Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Life. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Life. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

28.10.13

ΕΛΕΝΑ ΑΚΡΙΤΑ: "ΠΑΝΤΑ ΘΑ ΛΟΓΟΔΟΤΩ ΣΤΟΝ ΜΠΑΜΠΑ ΜΟΥ"


Μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της ελληνικής  δημοσιογραφίας, η κόρη του Κύπριου λογοτέχνη και υπουργού Λουκή Ακρίτα από τη Μόρφου, επιλέγει το «Life» -σε μία από τις σπάνιες πια φωτογραφήσεις και συνεντεύξεις της- για να καταθέσει το μοναδικό και πολύτιμο αποτύπωμα του κοφτερού και καίριου μυαλού της σε λόγο.

Μεγάλωσα στη λεωφόρο Λουκή Ακρίτα- την οδό που συνδέει τη γέφυρα του Πεδιαίου, απέναντι από το Δημοτικό Κήπο της Λευκωσίας, με τον Άγιο Δομέτιο. Στο σπίτι όπου εργαζόταν η μάνα μου ως οικιακή βοηθός -εκείνο της οικογένειας Μελεάγρου, στην οδό Μεσολογγίου-, πήγαινα μετά το τέλος άλλης μίας σχολικής μέρας στο δημοτικό σχολείο του Αγίου Ανδρέα, για να με βοηθήσει στα διαβάσματά μου η γιαγιά μου (εκείνη που η ζωή επέλεξε να μου μεταγγίσει σε αίμα, αντί των βιολογικών), η Ευρού Χατζηδημητρίου. Γύρω στα 8 μου μόλις χρόνια, για να με κρατάει ήσυχο στη φασαρία των μεσημεριών που τα τζιτζίκια σκάνε τραγουδώντας και οι ηλικιωμένοι πέφτουν σε ραστώνη, είχε τραβήξει ένα μυθιστόρημα, το μεγαλύτερο που είχαν δει μέχρι τότε τα παιδικά μου μάτια, από τη μεγάλη βιβλιοθήκη του υπογείου- ήταν «Ο κάμπος». «Το έγραψε ο αδελφός μου», μου είχε πει. «Ζούσε στην Αθήνα, ήταν υπουργός Παιδείας εκεί και πέθανε νέος, στα 56 του χρόνια. Η κόρη του, ένα κοριτσάκι με ξανθά μαλλιά και γαλάζια μάτια -πολύ όμορφο- εδώ, κοντά μας, περνούσε τα καλοκαίρια της». Είχε συγκινηθεί πολύ- θυμάμαι ακόμη πολύ καθαρά τα μάτια της να γεμίζουν στάλες. Αν και με μεγάλες δυσκολίες, το διάβασα. Δέκα χρόνια πιο νωρίς από την ηλικία που άντεξε να το διαβάσει η κόρη του, κάποια χρόνια πριν. Κι ύστερα διάβασα τον «Νέο με καλάς συστάσεις», τους «Αρματωμένους», τους «Ομήρους». Έτσι όπως τα γράφω αυτά, τα αφηγήθηκα και στην ίδια την Έλενα όταν συναντηθήκαμε γι’ αυτή τη συνέντευξη που αποφάσισε -όχι χωρίς κόπο- να δώσει στο «Life». Είχε γουρλώσει τα μάτια της και με κοίταζε. «Γιατί δεν μου τα ’χες πει ποτέ αυτά μέχρι σήμερα;». Κι ήταν σαν να γνωριζόμασταν ξανά από την αρχή, αν και είχαμε μιλήσει αρκετές φορές μέχρι τότε (κυρίως για να εισπράξω τα «όχι» της, αφού επιλέγει να είναι εξαιρετικά σπάνια στις συνεντεύξεις που θέλει να δίνει πια στα media). Κι ύστερα μου μίλησε για τις γεύσεις του φαγητού που διατηρεί ακόμα στη μνήμη του ουρανίσκου της, των κεφτέδων και των τηγανητών πατατών με κέτσαπ που ζητούσε, κάθε μεσημέρι, να της φτιάχνει η μάνα μου για να φάει, όταν η οικογένεια των θείων της ξεκουραζόταν, αφού -όπως της εκμυστηρευόταν, κρατώντας με λαιμαργία το πιρούνι με τα δαχτυλάκια της- κάτι της θύμιζαν από την Αθήνα, από το σπίτι της και τον μπαμπά της. Κάτι ταυτόχρονα κοινό, σπάνιο, πικρό και γλυκό- κάτι πολύ δικό της. - See more at: http://elita.philenews.com/el-gr/people-sunantisis/1478/11818/elena-akrita-panta-tha-logodoto-ston-bampa-mou#sthash.YzmOphq3.dpuf
Μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της ελληνικής  δημοσιογραφίας, η κόρη του Κύπριου λογοτέχνη και υπουργού Λουκή Ακρίτα από τη Μόρφου, επιλέγει το «Life» -σε μία από τις σπάνιες πια φωτογραφήσεις και συνεντεύξεις της- για να καταθέσει το μοναδικό και πολύτιμο αποτύπωμα του κοφτερού και καίριου μυαλού της σε λόγο.

Μεγάλωσα στη λεωφόρο Λουκή Ακρίτα- την οδό που συνδέει τη γέφυρα του Πεδιαίου, απέναντι από το Δημοτικό Κήπο της Λευκωσίας, με τον Άγιο Δομέτιο. Στο σπίτι όπου εργαζόταν η μάνα μου ως οικιακή βοηθός -εκείνο της οικογένειας Μελεάγρου, στην οδό Μεσολογγίου-, πήγαινα μετά το τέλος άλλης μίας σχολικής μέρας στο δημοτικό σχολείο του Αγίου Ανδρέα, για να με βοηθήσει στα διαβάσματά μου η γιαγιά μου (εκείνη που η ζωή επέλεξε να μου μεταγγίσει σε αίμα, αντί των βιολογικών), η Ευρού Χατζηδημητρίου. Γύρω στα 8 μου μόλις χρόνια, για να με κρατάει ήσυχο στη φασαρία των μεσημεριών που τα τζιτζίκια σκάνε τραγουδώντας και οι ηλικιωμένοι πέφτουν σε ραστώνη, είχε τραβήξει ένα μυθιστόρημα, το μεγαλύτερο που είχαν δει μέχρι τότε τα παιδικά μου μάτια, από τη μεγάλη βιβλιοθήκη του υπογείου- ήταν «Ο κάμπος». «Το έγραψε ο αδελφός μου», μου είχε πει. «Ζούσε στην Αθήνα, ήταν υπουργός Παιδείας εκεί και πέθανε νέος, στα 56 του χρόνια. Η κόρη του, ένα κοριτσάκι με ξανθά μαλλιά και γαλάζια μάτια -πολύ όμορφο- εδώ, κοντά μας, περνούσε τα καλοκαίρια της». Είχε συγκινηθεί πολύ- θυμάμαι ακόμη πολύ καθαρά τα μάτια της να γεμίζουν στάλες. Αν και με μεγάλες δυσκολίες, το διάβασα. Δέκα χρόνια πιο νωρίς από την ηλικία που άντεξε να το διαβάσει η κόρη του, κάποια χρόνια πριν. Κι ύστερα διάβασα τον «Νέο με καλάς συστάσεις», τους «Αρματωμένους», τους «Ομήρους». Έτσι όπως τα γράφω αυτά, τα αφηγήθηκα και στην ίδια την Έλενα όταν συναντηθήκαμε γι’ αυτή τη συνέντευξη που αποφάσισε -όχι χωρίς κόπο- να δώσει στο «Life». Είχε γουρλώσει τα μάτια της και με κοίταζε. «Γιατί δεν μου τα ’χες πει ποτέ αυτά μέχρι σήμερα;». Κι ήταν σαν να γνωριζόμασταν ξανά από την αρχή, αν και είχαμε μιλήσει αρκετές φορές μέχρι τότε (κυρίως για να εισπράξω τα «όχι» της, αφού επιλέγει να είναι εξαιρετικά σπάνια στις συνεντεύξεις που θέλει να δίνει πια στα media). Κι ύστερα μου μίλησε για τις γεύσεις του φαγητού που διατηρεί ακόμα στη μνήμη του ουρανίσκου της, των κεφτέδων και των τηγανητών πατατών με κέτσαπ που ζητούσε, κάθε μεσημέρι, να της φτιάχνει η μάνα μου για να φάει, όταν η οικογένεια των θείων της ξεκουραζόταν, αφού -όπως της εκμυστηρευόταν, κρατώντας με λαιμαργία το πιρούνι με τα δαχτυλάκια της- κάτι της θύμιζαν από την Αθήνα, από το σπίτι της και τον μπαμπά της. Κάτι ταυτόχρονα κοινό, σπάνιο, πικρό και γλυκό- κάτι πολύ δικό της. - See more at: http://elita.philenews.com/el-gr/people-sunantisis/1478/11818/elena-akrita-panta-tha-logodoto-ston-bampa-mou#sthash.YzmOphq3.dpuf

Μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της ελληνικής  δημοσιογραφίας, σε μία από τις σπάνιες φωτογραφήσεις και συνεντεύξεις της, καταθέτει το μοναδικό, πολύτιμο αποτύπωμα του κοφτερού και καίριου μυαλού της σε λόγο. 
Μεγάλωσα στη λεωφόρο Λουκή Ακρίτα- την οδό που συνδέει τη γέφυρα του Πεδιαίου, απέναντι από το Δημοτικό Κήπο της Λευκωσίας, με τον Άγιο Δομέτιο. Στο σπίτι όπου εργαζόταν η μάνα μου ως οικιακή βοηθός -εκείνο της οικογένειας Μελεάγρου, στην οδό Μεσολογγίου-, πήγαινα μετά το τέλος άλλης μίας σχολικής μέρας στο δημοτικό σχολείο του Αγίου Ανδρέα, για να με βοηθήσει στα διαβάσματά μου η γιαγιά μου (εκείνη που η ζωή επέλεξε να μου μεταγγίσει σε αίμα, αντί των βιολογικών), η Ευρού Χατζηδημητρίου. Γύρω στα 8 μου μόλις χρόνια, για να με κρατάει ήσυχο στη φασαρία των μεσημεριών που τα τζιτζίκια σκάνε τραγουδώντας και οι ηλικιωμένοι πέφτουν σε ραστώνη, είχε τραβήξει ένα μυθιστόρημα, το μεγαλύτερο που είχαν δει μέχρι τότε τα παιδικά μου μάτια, από τη μεγάλη βιβλιοθήκη του υπογείου- ήταν «Ο κάμπος». «Το έγραψε ο αδελφός μου», μου είχε πει. «Ζούσε στην Αθήνα, ήταν υπουργός Παιδείας εκεί και πέθανε νέος, στα 56 του χρόνια. Η κόρη του, ένα κοριτσάκι με ξανθά μαλλιά και γαλάζια μάτια -πολύ όμορφο- εδώ, κοντά μας, περνούσε τα καλοκαίρια της». Είχε συγκινηθεί πολύ- θυμάμαι ακόμη πολύ καθαρά τα μάτια της να γεμίζουν στάλες. Αν και με μεγάλες δυσκολίες, το διάβασα. Δέκα χρόνια πιο νωρίς από την ηλικία που άντεξε να το διαβάσει η κόρη του, κάποια χρόνια πριν. Κι ύστερα διάβασα τον «Νέο με καλάς συστάσεις», τους «Αρματωμένους», τους «Ομήρους». Έτσι όπως τα γράφω αυτά, τα αφηγήθηκα και στην ίδια την Έλενα όταν συναντηθήκαμε γι’ αυτή τη συνέντευξη που αποφάσισε -όχι χωρίς κόπο- να δώσει στο «Life». Είχε γουρλώσει τα μάτια της και με κοίταζε. «Γιατί δεν μου τα ’χες πει ποτέ αυτά μέχρι σήμερα;». Κι ήταν σαν να γνωριζόμασταν ξανά από την αρχή, αν και είχαμε μιλήσει αρκετές φορές μέχρι τότε (κυρίως για να εισπράξω τα «όχι» της, αφού επιλέγει να είναι εξαιρετικά σπάνια στις συνεντεύξεις που θέλει να δίνει πια στα media). Κι ύστερα μου μίλησε για τις γεύσεις του φαγητού που διατηρεί ακόμα στη μνήμη του ουρανίσκου της, των κεφτέδων και των τηγανητών πατατών με κέτσαπ που ζητούσε, κάθε μεσημέρι, να της φτιάχνει η μάνα μου για να φάει, όταν η οικογένεια των θείων της ξεκουραζόταν, αφού -όπως της εκμυστηρευόταν, κρατώντας με λαιμαργία το πιρούνι με τα δαχτυλάκια της- κάτι της θύμιζαν από την Αθήνα, από το σπίτι της και τον μπαμπά της. Κάτι ταυτόχρονα κοινό, σπάνιο, πικρό και γλυκό- κάτι πολύ δικό της. 
-Είναι «αμαρτωλό» το τελευταίο σας βιβλίο, «το μήλο βγήκε απ’ τον παράδεισο»; 
-Υπάρχουν ορισμένοι θρησκόληπτοι ή κάποιοι που ανήκουν σε παραθρησκευτικές οργανώσεις οι οποίοι προφανώς το θεωρούν «αμαρτωλό», «αιρετικό» ή οτιδήποτε άλλο, επειδή αντιμετωπίζει με χιούμορ τα γεγονότα της Παλαιάς Διαθήκης. Για παράδειγμα, ο Κάιν λέει στη μαμά του «μαμά, πάω να σκοτώσω τον αδελφό μου» και η μητέρα του τού απαντά «μπουφάν να πάρεις, παιδί μου!». Αν αυτό κάποιοι το αντιμετωπίζουν ως βλάσφημο, λυπάμαι που θα το πω έτσι, αλλά δεν είναι δικό μου το πρόβλημα. Αυτό που μπορεί να με σοκάρει είναι ότι σε μία εποχή που η ελληνική κοινωνία σαφώς συντηριτικοποιείται, το να ακούω και να διαβάζω απειλητικά και υβριστικά μηνύματα που λένε «θα κάψουμε το βιβλίο σου, δεν έχουμε πετρέλαιο και θα ζεσταθούμε», εμένα με τρομάζει. Και μόνο η σκέψη του να κάψεις ένα βιβλίο με συγκλονίζει, με ταράζει, θεωρώ ότι αυτό είναι ένας άκρατος φασισμός. Παρόλα αυτά, δεν ιδρώνει το αφτί του κόσμου και των αναγνωστών. Και ευτυχώς. Εδώ θέλω να διευκρινίσω ότι ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης δεν έχει καμία σχέση με το Θεό της Καινής Διαθήκης, που είναι γεμάτος μεγαλοθυμία και αγάπη. Ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης είναι ένας εκδικητικός και σκληρός Θεός. Από εκεί και πέρα, αν κάποιοι θεωρούν ότι η γυναίκα του Λωτ έγινε αλάτι, ο Μωυσής σήκωνε τα χέρια του και άνοιγαν οι θάλασσες, ή ότι ο Ιωνάς πέρασε ένα μαγευτικό τριήμερο μέσα στην κοιλιά μιας φάλαινας, ε, ας το κοιτάξουν! Λυπάμαι, εγώ όλα αυτά τα βρίσκω πάρα πολύ αστεία, οι αναγνώστες μου που έκαναν το βιβλίο best seller τα βρίσκουν επίσης αστεία και αυτή την αστεία πλευρά θέλω να αποδώσω με το βιβλίο μου. 

20.1.13

ΛΕΝΑ ΜΑΝΤΑ: "ΟΣΟ ΜΕΓΑΛΩΝΩ ΓΙΝΟΜΑΙ ΠΙΟ ΕΥΣΥΓΚΙΝΗΤΗ"




-Διαβάζω στο blog σας, ότι στην τελευταία σας επίσκεψη στην Κύπρο περάσατε υπέροχα. Τι το ιδιαίτερο είχε αυτή η φορά το ταξίδι σας στο νησί μας;
-Καταρχήν πρέπει να πω ότι πάντα στην Κύπρο περνάω υπέροχα, είναι τόση η αγάπη του κόσμου, τόση η ζεστασιά και η ανταπόκριση του που, κάθε φορά, υπάρχει η αίσθηση ότι επιστρέφω για να δω αγαπημένους φίλους. Φέτος βέβαια είχα έναν λόγο ακόμη να είμαι χαρούμενη, αφού πληροφορήθηκα ότι ένα ξεχωριστό για μένα βιβλίο, το «Βαλς με δώδεκα θεούς», θα γίνει σήριαλ για τον ΑΝΤ1 Κύπρου με την υπογραφή της Μαρίας Γεωργιάδου.
-Θα μπορούσατε ποτέ να εγκατασταθείτε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα στην Κύπρο, προκειμένου να γράψετε ένα επόμενο βιβλίο σας;
-Μάλλον δύσκολο το θεωρώ κάτι τέτοιο, δεδομένου ότι δεν είμαι μονή μου- έχω οικογένεια την οποία δεν θα μπορούσα ν αποχωριστώ για ένα τόσο μεγάλο διάστημα.
-Ποιες ήταν οι αναφορές σας, προκειμένου να γράψετε το τελευταίο σας βιβλίο «όσο αντέχει η ψυχή»;
-Όσο κι αν ψάχνω στο μυαλό μου, δυσκολεύομαι να θυμηθώ τι ήταν αυτό που γέννησε την Ηρώ μου. Υποθέτω ότι αυτή η ιστορία, σαν να βρισκόταν μέσα μου από πάντα και περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να βγει...
-Η...δική σας ψυχή πόσο αντέχει;
-Όχι μονό άδικη μου, αλλά η ψυχή κάθε ανθρώπου μπορεί να αντέξει τα πάντα, όταν χρειαστεί. Καλό είναι, κι αν είμαστε τυχεροί στην ζωή μας, να μην χρειαστεί να ανακαλύψουμε ποτέ τις αντοχές της- ίσως τρομάξουμε κι εμείς οι ίδιοι!
-Ποια είναι η διαδικασία συγγραφής ενός καινούριου βιβλίου; Υπάρχει κάποια «ιεροτελεστία»;
-Η ιδέα έρχεται από το πουθενά και αργά ωριμάζει στο μυαλό μου. Δεν κρατώ σημειώσεις- θεωρώ ότι αν μια ιδέα είναι καλή θα επιστρέψει καλύτερη και πιο εδραιωμένη. Όταν αισθανθώ το κεφάλι μου έτοιμο να εκραγεί, τότε ξέρω ότι είναι η ώρα να ξεκινήσω. Από εκεί και μετά, δουλεύω καθημερινά και ζω την ζωή των ηρωίδων μου.
-Ποτέ ανακαλύψατε για πρώτη φορά αυτή σας την έφεση στο γράψιμο;
-Πρέπει να ήμουν γύρω στα δέκα, όταν έγραψα το πρώτο μου παραμυθάκι και συνέχισα και στην εφηβεία με μικρά διηγήματα, νουβέλες, πριν ολοκληρώσω εκεί -γύρω στην τρίτη λυκείου-, το πρώτο μου πολυσέλιδο «βιβλίο». Γενικά, η σχέση μου με το χαρτί και το μολυβί, ήταν πάντα άριστη.
-Υπάρχουν μέρες που βλέπετε σαν «αντίπαλό» σας την λευκή σελίδα;
-Όχι βέβαια! Αυτή ακριβώς λευκή σελίδα, δεν είναι αντίπαλος, αλλά πρόκληση! Δεν μου έχει τύχει ποτέ να με προδώσει το μυαλό μου ή να θέλω να γράψω και να μην μπορώ γιατί η έμπνευση με έχει εγκαταλείψει. Το μόνιμο άγχος μου, είναι μη και δεν προλάβω να γράψω όσα έχω στο μυαλό μου.
-Το γεγονός ότι έχετε την δική σας οικογένεια -με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτό-, δεν σας αποσπά από το να αφοσιωθείτε ολοκληρωτικά και απερίσπαστη στη συγγραφή βιβλίων;
-Παρόλο που τα παιδιά μου είναι μεγάλα και οι ώρες που είμαι μόνη μου είναι πολλές, όταν χρειάζονται την μητέρα τους είμαι εκεί, όπως είμαι πάντα διπλά στον άντρα μου, τριάντα χρόνια τώρα. Ο μόνος που...πάσχει είναι ο ύπνος και η ξεκούραση μου.
-Ο σύζυγος σας είναι ο πρώτος αναγνώστης των βιβλίων σας;
-Φυσικά! Εκείνος τα διαβάζει αμέσως μόλις τυπώσω και κάνει και την πρώτη... Άτυπη επιμέλεια, αφού έχει ταλέντο στο να ανακαλύπτει λάθη, χρονικές ανακολουθίες και ότι άλλο μπορεί να μου έχει ξεφύγει πάνω στην ορμή της δουλειάς.
-Τα παιδιά σας είναι οι επόμενοι αναγνώστες σας;
-Αμέσως μετά τον άντρα μου, σειρά έχει η μητέρα μου και ύστερα ο γιος μου. Η κόρη μου, το έχω πει άπειρες φόρες, δεν είναι αναγνώστρια γενικώς.
-Υπήρξαν περίοδοι κατάθλιψης στη ζωή σας και πως τις αντιμετωπίσατε;
-Η λέξη «κατάθλιψη» είναι πολύ βάρια και, τον τελευταίο καιρό, την χρησιμοποιούμε με μεγάλη ευκολία- και το θεωρώ λάθος. Υπήρξαν λοιπόν περίοδοι στην ζωή μου, που τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα και αισθανόμουν πιεσμένη, αλλά η λογική βοήθησε πολύ. Σκεφτόμουν πάντα ότι τα όσα με έκαναν ευτυχισμένη, ήταν περισσότερα από όσα με έκαναν να λυπάμαι. Και όσα μπορούσαν να αλλάξουν πάλευα να τα αλλάξω. Για τα υπόλοιπα, απλώς αποδεχόμουν την ματαιότητα κάθε προσπάθειας.
-Το γράψιμο είναι ψυχοθεραπεία για εσάς;
-Δεν θα το έλεγα ακριβώς έτσι. Η συγγραφή δεν είναι πανάκεια για όλα μας τα απωθημένα. Είναι, όμως, κάτι που εμένα προσωπικά με γεμίζει απόλυτα, με κάνει ευτυχισμένη, βρίσκει διέξοδο η δημιουργικότητα μου, ταξιδεύει το μυαλό και η ψυχή μου.
-Κλαίτε συχνά, κύρια Μαντά; Και για ποιους λόγους;
-Νομίζω ότι όσο μεγαλώνω, γίνομαι πιο ευσυγκίνητη- το δάκρυ έρχεται σε περισσότερες περιπτώσεις. Κλαίω από χαρά, από κούραση, από νεύρα. Η λύπη τώρα πια με παγώνει, με μουδιάζει, δεν με κάνει να κλαίω.
-Έχετε κάνει ποτέ κακό στον εαυτό σας και στην συνέχεια να το μετανιώσετε;
-Δεν νομίζω ότι υπάρχει άνθρωπος που κάνει κακό στον εαυτό του και δεν το μετανιώνει! Εσκεμμένα πάντως, το..αποφευγω. Σίγουρα πιέζω τον εαυτό μου παρά πολύ γιατί θέλω να είμαι εντάξει στις υποχρεώσεις μου και, πολλές φόρες, το καταλαβαίνω ότι αποβαίνει εις βάρος μου, αλλά δεν το μετάνιωσα ποτέ!
-Ποιο θεωρείτε ότι ήταν το μεγαλύτερο λάθος της ζωής σας;
-Που δεν έκανα τουλάχιστον αλλά δύο παιδιά!
-Λένε για τους συγγραφείς ότι είναι «παράξενα» και «ιδιαίτερα» άτομα. Εσείς τι είδους «παραξενιές» έχετε;
-Μου ζητάτε να...δυσφημίσω τον εαυτό μου; Πάντως νομίζω ότι κάθε άνθρωπος έχει ιδιαιτερότητες και δεν είναι θέμα ενασχόλησης, αλλά χαρακτήρα. Η μονή διάφορα, είναι ίσως ο τρόπος που βλέπω τα πράγματα- η οπτική γωνία αν θέλετε. Στα δικά μου μάτια, φωτίζονται ίσως διαφορετικά κάποια πράγματα και χάνονται άλλα...
-Αν σας ρωτούσε κάποιος στο δρόμο τι δουλεία κάνετε, τι θα του απαντούσατε;
-Μα φυσικά «οικιακά» και θα συμπλήρωνα ότι «είμαι σύζυγος και μητέρα». Δεν θεωρώ την συγγραφή επάγγελμα για να το αναφέρω, όπως δεν θα ανέφερα τα χόμπι μου.
-Υπήρξαν στιγμές που καβαλήσατε το καλάμι λόγω των υψηλών πωλήσεων των βιβλίων σας; Που ξεφύγατε;
-Η όποια επιτυχία, ήρθε όταν ήμουν πολύ μεγάλη για να...αλλάξω μεταφορικό μέσο! Παράλληλα, όταν ξέρεις ακριβώς που οφείλεις το όνομα σου, και στην περίπτωση μου, στον κ. Ψυχογιό-τον έκδοτη μου- και στην αγάπη του κόσμου, δεν υπάρχει τρόπος να ξεφύγεις. Είναι, ας πούμε, οι δικλείδες ασφάλειας σου. Αν σε αυτά τα δύο προσθέσεις την οικογένεια, τότε είσαι ασφαλής.
-Ποτέ δεν είπατε, «αφού με θαυμάζει τόσος κόσμος είμαι σπουδαία συγγραφέας»;
-Είναι πολύ ξένες σε μένα αυτές οι λογικές. Ο κόσμος με αγάπησε γιατί ξέρει ότι μέσα μου είμαι πάντα η Λένα και όχι η Μαντά. Και έτσι με αντιμετωπίζει εδώ και χρόνια- έτσι με αποκαλεί όταν μου απευθύνεται-, κι αυτό δεν υπάρχουν λόγια για να το περιγράψω!
-Κλονίστηκε ποτέ η αυτοπεποίθηση σας, λόγω των αυστηρών κριτικών και της αμφισβήτησης στη δουλειά σας;
-Η κριτική έχει έναν συγκεκριμένο σκοπό: Να μας βοηθά να γινόμαστε καλύτεροι, όταν είναι τεκμηριωμένη και απαλλαγμένη από εμπάθειες. Όταν συναντώ, λοιπόν, μια τέτοια κριτική την παίρνω πολύ σοβαρά υπόψην μου. Με τις υπόλοιπες δεν ασχολούμαι, δεν θυμώνω, δεν...κλονίζομαι. Έχω πάρει τόση αγάπη από το αναγνωστικό κοινό, είμαι τόσο γεμάτη και τόσο πλήρης, που δεν μου αφήνονται περιθώρια για μικροψυχίες.
-Με τόσο υψηλές πωλήσεις βιβλίων, να υποθέσω πως ζείτε πια αρκετά άνετα οικονομικά;
-Ο εκδότης μου, ο κ. Ψυχογιός, είναι από τους πιο έντιμους στον χώρο και από τους πιο γενναιόδωρους. Παρόλα αυτά, έχω και έναν άξιο άντρα που δεν φοβήθηκε ποτέ την δουλειά και πάντα εξασφάλιζε την οικογένεια του. Ζούσαμε πολύ καλά και πολύ πριν έρθουν τα βιβλία. Απλώς, τώρα εξασφαλίζουμε και τα παιδιά μας.
-Για το τέλος, θα λεγάτε, κύρια Μαντά, ότι είστε ευτυχισμένη από την ζωή που ζήσατε και ζείτε;
-Απόλυτα! Έκανα την οικογένεια που πάντα ονειρευόμουν, έχω έναν θαυμάσιο σύζυγο, δύο άξια παιδιά, γεμάτα ευγένεια και σεβασμό στον κόπο των γονιών τους, ένα σπίτι γεμάτο αγάπη και γέλιο, καλούς και αγαπημένους φίλους και το μονό που ζητάω από τον Θεό, είναι υγεία για να απολαύουμε τους κόπους μας.
Δημοσίευση στο "Life", τον Ιούλιο του 2012. Οι φωτογραφίες είναι του Γεράσιμου Φρόνιμου. Το τελευταίο βιβλίο της Λένας Μαντά «Όσο αντέχει η ψυχή», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός.

ΑΝΝΑ ΜΟΝΟΓΙΟΥ: "Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΜΟΝΟ ΓΙΑΤΡΙΚΟ"



Εξομολόγηση με διακυμάνσεις- πότε συγκίνησης, πότε μιας υπόγειας ευτυχίας-, αλλά με αλήθεια, με ειλικρίνεια, με πόνο και μία υποβόσκουσα χαρά ταυτόχρονα. Σαν χαρμολύπη. Με τον ίδιο τρόπο που συνυπάρχουν δύο διαφορετικοί κόσμοι στη ζωή μας και που η Άννα τους έζησε καλά, τους ξεχώρισε, κατάφερε να ξεδιαλέξει το ωραίο από το άσχημο βουτώντας- όχι χωρίς δυσκολία- στην ουσία της ύπαρξής της.
Με ένα μικρό κουτί στα χέρια σκεπασμένο με κόκκινη κορδέλα και κλεισμένο καλά με σελοτέιπ γύρω γύρω- μην τυχόν και μπει ελάχιστη από τη μαύρη σκόνη που είχε σκεπάσει δύο βράδια πριν ολόκληρο το κέντρο της Αθήνας από τις καταστροφές των «γνωστών αγνώστων της πόλης»-, μπαίνει η Άννα στο «θέατρο Μουσούρη» της πλατείας Καρύτση ανακοινώνοντας- σχεδόν αυθόρμητα- στις κυρίες της εισόδου: «πάρτε γλυκά! Σήμερα έχω τα γενέθλιά μου!». Ευχές, φιλιά στα μάγουλα, κι άλλα «να ζήσεις» μέσα στα καμαρίνια από συναδέλφους της, από την Άννα Παναγιωτοπούλου που τη σφίγγει στην αγκαλιά της προσεκτικά σαν εύθραυστη κούκλα, από τον Πέτρο Φιλιππίδη που εκείνη την ώρα ξυριζόταν για την παράσταση των 19:30 και που μου λέει να γράψω για την σημαντικότητα της Άννας «ως ανθρώπου πρώτα και μετά ως επαγγελματία. Να λέγονται αυτά τα όμορφα. Και να είναι υπερήφανοι οι συμπατριώτες της για εκείνη». «Μήπως θα θελες να έρθω άλλη μέρα για τη συνέντευξη; Μήπως θα ήταν καλύτερα να κάνουμε αύριο τις “ενδοσκοπήσεις” μας;», τη ρωτάω. «Όχι, όχι», απαντάει, «Ας το πάρουμε σαν παιχνίδι, σαν ένα μικρό “απολογισμό γενεθλίων” από τότε που τα γιόρταζα στο σπίτι μας στην Αγλατζιά, με τους γονείς μου να καλούν φίλους και συμμαθητές μου. Σαν μια ωραία βουτιά στα βαθιά που μπορεί να δώσει κάτι διαφορετικό στον κόσμο, να τον κάνει ίσως να σκεφτεί κάτι πέρα από το σύνηθες. Με προσοχή όμως. Μην πνιγούμε…».
-Πως γιορτάζεις τώρα πια τα γενέθλιά σου;
-Με τον τρόπο που αισθάνομαι εγώ τη συγκεκριμένη μέρα. Αν δεν νιώθω καλά δεν θα κάνω κάτι ιδιαίτερο, αν όμως ξυπνήσω όμορφα, με ευχάριστη διάθεση και χαρούμενη, θα κάνω ό,τι κάνει όλος ο κόσμος: Θα βγω με φίλους, θα δεχτώ τις ευχές τους, ίσως πάω για φαγητό ή για ποτό. Πάντως δεν είμαι άνθρωπος των πάρτι. Εξάλλου, ντρέπομαι φρικτά να καλέσω πολύ κόσμο στο σπίτι και να γίνει σαματάς.
-Είναι περισσότερες οι μέρες που ξυπνάς και έχεις καλή διάθεση, παρά οι λιγότερο χαρούμενες;
-Πλέον ναι.
-Παλιά γιατί συνέβαινε το αντίθετο;
-Ίσως γιατί με βόλευε- μπορεί να ήταν γοητευτικό, μπορεί να ήμουν «κακομαθημένη», μπορεί να μην γνώριζα ακόμη καλά τον εαυτό μου ή επειδή έτσι ήταν φτιαγμένη η ιδιοσυγκρασία μου. Μπορεί επίσης να μην ήξερα, να μην ξεχώριζα, τι με «φτιάχνει» ή τι με «χαλάει».
-Τι σε ισορροπεί τα τελευταία χρόνια και αντιμετώπισες αλλιώς κάποιες καταστάσεις;
-Αναγκάστηκα να ψάξω περισσότερο μέσα μου, έκανα μία εσωτερική ενδοσκόπηση. Θέλω πια να ξέρω τι μου αρέσει, τι δεν μου αρέσει, τι με θυμώνει, τι με γαληνεύει, τι μου κάνει καλό, για ποιο λόγο είμαι σε αυτή τη δουλειά ή γιατί συνυπάρχω με κάποιον άνθρωπο- είτε φίλο, είτε συγγενή είτε σύντροφό μου.
-Τι σε πίκραινε στο παρελθόν;
-Όταν ένας άνθρωπος έχει ανοιχτές κεραίες- και εγώ νομίζω πως, από τη φύση μου, είμαι ένας άνθρωπος που αφήνω τους άλλους να παίρνουν τα πάντα από μένα και εγώ αντίστοιχα να εισπράττω τόσο τα θετικά όσο και τα αρνητικά τους- είναι δεκτικός στο οτιδήποτε. Και εγώ ρουφούσα τα πάντα. Μέσα σε όλα αυτά λοιπόν βρίσκονταν ταυτόχρονα και τα καλά και τα κακά. Απλά εγώ δεν μπορούσα να τα ξεχωρίσω, δεν μπορούσα να τα βάλω σε μία τάξη.
-Και πότε τα «τακτοποίησες»;
-Όταν «φόρτωσε» πια η «ντουλάπα», όταν όλα ξεχύθηκαν έξω και έπρεπε να συγυριστεί και πάλι από την αρχή. Ή να ξαναφτιαχτεί.
-Είχε «φορτώσει» και με θυμό;
-«Φόρτωσε» με άγνοια, με ανασφάλεια, με αρνητισμό, με πράγματα που δεν ήξερα πώς να τα διαχειριστώ. Ξέρεις, ήταν απλά αυτά τα πράγματα αλλά, για μία παιδική και εφηβική ηλικία στην οποία εγώ τότε βρισκόμουν, έμοιαζαν θεόρατα.
-Τι ανασφάλειες είχες που τώρα πια έχουν μειωθεί;
-«Θα τα καταφέρω;», «Θα «μπορέσω να κάνω αυτό;», είχα ανασφάλειες που είχαν αναφορά στο οτιδήποτε- στη δουλειά μου, στην προσωπική μου ζωή, σε ό,τι με απασχολούσε. Δεν θα πω το κλασσικό ότι «ήμουν ευαίσθητη»- γιατί ευαίσθητοι είμαστε όλοι μας-, αλλά ήμουν και εύθραυστη.
-Πως αντιμετώπιζες τις μελαγχολίες σου;
-Ακολουθούσα πάντα την εσωτερική μου ψυχολογία, την εσωτερική μου διάθεση- δεν πήγαινα ποτέ αντίθετα. Όταν ήμουν στα «κάτω» μου, επεδίωκα να βρίσκομαι σε ένα περιβάλλον που να είναι ήρεμο, να μην υπάρχουν εκρήξεις ή εντάσεις, ώστε να δημιουργείται μία ισορροπία στο «μέσα» και στο «έξω» μου. Πάντοτε λειτουργούσα με αυτό τον τρόπο. Ίσως και από ένστικτο. Δεν μου έκανε κακό, μου έκανε πολύ καλό να μπορώ να ισορροπώ αυτούς τους δύο κόσμους, τους τόσο διαφορετικούς αλλά αλληλοσυμπληρώμενους.
-Υπήρχαν περίοδοι στη ζωή σου που προτιμούσες να ήσουν απόλυτα απομονωμένη;
-Όποτε ήθελα να γίνει αυτό, συνέβαινε. Ήταν ένας μηχανισμός που γινόταν εύκολα σε μένα, χωρίς να χρειάζεται να δίνω εξηγήσεις.
-Για πολύ καιρό;
-Όχι. Για λίγο. Όταν ο οργανισμός ήθελε να «σωπάσει» το έκανα αμέσως και ίσως γι αυτό το λόγο μου περνούσε και πιο εύκολα. Δεν καταπίεζα ποτέ τις επιθυμίες μου.
-Εκείνη ήταν και η περίοδος της κατάθλιψης;
-Ναι. Στην μετεφηβεία μου. Κατάθλιψη όμως με την απόλυτη έννοια του όρου, όχι αυτό που ονομάζουμε «λύπη» ή «στεναχώρια».
-Ποια η διαφορά;
-Στην κατάθλιψη χρειάζεσαι βοήθεια… Είναι ένας μεγάλος πόνος, όχι απαραίτητα ψυχολογικός- στη δική μου περίπτωση ήταν οργανικός, είχαν πέσει κάποιες ουσίες του οργανισμού μου. Ήταν κάτι που έζησα από τα 20 μου χρόνια μέχρι τα 25 μου περίπου. Δεν ήταν βαριάς μορφής, αλλά υπήρχε.
-Η επαφή σου με ψυχολόγο σε βοήθησε;
-Πολύ! Αν και δεν έγινε αμέσως αυτή η επαφή. Στη διάρκεια, μέχρι να καταλήξω σε κάποιον συγκεκριμένο, είχα συναντήσει κάποιον που δεν άκουγε, κάποιον άλλον που δεν μπορούσα να του μιλήσω. Συμβαίνει. Ευτύχησα να βρω κάποιον που τον εμπιστεύτηκα και με εμπιστεύτηκε. «Κοινώνησα» καλά το θέμα μου.
-Πως ξεπέρασες τελικά την κατάθλιψη;
-Τη μεγαλύτερη βοήθεια την πήρα από τους γονείς μου! Αυτό που ονομάζουμε «αγάπη των γονιών» εγώ το έζησα ολοκληρωτικά (συγκινείται). Ξέρεις, είναι πολύ σημαντικό να έχεις δίπλα σου έναν ή δύο ανθρώπους που να είναι διάθεσιμοι να σε ακούσουν ή να τους ακούσεις, να μπορείς να τους εμπιστευτείς, να έχεις δίπλα σου αυτό το μεγαλείο της αγάπης ως ένα γεγονός αδιαμφισβήτητο. Και εγώ υπήρξα απεριόριστα τυχερή! Αυτό είναι και το μεγάλο- ίσως και μόνο- γιατρικό των συγκεκριμένων καταστάσεων: Η αγάπη.
-Ποια πράγματα αναθεώρησες στη συνέχεια;
-Ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο. Και πως η υγεία μας- αν και το λένε πολλοί, χωρίς να το εννοούν ουσιαστικά- είναι το πιο σημαντικό στη ζωή μας.
-Με ποιο τρόπο εισπράττεις σήμερα την αγάπη;
-Μόνο με πράξεις. Όχι με λόγια. Μπορείς να την ανιχνεύσεις στα μάτια του άλλου, να τη «δεις»- δεν είναι δύσκολο.
-Πως ήσουν ως παιδί; Εσωστρεφές, εξωστρεφές, λυπημένο, χαρούμενο;
-Εσωστρεφές περισσότερο, αλλά ένα παιδάκι σαν όλα τα άλλα. Ήμουν πάντα παρατηρητική και θα έλεγα πως υπήρξα ένας «συλλέκτης» καταστάσεων, λόγων και εμπειριών, που με βοήθησαν στη συνέχεια και στη δουλειά μου στο θέατρο. Έζησα πολύ ευτυχισμένα χρόνια…Αυτά τα ωραία Καλοκαίρια με τα δύο μου αδέλφια που πηγαίναμε εκδρομές με το αυτοκίνητο των γονιών μου, στη θάλασσα ή στο βουνό- στην Πάφο, στη Λεμεσό, στο Τρόοδος-, πάντα θα τα θυμάμαι με μεγάλη νοσταλγία και τρυφερότητα.
-Ο έρωτας σε βοήθησε καθόλου στις δύσκολες περιόδους της ζωής σου;
-Όχι. Ο έρωτας σε αποσυντονίζει. Αυτό έκανε και στη δική μου περίπτωση: Πάντοτε με έκανε χάλια, πάντοτε με έκανε καλά, είναι κύματα μεγάλα, νερά ρηχά και ταυτόχρονα πολύ βαθιά.
-Κι όταν ήσουνα ήδη χάλια, τι ρόλο έπαιζε;
-Τότε δεν υπήρχε καν ο έρωτας στη ζωή μου!
-Και στον έρωτα είσαι εύθραυστη;
-Πολύ! (χαμογελάει). Τώρα βέβαια, εδώ και 4 χρόνια, είμαι σε μία σχέση που μου παρέχει ασφάλεια, που μου δίνει αγάπη, που είναι εξαιρετικά σημαντική για μένα.
-Αν ερχόταν αυτός ο έρωτας στη διάρκεια των 20-25 σου χρόνων, πώς πιστεύεις ότι θα αντιδρούσες;
-Δεν θα τον καταλάβαινα, δεν θα τον «έβλεπα», δεν θα με «έβλεπε». Θα ήταν όλα αλλιώς…Σαν να ήμουν μία άλλη και αυτός ένας άλλος. Τώρα έπρεπε να γίνει. Γι αυτό τον «είδα», γι αυτό με «είδε».
-Παραμένεις εσωστρεφής στη ζωή σου;
-Ναι. Είναι στο dna μου. Εκτός κι αν νιώσω πολύ οικεία στο περιβάλλον που βρίσκομαι. Τότε γίνομαι από τους πιο εξωστρεφείς ανθρώπους που κυκλοφορούν. Αλλά, αν δεν αισθανθώ οικεία «χάνομαι», γίνομαι σαν τους χαμαιλέοντες που φαίνονται «αόρατοι». Κοίτα, για κάποιον που δεν με γνωρίζει μπορεί να μην είμαι «της χαράς», αλλά για κάποιον που με ξέρει καταλαβαίνει ότι αυτό το κάνω επειδή θέλω να δημιουργώ ειλικρινείς σχέσεις. Αλλιώς, δεν ανοίγω το στόμα μου λέγοντας οτιδήποτε και πληγώνοντας τους ανθρώπους- προτιμώ να μην μιλάω όταν η άποψή μου δεν είναι καλή για κάποιο γεγονός ή άνθρωπο και μόνο αφού ερωτηθώ και καταλάβω ότι ο άλλος είναι έτοιμος να με ακούσει, χωρίς να αισθανθεί περίεργα με αυτό που θα του πω. Ποτέ δεν θα εκφράσω μία άποψη απλά για να ικανοποιήσω το «εγώ» μου. Δέχομαι τον άλλον έτσι όπως είναι, δεν θέλω να του φορτώνω πράγματα δικά μου.
-Το τέλος της περιόδου της κατάθλιψης είναι καθοριστικό για τη ζωή σου;
-Όχι, δεν είναι καθοριστικό. Αν ήταν καθοριστικό θα το άφηνα και πίσω μου. Μου αρέσει να το «φέρω» γιατί είναι δικό μου, το έζησα στο πετσί μου, το δέχτηκα. Και συνεχίζει να με βοηθάει σε πολλά πράγματα. Δεν έχω κανένα λόγο ούτε να το απορρίψω, ούτε να το ξεχάσω. Με βοηθάει να θυμάμαι ότι «δεν τρέχει τίποτα», ότι «αυτά τα πράγματα είναι περαστικά», ότι «όλα ξεπερνιούνται, αρκεί να έχεις τη δύναμη και να μην ντρέπεσαι γι αυτό».
-Συνεχίζεις να κλαις εύκολα;
-(χαμογελάει) Περισσότερο συγκινούμαι, παρά κλαίω. Πιο πολύ έχω αυτό τον κόμπο στο λαιμό… 
Δημοσίευση στο "Life", τον Μάρτιο του 2012. Οι φωτογραφίες είναι της Ολυμπίας Κρασαγάκη.

22.9.12

ΝΑΤΑΛΙΑ ΔΡΑΓΟΥΜΗ: "ΕΚΑΝΑ ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ ΓΙΑ 8 ΧΡΟΝΙΑ"

-Έχοντας τη γνώση όσων ακολούθησαν στη ζωή σου μέχρι σήμερα, θα έκανες διαφορετικές επιλογές αν σου δινόταν ξανά η ευκαιρία;
-Όχι. Πιστεύω ότι έκανα τις σωστές επιλογές. Ίσως, όμως, για κάποια «όχι» που είπα να έχω μετανιώσει. Αν και αυτά τα «όχι» τα έχω πει λόγω φόβου.
-Πως αντιμετωπίζεις τους φόβους σου;
-Έχω πολλούς φόβους, αλλά λειτουργώ στην καθημερινότητά μου σαν να μην έχω. Κατά τα άλλα όμως, φοβάμαι. Ναι μεν ρισκάρω, αλλά ταυτόχρονα φοβάμαι συνεχώς.
-Αν και φαίνεσαι ατρόμητη...
-Δεν είμαι. Καθόλου. Καταλαβαίνω πως μπορεί να φαίνομαι έτσι από τις επιλογές μου-γιατί κι εγώ η ίδια λέω στον εαυτό μου «αφού αυτό το πράγμα το φοβάσαι πιο πολύ απ όλα, πως το κανες;»- αλλά παρόλα αυτά βγαίνω μπροστά για να αντιμετωπίσω ό,τι με τρομάζει. Πολλές φορές με εκπλήσσει ο εαυτός μου! Από μικρή μάλιστα θυμάμαι ότι μου άρεσε να φοβάμαι... Έβλεπα ταινίες τρόμου, φοβόμουνα φρικτά, αλλά εμένα μου άρεσε πάρα πολύ όλο αυτό! Έκανα εξερεύνηση σε εγκαταλελειμμένα σπίτια, ανέβαινα θυμάμαι σε στέγες σπιτιών στην Πάτμο και πηδούσα από στέγη σε στέγη, κατέβαινα γκρεμούς… ήταν σαν να ήταν το αλάτι και το πιπέρι της καθημερινότητάς μου όλα αυτά. Ωστόσο σήμερα-και ειδικά από τότε που έκανα παιδιά- εκτός από το γεγονός ότι ανεβαίνω στη μηχανή μου, δεν κάνω πράγματα που να είναι επικίνδυνα για τη ζωή ή για την υγεία μου.
-Φοβίες με τις κατσαρίδες δεν έχεις;
-Έχω κουραστεί πια να φοβάμαι τις κατσαρίδες! Είμαι cool. Περνάει μία κατσαρίδα, δεν θα την πατήσω, αλλά δεν θα στριγγλίξω! (γελάει). Αυτό που σίγουρα έχω σταματήσει να φοβάμαι πια είναι τη δουλειά μου. Αισθανόμουν παλιά, σε κάθε πρεμιέρα, ότι έχει έρθει το τέλος του κόσμου. Θυμάμαι μάλιστα ότι, όταν τελείωνε κάθε παράσταση, κοιτούσα τα μάτια των άλλων για να δω αν άρεσε ή δεν άρεσε με μεγάλη αγωνία. Τώρα νιώθω αυτό που εισπράττω από το κοινό, νιώθω ότι ξέρω που ήμουν καλή και που δεν ήμουν, αλλά δεν έχω το άγχος για το μετά. Ήταν σαν να κρεμόμουνα πιο πολύ από τους άλλους παλιά, ενώ τώρα μπορώ να καταλάβω. Είναι δύσκολο να πεις «το πέτυχα», όπως δύσκολο είναι να πεις και «δεν το πέτυχα». Τώρα νιώθω ότι μπορώ να το πω αυτό.
-Κατά καιρούς έχεις δηλώσει θετική σε συνεντεύξεις σου στο να επισκέπτονται οι άνθρωποι κάποιον ψυχολόγο. Εσύ το έχεις κάνει;
-Ναι, έχω κάνει ψυχανάλυση για 8 χρόνια και θεωρώ ότι είναι κάτι πολύ εποικοδομητικό. Τη σταμάτησα όταν γέννησα το πρώτο μου παιδί. 
-Ποια ανάγκη σου σε οδήγησε σε αυτό;
-Στην οικογένειά μου όλοι έκαναν ψυχανάλυση και έβλεπα πόσο καλό έκανε αυτό. Κάποιες φορές, που περνούσα ορισμένα ζόρια με τον εαυτό μου, η μητέρα μου μου είπε «θέλεις να ξεκινήσεις;» και της είπα «ναι».
-Σε τρόμαξαν στοιχεία του εαυτού σου που ανακάλυψες κάνοντας ψυχανάλυση;
-Όχι. Απλώς αισθάνθηκα ότι πολλά πράγματα τα ήξερα ήδη. Είναι αλλιώς, όμως, να τα συζητάς και να τα λες με έναν ειδικό. Τα αντιμετωπίζεις πιο ψύχραιμα. Δεν σε σώζει από κάτι ο ειδικός, αλλά όταν σου συμβαίνει κάτι σου εξασφαλίζει μία ψυχραιμία ώστε να μπορέσεις να το διαχειριστείς.
-Αυτό δεν υποκαθιστά άλλες σχέσεις στη ζωή σου, όπως είναι οι φιλικές;
-Όχι. Σκέψου ότι τότε που έκανα ψυχανάλυση είχα- και έχω- κολλητές φίλες από το σχολείο. Δεν παίζει ρόλο το ένα με το άλλο.
-Έχεις περάσει πολλές μελαγχολικές περιόδους στη ζωή σου;
-Όχι. Γενικά, θα έλεγα ότι η ζωή μου είναι χαρούμενη. Από εκεί κι έπειτα όμως, είμαι και λίγο σαν σχοινοβάτης μεταξύ χαράς και ανησυχίας. Πέφτω και σηκώνομαι- όπως όλοι. Έχω περάσει στεναχώριες, αλλά όχι κάτι έντονο και τρομερό. Ίσως γιατί αισθάνομαι πως, ό,τι και αν γίνει, εγώ είμαι μαχητής στη ζωή μου! Δεν επαναπαύομαι- ενώ θα μπορούσα.
-Γιατί το λες αυτό;
-Με την έννοια ότι, για παράδειγμα, δεν χρειάστηκε στο παρελθόν να δουλέψω σε κάτι διαφορετικό, εκτός της δουλειάς μου. Δεν με ανάγκασαν ποτέ οι γονείς μου να κάνω κάτι άλλο από αυτό που αγαπούσα, αλλά μου έδωσαν τη δυνατότητα να κάνω αυτό που ήθελα- χωρίς υπερβολές. Ακόμη και για έναν ρόλο, ποτέ δεν θα πω «ok, το χω»- θα παλέψω πολύ προκειμένου να κατακτήσω κάτι.
-Από τι είσαι εξαρτημένη συναισθηματικά;
-Σαφώς, από τον άντρα μου και από τα δύο μου παιδιά. Δεν νιώθω μονάδα. Είμαι εγώ και η οικογένειά μου.
-Σε ποιες περιπτώσεις γίνεσαι ευάλωτη και πολύ ευαίσθητη;
-Σε ό,τι έχει να κάνει με παιδιά. Μεγαλώνοντας συγκινούμαι πολύ πιο εύκολα, σε σχέση με το παρελθόν. Μπορεί να συγκινηθώ μπροστά από ένα έργο τέχνης, αν δω κάτι όμορφο μπορεί ακόμη και να κλάψω. Θα έλεγα πως κλαίω πολύ πιο σπάνια πια από στενοχώρια και πολύ πιο συχνά από συγκίνηση.
-Μία τέτοια περίπτωση ήταν και το ταξίδι σου στην Γκάνα, πριν από δύο χρόνια;
-Ναι. Αυτό το ταξίδι το θεωρώ τρομερά σημαντικό. Γιατί αλλάζει κάτι στο μυαλό σου, στον τρόπο που σκέφτεσαι. Και επίσης, στον τρόπο που μεγαλώνεις τα παιδιά σου, σε αυτά που τους λες. Εννοείται πως είμαι ανάδοχος γονέας στην Action Aid και βοηθάω όπως μπορώ. Άλλωστε, τι είναι να προσφέρεις λιγότερο από ένα ευρώ τη μέρα σε ένα παιδάκι που το έχει πραγματικά ανάγκη;
-Αυτό τι άλλαξε στη σχέση σου με τα παιδιά σου;
-Όταν πια γύρισα από την Γκάνα και είχε προσωποποιηθεί πλέον η σχέση μας με τη Λίντα-το κοριτσάκι του οποίου είμαι ανάδοχος γονέας, η οποία είναι 9 χρόνων, όσο και η κόρη μου-, όλα αποτέλεσαν μία σύνθεση στη γενικότερη σχέση μου με τα παιδιά μου. Ευτυχώς, βλέπω την τρυφερότητα που έχουν τα παιδιά μου και στις σχέσεις τους αλλά και στον τρόπο που φέρονται σε ζώα.
-Ήσουν κι εσύ τρυφερό παιδί;
-Εγώ ήμουν πιο αγρίμι! Τρομερά ζωηρή.
-Η καταγωγή σου από την οικογένεια Δραγούμη-τον Ίωνα που υπήρξε πολιτικός και λόγιος και τον Στέφανο, που διατέλεσε πρωθυπουργός-, μία μεγαλοαστική οικογένεια της Ελλάδας, θα έλεγες πως διαδραμάτισε καταλυτικό ρόλο στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς σου;
-Πιστεύω πως ναι. Από την άποψη της παιδείας. Ειδικά ο πατέρας μου φέρει επάνω του την καταγωγή του- όχι ως μεγαλοαστός, αλλά σε σχέση με το πνευματικό περίβλημα που υπάρχει γύρω από αυτή την οικογένεια. Σκέψου ότι ο πατέρας μου είναι μουσικολόγος, ένας άνθρωπος του οποίου πάντα θαύμαζα το μυαλό, που έκανε και ο ίδιος τη δική του επανάσταση απέναντι στην αριστοκρατία της οικογένειάς του: Πήγε στην Οξφόρδη για να σπουδάσει νομικά, αλλά δεν ήθελε και σπούδασε τελικά αυτό το οποίο επιθυμούσε πραγματικά.
-Η ακριβής συγγένειά σου με τον Ίωνα Δραγούμη ποια είναι;
-Είναι αδελφός του παππού μου.
-Τι σου έλεγαν για εκείνον μέσα στην οικογένειά σου;
-Ποτέ δεν μου είπαν καταρχήν «πρόσεξε τι θα κάνεις, πρόσεξε πως θα συμπεριφερθείς, είμαστε από την τάδε οικογένεια». Όπως ποτέ δεν έχω πει ποτέ κάτι τέτοιο κι εγώ στην οικογένειά μου. Από διηγήσεις του πατέρα μου καταλάβαινα πως πρόκειται για ανθρώπους με περιεχόμενο, με ουσία, με πνεύμα. Το αστείο ήταν ότι έβλεπα πολλές φορές το επίθετο μας σε οδούς και ρωτούσα τον μπαμπά μου «γιατί;», οπότε μάθαινα την ιστορία της οικογένειάς μου, χωρίς όμως ποτέ να μου δώσουν να καταλάβω ότι εγώ είμαι κάποια και οι άλλοι άνθρωποι υποδεέστεροι.
-Η δεκαετία των 40, στην οποία βρίσκεσαι τώρα, σε κάνει να επαναπροσδιορίζεις πράγματα για τη ζωή σου;
-Είναι πρωτόγνωρο. Εκπλήσσομαι με αυτά που νιώθω- και θετικά και αρνητικά. Νιώθω ότι είναι μεταιχμιακή αυτή η ηλικία και λίγο δύσκολη με τα ψυχολογικά. Γιατί δεν αισθάνομαι καθόλου μεγάλη-αλλά είμαι. Είναι περίεργο να νιώθεις 30 χρόνων και να μην είσαι. Γιατί σιγά σιγά, βλέπεις ότι πράγματα που δεν σε κούραζαν στα 30, τώρα δεν μπορείς να τα κάνεις εύκολα. Ωστόσο, τώρα βλέπω και μία εσωτερική ωριμότητα που δεν την είχα στα 30 μου χρόνια.  
Δημοσίευση στο περιοδικό "Life" της Κύπρου, τον Σεπτέμβριο του 2012.