειρηματία, ρώτησε και το δικό της όνομα, είπε «Μπέττυ», την κοίταξε στα πόδια, μετά στο πρόσωπο, και ξαναρώτησε: «το κανονικό σου δεν θα μου το πεις;». Ήταν το μόνο που την θύμωνε. «Άκου να δεις, Μπέττυ με πήρες, Μπέττυ να με λες. Είμαστε μακριά ακόμη;». Ελάχιστες φορές έκανε το λάθος να μιλήσει για την ίδια, συνήθως μόνο όταν της άρεσε ο άλλος και ήθελε να το κάνει συναισθηματικό, πιο ευαίσθητο, όταν είχε ωραίο σώμα, λίγο body builder- με αυτούς και δωρεάν θα το κανε αλλά δεν τους το λεγε, πιο καύλα ήταν να την πληρώνουν κι από πάνω. Και ξεκινούσε τις ιστορίες. Τότε που λεγόταν Κώστας, που η μάνα του ήταν δικηγόρος, που τον έδιωξαν από το σπίτι, που ο θειος του τον έφτυσε και του είπε «δεν έχω ανιψιό εγώ» και πως «αν ζούσε ο πατέρας σου θα τον έβαζες στο τάφο», που στέλνει τώρα κρυφά χρήματα στη μάνα του, αλλά που ποτέ δεν την βλέπει γιατί «τι θα πει το χωριό, άμα σε δει;». Το κινητό της έχει ringtone τον ήχο από το «φιλί της ζωής» της Παπαρίζου. Χτυπάει. Είναι η Αλόμα. Ο Παναγιώτης τη ρωτάει αν θα το απαντήσει, λέει «όχι, πιο μετά θα την πάρω εγώ», «σου αρέσει η Παπαρίζου;» συνεχίζει. «Ναι» απαντάει, «αλλά, μην νομίζεις, πιο μεγάλη star είμαι εγώ. Σκέψου το απλά: Είναι η Παπαρίζου σε ένα club και μπαίνω εγώ. Ποιον θα κοιτάξουν οι άντρες; Εμένα ή την Παπαρίζου; Κατάλαβες γιατί πληρώνομαι;». Όχι, μάλλον δεν κατάλαβε. Αλλά την κοίταξε στα μάτια. Τα φοβόταν αυτά. Είναι μερικοί που την ερωτεύονται, αλλά η ίδια δεν το αφήνει, δεν θέλει ποτέ να τα μπλέκει, αυτή εκεί, στον Μιχάλη της που είναι και δυο μέτρα άντρας, που πάει γυμναστήρια κάθε μέρα, που της κουβαλάει τα κρέατα στο σπίτι στις 5 το απόγευμα όταν έρχεται απ του Ρέντη. Σκεφτόταν τον Αλβανό που είχε έρθει προχθες την ίδια ώρα που ήρθε σήμερα ο Παναγιώτης, που της έκανε παζάρια, που ήθελε μόνο με 20 ευρώ να της πάρει πίπα- αυτοί είναι οι χειρότεροί της πελάτες, αυτοί που παζαρεύουν. Ενώ οι Έλληνες, κύριοι. Ξέρουν τι θέλουν. Και τότε που ήταν στη Συγγρού, και τώρα που ήρθαν στην Καβάλας επειδή γέμισε εκεί η πιάτσα και δεν χωράνε άλλες, είναι πάντοτε ίδιοι. Τσιμπούκι τόσο, πισωκολλητό τόσο, παρτούζα τόσο, χύσιμο στο πρόσωπο τόσο, κατούρημα τόσο. Κάποιον από αυτούς τον είχε δει μια Κυριακή μεσημέρι στο Μπουρνάζι. Εκείνος με την οικογένειά του, τη γυναίκα και τα παιδιά του, να αγοράζουν παγωτό. Δεν είπαν κουβέντα, σαν να μην γνωρίζονταν. Επαγγελματίας. Εκείνος το εκτίμησε. Το βράδυ πήγε εκεί, μπροστά από το βενζινάδικο που στέκεται. «Είσαι μάγκας» της είπε. Μετά ήθελε να τον γαμήσει και να του χύσει στην κοιλιά. Της είχε δώσει και ένα πενηντάρικο παραπάνω. Κύριος κι αυτός.
Η Αλόμα την ξαναπαίρνει. «Απάντησέ το», της λέει εκείνος, «μπορεί να έγινε κάτι, δεν ξέρεις». Το σηκώνει. «Έλα». Της μιλάει. «Που είμαστε;», τον ρωτάει. «Φτάνουμε Πολιτεία». Το επαναλαμβάνει. Ακούει για δύο λεπτά, το κλείνει. «Τι έγινε;» την ρωτάει. «Τίποτα». Σιγά μην έδινε αναφορά στον κάθε μαλάκα. Τι να του λεγε; Ότι πήγαν παρτούζα οι τρεις τους και πήραν μόνο 100 ευρώ, επειδή έλειπε αυτή; Επειδή αυτήν ήθελε ο πελάτης, αλλά δεν την βρήκε στο πόστο της; Που να καταλάβει;
Δημοσίευση στο περιοδικό "Nitro", τον Αύγουστο του 2009 (στις φωτογραφίες πρωταγωνιστεί η γνωστή- κυρίως από την κοινωνική της δράση για τα δικαιώματα των τραβεστί, Αλόμα- σχετική συνένετυξή της στο blog, σε ανάρτηση στο "Down Town").

14.12.09

ΤΑ ΑΓΟΡΙΑ ΤΩΝ 20 ΕΥΡΩ- ΡΕΠΟΡΤΑΖ


-Ενεργητικός ή παθητικός;
-Μόνο ενεργητικός!
-Ούτε πίπα θα μου πάρεις;
-Καλά, αν μου δώσεις 100 ευρώ θα στον γλείψω για λίγο. Αλλά εγώ δεν γαμιέμαι.
-Μόνος σου μένεις;
-Όχι, σε ξενοδοχείο θα πάμε. Για μια ώρα.

Τον πόνεσε στο τελευταίο τσιμπούκι που του πήρε. Συνήθως δεν ήταν έτσι, δεν το κανε με τόση μανία. Ήταν πιο τρυφερός μαζί του, του έγλειφε πρώτα λίγο τα αρχίδια, μετά τον έπαιρνε σιγά σιγά στο στόμα, το έκανε με τέχνη που μόνο κάτι γκόμενες που έβρισκε στα μπαράκια της πλατείας Αττικής του το καναν, με τρόπο κοριτσίστικο που τον έκανε να κλείνει τα μάτια του και να φαντασιώνεται. Συνήθως του τον έδινε χωρίς προφυλακτικό, δεν του άρεσε μ αυτό, του το χε πει, το χαν κόψει από τις πρώτες φορές που τον αγόραζε, του έλεγε πως ήθελε την κανονική γεύση, όχι την πλαστική, δεν τον πείραζε για αρρώστιες- φοβόταν, αλλά δεν τον πείραζε-, δουλειά του ήταν άλλωστε «ό,τι θέλει ο πελάτης», του έδειχνε κι εμπιστοσύνη όταν του έλεγε πως μόνο μ αυτόν έκανε ομοφυλοφιλικό. Τον πίστευε. Ήξερε από φάτσες, τόσα χρόνια στην πιάτσα έμαθε να κόβει καλά το μάτι του. Αλλά, ήταν κακή εκείνη η μέρα του. Του είπε στα σεντόνια του ξενοδοχείου που ξάπλωσαν πως είχε τσακωθεί με τη γυναίκα του, ότι τον έβρισε, τον ξανάπε ανίκανο, «κρυφοπουστάρα, που σε βρήκα και σε παντρεύτηκα», εκείνος τη χτύπησε στο πρόσωπο, έφυγε από το σπίτι και μετά τον πήρε στο κινητό του: «Έλα, Αντρέα. Ο Κώστας είμαι. Ο Κώστας από τον Άλιμο. Μπορείς να βρεθούμε σήμερα;». Φυσικά και μπορούσε. Ήταν από τους καλούς πελάτες, πάντα συνεπής, καθαρός, πλήρωνε καλά. Ήταν και παντρεμένος κι έτσι ποτέ δεν είχε πρόβλημα μ αυτούς, οι παντρεμένοι είναι πάντοτε οι πιο ακίνδυνοι πελάτες. Αυτοί φοβούνται πιο πολύ. Δεν ζητούσε πολλά- 30 ευρώ για πίπα- αλλά εκείνος του έδινε πάντα παραπάνω. Συνήθως, το ήθελε πιο τρυφερό μαζί του: Αγκαλιές, λίγα φιλιά πάνω από τα χείλη, δάγκωμα στις ρόγες, γλείψιμο για αρκετή ώρα εκεί, τη γλώσσα του να ανεβοκατεβαίνει στο λαιμό για κανά δεκάλεπτο, έκανε μετά σαν κοριτσάκι που του έλεγε συνέχεια «όχι πιπιλιές, όχι πιπιλιές» και μετά «έτσι το κάνεις και με τη γυναίκα σου;». Κι ύστερα ήθελε να μιλήσουν λίγο. Με ανοιχτή την τηλεόραση στην τσόντα που είχε βάλει από πριν στο δωμάτιο του ξενοδοχείου πίσω από την Αλεξάνδρας με τα ροζ πορτατίφ και τα πράσινα σαπούνια στο μπάνιο, χωρίς ήχο, απλά να παίζει λίγο η εικόνα για να καυλώσει. Του τον έπαιζε και εκείνος, είχε τα μάτια του καρφωμένα στις παρτούζες και του τον έπαιζε. Μια φορά του είχε πει πως του θύμιζε και λίγο το μεγάλο του γιο- 23 χρόνων είναι κι εκείνος- αλλά, όταν είδε την αντίδρασή του, τα μάτια να γουρλώνουν, να απομακρύνει το χέρι του γύρω από το λαιμό του, το κοψε- δεν πήγαινε ο Αντρέας με ανώμαλους. Συνήθως βρισκόντουσαν κάθε εβδομάδα, μέσα στο Σαββατοκύριακο, όταν ο Κώστας είχε χρόνο από τη δουλειά του- κάπου σε ένα γραφείο του είχε πει πως δούλευε, αλλά δεν τον πίστευε, όλοι λένε ψέματα σ αυτά και ειδικά οι παντρεμένοι. Τον ήθελε πάντα διαθέσιμο, δουλειά του ήταν άλλωστε. Και ήταν πάντοτε κύριος μ αυτόν, τύπος και υπογραμμός. Την τελευταία φορά του είχε δώσει 100 ευρώ, συνήθως του έδινε περισσότερα, αλλά δεν έμειναν πολύ ώρα στο ξενοδοχείο στην πλατεία Βάθη- προτιμούσε το «ΧΧΧ Hotel» από το άλλο της Αλεξάνδρας, αν και χρέωνε 27 ευρώ για τρεις ώρες, ενώ της Αλεξάνδρας 20 ευρώ, ήταν όμως πιο καθαρό-, είχε προκύψει και η φωτογράφησή μας, η συνάντηση που έπρεπε να κάνουμε μετά στο «Απολλώνιον» στην Ομόνοια να μου μιλήσει για τη ζωή του, δεν είχε χρόνο για πολλά πολλά- ήθελε απλώς κάπου να μιλήσει. Και μου το τόνισε: «Αν δείξεις ρε παλιόπουστα τις φάτσες μας ή γράψεις τα πραγματικά μας ονόματα, σ έχουμε σφάξει σαν αυτό που έκανε ο David στον Σεργανόπουλο». Του το υποσχέθηκα. Θέλει φραπέ με γάλα, αλλά χωρίς ζάχαρη. «Κάνω δίαιτα εδώ και μία εβδομάδα, ένας πελάτης μου είπε ότι ξεκίνησα να κάνω κοιλίτσα και βάλθηκα να τα χάσω πριν πάρω περισσότερα. Βέβαια το καυλί μου είναι πάντα όρθιο, αυτό δεν χρειάζεται δίαιτες».
Να μην ανησυχώ για τον πελάτη του μου είπε, το κανόνισε, θα βρισκόντουσαν την Κυριακή, για αρκετή ώρα, κατά το μεσημέρι που η γυναίκα του θα πήγαινε την μικρή τους κόρη για κολύμπι στον «Πανελλήνιο». Δεν θα χανε τα λεφτά. Θα έκαναν το κρυφό τους ραντεβού κάτω από το άγαλμα του βασιλιά στο Πεδίον του Άρεως και θα έφευγαν παρέα. Δύο ώρες σίγουρα θα τον ήθελε, αυτό γινόταν πάντα, λίγο στοματικό, λίγο γλείψιμο στην τρυπούλα, λίγο στα 4, λίγα φιλιά- στα μάγουλα, όχι φυσικά στο στόμα, δεν φιλάει ποτέ ο Αντρέας άντρες στο στόμα. Επίσης, δεν πηδιόταν. Όχι. Το ξεκαθάριζε στους πελάτες απ την αρχή: «Εγώ είμαι μόνο ενεργητικός. Δεν τον τρώω». Όποιος ήθελε να πηδήξει, τηλεφωνούσε στους κολλητούς του, κάτι παιδιά από τη Ρουμανία και την Αλβανία που μένουν στην Αχαρνών και κοντά στην Ομόνοια- λίγο πιο κάτω από το παλιό Εφετείο- και το κανόνιζε. Αυτοί και με 40 ευρώ έδιναν κώλο, δεν ήταν ακριβοί αν σκεφτείς ότι όλοι εκείνοι στις αγγελίες γνωριμιών ξεκινούν τη βίζιτα από 150 και πάνω με τη δικαιολογία- αν τους πεις κάτι στο τηλέφωνο, αν διαμαρτυρηθείς για την τιμή- «παίρνεις πράμα ελληνικό». Ο Αντρέας πάντα γελούσε μ αυτά «τι ελληνικό ρε μαλάκα; Αφού οι Ρουμάνοι τον έχουν μεγαλύτερο. Μια φορά να σου τον βάλουν, δεν θα μπορείς να κάτσεις για τρεις μέρες. Και επειδή έχουν μεγάλη πελατεία και γαμάνε συνέχεια, αντέχουν για πάνω από μία ώρα σερί. Σε ξεσκίζουν!». Το παραδέχεται κι ο ίδιος, δεν έχει πρόβλημα. «Όταν με παίρνουν οι πελάτες είμαι ειλικρινής. 17 εκατοστά τους λέω πως τον έχω, όχι πολύ χοντρό, κανονικό, αλλά είμαι πολύ ωραίο παιδί, γυμνασμένος και λίγο τριχωτός, αντέχω πάνω από μισή ώρα στο τσιμπούκι και πολύ παραπάνω στο γαμήσι. Τον παίζω κιόλας λίγο πριν στην τουαλέτα για να αργήσω να χύσω μετά. Αρέσω στους gay και με προτιμούν. Άμα όμως ενδιαφέρονται μόνο για το μέγεθος του πούτσου, τους στέλνω στα φιλαράκια μου, μου δίνουν σίγουρα δέκα ευρώ από αυτά που παίρνουν, προμήθεια για τον πελάτη που τους έκλεισα». Μόνο μία φορά έκανε πολύ καιρό να βρεθεί με τον Κώστα, τότε που σκότωσαν τον Σεργιανόπουλο. Τον έπαιρνε τηλέφωνο, δεν απαντούσε, τον ξανάπαιρνε, κλειστό. «Έλα ρε μαλάκα», του είπε όταν τον πήρε επιτέλους πίσω εκείνος, «αφού με ξέρεις, εγώ θα σε σκοτώσω; Τι είμαι; Ο “killer”;». Εκείνη την εποχή είχε κόψει την πιάτσα στην πλατεία Βικτωρίας, είχε γεμίσει από μπάτσους, κάμερες και δημοσιογράφους. Για κανά μήνα ερήμωσε η περιοχή. Όσοι τον έψαχναν, τους έκλεινε ραντεβού έξω από το «Fantastico» στην Αχαρνών ή κοντά στο «Sammis» στη Φυλής, είχε πέσει και η δουλειά τότε, σκατά. «Σκέψου», μου λέει, «ότι βγάζω σίγουρα 200 ευρώ τη μέρα, όταν τον σκότωσαν κατέβηκα στα 50. Κάναμε δύο μήνες έτσι, με κάτι διαλέιμματα. Όποτε έβγαζε πρωτοσέλιδο η Espresso τη δολοφονία, ερήμωνε η πιάτσα. Ειδικά τότε που δημοσίευσε τις φωτογραφίες του μαχαιρώματος, δεν ερχόταν άνθρωπος, μας είχε καταστρέψει. Δεν το ρίσκαραν πάντως πολλοί σαν τον Σεργιανόπουλο, ήταν από τους λίγους που έδειχναν έτσι τη φάτσα τους στο δρόμο χωρίς να τον νοιάζει. Συνήθως όλοι οι άλλοι επώνυμοι- τραγουδιστές και ηθοποιοί που έχουν οικογένειες και παιδιά, που έρχονται σ εμάς για να “ξεσπάσουν”, αλλά δεν θα σου πω ονόματα- το κάνουν μέσω τηλεφώνου ή γνωστών, κανείς τους δεν το διακινδυνεύει έτσι. Ευτυχώς ήταν Καλοκαίρι όταν έγινε το φονικό και βρίσκαμε “παρέα” και από τα Λιμανάκια ή γύρω από την Ομόνοια τα απογεύματα της Κυριακής. Τώρα είναι όλα καλά, πέρασε το κακό, οι πελάτες έχουν γίνει πολύ περισσότεροι. Ξεθάρρεψαν. Έρχονται με τα αυτοκίνητά τους, σταματάνε έξω από τα Everest, κόβουν φάτσες, ρωτάνε τιμές, αν είμαστε ενεργητικοί, παθητικοί ή και τα δύο, αν παίρνουμε και εμείς τσιμπούκια, και πάμε όπου θέλουν αυτοί. Είναι επικίνδυνα, το ξέρω, αλλά εγώ τους καταλαβαίνω ότι εκείνοι φοβούνται πιο πολύ από εμάς. Πολύ μοναξιά εκεί έξω, ρε φίλε».
Κάποιες φορές το κάνει χωρίς προφυλακτικό, το καταλαβαίνει ότι αυτό είναι πολύ επικίνδυνο, αλλά όποτε συμβαίνει γίνεται μόνο με τους στάνταρ πελάτες του, συνήθως τους παντρεμένους. Είναι εκείνοι που πληρώνουν και καλύτερα, είναι χουβαρντάδες. Για τους άλλους, όσους βρίσκει στο Star στην Ομόνοια, χέστηκε. Ξεπέτα είναι γι αυτόν. Κάθεται για λίγο στον κάτω όροφο του σινεμά, ανεβοκατεβαίνει στον δεύτερο και στον τρίτο που είναι πιο prive, πιο σκοτεινός, ανταλλάσσει ματιές, του κάνουν νόημα και ξεκινάει το γνωστό ποίημα: «τι γίνεται; όλα καλά; θέλεις να πάμε στην τουαλέτα;». Στα παζάρια μπορεί να το κατεβάσει ακόμη και στα 10 ευρώ την πίπα-πάντα με προφυλακτικό- αλλά αυτό για πολύ ειδικές περιπτώσεις, για κανά άβγαλτο πιτσιρίκι που δεν του αρέσει το Γκάζι, που έχει τρυφερό άτριχο κολαράκι και προτιμά τις πιο άγριες καταστάσεις. Άμα όμως είναι γέρος, δεν το ρίχνει κάτω από 30. «Με αυτούς χύνω πολύ δύσκολα. Την ώρα που τους τον χώνω στο στόμα κοιτάω το ταβάνι ή το καζανάκι. Μπορεί να σκεφτώ λίγο κανένα μουνί, να μου σηκωθεί, να μπορέσω να αποδώσω. Πάντως όταν ο άλλος βγάλει τη μασέλα η πίπα είναι η καλύτερη. Δεν φαντάζεσαι τι καύλα είναι να στον παίρνει ένα στόμα χωρίς δόντια».
Τον παίρνουν τηλέφωνο στο δεύτερό του κινητό. Οι φίλοι του. Θα έρθουν σε λίγο να μας βρουν και να πάμε στην πλατεία Βικτωρίας για τη φωτογράφησή μας. Συστημένος πήγα και με εμπιστεύεται. Αλλιώς «έχω μάθει στα τέσσερα χρόνια που κάνω αυτή τη δουλειά, να μην εμπιστεύομαι ούτε το μουνί της μάνας μου. Είμαι 23, αλλά έχω μυαλό για 40». Πίνει λίγο από το φραπέ του και μου τονίζει ότι θα με σκοτώσει αν δεν καλύψω πρόσωπα. Σαν να μου λέει «καλησπέρα», με τον πιο φυσικό του τρόπο. Και το εννοεί. Ανάβει τσιγάρο, μου ζητάει φωτιά. «Ακόμα και η νύχτα έχει νόμους, αντρικούς και απαράβατους, που ισχύουν για όλους εξίσου- είτε είναι τραβεστί, είτε μαχαιροβγάλτες, είτε πούστηδες, είτε σαν κι εμένα straight που γαμάνε άντρες και πληρώνονται. Κάνει λάθος όποιος νομίζει ότι θα βγει τη νύχτα και θα εκφραστεί “ελεύθερα”. Η νύχτα είναι εμπόριο, λεφτά και γαμήσι. Τα πάντα πωλούνται και τα πάντα αγοράζονται. Πουτάνα τραβεστί, άντρας ή γυναίκα, straight ή gay στην Ομόνοια ή στην Αχαρνών είσαι ουσιαστικά κρέας για πούλημα. Από τα όργανά σου, κάποιοι θα βγάλουν λεφτά και εσύ τα δικά σου». Νταβατζή είχε μόνο όταν ξεκίνησε τη δουλειά, στα 19 του. Του τα κανε συκώτια, τον έπρηζε, τον έστελνε όπου να ναι, με σαραντάρηδες, με εβδομηντάρηδες, με ό,τι κυκλοφορούσε- και μετά fifty fifty. Μαλάκας. Όχι, δεν τον πείραζαν οι ηλικίες, αυτός κώλο γάμαγε- τον αντρικό σαν γυναικείο τον έβλεπε-, δουλειά ήταν όλα γι αυτόν, οι διαδρομές όμως ήταν που τον κούραζαν, η Ραφήνα, το κέντρο, η Γλυφάδα, όλες μέσα σε ένα απόγευμα. Χτυπάει το κινητό της δουλειάς. Δεν ξέρει τον αριθμό. Απαντάει. «Ναι. Θα μπορέσω κατά το βραδάκι. 17 εκατοστά, ωραίο κολαράκι, χοντρό καυλί, ενεργητικός. Κατά τις 11 είναι καλά. Μια ώρα θα μας πάρει. Τα λεφτά πρώτα. 100. Καλά, 80. Όχι, πιο κάτω δεν πέφτω. Όταν με δεις και δεν σ αρέσω να σου τη ρίξω την τιμή, αλλά τόσα παίρνω. Έξω από τη στάση του μετρό στην Μαρίκας Κοτοπούλη. Κάνε μου αναπάντητη μόλις φτάσεις. Θα είμαι εκεί». Το κλείνει. Γελάει και κάνει λακκάκια στα μάγουλα. «Όλοι μαλάκες, όλοι παζάρια. Να σε γαμήσω θέλεις ρε, δεν αγοράζεις φουστάνι». Δεν τον πειράζει τόσο να τον στήσουν, όσο να μην του δώσουν πρώτα τα λεφτά, πριν τους πηδήξει. Θέλει να του δείχνουν εμπιστοσύνη. Έτσι έμαθε από την οικογένεια του στην Κρήτη που μεγάλωσε. Εννοείται πως θα τους χύσει όπου θέλουν, θα τα πιουν κιόλας αν γουστάρουν, αλλά δεν εγγυάται αν θα ναι πολύ ή λίγο. Συνήθως οι πρωινοί πελάτες είναι οι πιο τυχεροί. Εκείνη την ώρα, θέλει απλώς μια τρύπα να τελειώσει. Και αντέχει περισσότερο. «Η νύχτα κρύβει λάσπες. Ακόμη και η Συγγρού, που είναι ένας δημόσιος δρόμος, είναι χωρισμένη σε δικαιοδοσίες, δηλαδή ένα κομμάτι του δρόμου ανήκει σε μία κοπέλα που πληρώνει “ενοίκιο” ή “ποσοστά” σε κάποιον, που με τη σειρά του δίνει λόγο σε κάποιον ανώτερο και πάει λέγοντας. Το ίδιο γίνεται και με τα αγόρια- είναι αναλόγως με τα χρόνια που έχεις βγει στην πιάτσα. Δεν θα σου πω όλες τις περιοχές, για να μην αρχίσουν τις μαλακίες οι μπάτσοι. Ό,τι κάνω πάντως, το κάνω για τα λεφτά. Φύλαξα 14 χιλιάδες στην τράπεζα και θα συνεχίσω όσο αντέξω. Εύκολα λεφτά είναι, φτάνει να μην ταυτίζεσαι πολύ με τον πελάτη. Δεν σηκώνουν ευαισθησίες οι βίζιτες». Την δουλειά θέλει να τη σταματήσει μόλις βγάλει όσα λεφτά χρειάζεται για να αγοράσει σπίτι. Το υποσχέθηκε στον εαυτό του. «Καλά», του λέω, «όποιος γλυκαθεί με τα εύκολα λεφτά, δύσκολα ξεκολλάει». Με αγριοκοιτάει. «Εγώ, μαλάκα, θα σταματήσω!».
Πολλές φορές τον ερωτεύτηκαν, του έκαναν δώρα, τον πήγαν σε μαγαζιά να του ψωνίσουν, βόλτες με το αυτοκίνητο, σε ακριβά εστιατόρια στο Κολονάκι. Τα δεχόταν όλα. «Δίνω αυτό που έχουν αυτοί πιο μεγάλη ανάγκη, τον πούτσο μου και τα 23 μου χρόνια και παίρνω από εκείνους αυτό που έχω εγώ ανάγκη: Τα λεφτά τους». Δεν ήταν πάντα έτσι. Έμαθε να είναι. Τον πατέρα του δεν τον γνώρισε, η μάνα του έφερνε στο σπίτι όποιον άντρα ήθελε, γνώριζε διάφορους που του συστήνονταν ως «πατέρας», στα Χανιά τους έκανα βούκινο παντού σαν «το σπίτι της πουτάνας», βγήκε στη λαϊκή να πουλάει ψάρια από 12 χρόνων και κάποιος φίλος του τον έβαλε στη δουλειά. Στην αρχή του άρεσε κιόλας, ήταν εύκολα λεφτά, έχυνε χωρίς να τον παίζει κι άμα ήταν και κανένας συνομήλικος του τρελαινόταν περισσότερο γιατί αυτά ήταν άβγαλτα και καύλωνε να τους μαθαίνει τον τρόπο, «πιο πίσω, πιο πάνω, βάλτον τώρα όλον μέσα». Με αυτά πήγαινε ακόμα και δωρεάν. Τρύπα να ναι, κι ό,τι να ναι. Μετά ξεκίνησε να το κάνει μηχανικά. Εννοείται ότι πήγαινε και με γυναίκες. Και πάει ακόμα. Να, τώρα έχει τρεις φίλες. Όχι με λεφτά. Με τις γυναίκες δεν πάει ποτέ με λεφτά. Επειδή είναι straight και επειδή του αρέσει. Δεν ξέρουν για τη δουλειά του. Εννοείται. Απλώς ενθουσιάζονται που έχει λεφτά και τις βγάζει έξω με την μηχανή που αγόρασε πέρσι, που πάνε βόλτες στην παραλιακή και στα μπουζούκια. Στη Βίσση πριν από καμιά βδομάδα ας πούμε και παλιά στον Σφακιανάκη. Σχέσεις δεν κάνει. Πώς να κάνει σχέσεις με δύο κινητά; Γελάει πάλι. «Μαλάκας είσαι ρε δημοσιογράφε;». Θέλει και τρίτο τσιγάρο.
Κάποια στιγμή- μου το ξαναλέει- θέλει να σταματήσει, θέλει να κάνει οικογένεια και παιδιά, θέλει να έχει μία κανονική ζωή. «Όχι ότι η δική μου δεν είναι κανονική επειδή κάνω αυτή τη δουλειά, εννοώ πιο κανονική». Φίλους πραγματικούς δεν έχει, με τη μάνα του δεν πολυμιλάει, η ζωή του είναι πάνω κάτω η ίδια με όσους κυκλοφορούν στην πιάτσα: Ξυπνάει όποτε χτυπήσει το κινητό, πάει βόλτες στο κέντρο, κάθεται για λίγο στη στάση του μετρό στην Αγίου Κωνσταντίνου, ξεκινάει τα ραντεβού, το βράδυ πάει σε σινεμά και σε clubs κοντά στην πλατεία Βικτωρίας, κοιμάται κατά τις 5. Το καλύτερό του είναι να κανονίσει ο πελάτης παρτούζα. Εκείνος και με γυναίκα. Με τη γυναίκα του να ξέρει ότι ο άντρας της είναι και gay. Έχει κανα δυο τέτοιους σταθερούς και ικανοποιούνται και οι τρεις. Ανοιχτοί άνθρωποι. «Αν το κανε αυτό η δική μου γυναίκα, θα τη σκότωνα», μου λέει και ρουφάει τη βάση απ το φραπέ του. Έρχονται οι φίλοι του. Οκτώ αγόρια. Μας συστήνει. Τους λέει να μην φοβούνται, έχω έρθει απ τον τάδε. Πάμε. Του έρχεται μήνυμα. Το διαβάζει και γελάει. Μου το δείχνει. «Μαζί σου νιώθω πραγματικό έρωτα. Δεν μπορώ να σε ξεχάσω από χτες. Θέλεις να βρεθούμε σήμερα;». Από έναν χοντρό που μένει στον Άγιο Στέφανο «αλλά με μια κολάρα να!». Τέτοια πολλά. Συναισθηματικά και ερωτικά. Αλλά αυτός χέστηκε. Τα λεφτά τον νοιάζουν. «Έχω γνωρίσει πριν από κανά μήνα και ένα πιτσιρίκι που το γαμάω χωρίς λεφτά, επειδή είναι πολύ καύλα. Αυτό μου βγάζει κάτι. Την ξέρει τη δουλειά μου, πήγε να με πληρώσει την πρώτη φορά, αλλά του είπα “στοπ, εσένα θα σε κάνω σκλαβάκι μου και θα πηγαίνεις μόνο μαζί μου”. 22 χρόνων είναι, αλλά φαίνεται 18. Μόνο μ εμένα πάει». Πληρώνει εκείνος τον καφέ μας. Κάτι του λένε οι φίλοι του, τους εξηγεί, όχι δεν θα αργήσουμε. «Να το τονίσεις, ρε φίλε, ότι είμαι straight, ότι είμαι κανονικός. Θα σε σκίσω αν δεν το γράψεις. Δεν είμαι καμιά πουστάρα εγώ».
Δημοσίευση στο περιοδικό "Nitro", τον Δεκέμβριο του 2009 (οι φωτογραφίες του θέματος είναι του Παντελή Ζερβού. Η φωτογράφηση έγινε γύρω από την πλατεία Βικτωρίας, στο κέντρο της Αθήνας).

31.10.09

ΕΛΕΟΝΩΡΑ ΜΕΛΕΤΗ: "ΕΧΩ ΦΑΕΙ ΕΦΑΠΑΞ ΚΕΡΑΤΑ, ΓΙΑ ΟΛΗ ΜΟΥ ΤΗ ΖΩΗ".

Χρειάζεται κάτι παραπάνω από ένα λαμπερό χαμόγελο, sexy χείλη και αισιόδοξη διάθεση για να είναι κάποιος πρώτος σε θεαματικότητα στη ζώνη 8:00- 10:00 της ελληνικής τηλεόρασης: Μία ενδιαφέρουσα ιστορία. Η Ελεονώρα δεν είχε ποτέ πρόβλημα να είναι ειλικρινής στις συνεντεύξεις της. Και να μην κρύβεται. Απλώς, αυτή τη φορά, ίσως να αφέθηκε λίγο παραπάνω από όσο την είχαμε συνηθίσει μέχρι σήμερα.Δεν είχα καλή εικόνα για την Ελεονώρα. Τη θεωρούσα μία εξαιρετικά ευνοημένη από την τύχη γυναίκα, ένα πλουσιοκόριτσο που δεν χρειάστηκε να παλέψει για πολλά στη ζωή της, που όλα της ήρθαν ευνοϊκά και όμορφα, όλα συγυρισμένα σε κουτάκια ενός προδιαγεγραμμένου μέλλοντος που άλλοι είχαν αποφασίσει γι αυτήν και εκείνη απλώς χειροκροτούσε απαιτώντας περισσότερα. Μία καλομαθημένη. Μέχρι που συναντηθήκαμε, μιλήσαμε, συγκινήθηκε πολύ, γέλασε περισσότερο και κατάλαβα ότι το μέλι της βρισκόταν επάνω σε μία κουταλίτσα στην κόψη ενός τσεκουριού. Που, κάποια στιγμή, χαράκωσε και την ίδια. Είναι παράξενο να βλέπεις την Ελεονώρα από κοντά- αν δηλαδή είναι η πρώτη σου φορά-, επειδή τότε μόνο αντιλαμβάνεσαι ότι δεν είναι η comme il faut γυναίκα που κάποιοι έχουν στο μυαλό τους για εκείνη, ότι είναι τσαμπουκάς, αυθόρμητη, μάγκας και ναζιάρα- με τη δεξιοτεχνία ενός ζογκλέρ που ισορροπεί δέκα ποτήρια στον αέρα. Και είναι ακόμη πιο παράξενο όταν αυτή, η τόσο όμορφη γυναίκα, αποφασίσει να κάνει τη μαϊμού, ή να τραβήξει τα μάγουλά της με τα δάχτυλα βάζοντας ακόμη και τα δικά σου μέσα στο στόμα της για βοήθεια «για να βγει τέλεια η πόζα», ή ακόμη να θέλει να φάει μία πολύχρωμη τούρτα στο πρόσωπο, σαν να παίζαμε μπουγέλα- και να θέλει να φωτογραφηθεί κιόλας μ αυτό. Επίσης, δημιουργεί οικειότητα. Που, αν την εκμεταλλευτείς σωστά στις τρύπες της μέχρι τώρα ζωής της, θα ανοιχτεί και θα μιλήσει. Και θα πει πράγματα που δεν έχει πει στις δεκάδες μέχρι σήμερα συνεντεύξεις της. Χωρίς πρόβλημα, χωρίς δεύτερες σκέψεις. Άνετα. Και εγώ, αυτή την αφέλειά της- όσο πίναμε καφέ, όσο νόμιζε πως ανοιγόταν σε κάποιο κολλητό της-, την εκμεταλλεύτηκα.
Η ΛΑΘΟΣ ΕΙΚΟΝΑ
«Κάποια στιγμή κινδύνευσα να χάσω τον εαυτό μου. Μην σου πω ότι τον έχασα κιόλας. Αλλά χρειαζόταν να τον χάσω, για να τον ξαναβρώ στη συνέχεια με ένα διαφορετικό τρόπο. Μόνο όταν έχασα τον εαυτό μου, μπήκα στη διαδικασία να τον αναζητήσω. Ό,τι είμαι αυτή τη στιγμή, το χρωστάω στα λάθη μου. Τα αγαπάω τα λάθη μου, αλλά δεν θέλω να επαναλαμβάνω τα ίδια. Έχω κάνει άπειρα στη δουλειά, από ένα λάθος μετά γινόταν ένα ντόμινο πολλών. Το μεγαλύτερό μου λάθος ήταν που, όταν μπήκα σε αυτό το χώρο, δεν ήμουνα 100% σίγουρη για τη δική μου αλήθεια. Η δουλειά αυτή όμως με έβαλε σε ένα φοβερό τριπάκι και έχω κάνει δεκάδες αλλαγές από τότε που ξεκίνησα. Ξέρεις τι ήμουνα στο παρελθόν; Τι εικόνα έδινα; Ήμουνα “το τέλειο κοριτσάκι”, “η τέλεια κόρη”, “η τέλεια μαθήτρια”, “η τέλεια αθλήτρια”. Ήμουνα “η τέλεια”. Και δεν ήθελα να είμαι “η Mrs τέλεια”, ρε γαμώτο! Δεν ήταν αυτός ο στόχος μου. Το συνειδητοποίησα και θέλησα να το αλλάξω. Αυτό έβγαινε και τον πρώτο καιρό στον Καφέ. Και δεν μου άρεσε. Εγώ ήθελα να βγαίνει προς τα έξω η πραγματική μου εικόνα- και αυτό να γίνεται αβίαστα. Προσπαθούσα, αλλά δεν τα κατάφερνα. Το κομβικό σημείο που άλλαξαν όλα ήταν η εποχή που μπήκα στο νοσοκομείο. Ήταν σαν να γύρισε ο διακόπτης και εγώ είχα πάρει ανάποδες στροφές. Όσο ήμουνα άρρωστη, εγώ ηρέμησα. Χαλάρωσα, αφέθηκα, είδα κάποια πράγματα καθαρά. Έκανα αποτίμηση και πήρα αποφάσεις για τον εαυτό μου: Ότι θα παλεύω- από δω και πέρα- για τους αυθεντικούς ανθρώπους, τις αυθεντικές καταστάσεις και αξίες. Ότι δεν θα με ενδιαφέρει οτιδήποτε ψεύτικο. Ήταν σαν να γύρισε όλο το μέσα μου τούμπα και είπα “αυτή είμαι, σ όποιον αρέσω”. Σαν να έκλεισα έναν μεγάλο κύκλο».
ΕΝΑ ΚΑΛΟΜΑΘΗΜΕΝΟ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ ΣΤΑ ΜΠΟΥΖΟΥΚΙΑ
«Ήμουνα ένα καλομαθημένο κοριτσάκι, δεν μου έλειψε τίποτα στην παιδική μου ηλικία, δεν στερήθηκα τίποτα, δεν έχω απωθημένα. Μεγάλωσα σε μία οικογένεια που είχα άνεση. Κάποτε είχα κατηγορηθεί και γι αυτό, ήταν και αυτό ένα από τα “λάθη” μου. Κανείς όμως δεν βλέπει ότι σήμερα, αντί να μένω στη βίλα μου στη Σαρωνίδα, μένω σε ένα σπίτι 100 τετραγωνικών που νοικιάζω με το σύντροφό μου. Έχω μάθει στη ζωή μου να μην είμαι σπάταλη. Είμαι εξαιρετική οικονομική διαχειρίστρια, αν μου δώσεις 200 ευρώ και μου πεις “θα βγάλεις το μήνα μ αυτά”, θα σου φέρω και ρέστα. Δεν ήμουνα το παιδί που έκανε επαναστάσεις. Σκέψου ότι την πρώτη μου επανάσταση την έκανα όταν μπήκα στο πανεπιστήμιο, την εφηβεία μου την πέρασα στα 20, διότι μέχρι εκείνη την ηλικία εγώ ήμουνα “το υπόδειγμα”. Δεν είχα δημιουργήσει ποτέ πρόβλημα στο σχολείο ή στην οικογένειά μου, ήμουνα “το πολύ καλό παιδί”- τύπος και υπογραμμός. Σε εκείνη την ηλικία, όταν ένιωσα ότι τελείωσα με όλες μου τις υποχρεώσεις στο σχολείο και στο πανεπιστήμιο, άρχισα να βγαίνω κάθε βράδυ έξω, να ξενυχτάω, να πηγαίνω διακοπές στη Μύκονο, να μου λένε οι γονείς μου “έχεις κάνεις το σπίτι ξενοδοχείο”, αλλά όλα αυτά μέσα σε λογικά πλαίσια. Δεν ήμουνα “η άριστη μαθήτρια” στο σχολείο, διότι έκανα πολλά πράγματα ταυτόχρονα, όχι γιατί δεν διάβαζα- ήμουνα όμως πολύ πειθαρχημένη. Αλλά δεν ήξερα ότι, στη συνέχεια της ζωής μου, το να μιλούσα πέντε ξένες γλώσσες, θα ήταν πταίσμα. Ζούμε σε μία κοινωνία που η μόρφωση και η καλλιέργεια σνομπάρονται και θεωρούνται ακόμη και ελαττώματα, ενώ, αντίθετα, εκθειάζεται το κιτς, η βιτρίνα, το φαίνεσθαι, η βλακεία και η κουτοπονηριά. Έβγαιναν κάποιοι και με ειρωνεύονταν για την μόρφωσή μου. Γιατί; Είναι δυνατόν, για πρώτη φορά στη ζωή μου, να ντρέπομαι επειδή τελείωσα ένα πανεπιστήμιο; Σαν να ήταν καταδίκη, σαν να ήταν ξεφτίλα. Σκέψου επίσης ότι προτού δουλέψω στον Καφέ, δεν είχα ξαναπάει στα μπουζούκια. Δεν άκουγα καν ελληνική μουσική. Τους μόνους που ήξερα μέχρι το 2003 ήταν τον Αντώνη Ρέμο και τον Σάκη Ρουβά, κανέναν άλλον. Αλλά, έπρεπε να τα κάνω όλα αυτά, όφειλα να μάθω γρήγορα όλα όσα δεν ήξερα, γιατί πάνω απ όλα ήμουν και είμαι επαγγελματίας. Η σημερινή μου όμως εικόνα, δεν έχει καμία σχέση με αυτή του παρελθόντος. Μα καμία! Τώρα ξεκινάω να πάω στη δουλειά και είναι σαν να πηγαίνω στο νηπιαγωγείο, σαν να πηγαίνω για καφέ. Περνάω τέλεια, κάνω χαβαλέ και, κυρίως, γελάω. Και ευχαριστώ το Star, όλη την ομάδα που δουλεύουμε για την Πρωινή Μελέτη, που μου παρέχει όλα αυτά. Τώρα πια ξέρω ότι αυτές οι συνθήκες εργασίας δεν είναι δεδομένες.»
ΚΕΝΑ ΜΝΗΜΗΣ
«Μόνο για τον εαυτό μου έχω κλάψει στη ζωή μου, για κανέναν άλλον. Άντε, και για ένα γκόμενο στο γυμνάσιο, με τον οποίο βγαίναμε για εννιά μήνες- ήμουνα η Κέλυ και αυτός ο Ντίλαν του Μπέβερλι Χιλς. Υπήρξα καψούρα μαζί του τρία χρόνια. Γενικά, θυμώνω με τον εαυτό μου. Μία περίοδο τον λυπήθηκα κιόλας, τότε ήταν για κλάματα. Πως μπορώ να ξεχάσω το κράξιμο που έχω φάει από τους πάντες, το ότι γινόντουσαν λιμοί και καταποντισμοί και για όλα “έφταιγε η Μελέτη”; Είχε αποδράσει ο Παλαιοκώστας και έλεγα “τώρα να δεις που θα μου επιρρίψουν και σε αυτό την ευθύνη”. Παράνοια! Άκουσα τόσα πολλά από ανθρώπους που δεν με ήξεραν καν, που δεν γνώριζαν την Ελεονώρα. Καθόμουν κι έλεγα “μα πως μπορεί να βγαίνει αυτός και να μιλάει για μένα από τη στιγμή που δεν με ξέρει;”. Αυτό που με τρέλαινε ήταν που μιλούσαν για μένα άνθρωποι που είχαν κύρος και θεωρούνταν είδωλα. Αναρωτιόμουνα “γιατί”, αλλά δεν έπαιρνα απαντήσεις. Ξέρεις, δεν θέλω να θυμάμαι τόσες πολλές λεπτομέρειες από εκείνη την εποχή, μερικές φορές μάλιστα έχω και κενά μνήμης. Επίτηδες. Σαν να αρνείται το μυαλό μου να συγκεντρωθεί σε αυτό, σαν να μην ήμουνα εγώ μέσα σε αυτή την κατάσταση. Δεν θέλω να θυμάμαι».
ΟΙ ΕΠΙΣΚΕΨΕΙΣ ΣΕ ΨΥΧΟΛΟΓΟ
«Δεν μιλούσα σε κανέναν για όλα αυτά που ζούσα, δεν έπαιρνα συχνά κάποια φίλη μου να τα συζητήσω, δεν έλεγα τίποτα στους δικούς μου ανθρώπους, έπρεπε να το λύσω μόνη μου το θέμα. Που να ξεσπούσα; Γκόμενο δεν είχα, δεν ήθελα να βγαίνω με τις φίλες μου- που υπεραγαπώ- και να τις φορτίζω συνεχώς με όλα αυτά, ήθελα να περνάμε πιο ευχάριστα τον χρόνο μας, διασκεδάζοντας και προσπαθώντας να χαλαρώσω. Τελικά, το έλυσα στο ντιβάνι. Πάω εννιά χρόνια σε ψυχολόγο, το γουστάρω, μου αρέσει πολύ. Έλυσα πολλά μέσα από αυτό και, ειδικά εκείνη την περίοδο, κατάλαβα πολλά για τους ανθρώπους, αλλά κυρίως για μένα. Συνεχίζω να πηγαίνω σε ψυχολόγο, σε συνεδρίες αυτογνωσίας, μία φορά την εβδομάδα. Θέλω ακόμη να μαθαίνω για ποιο λόγο λειτουργώ έτσι, γιατί βιδώνω μ αυτό, τι μου συμβαίνει, γιατί μου αρέσουν αυτοί οι άνθρωποι και όχι κάποιοι άλλοι. Εντελώς τυχαία ξεκίνησα με αυτή τη διαδικασία. Ήμουνα στο πανεπιστήμιο, είχα πάρει κάποια μαθήματα ψυχολογίας, μου άρεσαν πάρα πολύ, διάβασα για τον Γιουγκ και είπα ότι θα ήθελα να βρω έναν άνθρωπο που να κάνει ψυχολογία σαν αυτόν. Δεν είναι κακό. Γι αυτό βγαίνω και σου μιλάω σήμερα για το συγκεκριμένο θέμα, δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να υπάρχει προκατάληψη επάνω σε κάτι τόσο σημαντικό».
Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΕΛΕΟΝΩΡΑΣ
«Εδώ και δύο χρόνια ξυπνάω γύρω στις 6 το πρωί, πάω στην εκπομπή, τελειώνουμε, κάθομαι στο γραφείο μέχρι τις 5 και μετά πηγαίνω στο σπίτι για να χαλαρώσω. Κοιτάω τα νούμερα, αλλά όχι μέσα σε μία τρέλα, συνήθως μετά το τέλος της εκπομπής. Αν είμαστε σε πολύ καλή φάση, όπως τώρα, έρχονται οι συνεργάτες μου και μου τα λένε, το καταλαβαίνω από τα χαμόγελά τους. Ο μοναδικός λόγος για να έφευγα κάποια στιγμή από το Star θα ήταν η ασυμφωνία χαρακτήρων ή το να πάψουμε να έχουμε τον ίδιο κώδικα επικοινωνίας- η επαγγελματική σχέση είναι σαν την ερωτική. Παίρνω και εγώ τηλέφωνα κάποιους καλεσμένους για να έρθουν στην εκπομπή, λέμε όλοι μαζί ιδέες, λειτουργούμε όλοι μαζί σαν ομάδα, δεν υπάρχει “η παρουσιάστρια” και “οι υφιστάμενοι”- ούτε γι αστείο. Δεν με ενδιαφέρει αν κάποιοι χαρακτηρίζουν σουρεαλιστικό το να έχω καλεσμένους στην εκπομπή μου την μία μέρα την Πόπη Μαλιωτάκη και την επόμενη τη Λιάνα Κανέλη. Είμαστε ποικιλόμορφη εκπομπή και χωράνε όλα σ αυτήν. Και δεν με νοιάζει επίσης να τσαλακώνω τον εαυτό μου στην εκπομπή, ανά πάσα στιγμή. Κάνω τον μπόντι μπίλτερ, την Αλίκη, την μαϊμού, τη δαιμονισμένη, πολλές μιμήσεις- ανάλογα με τη στιγμή και την έμπνευση- σφυρίζω κλέφτικα. Αφέθηκα, τώρα μου βγαίνει».
Η ΕΞΑΡΤΗΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΡΟΜΗΛΑ
«Το όνειρό μου, κάποια στιγμή, είναι να κάνω συνέντευξη στην εκπομπή με τη Ρούλα Κορομηλά. Τη γνωρίζω προσωπικά, μιλάμε, αλλά για πολύ προσωπικούς της λόγους δεν θα ήθελε να δώσει συνέντευξη αυτή την εποχή. Υπήρχε μία περίοδος στη δουλειά, που δεν κουνιόμουνα αν δεν ρωτούσα τη Ρούλα. Και συνεχίζει να μου δίνει συμβουλές. Την εμπιστεύομαι πάρα πολύ, την έπαιρνα συνέχεια στο τηλέφωνο στο παρελθόν και της εμπιστευόμουνα πράγματα. Αν δει κάτι στραβό η Ρούλα, ξέρω ότι θα σηκώσει το τηλέφωνο και θα με πάρει. Αυτό που κρατάω από εκείνη, ήταν όταν μου είπε κάποια στιγμή να μην χάνω την πίστη στον εαυτό μου, να είμαι αυτή που είμαι- αυτός ήταν χρυσός κανόνας. Η Ρούλα, είναι και ήταν το είδωλό μου».
ΟΙ ΦΗΜΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΝΩΛΙΔΟΥ
«Δεν είπα δημόσια την άποψή μου για την Ευγενία Μανωλίδου, επειδή μου είπε το Star “στηρίξτε τη Μανωλίδου”. Το ότι μιλήσαμε κάποια στιγμή για τις ανάγκες της εκπομπής, δεν σημαίνει ότι είμαστε φίλες. Σκέψου ότι δεν έχουμε συναντηθεί ποτέ από κοντά, μιλήσαμε μόνο στο τηλέφωνο. Εμένα μου αρέσουν γενικά τα νέα πρόσωπα, οι νέες ιδέες, τα τολμηρά εγχειρήματα, θεωρώ δηλαδή θετικό ότι μετά το τέλος του Καφέ θα ξεκινήσει κάτι καινούργιο. Αλλά, η θεωρία είναι πολύ μακριά από την πράξη. Πρέπει να δούμε και μετά να κρίνουμε. Θεωρώ πάντως ότι ο ΑΝΤ1 έκανε μεγάλη μαγκιά που πρώτος έκλεισε ένα κεφάλαιο που εκείνος άνοιξε- τον Πρωινό Καφέ. Το έκλεισε μάλιστα και σε μία στιγμή που θα ήταν μάταιο να το συνεχίσει. Σαφώς θα ήταν δύσκολο και αρκετά συγκινητικό να πάρει κάποιος μία τέτοια απόφαση , αλλά νομίζω ότι σε μία γενικότερη τάση και ανάγκη που έχει ο ΑΝΤ1 για ανανέωση, το τέλος του Καφέ του έρχεται γάντι».
ΟΤΑΝ Η ΜΕΝΕΓΑΚΗ ΗΤΑΝ ΑΠΕΝΑΝΤΙ
«Η Ελένη Μενεγάκη είναι μία διαχρονική αξία, θα ήμουνα μη αντικειμενική αν έλεγα κάτι άλλο. Έχουμε βρεθεί απέναντι με την Ελένη Μενεγάκη τρία ολόκληρα χρόνια και ήμουνα η ευνοημένη στα δύο από αυτά. Είχαμε δώσει μάχη. Είναι σκληρός- με την καλή έννοια- αντίπαλος, αλλά παλέψιμη και όχι ανίκητη».
Η ΖΩΗ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ
«Βαριέμαι πάρα πολύ εύκολα πράγματα και καταστάσεις στη ζωή μου, οτιδήποτε είναι στάσιμο. Ίσως γι αυτό αποφάσισα να κόψω τα μαλλιά μου. Μου αρέσουν οι αλλαγές γύρω μου, οι εσωτερικές αλλαγές στους ανθρώπους, πειραματίζομαι. Μία περίοδο στη ζωή μου, είχα χάσει και κιλά απλώς για να δω πως είμαι με λιγότερα. Είχα φτάσει τα 56, ενώ τώρα είμαι 62. Τελικά, δεν μου άρεσε καθόλου αυτή η αλλαγή και τα ξανάβαλα. Ευτυχώς, ποτέ δεν υπήρξα ανορεκτική ή βουλιμική. Το καλό φαγητό είναι μεγαλύτερη απόλαυση και από το sex. Κρατάει περισσότερο, το κάνεις μόνος σου ή με παρέα και δεν παρεξηγείσαι αν την ίδια ώρα το κάνεις και με παραπάνω από ένα άτομο. Δεν βγαίνω πια, δεν διασκεδάζω. Δώσε μου φαγητό στο σπίτι, dvd μπροστά στην τηλεόραση, άραγμα και είμαι μια χαρά. Μου αρέσουν τρομερά τα θρίλερ. Τρελαίνομαι! Μαγειρεύω συνεχώς στο σπίτι, δεν ακολουθώ πιστά συνταγές, δημιουργώ και μόνη μου. Σήμερα έφτιαξα κοτόπουλο γεμιστό με ανθότυρο και πιπεριές. Είναι από τα αγαπημένα του Γιάννη μου».
Η ΕΛΕΟΝΩΡΑ ΦΟΒΑΤΑΙ ΤΟ ΓΑΜΟ
«Είναι η πρώτη φορά που συγκατοικώ με σύντροφό μου- και ελπίζω η τελευταία. Είμαστε ενάμιση χρόνο μαζί με τον Γιάννη, ένιωσα κάποια πράγματα γι αυτόν και οδηγήθηκα σε αυτό το πράγμα- στο να μείνουμε μαζί- διότι αισθανόμουν ότι δεν υπήρχε άλλη επιλογή εκείνη τη στιγμή, οτιδήποτε άλλο θα ήταν έκπτωση. Είμαστε σαν παντρεμένοι. Πιο παντρεμένοι από ποτέ! Και να σκεφτείς ότι με το γάμο δεν έχω καθόλου καλή σχέση. Χθες βράδυ έβλεπα εφιάλτη ότι παντρεύομαι, ότι είναι η μέρα του γάμου μου αλλά εγώ δεν ήθελα να παντρευτώ, ότι όλοι με κυνηγούσαν για να με ντύσουν και εγώ έβρισκα προφάσεις για να το αποφύγω. Δεν βρίσκω κανένα λόγο να παντρευτώ, εκτός αν είναι θέμα γραφειοκρατίας, αν μου έλεγαν για παράδειγμα ότι δεν θα μπορούσε να βγει το παιδί μου από το μαιευτήριο με το όνομα του πατέρα του. Ούτε όταν ήμουν μικρή φανταζόμουν νυφικά και πέπλα. Δεν ξέρω, απλώς δεν το γουστάρω όλο αυτό».
Η ΨΗΦΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΥΣΤΙΚΗ
«Μία από τις μοναδικές φορές που είχα ψηφίσει συνειδητά ήταν στο δημοτικό, όταν θα βγάζαμε πρόεδρο. Μας λέει η δασκάλα “θα πάρετε ένα χαρτάκι και θα γράψετε, ποιος θα θέλετε να ήταν πρόεδρος της τάξης” και εγώ έγραψα “εγώ θα ήθελα να είμαι ο πρόεδρος”. Δεν είχα καταλάβει ότι έπρεπε να ψηφίσουμε κάποιον άλλον. Στο σχολείο ψήφιζα συνειδητά, μετά το χασα λίγο. Τώρα τι να ψηφίσεις; Δεν είδα κανένα από τα δύο ντιμπέιτ. Τι να δω μωρέ; Παίζονται και αλλού, καλύτερες κωμωδίες. Ως φοιτήτρια ανήκα στη ΔΑΠ ΝΔΦΚ διότι εκείνη έκανε τις καλύτερες πενταήμερες στη Μύκονο, ήταν πιο οργανωμένη. Σε πορείες κατέβαινα μόνο με τους γονείς μου, για το χαβαλέ. Με θείους, θείες, παππούδες, γιαγιάδες. Θυμάμαι τις ημέρες των εκλογών που καθόμασταν με τον αδελφό μου στο μπαλκόνι και μετράγαμε πόσα αυτοκίνητα περνούσαν με τις σημαίες του δικού μας κόμματος, τις συγκρίναμε με τα αυτοκίνητα που περνούσαν με τις σημαίες του αντίπαλου κόμματος και βγάζαμε τα δικά μας αποτελέσματα- το κριτήριό μας ήταν ο αριθμός των σημαιών που περνούσαν από το σπίτι μας. Όχι, δεν ψήφισα στις ευρωεκλογές. Ήμουνα στην Κεφαλονιά, τριήμερο του Αγίου Πνεύματος».
ΟΤΑΝ Η ΕΛΕΟΝΩΡΑ ΕΚΑΝΕ ΜΠΟΤΟΞ
«Με την εμφάνιση μου δεν έχω καμία ανασφάλεια- ούτε συγκριτικά με κάτι άλλο, ούτε σε σχέση με τον εαυτό μου. Έχω κάνει ένα μποτοξάκι, λόγω ένα προβλήματος που έχω με ημικρανίες, αλλά πιστεύω ότι, αν κάποια στιγμή το νιώσω, θα κάνω και πλαστική. Δεν θα χα κανένα πρόβλημα. Γενικά, είμαι ανοιχτή σε οποιαδήποτε αλλαγή, φτάνει να έφερνε αλλαγή και στη ζωή σου εσωτερικά. Υπάρχουν άνθρωποι που, ενώ δεν θεωρούνται κούκλοι, έχουν ένα δυναμισμό που σε κερδίζει. Χίλιες φορές πάντως να είσαι μία καλοδιατηρημένη μεγάλη γυναίκα, από μία γυναίκα η οποία είναι μεγάλη και μπεμπεκίζει κάνοντας πλαστικές για να κρύψει χρόνια που, όλοι ξέρουμε, ότι υπάρχουν».
ΟΙ ΑΝΑΡΙΘΜΗΤΟΙ «ΕΡΩΤΕΣ»
«Η αναγνωρισιμότητα ποτέ δεν με εγκλώβιζε, ήθελα πάντοτε να είμαι αυτή που είμαι. Στην αρχή νοιαζόμουνα για το τι θα πουν οι γύρω γύρω, οι άλλοι, οι δημοσιογράφοι, τώρα χέστηκα, το ξεπέρασα. Δεν έχω πρόβλημα να βγω στο δρόμο άβαφη ή αχτένιστη, όποιος με δει με είδε. Δεν έχω τέτοια προβλήματα. Εδώ πέρα, στα μπουζούκια πριν από δύο χρόνια, είχα πάει με φόρμα, τι να φοβηθώ; Το μόνο που με τσάντιζε ήταν όλα όσα γράφονταν για την προσωπική μου ζωή. Εκεί, δεν γελούσα. Με τους περισσότερους από όσους μου χρέωναν, δεν γνωριζόμασταν καν. Νομίζω ότι όταν κάποια περιοδικά έκαναν συσκέψεις για τους “έρωτες της Μελέτη” τραβούσαν κλήρο: “Και τώρα, με ποιον να βγάλουμε στο εξώφυλλο, ότι βγαίνει αυτή;”. Ήταν η πρώτη φορά που κινήθηκα νομικά στη ζωή μου για να προστατευτώ».
ΤΑ ΚΕΡΑΤΑ ΤΗΣ ΕΛΕΟΝΩΡΑΣ
«Έχω κάνει τρεις μεγάλες σχέσεις στη ζωή μου- η μεγαλύτερη ήταν τρεισήμισι χρόνια. Όταν θα έπρεπε να χωρίσω, προετοίμαζα την αναχώρηση. Τη γνωστοποιούσα έμπρακτα, αλλά και θεωρητικά. Στην απιστία είμαι σκύλα, δεν ακούω καν δικαιολογία. Μέσα μου μπορεί να βρω τη δικαιολογία ή να τη δημιουργήσω, αλλά κάτι έχει ήδη σπάσει, εξαφανίζομαι. Όταν ήμουνα μικρότερη, με είχαν απατήσει, έχω φάει εφάπαξ κέρατα- από έναν άνθρωπο- για όλη μου τη ζωή. Το έμαθα όμως, το ανακάλυψα, με ένα πολύ μαγικό τρόπο μου ήρθε στο πιάτο. Ξέρω ότι, άθελά μου, έχω πληγώσει έντονα κάποιους. Συμβαίνει. Επίσης δεν κάνω ποτέ σκηνές ζηλοτυπίας στους συντρόφους μου. Μου λέει, για παράδειγμα, ο Γιάννης χθες “θα βγω για ένα ποτό με τους φίλους μου”, “να βγεις”, του λέω “δεν έχω κανένα πρόβλημα, εγώ θα πέσω να κοιμηθώ”. Και διακοπές να μου ζητήσει να πάει με τους φίλους του, εμένα δεν με νοιάζει. Του έχω απόλυτη εμπιστοσύνη. Ούτε εγώ μπορώ τον έλεγχο- αλλά σε λογικά πλαίσια. Είμαι ευκολόπιστη, αλλά αν μου μπει κάτι στο κεφάλι θα μου μπει δικαίως και δεν μου φεύγει εύκολα- αμφισβητώ και είμαι καχύποπτη όταν με πιάσουν τα δαιμόνια μου. Αυτό όμως συμβαίνει με όλες μου τις σχέσεις, όχι μόνο με τις ερωτικές. Το μόνο που φοβάμαι τώρα στη ζωή μου είναι οι αράχνες, τίποτε άλλο. Στο παρελθόν είχα υπάρξει πολύ αγχώδης ως άνθρωπος, φοβόμουνα πάρα πολλά, αλλά είπαμε, έχω αλλάξει πολύ από τότε. Είναι τελικά τόσο μάταιο να είναι όλα τόσο τέλεια σε αυτή τη γη…».
Δημοσίευση στο περιοδικό "Nitro", τον Νοέμβριο του 2009.

7.8.09

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΥΡΙΑΝΟΣ: "ΜΕ ΛΕΝΕ ΕΦΗ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ"


Σχιζοφρενής; Σαρκαστικός; Σατιρικός; Σταρ ή αντισταρ; Ο άνθρωπος που έγραψε μερικές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της ελληνικής δισκογραφίας τα τελευταία 30 χρόνια, προσπαθεί να απαντήσει (κυρίως, στον εαυτό του) αν είναι ο ίδιος άνθρωπος που γράφει τραγούδια στην Έφη Σαρρή και στον Νταλάρα, στον Ρουβά και στην Λέανδρος, στη Βανδή και στην Πρωτοψάλτη.



Παίρνει μισό λεξοτανίλ, μου λέει πως αισθάνεται ταχυπαλμίες που του συμβαίνουν συνήθως όταν ανεβαίνει η αδρεναλίνη του, απολογείται για τις δέκα φορές που μου ανέβαλε τη συνέντευξη, που με άφησε να περιμένω στο café κοντά στο σπίτι του μία ώρα μέχρι να μου δώσει το ok για να ανέβω «στο ησυχαστήριό του» επειδή «ήταν μεγάλη βραδιά η προηγούμενη», σηκώνεται συνεχώς από την καρέκλα του γραφείου του με θέα που βλέπει στο άλσος Παγκρατίου και στον Λυκαβηττό (στα 25 περίπου τετραγωνικά του δώματος που μένει), πηγαίνει κάθε 20 λεπτά στην τουαλέτα για να πλύνει τα χέρια του (τη μοναδική Καλοκαιρινή μέρα που έριξε χαλάζι- αρχές Ιουλίου), μου λέει για το μεγάλο του απωθημένο, τη Χαρούλα Αλεξίου, για τις τελευταίες του συνεργασίες στο δίσκο του Μπουγά με τον Δάντη και τον Μητροπάνο, αφηγείται τη ζωή του, τη ζωή των τραγουδιστών που ανέδειξε, απόσταγμα ενός παράξενου σουρεαλισμού εμπειριών. Ασύλληπτα, όμως, γοητευτικών.
Η ΡΙΤΑ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΓΑΡΟ«Η ζωή δεν είναι συνέχεια χαχανητό, ούτε μόνο λύπη. Στα τραγούδια δεν πρέπει να περιχαρακωνόμαστε στον πουτσοκαημό, μία μανιέρα δηλαδή με την οποία να κάνεις τον πελάτη να ανοίξει την φιάλη ουίσκι για να γίνει η επιτυχία με το κλασσικό μοτίβο ζεϊμπέκικο, χασάπικο, τσιφτετέλι. Στο “Εγώ δεν πάω Μέγαρο” είχα κάνει αυτή την προσπάθεια. Ήταν Μεγάλη Πέμπτη και έβλεπα διάφορες κυρίες με γκρίζα ταγιέρ που, αντί να πηγαίνουν στον Επιτάφιο, έτρεχαν να ακούσουν Μπαχ και τα Κατά Ματθαίον Πάθη. Η πρώτη εκδοχή του τραγουδιού έλεγε “Δεν πάω κενοτάφιο, θα πάω στον Επιτάφιο”- ήθελα να σατιρίσω αυτή την εικόνα. Αυτό όμως δεν μπορούσε να το πει η Ρίτα Σακελλαρίου. Όταν αργότερα είχε γίνει πολύ μεγάλη επιτυχία το “Μέγαρο”, της είχα πει “τώρα θα γράψω το Να ζήσουν οι τσολιάδες μέχρι και το τρεις χιλιάδες!”. Η απάντηση της Ρίτας, θεϊκή: “Όλες τις μαλακίες, εγώ θα τις λέω;”».
Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ«Με τον Χατζιδάκι συνεργαστήκαμε το 78 στο Τρίτο Πρόγραμμα. Ήμουνα 20 χρόνων, είχα πάει να τον βρω στον Αυλό, με το που συναντηθήκαμε με ρώτησε “τι θέλεις να γίνεις;” του απάντησα “σκηνοθέτης”, μου λέει “αριστούργημα, θα ξανακάνω τους Όρνιθες, θα τους σκηνοθετήσεις εσύ και θα έχουμε μεγάλη επιτυχία”. Εγώ του είπα “θέλω όμως να γίνω ραδιοσκηνοθέτης” και μου απάντησε “άμα είναι για ραδιοσκηνοθέτης, τότε θα πρέπει να κάνουμε ένα δοκιμαστικό, αλλιώς δεν μπορώ να σε προσλάβω”. Έτσι κι έγινε. Καταρχήν, ήθελα να ανεβάσω το “Τρίτο Στεφάνι”. Η πρώτη σκέψη, ήταν να πρωταγωνιστήσουν σ αυτό η Μερκούρη και η Δέσπω Διαμαντίδου. Σηκώθηκα με ένα περίεργο θράσος, πήγα και βρήκα τη Μελίνα, αλλά αυτή δεν ήθελε να παίξει στην ΕΡΤ γιατί “έκανε αντίσταση”. Κατεβαίνοντας- με νεύρα- προς το Ρεξ, είδα ότι εκεί έπαιζε σε μία επιθεώρηση η Ρένα Βλαχοπούλου, η οποία μου είπε ότι ήταν το μόνο βιβλίο που είχε διαβάσει αλλά “θα το έκανε για το Χατζιδάκι”. Συνήθως, αυτό συνέβαινε με όλους.
Τελευταία, βλέπω κάθε βράδυ τον Χατζιδάκι στον ύπνο μου και μου λέει να αναλάβω το Τρίτο Πρόγραμμα, το οποίο σήμερα έχει γίνει κάτι άθλιο, ένα θλιβερό γεροντίστικο πρόγραμμα, σαν να ακούς τις μασέλες των γέρων από μέσα. Είναι σαν την τηλεόραση της Βουλής που έχει δείξει Ταρκόφσκι 300 φορές. Και μη νομίζεις. Εγώ δεν είχα τηλεόραση, πρόσφατα απέκτησα. Την πτώση των δίδυμων Πύργων, στις εφημερίδες την είδα».
Ο ΠΡΩΤΟΣ GAY ΔΙΣΚΟΣ«Το “Μόνον άντρες” ήταν ο πρώτος gay δίσκος που είχε βγει, δεν υπήρχαν ραδιοφωνικοί σταθμοί για να τον παίξουν, υπήρχε όμως ένα υπόγειο ρεύμα. Αυτός ήταν ο πρώτος μου δίσκος, τη στιχουργική την έμαθα στην πράξη. Ο Μαρίνος είχε ένα μεγάλο ταλέντο: Όποιον νέο του έκοβε το μάτι του ότι του έκανε, του έδινε ευκαιρία. Του το χρωστάω. Καθόμασταν με τον Κραουνάκη και τον Σέμση στο σπίτι του στον Νέο Βουτζά για εβδομάδες, μας φιλοξενούσε ένα ολόκληρο Καλοκαίρι. Ένα βράδυ ήρθε στην παράσταση του Μαρίνου η Βουγιουκλάκη, άκουσε τα τραγούδια, ρώτησε “ποιος τα χει γράψει;”, ο Μπονάτσος της είπε “Ο Παύρης” και μου πρότεινε να της γράψω στίχους για το “Βίκτωρ Βικτώρια” που θα ανέβαζε».
«Η ΒΟΥΓΙΟΥΚΛΑΚΗ ΜΟΥ ΕΚΟΨΕ ΛΕΦΤΑ, ΕΠΕΙΔΗ ΤΡΩΓΑΜΕ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ»«Mε τη Βουγιουκλάκη, είχαμε συμφωνήσει να πληρωθώ 40 χιλιάδες δραχμές για το κάθε τραγούδι που θα της έγραφα. Όταν όμως πήγα να πληρωθώ, μου έδωσε τελικά 30 χιλιάδες. Τι είχε γίνει; Όταν πηγαίναμε στο σπίτι της Αλίκης με το Βλάση, ορμούσαμε στο ψυγείο, τρώγαμε ό,τι βρίσκαμε, η Αλίκη όμως υπολόγισε τα χαβιάρια και τα ουίσκι και τα έκοψε από το μισθό μου. Θυμάμαι επίσης, όταν έπρεπε να της παραδώσω τη δουλειά, με είχε κλείσει μέσα στο καμαρίνι της, με κλείδωσε, μου έδωσε ένα μπουκάλι ουίσκι και μου είπε “δεν θα βγεις από εδώ, αν δεν μου γράψεις το τραγούδι”. Ακόμη και για τουαλέτα, πήγαινα με συνοδεία τη Νότας. Κλεισμένος εκεί- για περίπου έξι ώρες- βλέποντας τις φωτογραφίες και τις αφίσες από τις παραστάσεις, της έγραψα το “ο άντρας της ζωής μου είμαι εγώ”.».
Η ΚΡΙΣΗ ΜΕ ΤΗ ΒΙΚΥ ΛΕΑΝΔΡΟΣ«Το 1989 μου είχαν πει να γράψω για τη Βίκυ Λέανδρος. Εγώ τρελάθηκα, γιατί ήμουνα μέγας θαυμαστής της Βίκυς. Πήρα το αεροπλάνο, πήγα στη Γερμανία, κάθε πρωί ερχόταν η οικονόμος, έκανα ένα καυτό ντους και έκλαιγα μέσα στο μπάνιο γιατί ήμουνα σε μία πολύ περίεργη ψυχολογική κατάσταση- με χαμηλή αυτοεκτίμηση και συντετριμμένος ψυχολογικά, μεγάλη κρισάρα-, και μετά πήγαινα στον Πύργο της Βίκυς. Ήθελα όμως να βγει ο δίσκος τέλειος. Επί δέκα μέρες, έπρεπε κάθε μέρα να γράφουμε ένα τραγούδι. Την τρίτη μέρα κατέρρευσα, αλλά δεν το είχα πει στη Βίκυ γιατί μου το είχε αποκλείσει με τη συμπεριφορά της. Κάθε μέρα είχα έτοιμο το τραγούδι της προηγούμενης νύχτας και, από μία τέτοια κατάρρευση, έγραψα τον “Πυρετό του έρωτα”. Έκανα εικόνα αυτό που μου δημιουργούσε την κρίση: “Μ έχεις αρρωστήσει κι είχα συνηθίσει να πετάω σαν ελεύθερο πουλί….”. Είναι από τα λίγα μου τραγούδια που βγήκαν εν θερμώ».
Ο ΠΑΡΕΞΗΓΗΜΕΝΟΣ ΝΤΑΛΑΡΑΣ«Με τον Γιώργο Νταλάρα είχαμε γνωριστεί μέσω της Άννας Νταλάρα, με την οποία ήμασταν φίλοι. Ο Νταλάρας έχει πολλές δουλειές, βαριέται πολύ εύκολα και, στην προσπάθειά του να μην βαρεθεί, κάνει πολλά πράγματα ταυτόχρονα, δεν μπορείς να τον παρακολουθήσεις. Αυτό παρεξηγείται, αλλά άδικα. Όταν όμως συνεργαζόμαστε για μια δουλειά ή για ένα τραγούδι, αφοσιώνεται. Είχα το προνόμιο να βρεθώ σε κάποιες ηχογραφήσεις του, κάτι σαν μυσταγωγία, μπορεί να καθίσει ώρες για μία μόνο νότα και να την παιδεύει μέχρι να πετύχει το τέλειο αποτέλεσμα, μέχρι να καταρρεύσουν όλοι . Μπορώ με υπερηφάνεια να πω ότι κάπου στο βάθος του μυαλού του, ίσως και να με θεωρεί φίλο του. Είμαστε δύο διαφορετικοί κόσμοι, αλλά μπορεί γι αυτό να ταιριάζουμε. Τον ιντριγκάρουν πολύ οι στίχοι μου, όταν τους διαβάζει ενθουσιάζεται. Αυτό έγινε και με το “Σε τι Θεό πιστεύεις” και με το “Να με θυμάσαι”. Στον τάφο μου θα ήθελα να γράψουν στίχους από αυτό το τραγούδι: “Να με θυμάσαι, όταν θα τελειώσει ξαφνικά το Καλοκαίρι, όταν θα χω φύγει μακριά σε κάποιο αστέρι, τις βραδιές που δεν κοιμάσαι, να με θυμάσαι. Γιατί σ αγαπούσα πιο πολύ κι απ τη δική μου τη ζωή”. Το είχα γράψει, όταν πέθανε ο πατέρας μου».
ΟΙ ΨΑΡΟΣΟΥΠΕΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΨΑΛΤΗ«Η Πρωτοψάλτη είναι λιγότερο απόλυτη από τον Νταλάρα, σε ρωτάει κι εσένα. Γι αυτήν έγραψα το “έλα για λίγο” και τα “χαρτοκιβώτια νουνού”. Όταν δουλεύαμε μαζί της στο σπίτι του συνθέτη Στάμου Σέμση, πήγαινε και μας έπαιρνε ψαρόσουπες, καθόταν με τις ώρες και έκανε 500 ντέμο μέχρι να έχει το τέλειο αποτέλεσμα. Και γι αυτό πέτυχε. Η οργάνωσή της είναι μοναδική».
Η ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΚΑΙ Η ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΣΑΚΗ ΡΟΥΒΑ«Με τον Σάκη είχαμε γνωριστεί στο Show Center- προτού βγάλει καν τον πρώτο του δίσκο-, την περίοδο που τραγουδούσε εκεί. Ο Σάκης, θυμάμαι, έμενε τότε στη Δάφνη με μία Αγγλίδα. Οικονομικά δεν έπαιρνε τίποτα σπουδαίο, έπρεπε να ζήσει, να επιπλώσει το σπίτι του, είχε διάφορα έξοδα. Ο οποιοσδήποτε, θα μπορούσε να προσφέρει στον Σάκη ό,τι ήθελε, αλλά αυτό ήταν το καλό και το κακό του ταυτόχρονα, γιατί ήξερε ότι πίσω από αυτό υπήρχε μία ερωτική σκοπιμότητα. Ο ίδιος μου έλεγε πάντα “εγώ είμαι ευγενικός, αυτοί νομίζουν ότι αποδέχομαι αυτή την κατάσταση και αυτό μου τη σπάει”. Είμαι σίγουρος: Ο Σάκης, δεν έχει καθόλου ομοφυλοφιλικά. Αλλά, εν αγνοία του, μπορεί να σου βάλει μεγάλη καψούρα. Εγώ, είχα πάθει σοκ όταν τον είχα δει για πρώτη φορά, ήταν σαν να είχε ένα φωτοστέφανο στο κεφάλι του που έλεγε “είμαι φτιαγμένος, έχω λάμψη”. Είναι κάτι που δεν μπορείς να το παραγνωρίσεις όταν τον βλέπεις. Στην εταιρεία του τότε ήθελαν να του αλλάξουν όνομα, να τον βγάλουν Σεβαστιανό, αλλά επενέβηκα. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε ποπ, υπήρχαν υπολείμματα του Πασχάλη, η Αλέξια και ο Καλλίρης. Ο Σάκης ήταν πολύ όμορφος, τραγουδούσε συμπαθητικά και είχε μία σκηνική εμφάνιση που καταλάβαινες ότι αυτό το παιδί πάει να γίνει σταρ. Η δυσκολία μου ήταν να εφεύρω έναν καινούργιο τρόπο γραφής για να εξυπηρετήσω τον Σάκη, αυτό το νέο είδος που ερχόταν εκείνη την εποχή- αρχές της δεκαετίας του 90- στην Ελλάδα. Τότε έγραψα το “Πάρτα” και το “1992”, τα τραγούδια του άρεσαν, αλλά δεν είχε και άλλη δυνατότητα διότι το να κάνεις δίσκο εκείνη την εποχή θεωρείτο- καταρχήν- συγκλονιστικό.
Ο Σάκης είχε, από τη φύση του, ευγένεια και μία τρομερή αυτοσυγκράτηση- ποτέ δεν έχανε την ψυχραιμία του. Αν του συνέβαινε κάτι κακό, είχε ένα λυπημένο βλέμμα, μελαγχολικό, χειρότερο και από το να σου αρχίσει τις μπουνιές, σαν να σου έλεγε “δεν το αξίζω αυτό που μου κάνεις τώρα”. Σεβόταν όλο τον κόσμο. Πρότυπά του, ο Έλβις και ο Michael Jackson. Κάποια στιγμή χαθήκαμε με τον Σάκη, είχε γίνει ο δίσκος του, τον έπαιρνα τηλέφωνο, δεν απαντούσε. Εγώ θεώρησα ότι απλά έκανε τη δουλειά του και εξαφανίστηκε. Θα μάθαινα μετά, πολύ μετά, ότι αυτός είναι ο νόμος στη δισκογραφία. Εγώ είχα φανταστεί για τον Σάκη ότι θα ήμουνα ο μέντοράς του, ο Πυγμαλίωνάς του, ότι θα του έγραφα στίχους κάθε χρονιά, ότι εγώ θα κινούσα τα νήματα.
Του είχα πει θυμάμαι, κάποια στιγμή, “ο Χατζιδάκις θέλει να σου γράψει τραγούδια”. Η απάντησή του ήταν “όχι. Όπου αλλού θέλεις, αλλά στον Χατζιδάκι δεν πάω”. Σοφά ποιών, ο Σάκης, ήθελε να γίνει σταρ, ο Χατζιδάκις όμως έπνιγε τους τραγουδιστές κι ύστερα δεν ήθελε να τον λένε “τεκνό του Χατζιδάκι” ή “τραγουδάει Χατζιδάκι επειδή είναι μαζί”. Ο Χατζιδάκις μου έλεγε, σαν αστείο, “θα του γράψω ένα τραγούδι που να λέγεται Δώστα”. Από τότε μέχρι τώρα έχω το ίδιο συναίσθημα για τον Σάκη: Σαν να έχω κάνει ένα παιδί, να έχει μεγαλώσει, να έχει ανεξαρτητοποιηθεί, να έχει πάρει το δρόμο του και εγώ να λέω “ας είναι καλά και ας κάνει ό,τι θέλει”. Παρόλα αυτά συνεργαστήκαμε ξανά, μετά από 15 χρόνια, στο “Σ έχω ερωτευθεί”. Ήταν ένα τραγούδι για το οποίο πάλεψα να το πει ο Σάκης. Είχα πει μάλιστα τότε στην Μαργαρίτα Μάτσα, ότι θέλω προκαταβολή ένα εκατομμύριο δραχμές. Η απάντηση της ήταν “Γιώργο είναι αδιανόητο αυτό, είναι πολύ ωραίο το τραγούδι, αλλά αν θέλεις προκαταβολή πάρτο και φύγε”. Επειδή όμως είχα πάρει ήδη τα λεξοτανίλ μου, ήμουνα ήρεμος και δεν την έπιασα τελικά από το λαιμό. Τελικά, το “Σ έχω ερωτευθεί”, αγοράστηκε από την εταιρεία δωρεάν και πήρα- από ένα τραγούδι που έσυρε τον δίσκο, κάνοντας τον πλατινένιο, που ακούστηκε από τα ραδιόφωνα εκείνη τη χρονιά όσο κανένα άλλο- 5 χιλιάδες ευρώ. Δηλαδή, ούτε το ένα τρίτο που παίρνει κάποιος τραγουδιστής κάθε βράδυ, στα νυχτερινά μαγαζιά. Με τον Σάκη συναντηθήκαμε τελικά στην παρουσίαση του δίσκου και του έδωσα να υπογράψει δύο αυτόγραφα για τις ανιψιές μου. Δεν ήταν όμως, σαν την πρώτη φορά: Ήμασταν πια, και οι δύο, επαγγελματίες. Δεν ήταν αυτό το “ρε γαμώτο, να ξαναβρεθούμε…”».
Ο ΣΠΑΡΑΓΜΟΣ ΤΟΥ ΜΑΖΩΝΑΚΗ«Αν ο Σάκης είναι η ποπ εκδοχή μου σαν στιχουργός και σαν ψυχισμός, ο Μαζωνάκης είναι η λαϊκή. Αισθάνθηκα υπέροχα όταν τραγούδησε το “Αλλάξανε τα πλάνα μου, κοιμήθηκα στη μάνα μου” και το “Παιδί της νύχτας”, τα ξεκλείδωσε με τον τρόπο που ήθελα, τα είπε με έναν ασύλληπτο σπαραγμό. Είναι από τα αγαπημένα μου τραγούδια, μαζί με το “ Όταν το τηλέφωνο χτυπήσει” που έγραψα για την Ελίνα Κωνσταντοπούλου. Τότε που ο Μαζώ έκανε αυτές τις επιτυχίες, πήγαινα στα καμαρίνια, καθόμουνα- μου άρεσε, μέχρι να βγει στην πίστα. Ένα βράδυ, γυρνάει, μου λέει “Πάυρη, πιάσε αυτό” και μου πετάει ένα φάκελο. Μέσα στο φάκελο είχε ένα εκατομμύριο δραχμές. Γύρισα και του είπα “Γιώργο μου, ό,τι θέλεις από μένα γιατί αυτό δεν το κάνουν εύκολα οι τραγουδιστές”. Και το εννοούσα».
«Η ΒΑΝΔΗ ΕΙΧΕ ΑΙΣΘΑΝΘΕΙ ΠΟΛΥ ΑΣΧΗΜΑ, ΟΤΑΝ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΕΙ ΦΟΙΒΟ».«Αυτό έκανε και η Δέσποινα Βανδή: Μου είχε δώσει για ένα τραγούδι- για το “Δεν εισ εδώ”-, 200 χιλιάδες δραχμές. Εγώ είμαι ερωτευμένος με την Βανδή και, κυρίως, με την παλιά Βανδή. Όταν είδα αυτό το μελαχρινό κορίτσι για πρώτη φορά, την ερωτεύτηκα. Θα ήθελα να ξαναέχουμε επαφή. Η ίδια θυμάμαι είχε αισθανθεί πολύ άσχημα όταν έπρεπε να κάνει τον πρώτο της δίσκο με το Φοίβο, τις “Δέκα Εντολές”, αλλά έπρεπε να το κάνει. Το ήθελε και αυτή, γιατί ήξερε ότι εκεί θα είχε το σουξέ καραντί. Είχα θυμώσει με τη Δέσποινα γιατί νόμιζα ότι της είχα φτιάξει ένα ίματζ που πίστευα ότι της ταίριαζε τέλεια, είχα κάνει το ίδιο λάθος που έκανα και με τον Σάκη».
Η ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ ΤΗΣ ΣΑΡΡΗ«Όλοι μου λένε για την Έφη, “γιατί την κάνεις παρέα;”. Εγώ την Έφη την αγαπάω. Είναι ένα κορίτσι σχιζοφρενές, αλλά έχει κάτι που μου κάνει- δεν ξέρω τι. Είναι ένας χαρακτήρας, ένας ρόλος, κάτι σαν την Τζέσικα Ράμπιτ. Τη στιγμή που διάφορες δήθεν σοβαρές τραγουδίστριες έκαναν σούξου μούξου για τον “Αφρικανό”, η Έφη- όχι από επιλογή, αλλά μη έχοντας τίποτε άλλο- το λέει. Αν σκεφτείς ότι ο “Αφρικανός” έχει τώρα 350 χιλιάδες επισκέψεις στο you tube, χωρίς όμως κανένα οικονομικό όφελος, δείχνει ότι όλο αυτό το κάνουμε για την τρέλα μας. Ο “Αφρικανός” είναι το πιο έξυπνο αντιρατσιστικό τραγούδι που έχει γραφτεί ever. Οι φίλοι μου μου λένε “Παυριανέ, αποφάσισε, με ποιον είσαι: Με την Έφη Σαρρή ή με τον Μάνο Χατζιδάκι;” Η απάντησή μου σ αυτό, είναι: Λέγομαι Έφη Χατζιδάκι! Μου επιτρέπεις τώρα να πάρω το υπόλοιπο λεξοτανίλ μου;».
Δημοσίευση στο περιοδικό Nitro Αυγούστου 2009- Τεύχος 166