Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τραγουδιστές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τραγουδιστές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

11.4.17

ΝΑΤΑΣΣΑ ΜΠΟΦΙΛΙΟΥ: "ΕΙΜΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΩΝ ΑΝΤΙΘΕΣΕΩΝ"

Σάββατο της πανσελήνου, φοράει το πολύχρωμό της φόρεμα, τα μαύρα της γυαλιά -για λίγο, για τα πρώτα 5 λεπτά- πιάνει τα μαλλιά της κότσο, ζητάει καφέ και κάθεται απέναντί μου χαμογελώντας ζεστά, σ’ εκείνο τον υπέροχο «Μπλε Παπαγάλο» του Μεταξουργείου. «Είναι η πρώτη συνέντευξη που κάνω το φετινό Καλοκαίρι από κοντά», μου λέει. «Ο χρόνος, οι συνθήκες, τρέχουμε συνεχώς με την ομάδα μου…». Λέμε κάτι γενικό, κάτι για τα ζώδια -κριός με ωροσκόπο κριό εκείνη-, για τον καιρό, τη μεγάλη επιτυχία των συναυλιών της, την λατρεία της στους Κύπριους που την αγκάλιασαν απ’ την αρχή της πορείας της με πολύ μεγάλη αγάπη, ακουμπάει την πλάτη της στην καρέκλα, μα απ’ την πρώτη ερώτηση γέρνει ξαφνικά το σώμα της μπροστά και κοιτιόμαστε στα μάτια από απόσταση μερικών μόνο εκατοστών.  
-Ανήκες ποτέ στο μαντρί, στο βοσκό και στο λύκο;
-Φυσικά. Κατά καιρούς έχω περάσει και απ’ τα τρία.
-Πως τα προσδιορίζεις;
-Εάν μπορέσεις να κρατήσεις ελεύθερο το μυαλό σου, ακόμη και σε ένα περιβάλλον καταπίεσης, είναι ένα σχολείο το οποίο επιδρά στην μετέπειτα ζωή σου και στο πώς αποφασίζεις -όταν πραγματικά γίνεις ελεύθερος-, ώστε να διαχειριστείς τον εαυτό σου.
-Τον διαχειρίζεσαι εύκολα;
-Πλέον ναι.
-Παλιά;
-Όχι. Καθόλου. Δεν μπορούσα να τον ελέγξω. Όχι σε επίπεδο πειθαρχίας, αλλά είχα ανησυχίες, φοβίες και άγχη που δεν μπορούσα να τα διαχειριστώ. Τώρα πια έχω μεγαλώσει και όλο αυτό μέσα μου έχει καταλαγιάσει, έχει βρει τα πατήματά του κι έτσι μπορώ να κουμαντάρω πολύ πιο εύκολα τον εαυτό μου στις δύσκολες στιγμές.
-Ήσουν άτακτο παιδί; Ζωηρό;
-Τρομερά άτακτη, τρομερά ζωηρή, αλλά όχι αντιδραστική. Σαν παιδί είχα μια τρομακτική υπερκινητικότητα, ήμουνα συνέχεια σε εγγρήγορση, αλλά όχι στο πλαίσιο του να κάνω αλητεία ή πράγματα κωλοπαιδίστικα. Στη σκηνή δε φαίνεται; Δεν μπορώ να σταθώ ψύχραιμη μπροστά στο μικρόφωνο και να τραγουδήσω – μου είναι αδύνατον!
-Σταματάς ποτέ να σκέφτεσαι;
-Ποτέ! Ακόμη και όταν κοιμάμαι, στον ύπνο μου, παρατηρώ πως όλα μου τα όνειρά σχετίζονται με την πραγματικότητα, με την καθημερινότητα, δίνοντας λύσεις, απαντήσεις, ενώ τίθενται και καινούργια ερωτήματα. Δεν ησυχάζω ούτε στον ύπνο μου. Κι όλο αυτό με εξουθενώνει.
-Τότε δεν κοιμάσαι…
-Μα, γι αυτό και έχω την ανάγκη να κοιμηθώ πολλές ώρες – είναι ο χρόνος που δεν διαπραγματεύομαι καθόλου. Ο βασικός «όρος» για να σηκωθώ απ’ το κρεβάτι είναι να ‘χω κοιμηθεί το λιγότερο 8 ώρες. Το μόνο μέρος στον κόσμο που με ηρεμεί, εκεί όπου και ο ύπνος μου ακόμη γίνεται διαφορετικός, είναι η Φολέγανδρος. Δεν είμαι από ‘κει, αλλά είναι το νησί μου. Κι αυτό συνέβη απ’ την πρώτη στιγμή που πάτησα το πόδι μου σ’ αυτό το μέρος. Κάτι μου κάνει μέσα μου και ηρεμεί το μυαλό μου.

ΘΕΟΔΟΣΙΑ ΤΣΑΤΣΟΥ: "ΣΑΜΠΟΤΑΡΩ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ"

Η πιο ιδιαίτερη -ροκ, τζαζ, σόουλ- φωνή των 90s’ και 00s’ δεν έχει χάσει τίποτα από τη «φωνάρα» εκείνη που ανακάλυπτε τότε αμήχανα η ελληνική μουσική, απ’ τις πρώτες κιόλας νότες που ακούγονταν στις «ενοχές» ή στο «φοβάμαι». Αυτές τις μέρες επιστρέφει στο φανατικό κοινό της που την περίμενε με ανυπομονησία, μετά από 6 χρόνια δισκογραφικής αποχής.

Ένα «αυστραλόπουλο» στην Ελλάδα
«Στη ζωή μου ήμουν στα άκρα: έχω βιώσει και τον μεγαλύτερο πόνο, αλλά και την μεγαλύτερη χαρά. Και τα δύο, όμως, τα αντιμετωπίζω το ίδιο. Γιατί είναι γειτονάκια. Γιατί τα πικ των συναισθημάτων ζούν δίπλα δίπλα. Από μικρή το ήξερα αυτό, αφού υπήρξα ένα παιδί μεγαλωμένο σε πολύ δύσκολες συνθήκες. Με δύο γονείς πάρα πολύ αυστηρούς, με μία μητέρα -η οποία εργαζόταν ως καθαρίστρια σε ένα νοσοκομείο στην Αυστραλία- υπερβολικά χριστιανή ορθόδοξη, με έναν πατέρα, μηχανικό αυτοκινήτων τότε, που νόμιζε ότι τα παιδιά του θα γίνουν ναρκομανείς και θα του φύγουν απ’ το σπίτι, πάντα τρέμοντας μήπως κάνουμε καμιά στραβή. Κι έτσι αναγκαστήκαμε να παλέψουμε μόνες μας με την αδελφή μου, για να κάνουμε τελικά αυτό που θέλαμε. Σκέψου ότι ο μπαμπάς μου ονειρευόταν να τελειώσω το πανεπιστήμιο για να μου ανοίξει φροντιστήριο. Κι έτσι την επιτυχία των “Μπλε” την έμαθε πολύ πιο μετά, όχι όταν συνέβαινε. Ο πατέρας μου φοβόταν επίσης μήπως μυηθώ στο αυστραλέζικο σύστημα και παντρευτώ αυστραλό. Αυτό δεν το ‘θελε με τίποτα! Γι’ αυτό και μ’ έστειλε στην Ελλάδα.
Πολλές φορές αισθανόμουν λίγο ξέμπαρκη εδώ, σαν μια ξανθιά που ήρθε από την Αυστραλία για να κάνει αυτό που αγαπάει στη χώρα από όπου κατάγονταν οι γονείς της. Έτσι, όταν είχα έρθει από την Αυστραλία στην Ελλάδα, στα 17 μου, ένιωθα λίγο ξένη. Με φώναζαν “προσφυγάκι”, “αυστραλόπουλο”. Ενώ, απ’ την άλλη, στην Αυστραλία ήμασταν οι “the wogs”! Σπούδασα χορό, θέατρο, μουσική, κινηματογράφο, αλλά ονομάστηκα και συνειδητοποίησα ότι είμαι καλλιτέχνης, όταν έκανα κάτι και αυτό έγινε γνωστό. Θεωρώ πάντως ότι είμαστε παράξενοι οι καλλιτέχνες: “τρελοί”, κυκλοθυμικοί, μοναχικοί. Δεν θα μπορούσα, λοιπόν, να λέγομαι “καλλιτέχνης” αν δεν τα ‘χα κι εγώ αυτά. Και πιστεύω πως αν ερωτοτροπείς ωραία με το εργαλείο σου, δεν σκέφτεσαι ποιοι σε κοιτάνε από την κλειδαρότρυπα για να δεις αν τους αρέσεις.
Όχι, ποτέ δεν φοβήθηκα μήπως χάσω αυτό για το οποίο ξεκίνησα, αλλά φοβήθηκα μήπως χάσω εμένα! Και κινδύνευσα. Στην αρχή, με τους “Μπλε”. Γιατί έγινε απότομα όλο αυτό. Με τις “Ενοχές”, το μπαμ συνέβη πολύ γρήγορα».

5.3.17

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΗ: "ΕΙΜΑΙ ΕΝΑΣ ΑΙΣΙΟΔΟΞΟΣ ΜΟΝΑΧΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ"

Στο μυαλό μου είχα τα τραγούδια της, σκορπισμένους ήχους και στίχους από την 35χρονη πορεία της. Ελάχιστα λόγια θυμόμουν από συνεντεύξεις της, από τη δημόσια έκφραση αυτής της ντίβας έξω από τη μουσική της. Έτσι πήγα στο ραντεβού μας.
Την ίδια μέρα, είχε πάει σε κηδεία. Μιας φίλης της μαμάς της, φίλη και δική της. Βρεθήκαμε απόγευμα. Στο «Αλάτσι» της οδού Βρασίδα, σ’ ένα μικρό στενάκι κοντά στο σπίτι της. Στο τραπέζι βάλαμε κόλλυβα. Μέσα σε ένα βαθύ λευκό πιάτο ανακατεμένα μαζί σιτάρι, καρύδια, σταφίδες μαύρες και ξανθές, σπόροι από ρόδι, μπόλικη ζάχαρη άχνη. Αν και τίποτα δεν σχετιζόταν με ό,τι είχε προηγηθεί στο δικό της πρωινό, στο «Ἀνάπαυσον, ὁ Θεὸς τὸν δοῦλόν σου, καὶ κατάταξον αὐτὸν ἐν Παραδείσῳ, ὅπου χοροὶ τῶν Ἁγίων Κύριε, καὶ οἱ Δίκαιοι ἐκλάμψουσιν ὡς φωστῆρες· τὸν κεκοιμημένον δοῦλόν σου ἀνάπαυσον». Αλλά με κάτι σα νοστιμιά. Ή μνήμη. Σαν δικά της να ‘ταν όλα. Της είπα: «Είστε εξοικειωμένη με το θάνατο;». Μου είπε: «Δεν είμαι καθόλου εξοικειωμένη». Της είπα: «Ούτε τον αντιμετωπίζετε ως κάτι το φυσικό;». Μου είπε: «Αυτό είναι μία λογική σκέψη, δεν είναι συναισθηματική. Η ψυχή λέει άλλα. Ο θάνατος δεν έχει καμία λογική. Όπως και η γέννηση. Με το θάνατο δεν συμβιβάζεσαι ποτέ». Της είπα: «Ούτε με το θάνατό του μπαμπά σας συμβιβαστήκατε ποτέ; Ήταν ένα γεγονός που συνέβη στα 10 σας χρόνια…». Μου είπε: «Δεν θέλω να μιλάω γι’ αυτά…». Γκρίζα ζώνη. Ούτε μαύρη ούτε άσπρη. Κάτι το ενδιάμεσο. Χτύπησα σχεδόν όλες τις «πόρτες», στη μιάμισης ώρας συνάντησή μας. Να δω ποιες «άνοιγαν», ποιες ήταν «κλειστές», ποιες «μισάνοιχτες». Κάποιες ήταν ορθάνοιχτες, άλλες ερμητικά κλειδωμένες-και έτσι θα παρέμεναν-, σαν ένα εχθρικό πολυβολείο λέξεων απέναντι στη δημόσια εικόνα της, στο δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων πιστό κοινό της. Μου το εξήγησε, έπειτα από λίγα λεπτά: «Αυτό που κάνουμε είναι μία σύμβαση. Με ρωτάς, εγώ απαντάω, και αυτοπροστατεύομαι ταυτόχρονα. Εδώ δεν ξέρουμε τον εαυτό μας καλά καλά…». Γέμιζε ταυτόχρονα το κουτάλι με στάρι, αφήσαμε κενό μερικών δευτερολέπτων, δοκίμασε μια μπουκιά, «είναι πολύ νόστιμα» είπε, πρώτη μίλησε εκείνη: «Ξέρεις, οι άνθρωποι της τέχνης έχουν πολλά σκοτάδια μέσα τους. Και τα ξορκίζουν με την τέχνη τους».
-Είστε μοναχική;
-Είμαι ένας αισιόδοξος μοναχικός άνθρωπος. Που του αρέσει το φως. Όχι το σκοτάδι. Οι μελαγχολίες του κάθε ανθρώπου, αλλά και του καλλιτέχνη, είναι εκεί συνεχώς, δεν φεύγουν. Απλώς, ο καλλιτέχνης τις μετουσιώνει.
-Αυτές είναι οι ωραιότερες περίοδοι της ζωής σας;
-Οι ωραιότερες περίοδοι της ζωής μου είναι οι σιωπές. Οι σιωπηλές περίοδοί μου είναι πολύ σημαντικές και πολύ μεγάλης ηρεμίας. Και δημιουργικότητας. Είτε καλλιτεχνικής είτε προσωπικής ολοκλήρωσης.
-Τις επιδιώκετε κιόλας;
…Με επισκέπτονται συχνά.
-Η μουσική δεν είναι συνυφασμένη με την καθημερινότητά σας;
-Όχι. Είναι συνυφασμένη με την ψυχή μου. Η μουσική δεν είναι background στη ζωή μου. Δεν είναι ένα «χαλί» πίσω από την καθημερινότητα, αλλά κάτι πολύ ζωτικό. Υπάρχουν περίοδοι της ζωής μου που δεν ακούω καθόλου μουσική. Οπότε και διακόπτουμε τη σχέση μας. Για να την ανανεώσουμε αμέσως μετά.
-Δεν είναι η ζωή σας;
-Είναι και αυτό. Γι’ αυτό ακριβώς υπάρχουν και διακοπές. Γι’ αυτό και, πολλές φορές, μαλώνουμε μεταξύ μας. Ξέρετε, υπάρχουν περίοδοι που δεν μπορώ να ακούσω μουσική. Καθόλου.
-Μήπως ακούτε την ωραιότερη μουσική στην απόλυτη ησυχία;
-Ίσως…Ο καθένας έχει μία σχέση ερωτική με την τέχνη που αγαπάει. Δεν είναι ποτέ ίδια η μία περίοδος με την άλλη. Γιατί αυτή είναι μία σχέση που σε καθορίζει.

ΘΕΜΗΣ ΑΔΑΜΑΝΤΙΔΗΣ: Η ΝΥΧΤΑ ΜΥΡΙΖΕΙ ΓΙΑΣΕΜΙ


Ο 57χρονος λαϊκός τραγουδιστής, μία από τις μεγαλύτερες φωνές που γέννησε ποτέ η ελληνική δισκογραφία, παραδέχεται στη σπάνια συνέντευξή του στο «thema people» πως παραμένει εραστής του τραγουδιού και «υπηρέτης» της αγάπης του κόσμου στα διαχρονικά του τραγούδια.
Τα μαύρα του παπούτσια είναι καλογυαλισμένα, το λευκό του πουκάμισο έχει τσάκιση στο σωστό σημείο, το σκουρόχρωμό του κοστούμι μοιάζει σα να βγήκε μόλις, προσεκτικά, από νάιλον καθαριστηρίου. Στέκεται στην πίστα του «Premiera Live» της λεωφόρου Συγγρού, κρατάει στα χέρια του γαρύφαλλα, τα πετάει κάπου, πίνει λίγο απ’ το χαμηλό ποτήρι με ουίσκι και πάγο που βρίσκεται τοποθετημένο επάνω σε ένα χαμηλό τραπεζάκι κοντά στους μουσικούς του, τραβάει μια ρουφηξιά απ’ το μισοσβησμένο τσιγάρο που του είχαν ανάψει λίγο πριν και ξεκινά να τραγουδάει «μα που να πάω», «απόλυτος έρωτας», «μη ζητάς πολλά», «πονάμε όσοι αγαπάμε», «η νύχτα μυρίζει γιασεμί». Φωνή στέρεη, αυθεντικά λαϊκή, που κάνει επικίνδυνες στροφές μεταξύ του έντονου συναισθηματισμού του και της σωστής τοποθέτησης της φωνής του -της γεμάτης βιωμάτων-, επιβεβαιώνοντας το μύθο της «κλασσικής αξίας» που συνεχίζει να τον ακολουθεί όπου εμφανίζεται. 
«Το “Μα που να πάω” είναι ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια», θα μου πει λίγο αργότερα στο καμαρίνι του. «Το συγκεκριμένο, κάποια στιγμή, με ξανάφερε πάλι κοντά στον κόσμο. Στο χρονικό διάστημα που προηγήθηκε, από επιλογή μου, δεν έβγαινα στην τηλεόραση, δεν εμφανιζόμουν σε εκπομπές, σπάνια έδινα συνεντεύξεις. Μα, και τώρα, πέρα από ένα αφιέρωμα που μου έκανε ο Σπύρος Παπαδόπουλος πριν από λίγους μήνες, έχω πολύ καιρό να δώσω συνέντευξη και να εκτεθώ. Δεν μου αρέσει η αναίτια δημοσιότητα! Ωστόσο, ακόμη και σε δύσκολες περιόδους της ζωής μου, τα είχα με τέτοιο τρόπο κατανεμημένα μέσα μου τα πράγματα, που δεν έχανα ποτέ μου την καλή μου ψυχολογία, τις ισορροπίες μου. Ναι, υπήρξαν στιγμές που είχα κάποια προβλήματα -είτε οικονομικά είτε συναισθηματικά- αλλά όλα είναι μέσα στη ζωή. Και αυτά πρέπει να τα αντιμετωπίζεις με αισιοδοξία και ψυχραιμία».
Ταλέντο από παιδί
Ο Θέμης Αδαμαντίδης πάντοτε καταλάβαινε, ακόμη και υποσυνείδητα, ότι ήταν καλός τραγουδιστής, αναγνωρίζοντας στον εαυτό του τη σπουδαιότητα της φωνής του – κάτι που είχαν παραδεχτεί, άλλωστε, με δημόσιες αναφορές τους, τόσο ο Στέλιος Καζαντζίδης, όσο και ο Στράτος Διονυσίου, των οποίων υπήρξε και ο ίδιος μεγάλος θαυμαστής. «Συνειδητοποίησα ότι τραγουδάω καλά από 10 χρονών. Τότε ζούσαμε με την οικογένειά μου στη Νότιο Αφρική, στο Γιοχάνεσμπουργκ, αν και είχα γεννηθεί στην Καισαριανή. Σκέψου ότι από 12 χρόνων έβγαινα και τραγουδούσα Μπιθικώτση, Πάριο, Στράτο, Στελλάρα. Ήταν ένα δώρο της φύσης που μου δόθηκε απλόχερα και ευχαριστώ κάθε μέρα το Θεό γι’ αυτό. Για να καταλάβεις, πιτσιρικάς δεν είχα κανένα άλλο όνειρο! Το μόνο που έλεγα σε όσους με ρωτούσαν ήταν “θέλω να γίνω τραγουδιστής!”».
Θυμάται ότι τραγούδησε πρώτη φορά μπροστά σε κόσμο το 1971, μέσα σε ένα πλοίο, γυρίζοντας από τη Νότιο Αφρική στην Ελλάδα. Το «Να η ευκαιρία», στο οποίο κέρδισε το πρώτο βραβείο, στα 21 του χρόνια, τραγουδώντας το «Θα με θυμηθείς» των Γιάννη Σπανού και Πυθαγόρα, ήταν το κομβικό εκείνο σημείο της καριέρας του που του άλλαξε τη ζωή. «Δεν είχα άγχος αν θα γίνω ποτέ μου τραγουδιστής, αλλά ήξερα μέσα μου πως θα συνέβαινε, πως θα ‘κανα επιτυχία, πως θα γινόμουν γνωστός στον κόσμο και θα έκανα δισκογραφία. Αν δεν ήταν τότε το “Να η ευκαιρία” μπορεί να γινόταν λίγο αργότερα. Αλλά σίγουρα θα συνέβαινε!»
Με αφορμή την πρόσφατη ερμηνεία του «Η νύχτα μυρίζει γιασεμί» των Μάριου Τόκα και Σαράντη Αλιβιζάτου από τον παίκτη του “The Voice” Πέτρο Παναγούλη και τον ενθουσιασμό του Μιχάλη Κουινέλη των Stavento που ακολούθησε, ζητάω την άποψή του για τα σημερινά μουσικά παιχνίδια. «Συμφωνώ στο να γίνονται, φτάνει να μην συμβαίνουν υπερβολές», λέει. «Η ελληνική αγορά είναι περιορισμένη. Τα κανάλια δεν πρέπει να κοιτάνε μόνο πόσα χρήματα θα βγάλουν από τις συγκεκριμένες εκπομπές αλλά και πώς θα βοηθήσουν αυτά τα παιδιά. Δεν είναι δυνατόν να βγάζουν 10 νέες φωνές και να αξίζουν και οι 10! Το να πεις “μπράβο” σε ένα νέο παιδί -ακόμη και τέλεια να έχει πει κάποιο τραγούδι- είναι υπερβολικό, κατά τη γνώμη μου. Αυτά μπορεί να δημιουργήσουν χάσματα και περίεργες καταστάσεις στα παιδιά, που να μην είναι ευχάριστες στη μετέπειτα ζωή τους. Κι ύστερα είναι και το άλλο: πώς θα μοιραστούν όλα αυτά τα παιδιά στη νύχτα, που σχεδόν μας έχει πει καληνύχτα;». 
Κάνει τις συγκρίσεις του τότε με το σήμερα. Τη διασκέδαση, τα νυχτερινά μαγαζιά, τους επιχειρηματίες. «Τότε υπήρχε σεβασμός στον κόσμο, φτιάχνονταν προγράμματα με ρεπερτόριο. Δεν διανοούμουν, για παράδειγμα, επειδή μία χρονιά έκανα πλατινένιο δίσκο, ότι θα μπει το όνομά μου πιο πάνω από τον Διονυσίου, τον Μενιδιάτη, τη Διαμάντη ή τον Ζαμπέτα. Ή ότι θα κρατούσα μεγαλύτερο μέρος του προγράμματος από εκείνους, επειδή πολύς κόσμος ερχόταν μόνο για μένα. Σήμερα όμως, ως επί το πλείστον, αυτοί οι στοιχειώδεις κανόνες έχουν καταργηθεί. Θυμάμαι ότι τραγουδούσε ο Διονυσίου “βρέχει φωτιά στη στράτα μου”, κι εγώ έβγαινα από το καμαρίνι μου για να τον παρακολουθήσω πίσω από τις κουρτίνες, ώστε να μαθαίνω. Σήμερα αυτό σπανίζει στους νέους τραγουδιστές».

15.10.16

ΣΑΚΗΣ ΡΟΥΒΑΣ: "ΔΕ ΣΤΑΜΑΤΩ ΝΑ ΟΝΕΙΡΕΥΟΜΑΙ"


-Εδώ και πολλά χρόνια βλέπουμε να εισπράττεις πολλή αγάπη στην Κύπρο. Όλοι, άλλωστε, ανυπομονούν για τη μεγάλη συναυλία της Τετάρτης 7/9 στο ΓΣΠ, στη Λευκωσία, όπου θα εμφανιστείς ως guest star. Τι είναι αυτό που σε συνδέει τόσο πολύ με το νησί μας;
-Η Κύπρος είναι στην καρδιά μου! Από τα πρώτα μου βήματα, μας συνδέει μία σχέση ανακύκλωσης αγάπης που, χρόνο με το χρόνο, εξελίσσεται και γίνεται όλο και πιο ισχυρή. Κάθε φορά που βρίσκομαι στην Κύπρο εισπράττω αυτή τη δύναμη της αγάπης και είμαι πραγματικά ευγνώμων. 
-Όμως, η αγάπη σου και η σχέση σου με την Κύπρο δεν περιορίζεται στο καλλιτεχνικό πεδίο. Βλέπουμε ότι την αποδεικνύεις έμπρακτα και ουσιαστικά στηρίζοντας συνανθρώπους μας ως Πρεσβευτής του προγράμματος «Συμμετοχή». Μάλιστα, αφιέρωσες την εμφάνισή σου στο ΓΣΠ στη «Συμμετοχή»… 
-Η «Συμμετοχή» είναι ένα παγκύπριο πρόγραμμα κοινωνικής αλληλεγγύης, το οποίο έχουμε ξεκινήσει με τη Χαραλαμπίδης-Κρίστης εδώ και τρία χρόνια και προσφέρουμε έμπρακτα σε κοινωνικές ομάδες που χρειάζονται βοήθεια, αλλά κυρίως στα νέα παιδιά που είναι και το μέλλον όλων μας. Όλο αυτό το διάστημα συμβάλλουμε στη βελτίωση των συνθηκών της ζωής των παιδιών σε ανάγκη, αναβαθμίζοντας την ποιότητα ζωής και ψυχαγωγίας τους, χαρίζοντας δεκάδες χιλιάδες παιδικά χαμόγελα σε όλη την Κύπρο.
-Τι θα δούμε και τι θα ακούσουμε από εσένα, λοιπόν, σε αυτή τη μεγάλη συναυλία;
-Ανυπομονώ να βρεθώ, μετά από αρκετά χρόνια, στη σκηνή του ΓΣΠ την ερχόμενη Τετάρτη. Ανυπομονώ όλοι μαζί να στείλουμε ένα μήνυμα συμμετοχής, αλλά και αισιοδοξίας. Να τραγουδήσουμε, να χορέψουμε και να απογειωθούμε όλοι μαζί στον ρυθμό, στην ένταση και στο πάθος της μουσικής!
-Αλήθεια, τι είδους συναισθήματα σού δημιουργεί σήμερα η εικόνα της ημικατεχόμενης πόλης, της Λευκωσίας, εδώ όπου θα πραγματοποιηθεί και η μεγάλη αυτή συναυλία;
-Είναι μια εικόνα που, όσα χρόνια κι αν περάσουν, δεν μπορεί να μη σε θλίβει. Πρέπει, όμως, να μη σταματάμε να ονειρευόμαστε, να διεκδικούμε τα όνειρά μας, να σκεφτόμαστε θετικά και η μουσική είναι ένα όχημα που μπορεί να λειτουργήσει πέρα από εθνικότητες, συγκρούσεις και μπορεί και ενώνει τους ανθρώπους.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΤΙΚΟΥΔΗ: "ΕΙΜΑΙ ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΚΗ"



Τη στιγμή που μιλάμε βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη για εμφανίσεις. «Όλο αυτό που μου συμβαίνει με τον κόσμο, είναι πολύ όμορφο!», ξεκινά να μου λέει, ενώ μου αναφέρει πως το νέο της video clip «Πιράνχας», πάει πολύ καλά στο you tube, κάτι που την κάνει ιδιαίτερα χαρούμενη. «Αυτό δεν γίνεται από τη μία στιγμή στην άλλη, χτίζεται λιθαράκι λιθαράκι κι εγώ όλο αυτό που βιώνω τώρα το προσπαθώ εδώ και μια δεκαετία σχεδόν. Είμαι ευγνώμων!».
-Ποια είναι η απάντηση στο «ποια Στικούδη»;
-Η Κατερίνα και η Στικούδη πάνε μαζί. Απλά, μερικές φορές, όπως όλοι οι άνθρωποι, έχουμε τις καλές και τις κακές μας μέρες, τις καλές και τις δύσκολές μας πλευρές, δύο διαφορετικούς εαυτούς, γι’ αυτό και μέσα από τα τραγούδια μου εκφράζομαι αναλόγως. Άλλες φορές είμαι πιο ρομαντική, άλλες πιο επιθετική.
-Τι σου βγάζει τον καλό και τί τον κακό σου εαυτό;
-Τον καλό μου εαυτό μού τον βγάζουν οι φίλοι μου, οι κολλητοί μου, όταν μαζευόμαστε παρέα και περνάμε ωραία. Τον κακό μου εαυτό μού τον βγάζουν το ψέμα και η ειρωνεία.
-Μετανιώνεις για παρορμητικές σου αντιδράσεις, ιδιαίτερα μέσα από τα social media;
-Δεν έχει νόημα να μετανιώσω ή όχι για κάτι. Αυτό είμαι! Είναι και αυτό μέρος του εαυτού μου –αν και προσπαθώ να αυτοσυγκρατούμαι. Θέλω να είμαι ευγενική. Ναι, κανά δυο φορές έχει τύχει να απαντήσω αναλόγως δημόσια αλλά αυτό έχει να κάνει και με το τι διαβάζω ή τι σχολιάζεται, το οποίο μπορεί να με αφορά προσωπικά. Γενικότερα, πάντως δεν ασχολούμαι.
-Είσαι γυναίκα-μαγκάκι;
-Μάλλον.

ΝΙΚΟΣ ΦΑΚΑΡΟΣ: Ο "ΒΑΣΙΛΙΑΣ" ΤΟΥ ΙΚΑΡΙΩΤΙΚΟΥ



Ο πιο διάσημος οργανοπαίκτης πανηγυριών στην Ικαρία εξηγεί πώς η παραδοσιακή μουσική, το βιολί και η τσαμπούνα, έγιναν τα νέα trends του Αυγούστου.
Είναι περίεργο πώς, με μία διονυσιακή έκσταση που ξεπερνά όσα προβλήματα και δυσκολίες μπορεί να αντιμετωπίζει ο κάθε ένας που έχει την τύχη να βρεθεί στο νησί που είναι περισσότερο από κάθε άλλο ταυτισμένο με τα πανηγύρια, την Ικαρία, ακούγοντας τις πρώτες νότες από το βιολί ή την τσαμπούνα να ξεκινούν τον περίφημο Ικαριώτικο χορό, όλα να ξεπερνιούνται, να αδειάζουν τα τραπέζια και να γεμίζουν οι χωματένιες αυτοσχέδιες πίστες από φανατικούς πανηγυριστές. Είναι κάτι ανεξήγητο, κυτταρικά ελληνικό που δεν μπορεί να εξηγηθεί εύκολα με λέξεις, αλλά μόνο βιώνοντάς το στα δεκάδες πανηγύρια της Ικαρίας, με κορυφαίο εκείνο της Λαγκάδας, στις 15 Αυγούστου, που συγκεντρώνει περισσότερους από 5 χιλιάδες κόσμου, από όλα τα μέρη της Ελλάδας, αλλά και τουρίστες, κάθε χρόνο. «Οι περισσότεροι από αυτούς έρχονται στην Ικαρία ειδικά γι’ αυτό το πανηγύρι», μου εξηγεί ο Νίκος. «Τελευταία οργανώνονται ακόμη και πτήσεις από ξένες χώρες που διαφημίζουν το κέφι που γίνεται σ’ αυτό. Θεωρείται θρυλικό πια! Και, μην φανταστείς, η πρόσβαση στο χώρο του πανηγυριού, ένα μαγικό μέρος ανάμεσα σε πλατάνια, είναι αρκετά δύσκολη, αφού δεν υπάρχει σύγχρονο οδικό δίκτυο που να οδηγεί σ’ αυτό. Παρόλα αυτά, είτε με ωτοστόπ -που θεωρείται παράδοση στο νησί- είτε με πολύ κόσμο στοιβαγμένο σε κάθε ένα αμάξι, η Λαγκάδα δημιουργεί εκείνη τη μέρα μία μικρή, ιδιαίτερη κοινότητα γλεντιού, που συνδυασμένη με άφθονο κρασί, συκωτάκι και τον ενάμιση περίπου τόνο κατσίκι από αγριοκάτσικο -το λεγόμενο ρασκό, όπως το λέμε στην Ικαρία- που προσφέρεται από τους ντόπιους, θεωρείται ό,τι καλύτερο έχει να προσφέρει η Ελλάδα σε σχέση με τα παραδοσιακά μας πανηγύρια».

10.4.16

LADY!


«Όσο το Πάσχα προχωρά / σε συλλογίζομαι / είσαι με άλλη στο χωριό / κι εγώ βουρλίζομαι».

Δεν υπάρχει ζωή χωρίς καμένα σπίτια. Χωρίς το καλό και το ζόρι που ανεβοκατεβαίνουν αυτόματα στη ζυγαριά όταν τα στερνά τιμούν τα πρώτα κι όταν η γνώση αντικαθιστά τη φόρα των νιάτων. Χωρίς λίγο σάπιο αέρα στα ρουθούνια σου ανυπομονώντας για τον καθαρό ύστερα από τα απανωτά λάθη, τις βλακείες, την άγνοια κινδύνου, τους κακούς συμβούλους ή την κακομαθησιά σου. Αν μη τι άλλο, η Άντζελα Δημητρίου ποτέ δεν ζούσε έντρομη, κλεισμένη στο δωμάτιό της, ασθμαίνοντας πάνω απ’ την καρδάρα για τις αποτυχίες της, αλλά προτιμούσε να αποτολμά το τρεχαλητό στην άκρη του γκρεμού, διατηρώντας ακέραιο το ατόφιο της λίπασμα σαν έμπειρη που είναι σχοινοβάτης.

Ανέκαθεν, άλλωστε, αγαπούσε την έκθεση. Κυρίως της προσωπικής της ζωής η οποία, καθώς περνούσαν τα χρόνια της λαϊκής -και κλασικής- της πια καριέρας, δεν άφηνε την μπίλια να καθίσει κάπου. Παλιά καραβάνα.

Κάποτε ήταν ο «άγνωστος» γιος της, οι καβγάδες της με τον Στηβ Κακέτση, ο έρωτας και ο (δεύτερος) γάμος της με τον Γιώργο Τρούπη, η απόπειρα αυτοκτονίας της κόρης της, Όλγας, που στην ανήσυχή της εφηβεία ήθελε να ακολουθήσει την καριέρα της διάσημης μαμάς της, η σωματική κακοποίησή της στην οποία αναφέρθηκε δημόσια, ακόμη και οι εκτρώσεις που έκανε από τις πάλαι ποτέ μεγάλες της αγάπες, κάτι που αποκάλυψε πριν από λίγες βδομάδες η ίδια και ο πρώην (πολύ πρώην) σύντροφός της, Λευτέρης Πανταζής, ανασύροντας ένα ακόμη κομματάκι από την φαρέτρα της γνώσης που λέει πως «το κοινό πρέπει συνεχώς να εκπλήσσεται από τους σταρς».

Γιατί η Άντζελα Δημητρίου είναι σταρ. Και ξέρει πώς να επανεφευρίσκει τον εαυτό της καλύτερα απ’ τον κάθε λαμπρό μάνατζερ καλλιτεχνών. Η διαφήμιση-viral των Jumbo εντάσσεται στο σωστό μερίδιο που ξέρει να λαμβάνει από τη διαχείριση του ονόματος 45 χρόνων καριέρας και 39 δίσκων. Αυτού, δηλαδή, που λέγεται «διαχρονικότητα».

Πάει πολύς καιρός από τότε που μία λουλουδού μού περιέγραφε στη «Νεράιδα» με τι ταχύτητες θα έπρεπε να πηγαινοφέρνει τα πανέρια από γαρύφαλλα στις παλάμες της λαίδης, ώστε κανείς θαμώνας και θαυμαστής της να μην δυσαρεστηθεί, καθώς ακούγονταν οι πρώτες νότες από το «Ουρανέ», το «Ποια θυσία», το «Φωτιά στα Σαββατόβραδα» – το αδιαμφισβήτητα πιο επιτυχημένο ζεϊμπέκικο των ‘80s, σύμφωνα με τον επίσημο «κατάλογο ελληνικής δισκογραφίας». Τα σκαμπανεβάσματα στην καριέρα της ήταν προδιαγεγραμμένο ήδη από την εφηβική της ηλικία συμβάν: σα να περνούσε πάντα σε διάφανη κλωστή το μέλλον της από την τρυπούλα της βελόνας των υφαντουργίων «πεταλούδα» στα οποία κάποτε εργαζόταν, ρισκάρωντας. Τότε που έκανε βόλτες στο περήφανο Περιστέρι και δεν υπήρχε λόγος να ξέρει ποια είναι η ετυμηγορία της λέξης «σκίρτημα» αφού το ζούσε, αφού το ταλέντο της βαθιάς χροιάς στη φωνή της δεν χρειαζόταν να αντικαταστήσει κάτι που δεν αφορούσε τον νταλκά ή την καψούρα των αγοριών και των κοριτσιών καθώς διονυσιάζονταν με τα (άλλοτε πολύ καλά, άλλοτε πολύ κακά) τραγούδια της. 

Όταν το κοινό παραμέριζε για να περάσει διαβλέποντας τη νέα του «βασίλισσα», εκείνη γλεντούσε το όνειρό της χωρίς μετριοπάθεια κι έλεγε όσα είχε στο μυαλό της χωρίς κοσκίνισμα νοημάτων και δεύτερης σκέψης στην περηφάνια της. Και γιατί, άλλωστε, να υποκριθεί;

«Εγώ, αγόρι μου, δεν τελείωσα ούτε πανεπιστήμιο, ούτε είμαι καμία δικηγόρος για να βγαίνω και να λέω μεγάλα λόγια. Εγώ είμαι μια τραγουδίστρια που τραγουδάει στις πίστες, είτε το θέλουν κάποιοι είτε όχι. Το να λέω σε μία συνέντευξη μου “δημοφιλή τραγουδίστρια”, το οποίο δεν είναι το σωστό γραμματικά, λυπάμαι, αλλά δεν το ‘ξερα. Πού είναι το πρόβλημα; Ας βγουν να με πυροβολήσουν οι μορφωμένοι!», μου είχε πει κάποτε στο καμαρίνι της.

Το ίδιο βράδυ τη ρώτησα για το «αίμα» στη φωνή της, τη μνήμη που φέρει το «Δυο φωνές» και το «Οι χωρισμένοι δε γιορτάζουνε ποτέ», την εύθραυστη ψυχολογία της και το πείσμα της που ύψωσε αναχώματα. Θυμάμαι πως δάκρυσε. Και μου εξήγησε πολλά – με τον τρόπο της. Κυρίως για τον μετρονόμο μιας μουσικής που προέρχεται από τη ζωή της και όχι από το χάος της εγκεφαλικότητας του γύρω της κόσμου που -νομίζει πως- την κοροϊδεύει. 

Δημοσίευση στο ένθετο "ΦιλGood" της εφημερίδας "Ο Φιλελεύθερος" της Κύπρου, την Κυριακή 10 Απριλίου. Φωτογραφία: Γιάννης Χατζηγεωργίου.

20.3.16

ΖΩΖΩ ΣΑΠΟΥΝΤΖΑΚΗ: "ΕΝΙΩΘΑ ΘΕΑ! ΝΙΩΘΩ ΘΕΑ!"


«Τα χρόνια δεν τα μέτρησα με την ταυτότητά μου / γιατί είχα εγώ ταυτότητα τη σθεναρή μου οντότητα / το σκήπτρο, την κορώνα μου και τα διαμαντικά μου. / Γράφτε Ζωζώ κι εφόσον ζω άλλα δεν επιτρέπω / σ’ αυτό τον κόσμο το χαζό που όλα τα παραβλέπω / μεθάει η κολόνια μου, κουτό, γι’ αυτό και διαπρέπω».  

Το σπίτι της πιο θρυλικής και αειθαλούς show woman, ηθοποιού και τραγουδίστριας της Ελλάδας στην Αθήνα είναι ένα ισόγειο διαμέρισμα, πίσω από τις στήλες του Ολυμπίου Διός, στην περιοχή της Ακρόπολης. Γεμάτο από φωτογραφίες της -στους τοίχους, κορνιζαρισμένες επάνω σε μικρά τραπεζάκια, σε άλμπουμ και πολυσέλιδα λευκώματα-, από πίνακες, μεγάλους και μικρότερους, με τη φιγούρα της, μικρά δώρα, ενθύμια από θαυμαστές – δεκάδες αναμνήσεις μιας καριέρας δεκαετιών. Στο ραδιόφωνο ακούγεται Adele – «μ’ αρέσουν ωραίες φωνές και μουσικές που με χαλαρώνουν», μου εξηγεί όταν καταλαβαίνει την έκπληξή μου. Κατά τη διάρκεια της κουβέντας μας θα σταματήσει την προσωπική της αφήγηση και θα μου τραγουδήσει a capella το «Η Αθήνα τη νύχτα», σε στίχους Γιάννη Ξανθούλη που ερμηνεύει και στις φετινές της εμφανίσεις στην «Αθηναΐδα», στο Βοτανικό, αλλά και το «πόσο λυπάμαι, τα χρόνια που πήγαν χαμένα, πριν να γνωρίσω εσένα που πρόσμενα καιρό» – ναι, η φωνή της Ζωζώς παραμένει ίδια, αναλλοίωτη, σαν απόσπασμα από τις ελληνικές ταινίες, ασπρόμαυρες αλλά και έγχρωμες, στις οποίες πρωταγωνίστησε («Ο ξυπόλητος πρίγκηψ», «Ο ψεύτης», «Ο Άνθρωπος της καρπαζιάς», «Ο Πατούχας» κ.α). «Άσε το κασετοφωνάκι να γράψει τη φωνή μου, εγώ δεν τα φοβάμαι αυτά, ξέρω πολύ καλά ποια είμαι. Να μ’ έχεις ενθύμιο». Καθόμαστε στο σαλόνι. Επιμένει να δοκιμάσω τα σοκολατάκια της με γεύση πορτοκάλι.

«Όταν ξυπνάω μου αρέσει να κινούμαι λιγάκι, να περπατάω μέχρι την Ακρόπολη, να τρέχω και να κάνω γυμναστική. Αυτά με αναζωογονούν. Εδώ, πριν 10 μέρες, έξω από το Μουσείο, βρισκόταν ένας μουσικός ο οποίος έπαιζε με το βιολί του μία πολύ ωραία μελωδία. Είχα κάτι ψιλά μαζί μου, του τα έβαλα μέσα στο κουτάκι του, του χαμογέλασα και πήγα να απομακρυνθώ. Γύρω μου, όμως, μαζεύτηκαν ξαφνικά άνθρωποι πολλοί – “Ζωζώ”, “Ζωζώ, σ αγαπάμε” άρχισαν να μου λένε, να μου δίνουν συγχαρητήρια, φιλιά, αυτά που συναντώ συνεχώς στο διάβα μου από θαυμαστές και όχι μόνο. Σχηματίστηκε ένας κλοιός γύρω από μένα. Κοίταξα τον κόσμο, πήγα κοντά στο μικρόφωνο, χειροκρότησαν και τραγουδήσαμε μαζί. Τι όμορφη στιγμή! Είμαι αυθόρμητος άνθρωπος. Ακόμη κι όταν δεν εμφανίζομαι κάπου, έρχεται το κοινό και μου λέει: “πού θα εμφανιστείς Ζωζώ;”. Τότε αισθάνομαι υποχρεωμένη να βρεθώ σε κάποια σκηνή, να με παρακολουθήσουν, έστω και για λίγο. Δεν δύναμαι να τους το στερήσω αυτό».

«Έχω συνηθίσει πια να με λένε “βασίλισσα της νύχτας”, δεν είναι τίποτα για μένα, τόσα χρόνια μου το λένε, από 16 ετών. Μου κάνει εντύπωση πάντως που έχω τόσους θαυμαστές νεαρούς σε ηλικία – με χαϊδεύουν, μου λένε όμορφα λόγια, έχουμε καταπληκτική σχέση. Αυτό με αναπτερώνει, μου δίνει δύναμη, με κάνει να λέω στον εαυτό μου: “Ζωζώ, τώρα η καριέρα σου έχει περάσει και σε μία άλλη γενιά”. Κι αυτό σημαίνει διαχρονικότητα. Δε λέω, και παλιότερα με θαυμάζανε, αλλά όχι τόσο πολύ. Αυτό που βιώνω τα τελευταία χρόνια έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο. Το απολαμβάνω! Γίνεται χαμός. Να, πριν λίγο καιρό, στην “Αθηναΐδα” όπου εμφανίζομαι, η νεολαία έλεγε μαζί μου όλα μου τα τραγούδια, τα κινηματογραφικά κυρίως -στο “είμαι κορίτσι ζόρικο” τι πανικός που επικρατεί!-, όλα αυτά που εγώ τα έχω ψιλοβαρεθεί κιόλας. Πριν από 3-4 χρόνια που εμφανιζόμουν στο “Αγγέλων Βήμα” είχε έρθει ένας νεαρός, γύρω στα 30, γονάτισε στα πόδια μου, και μου είπε πως όταν τον ρωτούσαν όσο ήταν μικρός “τι θες να γίνεις όταν μεγαλώσεις;” εκείνος απαντούσε: “το μόνο που θέλω είναι να παντρευτώ τη Ζωζώ!”. “Και τώρα”, συνέχισε εκείνος γονατισμένος μπροστά μου, “έχω την ίδια επιθυμία!”. Μου ‘χουν συμβεί πολλά τέτοια περιστατικά στην καριέρα μου».  

19.3.16

ΣΤΕΛΙΟΣ ΛΕΓΑΚΗΣ: ΕΙΔΩΛΟ ΕΤΩΝ 18


Ανάμεσα στους νέους τραγουδιστές, ο 18χρονος Στέλιος Λεγάκης έχει ίσως το πιο φανατικό κοινό. Ποιο είναι το μυστικό του; 

Μπορεί να μην το έχει συνειδητοποιήσει ακόμη, αλλά η στιγμή εκείνη της προηγούμενης Τετάρτης που ο Στέλιος Λεγάκης έκανε το άλμα από τον κόσμο των ανηλίκων σε αυτό των ενηλίκων, καταλάβαινε στο βάθος πως είναι η πιο σημαντική των 18 του -πια- χρόνων. Εκείνη τη μέρα διοργανώθηκε από την δισκογραφική του εταιρεία, την Panik Records, ένα μεγάλο πάρτυ σε κάποιο εμπορικό κέντρο, μαζεύτηκαν γύρω στα 500 άτομα και ο Στέλιος έσβησε με μια εκπνοή τα κεράκια της τούρτας του που είχε γεύση σοκολάτα. «Η αλήθεια είναι πως η μεγαλύτερη αλλαγή που μου συνέβη στην διαδικασία της ενηλικίωσής μου ήταν το γεγονός ότι τέλειωσα το σχολείο μου, στην Καστέλλα. Γιατί έτσι θα έχω περισσότερο χρόνο τώρα ώστε να κάνω πολύ περισσότερα πράγματα στη μουσική, να γράψω τραγούδια, να εμπνευστώ!», ξεκινά να μου λέει πίνοντας ένα ποτήρι φρέσκο χυμό πορτοκάλι, αφού, όπως μου εξηγεί, προσέχει πολύ τη διατροφή του γιατί θέλει να έχει αντοχές στην καθημερινή γυμναστική που κάνει – άλλο ένα από τα πάθη του. «Τώρα πέρασα σε ένα δημόσιο ΙΕΚ, σπουδάζω ηχοληψία, αλλά αυτό δεν έχει το τρέξιμο και το άγχος που είχα στο Λύκειο. Αν και δεν σου κρύβω ότι μου λείπει κάποιες μέρες το σχολείο, τα πειράγματα με τους συμμαθητές μου, κάποιοι καθηγητές μου, η καθημερινότητά μου σ’ αυτό. Τον τελευταίο καιρό που οι υποχρεώσεις μου στο τραγούδι ήταν πολύ περισσότερες προσπαθούσα να είμαι όσο πιο τυπικός γίνεται. Ήμουν, αν θες, το παιδί για το οποίο πάντα έλεγαν οι δάσκαλοί μου στους γονείς μου: “έχει δυνατότητες, μπορεί να γίνει καλύτερος, αλλά δεν διαβάζει”. Σκέψου ότι τα τελευταία χρόνια δούλευα Παρασκευές και Σάββατα, κοιμόμουνα ξημερώματα, αλλά τις Δευτέρες έπρεπε να αλλάξω το ωράριό μου και να ξαναμπώ σε αυτό του σχολείου, πράγμα που με δυσκόλευε».
Ο Στέλιος δεν ήθελε πάντα να γίνει τραγουδιστής, του είχε καρφωθεί η ιδέα από το δημοτικό πως θα ήταν ένας πολύ καλός μικροβιολόγος -άγνωστο γιατί- αν και είχε μεγαλώσει μέσα στη μουσική αφού ο πατέρας του είχε το μουσικό μαγαζί «Αρμενάκι» κι έτσι ο Στέλιος, πολλές φορές, καθόταν πλάι στους μουσικούς, παίζοντας με τα τύμπανα, τα ντραμς και το λαούτο. «Πάντα έδειχνε ότι κάτι πάει να γίνει με τη μουσική, αλλά ποτέ δεν το είχα πάρει στα σοβαρά, παρόλο που οι γονείς μου ήταν αντίθετοι σε μία τέτοια προοπτική. Ακόμη και όταν πηγαίναμε τα Καλοκαίρια στη Νάξο, στο Ακρωτήρι, 20 λεπτά από τη Χώρα, με την οικογένειά μου, πάντοτε θυμάμαι να τραγουδάμε και να χορεύουμε με τα ξαδέλφια και τους θείους μου, παράλληλα με τα μπάνια μας. Ήταν οι τέλειες διακοπές!».

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΥΛΙΚΑΚΟΣ: "ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΤΗΝ ΚΛΑΨΟΜΟΥΝΙΑ"


Ο έλληνας «γερόλυκος της ροκ» και ένας από τους γνησιότερους εκφραστές του ελληνικού ροκ, υποδύεται έναν τηλεοπτικό «δράκουλα» και ακονίζει καλά τα δόντια του προτού δαγκώσει με όσα έχει να πει, σε μία από τις σπάνιες συνεντεύξεις του.

Γνωστός και ως «Πουλίκα», «Mr. Badbird» ή «Dr. Polykarpov», επέμενε, από το πρώτο μας τηλεφώνημα, να μιλάμε στον ενικό. «Μα, κύριε Πουλικάκο…», «Δημήτρης! Άσε τα “κύριε”!». Λόγω φιλίας, το όνομά του συνδέεται, όχι άδικα, με τον Πάνο Κουτρουμπούση, τον Παύλο Σιδηρόπουλο, το Μάνο Χατζιδάκι, τον Κώστα Ταχτσή, τον Ανδρέα Εμπειρίκο, το Βλάση Μπονάτσο, το Νάνο Βαλαωρίτη, ακόμη και με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή-ο οποίος υπήρξε, για κάποιο διάστημα, ξάδελφός του-, με τα Μάταλα, με ιστορίες για drugs, με κάποιους μήνες που πέρασε στη φυλακή, με το «Μεταφοραί εκδρομαί ο Μήτσος», το «Θείο Νώντα», το «Crazy love στου Ζωγράφου», τον τηλεοπτικό «Αυθαίρετο» και-φυσικά-με δεκάδες ροκ συναυλίες και αμέτρητες ώρες μουσικής.
-Δεν έχεις τίποτα δικό σου, ώστε να μην χρειάζεται να συνεχίζεις να δουλεύεις;
-Έχω τα τρία μου και ένα τριάρι στην Γ’ Σεπτεμβρίου and that’s it. Κατά τ’ άλλα, παίζω μουσική και ζω απ’ τη δουλειά μου. Ούτε σύνταξη έχω, ούτε επιδοτήσεις, ούτε επιχορηγήσεις, ούτε είμαι «συνημμένος» σε κόμματα.
-Είσαι ευχαριστημένος από την καθημερινότητά σου;
-Κοίτα, η ζωή είναι ούτως ή άλλως μία τραγωδία. Για όλους ισχύει αυτό. Αν, όμως, αφήσεις κάποιες μικρές ευτυχισμένες στιγμές να σε καθορίζουν, μπορεί να είσαι και κατά κάποιο τρόπο ευτυχισμένος άνθρωπος.
-Σε τι αφορούν οι δικές σου ευτυχισμένες στιγμές;
-Στον έρωτα και στη μουσική κυρίως. Και βέβαια σε κάποιες ανθρώπινες σχέσεις φιλίας και συντροφικότητας.
-Συνεχίζεις να ερωτεύεσαι στα 71 σου;
-Ζορίζει ο έρωτας, αλλά χωρίς έρωτα δεν υπάρχει ζωή.
-Σε συγκινεί βλέπω το θέμα…
-Είμαι ευσυγκίνητο παιδί. Δεν έχω μάθει την αποστασιοποίηση, όπως σας την μαθαίνουν στις σχολές δημοσιογραφίας. Κι’ άμα δεν βουτήξεις στον έρωτα, πού θα βουτήξεις; Έρως ανήκατε μάχαν. Είναι το μόνο πράγμα που το να το πολεμήσεις είναι άσκοπο, μάταιο. Ο έρωτας σε παίρνει και σε σηκώνει. Και όχι ο διάολος, όπως μας λένε οι παπάδες.
-Μετάνιωσες ποτέ για κάτι που έκανες στη ζωή σου;
-Όχι. Είναι ούτως ή άλλως τόσο ενοχική η εκπαίδευση μας-δεν θα πω παιδεία-, οπότε γιατί να προσθέσουμε κι άλλες ενοχές σε αυτές που μας έχουν ήδη φορτώσει εξ απαλών ονύχων; Αν είναι να μετανιώσεις, μην το κάνεις.
-Ούτε για τα drugs μετάνιωσες;
-Όχι. Ήλθον, είδον, απήλθον.
-Δεν έχεις καπνίσει πάντως ούτε ένα τσιγάρο, εδώ και μισή ώρα που βρεθήκαμε…
-Το ‘χω κόψει. Μόνο καμιά φούντα που και που! (γέλια).

8.2.15

IMAM BAILDI: ΜΙΞΑΡΟΥΝ ΤΗ ΣΥΝΤΑΓΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΥΧΙΑΣ


Κάποιοι μπορεί να τους έμαθαν μόλις τώρα, από τους τίτλους αρχής στο «Μην αρχίζεις τη μουρμούρα» και στο «Κάτω Παρτάλι». Οι περισσότεροι, όμως, συμφωνούν πως οι «Imam Baildi» με τα «πειράγματά» τους σε παλιά τραγούδια αλλά και με τις δικές τους καινούριες συνθέσεις, είναι ό,τι πιο φρέσκο και ελπιδοφόρο αυτή τη στιγμή διαθέτει η ελληνική δισκογραφία.
Μέχρι το 2007 το «ιμάμ μπαϊλντί» παρέπεμπε στο φαγητό εκείνο της τουρκικής κουζίνας με βασικό συστατικό τις μελιτζάνες, οι οποίες κόβονται κατά μήκος και αφού τηγανιστούν γεμίζονται με διάφορα ζαρζαβατικά: ντομάτα, κρεμμύδι ή μαϊντανό. Από το 2007 όμως, και κυρίως τα τελευταία 2-3 χρόνια, «imam baildi» σημαίνει επίσης «Ακρογιαλιές δειλινά», «Το δικό σου το μαράζι», «Πόσο λυπάμαι» «Αργοσβήνεις μόνη», «Όσο με μαλώνεις», «Σημείωμα», ήχοι και στίχοι που παραπέμπουν σε μία άλλη εποχή, ιδωμένοι όμως με σύγχρονη, ολόφρεσκη ματιά. Σαν καινούργιοι. Είναι εκείνοι οι μουσικοί που με μία ιδιόρρυθμη «τρέλα» ισορροπούν εξαιρετικά, με ιδιαίτερη τέχνη και τεχνική, υψηλή αισθητική και με προσεκτικά αριστοτεχνικές κινήσεις, μεταξύ των παλιών τραγουδιών που επιλέγουν να «πειράξουν» και των σύγχρονων ενορχηστρώσεων. Και δείχνουν να τα καταφέρνουν εκπληκτικά μέχρι στιγμής, αν παρακολουθήσει κανείς τα κατάμεστα live τους και το ολοένα αυξανόμενο κοινό τους που τους ακολουθεί πιστά, αφού ξέρει πως μ’ αυτή την μπάντα θα περάσει καλά, χωρίς να προσβληθεί ούτε η ακουστική του, ούτε τα ίδια τα τραγούδια που τόσο καίρια μιξάρουν. «Την ιδέα την πήραμε από το εξωτερικό», ξεκινούν να μου λένε οι leaders και εμπνευστές του συγκροτήματος, τα αδέλφια Ορέστης και Λύσανδρος Φαληρέας. «Τη δεκαετία του ’90 υπήρχαν διάφοροι παραγωγοί που άρχισαν να σαμπλάρουν ο καθένας τραγούδια της δικής του μουσικής κουλτούρας. Το sampling είναι η διαδικασία του να παίρνεις παλιές ηχογραφήσεις, να απομονώνεις μικρά αποσπάσματα και να τα χρησιμοποιείς ξανά με τη δική σου ενορχήστρωση και παραγωγή. Σκεφτήκαμε, λοιπόν, πώς θα ήταν αν κάναμε το ίδιο με παλιά ελληνικά κομμάτια».

ΦΩΤΕΙΝΗ ΒΕΛΕΣΙΩΤΟΥ: ΣΤΑΡ ΕΤΩΝ 56

Ενδιάμεσα του σχολείου όπου δίδασκε, των χωραφιών που καλλιεργούσε και της οικογενειακής της ζωής, η Φωτεινή Βελεσιώτου δημιουργούσε ήδη το μύθο γύρω από τη φωνή και την εικόνα της, ο οποίος έγινε εντονότερος από τότε που οι «Μέλισσες» έγιναν «η μεγάλη ανέλπιστη επιτυχία του εντέχνου».
Αν η Φωτεινή ζούσε ακόμη στο Πλαγιάρι, ένα χωριό λίγο έξω από τη Θεσσαλονίκη, από τις αρχές του χειμώνα, με το που θα είχαν πέσει τα φύλλα του αμπελιού της, θα καταλάβαινε πως είχε φτάσει πια η εποχή που θα γινόταν ο κάθαρος και το ξελάκκωμα, θα αφαιρούνταν οι βέργες και τα κλαδιά που ήταν άχρηστα και περιττά στο κλήμα, ώστε μέχρι το Μάρτιο τα «μάτια» να έδιναν τα νέα τους βλαστάρια. Ό,τι ξερό και σάπιο υπήρχε, θα έπρεπε να είχε αφαιρεθεί. Ακόμη κι’ αν δεν μου περιέγραφε τη διαδικασία εκείνο το απόγευμα Κυριακής στο σαλόνι του σπιτιού που νοικιάζει στη Νέα Φιλαδέλφεια, θα «μαρτυρούσαν» την παλιά καθημερινότητά της τα χέρια της – τα ροζιασμένα, σκληρά και κάπως πληγωμένα. «Για μένα η καλλιέργεια του αμπελιού είναι ένα πολύ σημαντικό μάθημα», ξεκινά να μου λέει. «Γιατί έχει κάτι από την ίδια τη ζωή! Το βλέπεις ξερό το χειμώνα και μέχρι την Άνοιξη δεν ξέρεις πώς να πρωτομαζέψεις τα πρώτα βλαστάρια! Μα, είναι κι’ άλλα. Ξέρεις τι σημαίνει να φυτεύεις την ντοματιά, από τόσο δα μικρό σποράκι και να μεγαλώνει, να βγάζει καρπούς; Καταλαβαίνεις τι χαρά είναι αυτή;».
Πίνει καφέ ελληνικό μέτριο και καπνίζει πολύ. Κάπου κάπου ξεροβήχει από ένα ελαφρύ κρύωμα που την έπιασε, αφού δεν έμαθε ακόμη να ξυπνάει αργά τα πρωινά ξεκουράζοντας έτσι το λαιμό της από το προηγούμενο ξενύχτι στο «Γυάλινο Μουσικό Θέατρο», εκεί όπου τραγουδάει μαζί με τον Μανώλη Μητσιά, τον Μπάμπη Στόκα και την Παυλίνα Βουλγαράκη. Και ακούει κάπως αποστασιοποιημένα όσα της λέω για το ενάμιση σχεδόν εκατομμύριο «χτυπήματα» που έχουν κάνει στο youtube οι «Μέλισσές» της, τα χιλιάδες air plays, την «άγνωστη» αυτή φωνή που ανακαλύψαμε όλοι ξαφνικά, τους «τίτλους τιμής» που της χαρίστηκαν απλόχερα και χωρίς ποτέ εκείνη να τους έχει επιδιώξει: «γνήσια ρεμπέτισσα», «νέα Σωτηρία Μπέλλου», «η φωνή με μνήμες από το παρελθόν». «Ποτέ δεν μετάνιωσα που δεν με έμαθε πιο νωρίς ο κόσμος. Όλα έγιναν στην ώρα τους. Κι’ είναι όμορφο τα ωραία πράγματα να σου συμβαίνουν σε ώριμη ηλικία. Αρκεί να μπορείς να το διαχειριστείς σωστά. Αλλιώς μπορεί να σε οδηγήσουν σε λάθος δρόμους. Αυτό, ευτυχώς, το απέφυγα».
Ακόμη και την τωρινή μεγάλη της επιτυχία προσπαθεί κάπως να τη δικαιολογήσει. Σα να αισθάνεται αμήχανα με ό,τι της συμβαίνει. «Η φωνή μου είναι κοντράλτο. Και πολλοί την ταυτίζουν με εκείνη της Σωτηρίας Μπέλλου. Δεν είναι έτσι! Η Μπέλλου ήταν μία και μοναδική. Και δεν επαναλαμβάνεται. Εγώ τραγουδάω στον ίδιο τόνο με την Μπέλλου, αλλά έχω εντελώς διαφορετική χροιά από εκείνη. Όποιος ξέρει από μουσική, το αντιλαμβάνεται», καταλήγει.

31.8.14

ΦΥΛΙΩ ΠΥΡΓΑΚΗ - ΓΩΓΩ ΤΣΑΜΠΑ: ΣΤΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ ΜΕ ΤΙΣ ΝΤΙΒΕΣ ΤΟΥ ΚΛΑΡΙΝΟΥ




Σε μία από τις σπάνιές τους συναντήσεις σε πανηγύρι, οι δύο μεγάλες stars του δημοτικού μας τραγουδιού, Φιλιώ Πυργάκη και Γωγώ Τσαμπά, μας υποδέχονται στο πανηγύρι του χωριού Ύπατο της Θήβας, για να μας δείξουν πως διασκεδάζει τον Αύγουστο μία άλλη Ελλάδα που συνεχίζει να κουβαλάει στο DNA της λαϊκό μεγαλείο και διονυσιασμό, αναλλοίωτο ακόμη μες στα χρόνια.
Στο «σαν περπατάς παραπατάς, κουνιέσαι και λυγιέσαι, τη μέση σου κουνάς, περνάς μα δεν μιλιέσαι» δίνεται το σήμα ενός ιδιότυπου «ξεσηκωμού» πιστών στο κλαρίνο και στο τουμπερλέκι ανθρώπων, σαν να είναι η δική τους μεγάλη στιγμή, λες και μόλις εκείνο το λεπτό συνέβη ό,τι, για τις επόμενες 6 ώρες πρόκειται να χωρίσει τη χαρά από την «πικρή και μαύρη» καθημερινότητά τους, τη «δύσκολη» και «μίζερη». «Πανάθεμα τα προβλήματα!», φωνάζουν και σηκώνονται, σαν ηλεκτρισμένοι, από τις γκρίζες πλαστικές καρέκλες τους, με τραγούδια που τους είναι τόσο οικεία όσο και ξένα μαζί, αλλά και πάλι δικά τους, με μια μυστική, κυτταρική γνώση. «Μεγάλη η Χάρη του! Σήμερα είναι το μεγάλο μας πανηγύρι», μου λέει μία από τους 350 περίπου κατοίκους της κοινότητας του Υπάτου, ένα χωριό λίγα χιλιόμετρα έξω από τη Θήβα, δείχνοντας μου το καμπαναριό της νέας εκκλησίας, ακριβώς πάνω απ’ το κεφάλι μας. Παραδίπλα, ο στύλος της ΔΕΗ, σηκώνει ένα άλλο, ιδιότυπο λαϊκό «προσκυνητάρι»: τις αφίσες με τις αυστηρές μορφές της μεγάλης ντίβας των δημοτικών τραγουδιών, Φιλιώς Πυργάκη και της νεότερης, Γωγώς Τσαμπά. 


Ο Κώστας της ταβέρνας του «Πατίκα»-φάτσα στον φρεσκοβαμμένο Ναό-ανάβει λίγα ακόμα φώτα έξω στο δρόμο «για να φωτίζεται για τους ξένους», οι λουκουμάδες του Σάκη «με μέλι, σοκολάτα και καρύδια, σπέσιαλ» λερώνουν στο πρόσωπο μικρά παιδιά που τρώνε μέσα σε χάρτινα στρογγυλά πιατάκια, το αρνί σερβίρεται στη λαδόκολλα με το σήμα κατατεθέν της ταβέρνας «“Πατίκας” της κοινότητας Υπάτου», τα κρασιά-σπονδή ανοίγουν και χύνονται στα πόδια της Πυργάκη, της Τσαμπά, του Μπέκα, που κάθονται σε σειρά στο «πατάρι» ή «παλκοσένικο»-το αντίστοιχο του αθηναϊκού stage-, επάνω σε ξύλινες καρέκλες με κεντημένα σταυροβελονιά μαξιλαράκια, η ασφαλτένια «πίστα» γεμίζει από ανοιγμένα χέρια, ανοιχτά πουκάμισα, ιδρωμένα μέτωπα. Κι’ ύστερα, πλαστικά πιατάκια με γαρύφαλλα να αφήνονται με ευλάβεια στα πόδια των τραγουδιστών. Λες και ο Μεταμορφωμένος Σωτήρας βγήκε από την φωταγωγημένη του εκκλησία εκείνο το δροσερό βράδυ του Αυγούστου, για να χορέψει κι’ εκείνος «μα δεν σου κάνω τον άγιο, αχ, αμάρτησα!».

30.8.14

ΑΝΝΑ ΒΙΣΣΗ: "Η ΖΩΗ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ"



Η κορυφαία τραγουδίστρια απομονώνει 10 στιγμές από όλα όσα έχει βιώσει μέχρι σήμερα στα 40 χρόνια πορείας της στο τραγούδι, στη μουσική, στη σκηνή, εικόνες αναπόσπαστες ακόμη και από την ίδια της τη ζωή. 

ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΥΠΟΜΟΝΗΣ
«Τα μεσημέρια, όταν ο μπαμπάς μου πήγαινε για ύπνο εμείς, η μαμά μου, η Λία, κι εγώ κάναμε πρόβα στην κουζίνα. Με έβαζε να τραγουδάω και με διόρθωνε. Στην ερμηνεία, στη τεχνική και στην ορθοφωνία. Όλα αυτά, ενώ το φαγητό στη κατσαρόλα σιγοψηνόταν! Μετά οι τρεις μας το τελειοποιούσαμε στο πιάνο που βρισκόταν δίπλα στο σαλόνι. Στα χρόνια της υπομονής...».  
ΑΣ ΚΑΝΟΥΜΕ ΑΠΟΨΕ ΜΙΑ ΑΡΧΗ 
«Με διαφορά 7 χρόνων κέρδισα τη πρώτη θέση σε δύο διαγωνισμούς. Πάντα με μέντορα τη κυρά Σοφούλα. 1970, Ρ.Ι.Κ, Λευκωσία, η Λία στο πιάνο, εγώ τραγούδι, λέγοντας ψέμα για την ηλικία μου-ήμουν 12 και έπρεπε να ‘μουν 16 για να μπορώ να λάβω μέρος-πήραμε παμψηφεί τη πρώτη θέση. Θυμάμαι μας δώσαν 15 λίρες και κάποια βιβλία. Με τα λεφτά πήραμε από ένα ποδήλατο άσπρο η καθεμιά που χρειάστηκε η αλήθεια, για να πηγαίνουμε σχολείο κάθε μέρα. 7 χρόνια μετά κερδίζω στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Μια νίκη που δεν περίμενα καθόλου και θυμάμαι ακόμα το τρακ και την αμηχανία που είχα όταν ο Άλκης Στέας με φώναξε στη σκηνή να το παραλάβω. Είχα την αίσθηση πως ονειρευόμουν... “Ας κάνουμε απόψε μιαν αρχή” και έκανα στ’ αλήθεια τότε την Αρχή!».  
ΤΑ ΛΙΑΝΟΤΡΑΓΟΥΔΑ ΤΗΣ ΠΙΚΡΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ
«1973. Κάτι σαν μυστική αποστολή το θυμάμαι εκείνο το βράδυ. Την άλλη μέρα είχα σχολείο. Και με ξύπνησαν από την εταιρία για να πάω στο στούντιο να γράψω κάποιο τραγούδι. Το αυτοκίνητο οδηγούσε ο Γιώργος Νταλάρας και εγώ δεν ρώταγα ούτε που πάμε, ούτε τι συμβαίνει. Σαν να ήξερα και σεβόμουνα την στιγμή. Τελικά θα αντικαταστούσα μια άλλη τραγουδίστρια και έτσι θα κέρδιζα μια θέση στον θρυλικό δίσκο “Τα Λιανοτράγουδα της Πικρής Πατρίδας” του Μ. Θεοδωράκη και του Γ. Ρίτσου». 
ZOOM-ΠΛΑΚΑ
«Τα Σάββατα στο ZOOM της Πλάκας ανήκαν στη Σοφία. Αρχές ‘90 και περίμενε στη δεξιά μεριά της σκηνής, νυσταγμένη συνήθως, να τη φωνάξω να τραγουδήσει. Το αγαπημένο της ήταν το “Ακόμα μία”. Και το ρόκαρε κανονικά!».

1.6.14

ΒΙΚΥ ΛΕΑΝΔΡΟΣ: "ΘΑ ΗΘΕΛΑ ΤΩΡΑ ΝΑ ΕΠΙΝΑ ΤΟ ΚΑΦΕΔΑΚΙ ΜΟΥ ΣΤΟ ΜΙΚΡΟΛΙΜΑΝΟ, ΚΟΙΤΩΝΤΑΣ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ..."



Στη συνάντηση μας στο café δίπλα από το δημαρχείο του Πειραιά, ήρθε χωρίς αργοπορία, χωρίς γκρίνια (παρόλο που-όπως μου είπε αργότερα-το προηγούμενο βράδυ κοιμήθηκε μόλις δύο ώρες) και με διάθεση να μην μιλήσει καθόλου για τη μεγάλη καριέρα που την ακολουθεί, τα εκατομμύρια δίσκους, τις sold out συναυλίες της σε όλο τον κόσμο, ακόμη και για το δαχτυλικό αποτύπωμα που άφησε πριν λίγες εβδομάδες στο Άμστερνταμ (προνόμιο για ελάχιστους καλλιτέχνες). Το μόνο που ενδιαφέρει πια τη Βίκυ Λέανδρος είναι ο Πειραιάς, επιλεκτικές συναυλίες και-σίγουρα-ο Λέανδρος, η Μιλάνα και η Σάντρα-τα τρία της παιδιά. 
-Αισθανθήκατε ποτέ το «βάρος» μιας τόσο μεγάλης καριέρας;
-Δεν αισθάνομαι βάρος, αισθάνομαι μια καλλιτεχνική ανησυχία γι αυτό που κάθε φορά κάνω. Περισσότερο ως ευθύνη το αισθάνομαι.
-Ποια είναι αυτή η ευθύνη που αισθάνεστε;
-Επειδή τα τελευταία χρόνια, εκτός από την ερμηνεία των τραγουδιών γράφω στίχους και μουσική- ενώ ταυτόχρονα έχω και την επιμέλεια της παραγωγής των δίσκων μου-η ευθύνη προσανατολίζεται στο να έχουν όλα αυτά την ποιότητα που απ την αρχή ονειρεύτηκα ώστε να υπάρξει το ιδανικό αποτέλεσμα.
-Τι σας εμπνέει συνήθως για να γράψετε;
-Καταστάσεις, εμπειρίες, μουσική που ακούω, οτιδήποτε έχει σχέση με τη ζωή: Όλα αυτά αποτελούν τη μεγαλύτερη πηγή έμπνευσής μου. Μπορώ να δω κάτι στο δρόμο, μπορεί να μου αφηγηθεί κάποιος κάτι, και αυτό να με οδηγήσει στο γράψιμο.
-Δικά σας τραγούδια ακούτε;
-Όχι τόσο συχνά. Μόνο κριτικά μπορώ να δω τον εαυτό μου.
-Είστε αυστηρή κριτής του εαυτού σας;
-Πολύ! Σκεφτείτε ότι δεν μπορώ καν να δω τον εαυτό μου στην τηλεόραση, δεν το αντέχω, αλλάζω αμέσως δωμάτιο. Κάνω την αυτοκριτική μου-δεν την αποφεύγω-αλλά δεν μπορώ να βλέπω ή να ακούω τον εαυτό μου συνεχώς. Αυτό είναι απόλυτα φυσικά, οι περισσότεροι καλλιτέχνες που γνωρίζω-έλληνες και ξένοι-αυτό κάνουν.
-Τι μουσική ακούτε;
-Τα πάντα. Από Robbie Williams, Shakira, μέχρι Frank Sinatra. Όλα τα ακούω με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Αυτό που ίσως να με εκφράζει πιο πολύ είναι τα τραγούδια που έχουν μία ωραία μελωδία.
-Τι είναι αυτό που σας αρέσει στον Robbie Williams;
-Μ' αρέσουν πολύ τα τραγούδια του, η παραγωγή των δίσκων του και-φυσικά-ο τρόπος που εμφανίζεται πάνω στη σκηνή. Η εμφάνιση παίζει πολύ σημαντικό ρόλο για έναν καλλιτέχνη. Ο Robbie Williams δεν είναι κάτι έξω από εμένα, άλλωστε μην ξεχνάτε ότι κι εγώ όλα τα είδη μουσικής τα έχω τραγουδήσει. Όλα αυτά τα χρόνια έχω ερμηνεύσει τα πάντα! Εκτός απ τον πατέρα μου Λέο Λέανδρος, έχω συνεργαστεί με πάρα πολλούς παραγωγούς, από τον Brad Shaipiro μέχρι τον Chris Porter, ο οποίος μάλιστα υπήρξε για 15 χρόνια παραγωγός του George Michael. Μαζί με τον Porter κάναμε πρόσφατα και ένα υπέροχο ντουέτο που τραγουδήσαμε μαζί με τον Chris De Burg.
-O τελευταίος στίχος που γράψατε τι λέει;
-… «Ξένος σε μια καινούργια πόλη, ο δρόμος για τον ουρανό ήτανε σπαρμένος με τριαντάφυλλα…», είναι ένα τραγούδι που μιλάει για μια καινούργια ζωή.
-Ποια είναι η δική σας «καινούργια ζωή», κυρία Λέανδρος;
-Έχω χωρίσει, δεν ζω πια εκεί όπου ζούσα-στο Βερολίνο-, και αυτό είναι για μένα μία εντελώς καινούργια ζωή. Αλλιώς είναι να ζεις με ένα σύντροφο 20 χρόνια και αλλιώς είναι να ζεις μόνη. Βέβαια έχω και τα 3 μου παιδιά, που είναι μεγάλα, σπουδάζουν, επικοινωνούμε πολύ συχνά, αλλά παρόλα αυτά η ζωή αλλάζει. Κάπως έτσι γράφτηκε και αυτός ο στίχος.

19.5.14

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΠΑΝΤΕΛΙΔΗΣ: "ΝΙΩΘΩ ΠΟΛΥ ΠΕΡΗΦΑΝΟΣ, ΠΟΥ ΞΕΚΙΝΗΣΑ ΜΟΝΟΣ ΜΟΥ ΑΠΟ ΕΝΑ ΔΩΜΑΤΙΟ ΚΑΙ ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ ΣΙΓΟΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΚΑΘΕ ΒΡΑΔΥ ΤΙΣ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ ΜΟΥ 2500 ΑΤΟΜΑ!"




-Μέχρι τώρα έχεις επιλέξει να δώσεις ελάχιστες συνεντεύξεις. Για ποιο λόγο; -Ο λόγος είναι απλός. Θεωρώ ότι ένας τραγουδιστής πρέπει να αρκείται στο να τραγουδάει και να διασκεδάζει τον κόσμο. Από εκεί και πέρα υπάρχουν άλλοι τρόποι να επικοινωνήσεις ή να μάθει κάτι περισσότερο για σένα το κοινό σου, όπως το Facebook και το Youtube. Δεν πιστεύω ότι ένας καλλιτέχνης πρέπει να προβάλλεται ιδιαίτερα εκτός των στιγμών που τραγουδάει και γίνεται ένα με το κοινό του.
-Ξεκινάς εμφανίσεις με τον Γιάννη Πλούταρχο σε λίγες μέρες στο Teatro. Πώς προέκυψε αυτή η συνεργασία.
-Είμαι πολύ χαρούμενος, γιατί υπάρχει φοβερή ενέργεια ακόμη και στις πρόβες μας και γιατί είναι ένας σπουδαίος τραγουδιστής που έχει αφήσει ήδη ιστορία στο ελληνικό τραγούδι. Από εκεί και πέρα όλα τα σχήματα θεωρώ, ξεκινούν μέσα από ιδέες φίλων, θαυμαστών και ανθρώπων που θέλουν να ενώσουν καλλιτέχνες. Έτσι όταν άρχισα να καταλαβαίνω ότι στον κόσμο θα άρεσε μια τέτοια συνεργασία, θεώρησα ότι πρέπει να χτιστούν οι γέφυρες για να γίνει αυτό πραγματικότητα.
-Οι περισσότεροι σε θεωρούν τον πιο εμπορικό λαϊκό τραγουδιστή της νέας γενιάς μουσικών και τραγουδιστών. Όλο αυτό που συμβαίνει τελευταία με σένα, πόσο σου άλλαξε τη ζωή;
-Είναι τιμή μου που με ακούει τόσος κόσμος και είμαι τρεις φορές χαρούμενος που τα τραγούδια είναι βγαλμένα μέσα από την ψυχή μου. Δεν με άλλαξε καθόλου ως άνθρωπο και νομίζω αυτό είναι εμφανές. Παρόλα αυτά με έκανε να νιώθω μεγαλύτερη ευθύνη στις πλάτες μου, προσπαθώντας μέσα από τα τραγούδια μου να δουλεύει το μαγαζί που εμφανίζομαι όσες περισσότερες βραδιές γίνεται, ώστε να μπορεί και όλος αυτός ο κόσμος που εργάζεται μέσα σε ένα απίστευτο κλίμα συνεργασίας, να έχει δουλειά αυτές τις δύσκολες στιγμές για την Ελλάδα.
-Ο θεσμός της οικογένειας είναι σημαντικός για σένα;
-Φυσικά, έτσι κι αλλιώς είμαι μεγαλωμένος σε ένα πολύ όμορφο οικογενειακό κλίμα και το ίδιο κλίμα θα ήθελα να έχει και η δική μου οικογένεια. Προς το παρόν έχω δώσει προτεραιότητα στη δουλειά μου. Παρόλα αυτά η οικογένεια είναι στα μελλοντικά μου σχέδια. 

4.3.14

ΣΑΚΗΣ ΜΠΟΥΛΑΣ: "ΤΙ ΘΑ ΕΚΑΝΑ ΑΝ ΗΤΑΝ Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΟΥ ΜΕΡΑ ΣΤΗ ΓΗ..."

Ο Σάκης Μπουλάς (αριστερά) σε μία σπάνια φωτογραφία με τον Μ. Ρασούλη
Ο δημοσιογράφος Γιάννης Χατζηγεωργίου είχε συναντήσει τον δημοφιλή ηθοποιό και τραγουδιστή τον Οκτώβριο του 2010 και του ζήτησε να του απαντήσει (με χιούμορ) για το τι θα έκανε αν ήταν η τελευταία του μέρα στη γη... Δέχτηκε αμέσως. «Πάντα μου άρεσε το black χιούμορ!». Χαμογελούσε, αυτοσαρκαζόταν, έβαζε τα δάχτυλά του ανάμεσα στα μούσια του όσο απαντούσε, και κοιτούσε με χαρά τον κόσμο που ήταν μαζεμένος στην πλατεία Καρύτση...
Από τι θα προτιμούσατε να «πάτε»; 
Από φυσικά αίτια: Κάνοντας σεξ.
Τι είναι αυτό που για το οποίο χαίρεστε που δεν θα χρειαστεί να το ξανακάνετε πια;
Ότι δεν θα ξαναπληρωσω κερατιάτικα στην Εφορία.
Κοιτώντας πίσω, σε τι ξοδέψατε τα περισσότερα χρήματα όσο ήσασταν στη γη;
Δυστυχώς, σε μαλακίες.
Ποια εκπομπή της τηλεόρασης θα θέλατε να στείλετε στην κόλαση; 
Τον «Εξάντα», για να χω κάτι να βλέπω.
Αν σας ζητούσαν να παρουσιάσετε ένα θεατρικό έργο από την κόλαση, ποιο θα ήταν αυτό;
Τον «Φάουστ», για να τα χω καλά με το αφεντικό.
 Ποιο είναι το πιο τρελό πράγμα που έχετε κάνει μέχρι τη στιγμή που έχετε «φύγει»;
Που αγάπησα παράφορα!
Ποια είναι η ιδανική γυναίκα που θα θέλατε να έχετε συντροφιά σας στον παράδεισο;
Την κυρία Μαρίκα Μητσοτακη, γιατί μαγειρεύει υπέροχα.
Ποια θα θέλατε να ήταν η πρώτη κουβέντα που να σας έλεγε ο Άγιος Πέτρος;
«Δεν μπαίνετε κύριε. Είμαστε ρεζερβέ».
Ποια θεωρείτε τη μεγαλύτερη κληρονομιά που αφήνετε στη γη;
Το 50-50, τις Σαββατογεννημένες κι όλα τα υπόλοιπα αριστουργήματα που έχω ερμηνεύσει αριστουργηματικά, με το απίστευτο ταλέντο μου και την απίστευτα αριστουργηματική ερμηνευτική μου δεινότητα.
Τι μετανιώνετε που είπατε όσο βρισκόσασταν στη γη;
«Σ αγαπώ σαν τρελός!».
Τι μετανιώνετε που δεν είπατε;
«Ε, άει στο διάολο, αγάπη μου!».
Ποια μεγάλη μεταφυσική απορία ανυπομονείτε να σας λυθεί;
Υπάρχουν εξωγήινοι;
Με ποιο διάσημο πρόσωπο που βρίσκεται στη κόλαση ή στο παράδεισο θα προσπαθήσετε να κάνετε κουβέντα μαζί του;
Εάν πάω στην κόλαση με τον Λεονάρντο Ντα Βίντσι, εάν πάω στον παράδεισο με τη Ζιζέλ.
Σας έρχεται στο μυαλό η πιο χαρούμενη στιγμή της ζωής σας. Ποια είναι αυτή;
Όταν έμεινα έγκυος.
Ποια υπόσχεση/ υποχρέωση πασχίζετε να τακτοποιήσετε, λίγο πριν φύγετε;
Να κόψω πάλι το τσιγάρο.
Τι διαλέγετε για τελευταίο σας γεύμα στη γη;
Σουτζουκάκια με τηγανιτές πατάτες.
Ποιος είναι ο τελευταίος άνθρωπος που θέλετε να αποχαιρετήσετε στη γη;
Ο Γιάννης Ζουγανέλης.
Τι θα θέλατε να πάρετε μαζί σας εκεί που «πάτε»; 
Μια αφίσα της Καλομοίρας.  
Δημοσίευση στο "Nitro", τον Οκτώβριο του 2010. Αναδημοσίευση στη "LifO", τον Φεβρουάριο του 2014, αμέσως μετά τον θάνατο του.    
http://www.lifo.gr/team/gnomes/46348

ΑΝΝΑ ΒΙΣΣΗ - ΑΝΤΩΝΗΣ ΡΕΜΟΣ: "ΕΧΟΥΜΕ ΠΟΛΥ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΝΩΝΟΥΝ ΚΑΙ ΤΙΠΟΤΑ ΝΑ ΜΑΣ ΧΩΡΙΖΕΙ"


-Πολλοί είναι εκείνοι που ξαφνιάστηκαν με την φετινή σας συνεργασία στην Αθήνα, στο «Pantheon Theater». Τι ήταν εκείνο που σας έκανε να συνυπάρξετε για μία μουσικοθεατρική παράσταση και όχι για ένα πρόγραμμα από αυτά στα οποία σας είχαμε απολαύσει σε προηγούμενα χρόνια και εμφανίσεις σας; 
-Αντώνης: Στο «Pantheon Theater» παρουσιάζουμε, με την αγαπημένη μου Άννα Βίσση, μια μουσικοθεατρική παράσταση που σκηνοθετεί ο Γιάννης Κακλέας, με τίτλο «Ένα ή κανένα». Πρόκειται για ένα μουσικοθεατρικό  υπερθέαμα, με υπέροχα σκηνικά από τον Μανόλη Παντελιδάκη και ιδιαίτερα κοστούμια, με την υπογραφή του Απόλλωνα Παπαθεοχάρη. Φέτος, στο «Pantheon Theater», τα πράγματα είναι διαφορετικά. Τολμάμε, η Άννα, εγώ αλλά και ο επιχειρηματίας, να προτείνουμε ένα διαφορετικό είδος διασκέδασης, σε ένα χώρο πλήρως ανακαινισμένο που πλέον λειτουργεί σαν θέατρο. Ο χώρος του θεάτρου δεν επιτρέπει το κάπνισμα ή τα ποτά, εκτός από τις εξαιρέσεις μερικών τραπεζιών στις ειδικά διαμορφωμένες σουίτες-στις οποίες το κάπνισμα εξακολουθεί να μην επιτρέπεται. Αυτό που πρέπει να καταλάβει ο κόσμος είναι ότι θα εξακολουθεί να διασκεδάζει με τα τραγούδια μας που έχει αγαπήσει, σε ένα περιβάλλον πιο «καθαρό»...   
Άννα: Είμαι, και σαν άνθρωπος και σαν καλλιτέχνης, υπέρ της αλλαγής και της εξέλιξης. Επίσης, δεν μ’ αρέσει να επαναλαμβάνομαι και να κρύβομαι πίσω από το φαινομενικά «ασφαλές». Έχω δε κάνει αρκετά και διαφορετικά πράγματα στο παρελθόν, όπως συναυλίες, θέατρα rock όπερες, musicals και εμφανίσεις σε χώρους που ο κόσμος συνηθίζει να ονομάζει απλά «μπουζούκια» που, τουλάχιστον στη δική μου περίπτωση, θεωρώ πως δεν ήταν έτσι. Γιατί πάντα ένωνα το θέαμα μαζί με τη διασκέδαση και ο ήχος του μπουζουκιού ήταν συμπληρωματικός. Το μόνο σίγουρα απάνθρωπο ήταν το ανελέητο ωράριο. Δεν μπορώ να διανοηθώ πλέον να βγαίνω και να τραγουδάω στη 1 και στις 2 και να πηγαίνω σπίτι μου στις 6 και 7 το πρωί. Ούτε να αναλώνομαι σε χώρους που «επιτρέπουν» λουλούδια τυλιγμένα σε αλουμινόχαρτο και που εκσφενδονίζονται πάνω μου με μανία... Έκανα τον απολογισμό μου και πήρα τις αποφάσεις μου, αυτή τη φορά με το χέρι στην καρδιά! Το ίδιο πιστεύω αισθάνεται και το 90% του κοινού που τώρα πια θέλει να βγει μετά τη δουλειά του, να περάσει όμορφα, να ξεχαστεί, να διασκεδάσει, κάτω από ωραίες, ανθρώπινες συνθήκες πλέον, και να πάει σπίτι του σχετικά νωρίς. Λίγο πολύ όλοι αυτοί οι λόγοι-καλλιτεχνικοί κυρίως, αλλά και πρακτικοί-μας οδήγησαν στο φετινό εγχείρημα που εμάς μας κάνει περήφανους για το αποτέλεσμά του. Και το κοινό που το παρακολουθεί μέχρι στιγμής είναι ενθουσιασμένο.
-Τι θα δει, λοιπόν, ο κόσμος που θα έρθει να σας παρακολουθήσει φέτος στο «Ένα ή κανένα»;
-Άννα: Είναι θα ‘λεγα μια μεγάλη συναυλία του Αντώνη Ρέμου με την Άννα Βίσση με τα ωραιότερα τους τραγούδια, γεμάτη από υπέροχες εικόνες που δημιουργούν η σκηνοθεσία, τα σκηνικά, οι φωτισμοί, μαζί με την ενέργεια του πολυμελούς θιάσου, μπροστά σε ένα κοινό που κάθεται άνετα, παρακολουθεί, τραγουδάει και στο τέλος σηκώνεται όρθιο και συμμετέχει, έως και χορεύοντας, για να ολοκληρωθεί ένα show που συνεχώς εκτυλίσσεται μπροστά τους σαν μια όμορφη ερωτική ιστορία!