Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Personal. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Personal. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

17.4.16

ΠΩΣ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΠΑΡΑΤΑΣ ΤΟ ΜΩΡΟ ΣΟΥ;


Μερικά παιδιά θα μεγαλώσουν απότομα, πολύ νωρίτερα απ' το δικό σου. Δεν θα χρειαστεί να ωριμάσουν ποτέ στη ζωή τους, αφού περνάνε στην ενηλικίωση ήδη από τις πρώτες μέρες της γέννησής τους.

Μόλις είχαμε τελειώσει απ’ την απευθείας σύνδεση του τηλεοπτικού studio με την «τράπεζα μητρικού γάλακτος του “Νοσοκομείου Έλενα”», στο κέντρο της Αθήνας. Μπήκε μέσα συγκινημένη. «Το κορίτσι μου έβαλε τα καλά του!», είπε. Η μικρή ήταν λίγων μόνο μηνών. Φορούσε ροζ μακρύ φορεματάκι, κόκκινη κορδελίτσα στη μεσούλα, παπούτσια γαλάζια και κάλτσες λευκές με πολύχρωμα αρκουδάκια επάνω. Τα μαλλιά της -ήδη ανεπτυγμένα- ήταν ξανθά, μία τούφα ήταν πιασμένη με λαστιχάκι για να μην πέφτουν μπροστά στα μπλε της μάτια – τα λαμπερά!

Η προϊσταμένη την κρατούσε πολύ σφικτά, δεμένη σχεδόν ανάμεσα στα ανοιχτά της χέρια, με μία αόρατη κλωστή που πιανόταν κόμπος μην της φύγει το προδιαγεγραμμένο. «Σήμερα το κοριτσάκι μας θα πάει στο ίδρυμα. Βάλαμε τα πιο ωραία μας για να βρεθεί εκεί όμορφη. Στολιστήκαμε. Το αυτοκίνητο μας περιμένει από κάτω». Δεν καταλάβαινα τι γινόταν. Γύρισα το κεφάλι μου στη Γιώτα που λίγο πριν μου εξηγούσε το καλό που κάνει στα νεογέννητα το μητρικό γάλα, στην ανάπτυξη και στο μεγάλωμά τους. «Ακριβώς δίπλα είναι η μονάδα με τα εγκαταλελειμμένα βρέφη», μου είπε.

Γύρισα ξανά το κεφάλι μου στη μαία που κρατούσε στην αγκαλιά της τη μικρή νεράιδα. «Μπορώ; Για λίγο;». «Έχετε μαζί σας τη δημοσιογραφική ταυτότητα;». «Τα πάντα». «Ανεβαίνω σε λίγο. Θα πάμε μέσα μαζί».

Η πόρτα ήταν κλειδωμένη. Χτυπήσαμε δύο φορές. Μας άνοιξε μία νοσοκόμα. Φόρεσα τη λευκή ρόμπα που κρεμιόταν στον προθάλαμο και προχώρησα στον μικρό στενό διάδρομο. Κανένα μωρουδιακό κλάμα. Λες και αυτά τα παιδιά είχαν προαποφασίσει, από το πρώτο τους απότομο και ανεπιθύμητο «ουά», να αποκτούν αυτάρκεια, επιβεβλημένη ελευθερία και ανεξαρτησία. Να γίνονται ενήλικες από ανάγκη.

«Αχ, και να ‘μουνα η μέρα που γεννήθηκες / να σου ‘δινα την πρώτη σου αγκαλιά…».

Το μωρό στο πρώτο κρεβατάκι φορούσε μπεζ κορμάκι και καλτσάκια πορτοκαλί, είχε μάγουλα ροδοκόκκινα, μέτωπο πλατύ και μάτια ιριδίζοντα. Μόλις το κοίταξα χαμογέλασε κοιτώντας με με απορία. Άπλωσα τα χέρια μου, άπλωσε τα δικά του αμέσως. «Μπορώ;». «Μπορείτε. Έχουν μάθει αυτά τα παιδιά στις αγκαλιές. Και τις ζητάνε συνεχώς».

Το κοριτσάκι είχε γεννηθεί τέλη Νοεμβρίου. Αυτό έγραφε στο καρτελάκι. Έβαλε το κεφαλάκι του στο στήθος μου και του το χάιδεψα – μόλις είχε ξεκινήσει να γεννάει τρίχες στα μαλλιά. Οι γονείς του ήταν τσιγγάνοι, η μαμά του -ανήλικη- το είχε γεννήσει μέσα σε ένα αυτοκίνητο, δεν μπορούσε να το κρατήσει λόγω οικονομικών δυσκολιών, το πήγαν κάποιοι γείτονες στο μαιευτήριο, πότε πότε το επισκέπτεται αλλά με απόφαση εισαγγελέα δεν μπορεί να το έχει κοντά της. Ζωές τσακισμένες.

Γιατί το να είσαι γονιός προϋποθέτει στοιχειώδη ικανότητα – πέρα από ταλέντο.

Παθογενείς εξαρτήσεις, ναρκωτικές ουσίες, σοβαρά οικογενειακά και ψυχιατρικά προβλήματα περιπλέκονται γύρω από μία μοίρα που δεν γνωρίζουν αυτά τα μωρά – δεν ξέρουν πως έχουν γεννηθεί με μία πετριά σκληρότητας ενός κόσμου που δεν γνώρισαν ακόμη αλλά τα περιβάλλει, καθώς αναζητάνε ξένα χέρια μήπως αντικαταστήσουν τα πρώτα που τα κράτησαν, συνδεδεμένα με έναν ελαφρύ ομφάλιο λώρο που αποκόπηκε απότομα αποβάλλοντάς τα. Άτυχα από κούνια; Ή, μακροπρόθεσμα, τυχερά;

Γνωρίστηκα με όλα: το κοριτσάκι που το γέννησε ένα άλλο κορίτσι 14 ετών, το αγόρι με τα θαλασσί μάτια που οι γονείς του το είχαν εγκαταλείψει «για λίγο» γιατί δεν μπορούσαν να το μεγαλώσουν μαζί με τα υπόλοιπα 7 τους παιδιά, το βρέφος των τριών μηνών που έπρεπε να φύγει απ’ το σπίτι μετά από καταγγελία των γειτόνων και απόφαση εισαγγελέα αφού ο σύζυγος κακοποιούσε τη μητέρα σχεδόν κάθε βράδυ, το μωρό που είχε κινητικά προβλήματα αλλά το βλέμμα του έτρεχε με ταχύτητες που κανείς δεν μπορούσε να διαβλέψει πού θα κατέληγε – ολομόναχο στον κόσμο, άντρας ήδη δυνατός από 6 μηνών.

Κοίταξα τη μαία. Ύστερα τα μωρά μέσα στα κρεβατάκια τους. Ξανά τη μαία: «εσείς είστε η μητέρα τους!».

Πήγα ξανά στο κρεβατάκι της μικρής. Εκείνης που με προϋπάντησε στο «σπίτι» που αντικατέστησε το μητρικό, με ζωγραφιές στους τοίχους, πλαστικά παιχνίδια και μικρές μπαλίτσες από αφρολέξ. Της έδειξα ξανά τα χέρια μου, πάνω απ’ το κεφάλι της, κουνώντας τα πέρα δώθε. Χαμογέλασε διάπλατα. Προσπάθησε να σηκώσει τα δικά της, πλησιάζοντας τα δικά μου. Μόλις 5 μηνών – μα, τόση δύναμη! Ήθελε πάλι αγκαλιά. Την ξανασήκωσα. Της έβαλα ξανά το κεφαλάκι της στο στήθος μου. «Κοριτσάκι μου! Κοριτσάκι μου! Ποιος μπόρεσε να σε παρατήσει εσένα;».

Δημοσίευση στο ένθετο "ΦιλGood" της εφημερίδας "Ο Φιλελεύθερος" της Κύπρου, την Κυριακή 17 Απριλίου. Φωτογραφία: Γιάννης Χατζηγεωργίου.

10.4.16

LADY!


«Όσο το Πάσχα προχωρά / σε συλλογίζομαι / είσαι με άλλη στο χωριό / κι εγώ βουρλίζομαι».

Δεν υπάρχει ζωή χωρίς καμένα σπίτια. Χωρίς το καλό και το ζόρι που ανεβοκατεβαίνουν αυτόματα στη ζυγαριά όταν τα στερνά τιμούν τα πρώτα κι όταν η γνώση αντικαθιστά τη φόρα των νιάτων. Χωρίς λίγο σάπιο αέρα στα ρουθούνια σου ανυπομονώντας για τον καθαρό ύστερα από τα απανωτά λάθη, τις βλακείες, την άγνοια κινδύνου, τους κακούς συμβούλους ή την κακομαθησιά σου. Αν μη τι άλλο, η Άντζελα Δημητρίου ποτέ δεν ζούσε έντρομη, κλεισμένη στο δωμάτιό της, ασθμαίνοντας πάνω απ’ την καρδάρα για τις αποτυχίες της, αλλά προτιμούσε να αποτολμά το τρεχαλητό στην άκρη του γκρεμού, διατηρώντας ακέραιο το ατόφιο της λίπασμα σαν έμπειρη που είναι σχοινοβάτης.

Ανέκαθεν, άλλωστε, αγαπούσε την έκθεση. Κυρίως της προσωπικής της ζωής η οποία, καθώς περνούσαν τα χρόνια της λαϊκής -και κλασικής- της πια καριέρας, δεν άφηνε την μπίλια να καθίσει κάπου. Παλιά καραβάνα.

Κάποτε ήταν ο «άγνωστος» γιος της, οι καβγάδες της με τον Στηβ Κακέτση, ο έρωτας και ο (δεύτερος) γάμος της με τον Γιώργο Τρούπη, η απόπειρα αυτοκτονίας της κόρης της, Όλγας, που στην ανήσυχή της εφηβεία ήθελε να ακολουθήσει την καριέρα της διάσημης μαμάς της, η σωματική κακοποίησή της στην οποία αναφέρθηκε δημόσια, ακόμη και οι εκτρώσεις που έκανε από τις πάλαι ποτέ μεγάλες της αγάπες, κάτι που αποκάλυψε πριν από λίγες βδομάδες η ίδια και ο πρώην (πολύ πρώην) σύντροφός της, Λευτέρης Πανταζής, ανασύροντας ένα ακόμη κομματάκι από την φαρέτρα της γνώσης που λέει πως «το κοινό πρέπει συνεχώς να εκπλήσσεται από τους σταρς».

Γιατί η Άντζελα Δημητρίου είναι σταρ. Και ξέρει πώς να επανεφευρίσκει τον εαυτό της καλύτερα απ’ τον κάθε λαμπρό μάνατζερ καλλιτεχνών. Η διαφήμιση-viral των Jumbo εντάσσεται στο σωστό μερίδιο που ξέρει να λαμβάνει από τη διαχείριση του ονόματος 45 χρόνων καριέρας και 39 δίσκων. Αυτού, δηλαδή, που λέγεται «διαχρονικότητα».

Πάει πολύς καιρός από τότε που μία λουλουδού μού περιέγραφε στη «Νεράιδα» με τι ταχύτητες θα έπρεπε να πηγαινοφέρνει τα πανέρια από γαρύφαλλα στις παλάμες της λαίδης, ώστε κανείς θαμώνας και θαυμαστής της να μην δυσαρεστηθεί, καθώς ακούγονταν οι πρώτες νότες από το «Ουρανέ», το «Ποια θυσία», το «Φωτιά στα Σαββατόβραδα» – το αδιαμφισβήτητα πιο επιτυχημένο ζεϊμπέκικο των ‘80s, σύμφωνα με τον επίσημο «κατάλογο ελληνικής δισκογραφίας». Τα σκαμπανεβάσματα στην καριέρα της ήταν προδιαγεγραμμένο ήδη από την εφηβική της ηλικία συμβάν: σα να περνούσε πάντα σε διάφανη κλωστή το μέλλον της από την τρυπούλα της βελόνας των υφαντουργίων «πεταλούδα» στα οποία κάποτε εργαζόταν, ρισκάρωντας. Τότε που έκανε βόλτες στο περήφανο Περιστέρι και δεν υπήρχε λόγος να ξέρει ποια είναι η ετυμηγορία της λέξης «σκίρτημα» αφού το ζούσε, αφού το ταλέντο της βαθιάς χροιάς στη φωνή της δεν χρειαζόταν να αντικαταστήσει κάτι που δεν αφορούσε τον νταλκά ή την καψούρα των αγοριών και των κοριτσιών καθώς διονυσιάζονταν με τα (άλλοτε πολύ καλά, άλλοτε πολύ κακά) τραγούδια της. 

Όταν το κοινό παραμέριζε για να περάσει διαβλέποντας τη νέα του «βασίλισσα», εκείνη γλεντούσε το όνειρό της χωρίς μετριοπάθεια κι έλεγε όσα είχε στο μυαλό της χωρίς κοσκίνισμα νοημάτων και δεύτερης σκέψης στην περηφάνια της. Και γιατί, άλλωστε, να υποκριθεί;

«Εγώ, αγόρι μου, δεν τελείωσα ούτε πανεπιστήμιο, ούτε είμαι καμία δικηγόρος για να βγαίνω και να λέω μεγάλα λόγια. Εγώ είμαι μια τραγουδίστρια που τραγουδάει στις πίστες, είτε το θέλουν κάποιοι είτε όχι. Το να λέω σε μία συνέντευξη μου “δημοφιλή τραγουδίστρια”, το οποίο δεν είναι το σωστό γραμματικά, λυπάμαι, αλλά δεν το ‘ξερα. Πού είναι το πρόβλημα; Ας βγουν να με πυροβολήσουν οι μορφωμένοι!», μου είχε πει κάποτε στο καμαρίνι της.

Το ίδιο βράδυ τη ρώτησα για το «αίμα» στη φωνή της, τη μνήμη που φέρει το «Δυο φωνές» και το «Οι χωρισμένοι δε γιορτάζουνε ποτέ», την εύθραυστη ψυχολογία της και το πείσμα της που ύψωσε αναχώματα. Θυμάμαι πως δάκρυσε. Και μου εξήγησε πολλά – με τον τρόπο της. Κυρίως για τον μετρονόμο μιας μουσικής που προέρχεται από τη ζωή της και όχι από το χάος της εγκεφαλικότητας του γύρω της κόσμου που -νομίζει πως- την κοροϊδεύει. 

Δημοσίευση στο ένθετο "ΦιλGood" της εφημερίδας "Ο Φιλελεύθερος" της Κύπρου, την Κυριακή 10 Απριλίου. Φωτογραφία: Γιάννης Χατζηγεωργίου.

27.3.16

ΦΥΣΗΞΕ Ο ΒΑΡΔΑΡΗΣ ΚΑΙ ΚΑΘΑΡΙΣΕ


«Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα: χίλιοι τη χαίρονται - ένας την πληρώνει», Ντίνος Χριστιανόπουλος.

Τη θυμάμαι συχνά αυτή την πόλη. Με οποιαδήποτε αφορμή. Μου τηλεφώνησε ο Πάνος τις προάλλες για να μου πει πως είχε περάσει από τη Μανωλάκη Κυριακού στον Άγιο Δημήτριο και το χωριό της γιαγιάς του, την Κερασία Νέας Μηχανιώνας, για να πάρει κάτι καλύμματα καναπέδων late ‘60s, πως δεν μπορούσε να παρκάρει το νοικιασμένο του αυτοκίνητο κάπου -«πώς έγινε έτσι το κυκλοφορικό κι εδώ!»- πως έκανε βόλτες στο κέντρο – κυρίως στη Νέα παραλία, γύρω από το Λευκό Πύργο, τα Λαδάδικα και τη Διεθνή Έκθεση. Πως δεν γινόταν να σταματήσει κάπου για να μου πάρει τσουρέκια και τρίγωνα Πανοράματος – έστω δυο τρία απ’ αυτά τα κουλουράκια που κάνουν κρίτσι κρίτσι στο στόμα και τα πουλάνε στην Αριστοτέλους. Τις εικόνες, όμως, τις είχα ήδη σχηματίσει στο μυαλό μου.

Σα να έπινα μέτριο προς γλυκύ στη Νίκης με ομίχλη και θέα στους γλάρους να ανεβοκατεβαίνουν διψασμένοι στο νερό…

Αχ, η Θεσσαλονίκη!

Κάποτε υπήρχε ένα μπαρ, μπροστά από κάποιο μικρό πάρκο, νομίζω πολύ κοντά στο κτήριο της ΕΤ3, που μάζευε κάθε Σάββατο δεκάδες παράταιρα πλάσματα του καιρού και του κόσμου, περιθωριακά, λίγο εξεζητημένα, πολύ ευαίσθητα και μόνα. Γυναίκες, άνδρες, μα κυρίως άνδρες που ντύνονταν γυναίκες. Λεγόταν «Ahu». Δεν θα ξεπερνούσε τα 100 τετραγωνικά, ήταν πάντα ημιφωτισμένο, έπαιζε Βίσση και Σακελλαρίου (κυρίως) και έβαζε στα ποτήρια μπόμπες. Ήταν φτηνό – δωρεάν η είσοδος, πλήρωνες μόνο το αλκοόλ -κάπου στις χίλιες δραχμές-, αλλά αν σε συμπαθούσε πολύ ο Στέλιος κι έκανες κέφι ή του θύμιζες πως κι αυτός κάποτε υπήρξε ένα λαϊκό αγόρι που δούλευε ως ελαιοχρωματιστής και υφαντής, μπορεί και να σου κέρναγε όλα τα τζιν τόνικ.
Εκείνη την εποχή έμενα στο σπίτι του φίλου μου του Γιώργου, στη Δοϊράνης, που είχε θέα στο Πανεπιστήμιο με φιλοξενούμενους, κατά καιρούς, κανά δυο αμερικανούς, τη Μαρκέλλα, έναν φαντάρο ανασφαλή και κάποιον ιδιοκτήτη μαγαζιού ηλεκτρικών συσκευών με μπαμπά απ’ τη Χαλκιδική και εξοχικό στην Ουρανούπουλη.

Αλλά η Εγνατία, ο Βαρδάρης – τι ποίηση, τι βόλτες!

Το ξενοδοχείο «Αλεξάνδρεια», κοντά στους τρύπιους δρόμους του οβελιστηρίου «Ο Θανάσης» με τις πράσινες πλάκες επάνω στις οποίες έπρεπε να κάνεις μεγάλα άλματα για να περάσεις στο απέναντι πεζοδρόμιο, ήταν το στόμα των σκουπιδιών. Τη μέρα δεν καταλάβαινες πολλά από όσα θα συνέβαιναν το βράδυ: επιβάτες των ΚΤΕΛ πηγαινοέρχονταν στα τραπεζάκια πίνοντας φραπέ, μανάδες τσακώνονταν με τα παιδιά τους τραβώντας τα απ’ το γιακά, βούλγαροι παζάρευαν τις τιμές στις φόρμες γυμναστικής και στα σορτσάκια, κανά δυο άνδρες, κάπως μελαμψοί, πηγαινοέρχονταν άσκοπα ή περιμένοντας στις στάσεις κάποιο λεωφορείο χωρίς ακριβή κατεύθυνση και ρωτώντας τους περαστικούς για το «Διοικητήριο» ή την «Καλαμαριά». Αλλά η νύχτα…

«Όταν τις νύχτες τριγυρνώ στη μοναξιά μου / ψάχνω μες σε χιλιάδες πρόσωπα να βρω / εκείνο το τρεμούλιασμα στην άκρη του ματιού σου».

Τα τριανταφυλλένια χαμόγελα μετατρέπονταν σε κάκτους, τα λευκά φανάρια των δρόμων έσπαγαν από κόκκινες αποχρώσεις που δημιουργούσαν λαμπτήρες, όλα φαίνονταν φυσιολογικά και η αμαρτία ήταν προσευχή σε νεόκοπο άγιο. Η Εγνατία, στις αρχές της, ήταν η Σατωβριάνδου της Αθήνας – τόσες καίριες αντιθέσεις μεταξύ τους μαζεμένες δεν θα ‘βρισκες πουθενά αλλού στην Ελλάδα.

Στην είσοδο του ξενοδοχείου συναντούσα συνήθως χαρούμενους μα σοβαρούς ανθρώπους, απενοχοποιημένους στα γούστα, στις χάρες και στα ντέρτια του σώματος. Γεννημένοι για ανάγκες βαθιές και εκ φύσεως γονυπετείς.

Ένα πρωινό, παίρνοντας ταξί για να βρεθώ στην οδό Σκεπαστού της Άνω Πόλης, προσκυνητής και ταματοφόρος του μεγίστου ποιητή της πόλης, είχα καθίσει για λίγο έξω από ένα σπίτι με θέα στο Θερμαϊκό και σκεφτόμουν όλες εκείνες τις διαβαθμίσεις των ερώτων και των καταστροφών τους, όλα αυτά που είχαν κάνει ακόμη και το προηγούμενο βράδυ τις πόρνες του Βαρδάρη να ερωτεύονται – ξαπλωμένες πλάι σε άγνωστα κορμιά, μονογαμικές πάντα στην καρδιά τους, τη σχεδόν παρθένα.

«Φοβάμαι πως οι μεγαλύτεροι έρωτες της ζωής μας θα είναι πάντα οι ανεκπλήρωτοι», θα μου έλεγε αργότερα ο κύριος Ντίνος, ο προφήτης. Που σπούδασε την πραγματικότητα με τον τρόπο που κάποιοι κοιτάνε Πικάσο έχοντας αχρωματοψία παιδιόθεν. 

Δημοσίευση στο ένθετο "ΦιλGood" της εφημερίδας "Ο Φιλελεύθερος" της Κύπρου, την Κυριακή 27 Μαρτίου. Φωτογραφία: Γιάννης Χατζηγεωργίου.

19.3.16

Η ΠΕΡΒΙΝΗ ΠΟΥΛΑΕΙ ΧΑΛΛΟΥΜΙΑ ΣΤΟΥ ΜΟΡΦΟΥ


«… Εγώ φονιάς δεν είμαι / Μονιάστε μαζί μου της γλάστρας τα λουλούδια / καλύμματα των κρεβατιών, καρέκλες / κι εσείς φωτογραφίες μες στο άλμπουμ / Εγώ φονιάς δεν είμαι…», Mehmet Yiashin.

Δεν έχει τελικά μεγάλη διαφορά το χαλλούμι με πολύ αλάτι από εκείνο με λιγότερο. Ίσως μόνο στην ποσότητα του νερού που θα χρειαστείς έπειτα από λίγη ώρα, για να κατευνάσεις τη δίψα σου. Με κοίταξε καλά καλά που κοντοστάθηκα κοιτώντας την, έκοψε με το μαχαίρι που κρατούσε ένα μικρό κομματάκι και από τα δύο μεγάλα πλαστικά μπολ τοποθετώντας τα, με μία γρήγορη κίνηση, επάνω στον αυτοσχέδιο, σχεδόν ετοιμόρροπο της πάγκο, και μου τα έβαλε μέσα στην παλάμη. «Φάε. Τούτα είναι μούχτιν. Αν δεν σ’ αρέσουν δεν αγοράζεις». «Μιλάς ελληνικά;». «Είμαι Κυπραία». «Τουρκοκύπρια;». «Ναι. Στην Κρήτου Τέρρα γεννηθείσα».

Πέντε χρόνων, το 1963, έφυγε από την Κρήτου για να πάει να ζήσει με την οικογένεια της στην Τέρρα – «ήταν καλά χρόνια», λέει, ελληνικά έμαθε στο δρόμο, τούρκικα στο μειονοτικό, στην Πάφο. Από το ’74 ζει στον Λάρνακα της Λαπήθου. Προσαρμόζεται, λέει. «Εμείς ανακατωνούμαστε πάντα. Εφοήθηκα, άφησα το χωρκό μου και ήρτα ποδά. Να πούμε τες αλήθκειες. Όπως έγινε και μ’ εσάς». Θέλει να λυθεί το κυπριακό. «Να βρουν τον τρόπο». Αχ, αχ λέει κι αναστενάζει. Αχ, αχ. «Τόσα χρόνια…».

Πατρίδα της Περβίνης είναι η γη ολόκληρη, όχι τα κομματιασμένα της μέλη.

Χαλλούμια πουλούσε πάντα – στην Κερύνεια, στο Κιόνελλι, στο νέο της χωριό. «Έχει μυστικά το καλό χαλλούμι. Πρέπει να είναι καλό το γάλα, καταρχήν. Είχα δικά μου κτηνά στο χωρικό αλλά τωρά που τα επούλησα έφαα τον κόσμο να έβρω έναν καλό και φτηνό που να μου πουλά το καλλύττερο γάλα. Τωρά είμαι ευχαριστημένη – είναι ένας που γαλέφκει στη Λάπηθο, ασύγκριτος. Αλλά πρέπει να ξέρεις κι εσύ να ψήσεις το χαλλούμι μετά για να έχει τούτη την γεύση, να το βράσεις αργά αργά, να το πιάνεις στα δάχτυλά σου και να ανοίγει φύλλα φύλλα – αλλιώς είναι παττάλικο. Είναι τέχνη το καλό κυπριακό χαλούμι. Η γιαγιά μου μού το έμαθε -και εκείνην την έλεγαν Περβίνη- που το εδιδάχτηκε και η ίδια από τους προτινούς. Μεν με αρωτάς αν ήταν έλληνες ή Τούρτζιοι – τι σημασία έχει; Αφού μαζί εζούσαν ούλλα τα χρόνια».

Στη Μόρφου τη συνάντησα. Το προηγούμενο Σάββατο. Πέντε λεπτά απόσταση από την εκκλησία του Αγίου Μάμα, μέσα σε ένα χωράφι που μάλλον παλιά ήταν γήπεδο ποδοσφαίρου – μια ξεχαρβαλωμένη μπάρα και κάτι κιτρινισμένα δίχτυα μαρτυρούσαν τα αυτογκόλ της κυπριακής ιστορίας που είχε προηγηθεί τις προηγούμενες δεκαετίες.

Η Περβίνη επίσης πουλάει αναρή. Φρέσκια και ξερή. Και τραχανά – άλλος αυτός που τον έχει βάλει να στεγνώσει και άλλος εκείνος που θα μου δώσει για να πάρω μαζί μου στη Λευκωσία. Ζυμώνει επίσης δικό της ψωμί. Κάνει και το καλύτερο παστέλι – «πιάσε, πιάσε να δεις αν σπάει». Έχει λάδι η πραμάτεια της, γλυκό ρόδι, κρασί κόκκινο, γιαούρτι με πέτσα ολόπαχο. Και αυγά έχει μπροστά της «με κρόκους -να, δες!- δικές μου ένει οι κότες, θέλει τεχνική το τάισμά τους για να φκουν οι κρόκοι μελάτοι και ολόκληροι». «Θα μου βάλεις δυο δωδεκάδες;». «6 ευρώ και βάλε στη σακούλα κι ένα αβγό που μένα, χαλάλι σου». 

Έχει μία κόρη 40 χρόνων, ένα γιο 38, άλλον ένα 32, και μια κόρη 27. Κι έναν εγγονό που στεκόταν δίπλα της. Του χαϊδεύει το κεφάλι. «Πόσων χρόνων είσαι, Περβίνι;». «Δε λέω». «Είστε όλες οι γυναίκες ίδιες. Παντού». Γελάει. «Έχω δαμέ μιαν ομπρέλα. Πάρτην μαζί σου και μου τη φέρνεις το άλλο Σάββατο». 

Θα βρέξει, λέει. Θα γίνει το χώμα λάσπη. Κι η λάσπη λερωμένα πέλματα που θα αφήσουν αποτύπωμα στα πλακάκια.

«Να σου βάλω και ελιές τσακιστές για να φάεις πόψε;».  

Δημοσίευση στο ένθετο "ΦιλGood" της εφημερίδας "Ο Φιλελεύθερος" της Κύπρου, την Κυριακή 20 Μαρτίου. Φωτογραφία: Γιάννης Χατζηγεωργίου. 

ΠΟΜΑΚΑ


Στα χωριά Κένταυρος, Γλάυκη, Ωραίο, Κοτύλη, Σάτρες, Θέρμες, μία άλλη Ελλάδα σηκώνει σταυρό προσκυνώντας σε τζαμιά και διαβάζοντας το κοράνι.

Γλώσσα που δεν καταλάβαινα. Κοιτούσα μόνο τις χειρονομίες, τις αγκαλιές, τα φιλιά που της έδιναν οι άνθρωποί της στη Σμίνθη, το μεγαλύτερο χωριό της ορεινής περιοχής της Ξάνθης, τρία χιλιόμετρα έξω από τη Γλαύκη. Σήκωνε τα χέρια, τους έδειχνε το βουνό απέναντι, το δάσος με τα πεύκα, και τους ξαναγκάλιαζε. Στο «Merhaba!» που είχε πει στη γυναίκα με την μαντίλα επάνω σε ένα μηχανάκι, της μετέφραζα το «καλημέρα». Γέλασε. «Γεια σου», να λες.

Απ’ το πρωί, εκείνη τη μέρα που την είχα συναντήσει σ’ ένα μαγικό ταξίδι μου στον τόπο της, απαντούσε στα τηλεφωνήματα του άντρα της, Ριτβάν, τον ρωτούσε τι κάνει ο 4χρονος γιος τους, Κεβίν, και προσπαθούσε να προλάβει να πάει να δει τη μητέρα της στο χωριό μετά από την εγχείρηση που είχε κάνει λίγες μέρες πριν στην Καβάλα.

Μια άλλη Ελλάδα μέσα στην Ελλάδα.  

Λίγα μέτρα πριν απ’ το Χρυσό, ένα μικρό σπίτι ιδιοκτησίας του δήμου Μήκης, και τα απομεινάρια από τις μπάρες, τα «σύνορα» των πομακοχωρίων από την ευρύτερη περιοχή του νομού. «Μέχρι πριν από 20 χρόνια που υπήρχε η μπάρα και έπρεπε να δείξεις ταυτότητα για να πας στο χωριό σου, ένα αιώνιο “γιατί;” υπήρχε στο μυαλό μας», θα μου πει αργότερα. «Γιατί να μας κάνουν να αισθανόμαστε σα να ζούμε σαν καραντίνα; Αφού κι εμείς Έλληνες είμαστε. Ελληνικά διδασκόμαστε στο σχολείο, φορολογούμαστε, τα παιδιά μας τα στέλνουμε στο στρατό όπως κάνουν όλοι οι Έλληνες. Δεν καταλαβαίνω αυτό το διαχωρισμό».

«Είσαι Τουρκάλα ή Ελληνίδα;», τη ρώτησα. Σχεδόν προσβλήθηκε. «Είναι σα να με ρωτάς αν το γάλα είναι λευκό ή άσπρο».

Όπου κι αν κυκλοφορούσε, θυμήθηκε, έπρεπε συνεχώς να αποδεικνύει ότι είναι Ελληνίδα, να απαντάει σε ερωτήσεις για τους Πόντιους, τους Αρμένιους, τις σφαγές, τον Πατριάρχη, τους Τζιχαντιστές – τελευταία τη ρώτησαν για τους κουβαλητές των προσφύγων και τη θέση της Τουρκίας για τη Συρία. Υπόλογη. «Πόσα λεφτά θέλει η Τουρκία για να σταματήσει τις ροές; Τι ανταλλάγματα; Πάλι παζαρεύεται η Κύπρος;».

«Όταν εσένα σε ρωτάνε “πως σε λένε;”, εμένα μου λένε: «αισθάνεσαι Ελληνίδα;». Αναστεναγμός. «Είμαι 27 χρόνων, έχω μεγαλώσει στην Ελλάδα, έχω σηκώσει την ελληνική σημαία, έχω σπουδάσει σε ελληνικό πανεπιστήμιο, εργάζομαι στην Ελλάδα, το παιδί μου πάει σε ελληνικό Γυμνάσιο, έχω φίλους έλληνες. Κάποιοι από αυτούς είναι έλληνες μουσουλμάνοι και κάποιοι έλληνες χριστιανοί. Τι σημασία έχει αυτό; Όλοι έλληνες είμαστε…».

Δεν είμαστε.

Η κοινωνία στη Γλαύκη κλειστή, απομονωμένη, ο σύγχρονος τρόπος σκέψης δεν είχε, για πολλά χρόνια, καμία θέση σε ένα κόσμο που κάθε Φθινόπωρο μάζευε τα σπαρτά του -αγρότες που έφευγαν απ’ τα σπίτια τους για να πάνε στα χωράφια απ’ τις 4:30 το πρωί- και έκρυβε το πρόσωπο στο δρόμο που οδηγούσε στο τζαμί. Στο δημοτικό σχολείο η διδασκαλεία γίνεται στην ελληνική και στην τουρκική γλώσσα ενώ, σε αντιστοιχία με αυτή των θρησκευτικών στα δημόσια σχολεία της Ξάνθης, στα μειονοτικά σχολεία της Γλαύκης μαθαίνουν το κοράνι. Αδιανόητο για τα κορίτσια να σπουδάσουν. Οι κοπέλες έπρεπε να μαγειρεύουν, να προσέχουν τα παιδιά, και να βοηθάνε τους άντρες στα αγρούς. «Γιατί να χάνεις τις ώρες σου;», της έλεγε η μάνα της. «Αφού έτσι κι αλλιώς θα παντρευτείς, θα κάνεις παιδιά, και θα καθίσεις στο σπίτι σου να τα μεγαλώσεις. Τη μόρφωση τι την θέλεις; Θα σε χαντακώσει». Τι την ήθελε;

Στα Πομακοχώρια της Ελλάδας μπορείς να φας το καλύτερο ιμάμ μπαιλντί της ζωής σου. Να δεις μια άλλη χώρα και να αναπνεύσεις φρέσκο αέρα, καθισμένος στα παγκάκια. Να μιλήσεις με κατοίκους και να σκεφτείς λιγάκι την ιστορία. Μπορεί και να ερωτευτείς – τι μάτια έχουν αυτοί οι άνθρωποι, τι πρόσμιξη έχει γίνει!

Τις μπάρες, όχι, δεν πρόκειται ποτέ να τις συναντήσεις αν δεν τις κουβαλάς ήδη μέσα σου. 

Δημοσίευση στο ένθετο "ΦιλGood" της εφημερίδας "Ο Φιλελεύθερος" της Κύπρου, την Κυριακή 13 Μαρτίου. 

7.3.16

ΓΑΛΑΚΤΟΜΠΟΥΡΕΚΟ


«Ξέρεις τι είναι τα συναισθήματα; Έχεις δει ποτέ πώς είναι ένα συναίσθημα;». Γ. Χειμωνάς.

Είναι μέρες που είσαι άκεφος. Και δεν μπορείς. Ένα βαρίδι στην καρδιά, στο λαιμό, στα δάχτυλα των ποδιών σου – δεν μπορείς ούτε να περπατήσεις. Παράλυση. Ένα σκοτεινό δωμάτιο μπες-βγες σαν σε escape room χωρίς κλειδί δραπέτευσης, χαμένος σε κάτι απροσδιόριστο που μόνο θέτει ερωτήσεις αλλά δεν έχει καμία τύχη στις απαντήσεις σε κάτι που μετακινείται αν και παραμένει σταθερό, με κατεύθυνση προς τα κάτω. Είναι όλα μέσα στη ζωή βέβαια. Αν και έξω από αυτήν.

Καταλαβαίνω πολύ καλά τη χαρά του Θανάση με την Αθήνα – είναι πράγματι γοητευτική όταν ανακαλύπτεις τους μικρούς της θησαυρούς πλάι στην καγκελοστολισμένη άκρη των γραμμών του τρένου Θησείο-Μοναστηράκι, σαν ένα χρωματιστό μπουκαλάκι που να έχει εισχωρήσει σ’ αυτό το πιο νόστιμο γλυκό καρπούζι. Αλλά εγώ βλέπω και τις λακκούβες της. Τις τρύπες της – στην καρδιά και στο πληγωμένο της σώμα. Χώματα που έγιναν μπετά αλλά πάντα θα γεμίζουν τους δρόμους με σκόνη. Μυρωδιές από μπαχαρικά στην Αιόλου και κοντά στη Σωκράτους, αλλά και πεζοδρόμια γεμάτα από ανθρώπους-κουτιά σκεπασμένα σε κουβέρτες στην πλατεία Θεάτρου. Κάποιοι από αυτούς απλώνουν το χέρι και λένε «βοήθεια», άλλοι κάνουν το σταυρό τους, λοξοκοιτάνε σε ένα καντηλάκι που έχουν αφήσει επάνω σε κάποιο λευκό χαρτόνι στο πλάι ψιθυρίζοντας «έχει ο θεός». Που, συνήθως, ούτε αυτός έχει τίποτα.

Τα ίδια και στην πλατεία Βικτωρίας που γέμισε Σύρους πρόσφυγες, εθελοντικές οργανώσεις και τηλεοπτικές κάμερες. Να πάνε αλλού θέλουν οι άνθρωποι. Όχι να μας γίνουν πρόβλημα. Στο ήδη υπάρχον.

Ακεφιά και ένα κόμπιασμα. «Θα ξαναρθούν οι φωτεινές μέρες» λες, μα έχεις εκ προοιμίου πει ψέματα σε σένα και στο ένστικτό σου, σ’ ένα μέλλον ήδη μαυρισμένο. Ποια ελπίδα;

Αχ, Αλέξη. Ούτε τσίπουρο δεν θα μείνει τελικά.

Στην πρεμιέρα του «Victor Victoria» του Pantheon της οδού Πειραιώς κόσμος πολύς. Υπερ-ανθισμένοι άνθρωποι, κάπως χαρούμενοι, όχι ιδιαίτερα κολακευμένοι από τα φλας των φωτογράφων, μα λαμπεροί στο πέρασμά τους και στα καινούργια τους κοστούμια. Μιλούσα με κάποια ρεπόρτερ, τη Νάντια. Μου ανέφερε πως θέλει να δει το «σ’ εσάς που με ακούτε» της Λούλας Αναγνωστάκη. «Της γυναίκας που στις φωτογραφίες φοράει πάντοτε μαύρα γυαλιά», είπε. Θα το κανονίσει η Μαργαρίτα, που είναι θεία της η σημαντικότερη γυναίκα θεατρική συγγραφέας της Ελλάδας, και παίζει με την κόρη της τα μεσημέρια του Σαββάτου στο σπίτι που κάποτε κατοίκησε ο «εχθρός του ποιητή». Εκείνη, τα βιβλία, οι φωτογραφίες, οι αντίκες κι ο Γιώργος Χειμωνάς – ο υπέρτατος. «Πάντα οι άλλοι μας αναγκάζουν να αισθανθούμε. Με τη βία μας αναγκάζουν να αισθανθούμε. Και την άρνησή μου, να την θυμάστε σαν μια απόλυτη σιωπή». 

Διπλώνω αργά τα ρούχα μου και παίρνω ένα χάπι διπλής όψης -μπλε με άσπρο- για να μου περάσει η ημικρανία. Συνήθως σιδερώνω κάτι τέτοιες στιγμές και δυναμώνω την ένταση του mp3 στον Pepper που ηρεμεί τα εγκεφαλικά μου κύτταρα τα ξεχαρβαλωμένα. Παίζει Monophonics κι έπειτα Casey Abrams. Εξαίσιος κι ο αυστραλός Unkle Ho. Το «Lime Juice» του θαυμάσιο – Βαλκάνια και Μπρέγκοβιτς μαζί, υπερθαλάσσιος. Τι μουσικές!

Θυμήθηκα τη Χαρούλα στο «Χειρόγραφό» της που με πήγε ο Θανάσης το Σάββατο, αυτή την καθαρή αξία, την γεμάτη κηλίδες μα απείραχτη και πάντοτε προσεκτική στο φως που τη λούζει τόσα χρόνια μη αφήνοντας να διαστρεβλωθεί καμία της αχτίδα. «Τι ζούγκλα που είσαι εσύ, βρε παιδί μου! Όποιος μπει μέσα σου χάνεται…». Χάνεται;

Σημασία έχει να ‘χεις φίλους. Ο Αντώνης ξεκίνησε πριν από μία ώρα από την πλατεία Αμερικής, πήρε το λεωφορείο, κατέβηκε την Παπαδιαμαντοπούλου και μου τηλεφώνησε ήδη καθισμένος σε κάποιο Προ-Ποτζίδικο. «Έκπληξη! Κρατάω κάτι γαλακτομπούρεκα που σ’ αρέσουν απ’ το “Κοσμικόν”. Θα περάσω. Να μου ανοίξεις».

Άνοιξα. Άνοιξα και φωτίστηκαν τα σύμπαντα του κόσμου.  

Δημοσίευση στο ένθετο "ΦιλGood" της εφημερίδας "Ο Φιλελεύθερος" της Κύπρου, την Κυριακή 6 Μαρτίου. Φωτογραφία: Γιάννης Χατζηγεωργίου. 

29.2.16

ΑΓΝΟΙΑ ΚΙΝΔΥΝΟΥ


Τις προάλλες μου είπαν για την εξέλιξη της ιστορίας του Παντελή – ενός λαμπρού αγοριού με ξανθές μπούκλες και κοφτερό μυαλό, πάντοτε αριστούχος στο Λύκειο Κύκκου Β’ στο οποίο υπήρξαμε συμμαθητές, σημαιοφόρος, παραστάτης σε σχολικές γιορτές, ο «νέος-υπόδειγμα», η «ελπίδα του μέλλοντός μας», ο «δείτε πόσο έξυπνος είναι, εσείς γιατί δεν μπορείτε;», ο επουράνιος. Έπαινοι, βραβεία, υποτροφίες που περίμεναν υπομονετικά μήπως και γίνει «κορνίζα» στις μελλοντικές φιλοδοξίες που έδειχναν να μην έχουν τέρμα, ήθος και φως, αλλά και με μία ελαφριά έπαρση, κάπως δικαιολογημένη ως λεία πέτρα που ήταν επάνω σε ένα χαλί απέραντης άμμου στην οποία όλοι οι κόκκοι της έμοιαζαν ίδιοι και που τίποτα -φαινόταν- δεν θα μπορούσε ποτέ να τη λιώσει ρίχνοντάς την στο ακύμαντο νερό. Ο Παντελής θα γινόταν αυτό που δεν μπορούσαμε οι υπόλοιποι, όσοι, δηλαδή, ανήκαμε στην φθηνή μάζα της στάχτης που μόλις είχε περάσει από πάνω της φωτιά: σταρ.

Αλλά δεν έγινε. Νοσηλεύτηκε κάποια στιγμή στο ψυχιατρείο της Αθαλάσσας, στο μεταξύ είχε τρυπήσει τα λάστιχα μιας καθηγήτριάς μας φιλόλογου «γιατί κάποτε του είχε βάλει 19 αντί 20 στ’ αρχαία ελληνικά», τον είχαν αποβάλει αργότερα από το Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο για κάτι αόριστο και ομιχλώδες που είχε συμβεί, ενώ τα βράδια αντί να διαβάζει Κομφούκιο που τόσο πολύ αγαπούσε προτιμούσε να γράφει με σπρέι σε κάτι εγκαταλελειμμένα σπίτια της οδού Ερμού που εφάπτονταν στην πράσινη γραμμή «αναρχία ή θάνατος». Κυκλοφορούσε σαν πένης -αν και ευκατάστατος-, μιλούσε απογοητευμένος για το Θεό και τις συμπτώσεις προσπαθώντας να εκλογικεύσει τη μοίρα του και καυχιόταν πως «η ζωή είναι αλλού».

Πράγματι. Ήταν αλλού. Έξω απ’ το μυαλό του.

Η τέχνη της υπομονής είναι σημαντικότερη οποιασδήποτε άλλης αρετής στο να κρίνεις τα αποτελέσματα των πράξεων – το να περιμένεις, δηλαδή, πώς κάποιος άνθρωπος φέρεται στα μεγάλα του ζόρια, όταν το σπίτι του θα παίρνει φωτιά και δεν θα μυρίζει πια λεβάντα και πράσινο τσάι. Όταν αποφασίζοντας έντρομος να βγει από το κλειστό δωμάτιο των χρυσών πολυελέων των γύρω του σχολίων οσμίζεται τον σάπιο αέρα της κανονικής ζωής και του κόβεται η ανάσα, για να καταντήσει διασωληνωμένος ενός παρελθόντος στο οποίο κάποτε υπήρξε πλανεμένα υγιής. Κι είναι η στιγμή εκείνη που θα πρέπει να αποφασίσει πώς θα διαχειριστεί το αιφνίδιο -ή λογικό-, ποιος θα σώσει ποιον, κι αν ο εαυτός υπερτερεί των γεγονότων. Αν θα καταντήσει παράσιτο ή απαραίτητος.

Ο Παντελής τα ‘χασε. Και δεν τα κατάφερε. Ήταν απλά ένα χαστούκι του χάους στο δάσος των καλυτερότερων του κόσμου.

Τον θυμήθηκα χθες την ώρα που έφτιαχνα ένα θέμα για τα 10 πιο εμπορικά ντεμπούτο άλμπουμς τραγουδιστών στην ιστορία της ελληνικής δισκογραφίας. Εκπλάγηκα. Απ’ τις άλλοτε «ελπίδες» που έγιναν ρεαλισμός. Ο Στέλιος Διονυσίου, για παράδειγμα, είχε πουλήσει με το πρώτο του άλμπουμ 70 χιλιάδες αντίτυπα, το κοινό αναγνώριζε σε εκείνον τον «συνεχιστή του Στράτου» -τι φωνή!-, τραγουδούσε μαζί του το «ψηλά τα χέρια» ξηλώνοντας τα άλλοτε χρυσοποίκιλτα γαλόνια από άλλους και φορώντάς του τα βιαστικά στο πέτο – ο Μάριος Τόκας υπερηφανευόταν πως είχε ανακαλύψει την καινούργια ροή στο ποτάμι του «λαϊκού τραγουδιού» που το 1997 είχε φτάσει πια σε τέλμα. Κι είχε δίκιο.

Ο Στέλιος, δυστυχώς, δεν κατάφερε να επαναλάβει τον θρίαμβο του «θυμάμαι έναν πατέρα». Παραδέχτηκε σε μία πρόσφατη συνέντευξή του πως έκανε λάθη, πως «στα 23 μου χρόνια, το μυαλό μου ήταν στον Παναθηναϊκό, στα φιλαράκια μου και στις γκόμενες.  Η επιτυχία ήρθε σε μικρή ηλικία και δεν είχα το μυαλό και την εμπειρία να τη διαχειριστώ σωστά».

Είμαστε οι ατυχίες μας – αλλά και οι επιλογές μας.

Το είπε κι ο Κώστας Βουτσάς, που μόλις χθες παντρεύτηκε την Αλίκη του -συνεχίζοντας να ζει ευτυχισμένος και αειθαλής ως διαχρονικότερος όλων-, περιμένοντας το γιο του, στα 85 του χρόνια: «Όλα είναι θέμα μυαλού. Μόνο το 10% είναι ζήτημα ταλέντου. Δες πόσοι ατάλαντοι μεγαλούργησαν και πόσοι ταλαντούχοι χάθηκαν στα κράσπεδα της ανόητης διαχείρισης του δώρου που τους δόθηκε».   

Δημοσίευση στο ένθετο "ΦιλGood" της εφημερίδας "Ο Φιλελεύθερος" της Κύπρου, την Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2016. Φωτογραφία: Πάνος Γιαννακόπουλος. Μοντέλο: Christos for VN Models. 

22.2.16

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ: "ΠΟΝΑΝΕ ΠΟΛΥ ΤΑ ΔΕΙΛΙΝΑ ΣΤΙΣ ΦΥΛΑΚΕΣ"


Συναντηθήκαμε τυχαία την Τρίτη, σε κάποιο τηλεοπτικό πλατό. Προσκύνησα: «Θα μου πείτε την ιστορία σας, κύριε Μαργαρίτη;». «Γιώργος. Κομμένο το “κύριε”».

«Το λαϊκό τραγούδι είναι το φιλέτο μου. Υπάρχουν τραγούδια καψούρικα, τραγούδια κοινωνικά, τραγούδια ερωτικά, τραγούδια απλά και κατανοητά. Δεν αμφιβάλλω ότι κάποιοι ερωτεύτηκαν με τα τραγούδια μου κι άλλοι ξεπέρασαν τους χωρισμούς τους ακούγοντάς τα. Έτσι είναι: λειτουργούν καθαρτικά. Κι εγώ θέλω να μιλάω στη μάζα, όχι στους λίγους και “εκλεκτούς” –άνθρωπος του λαού είμαι. Άλλοι, πάλι, μου λένε πως τραγουδάω ροκιές. Εγώ δεν τα καταλαβαίνω αυτά. Λαϊκός τραγουδιστής είμαι. Τραγουδάω 46 χρόνια και στη δισκογραφία είμαι 35».

«Το “Κελί 33” έχει επισκιάσει όλη τη δισκογραφία μου, αν και παραμένω να αγαπώ –με έναν ιδιαίτερο τρόπο– ένα τραγούδι του Άκη Πάνου που έχω πει, τον “Τελευταίο πυρετό”. Το “Κελί 33” όμως είναι κάτι άλλο, είναι βίωμά μου, είναι κάτι πολύ προσωπικό μου. Έχω κάνει ένα πέρασμα απ’ τον Κορυδαλλό. Για πολύ λίγο. Μικρός ήμουνα. Και ξέρεις, πονάνε πολύ τα δειλινά στις φυλακές. Υπάρχει πολύς πόνος εκεί μέσα όταν βραδιάζει. Η μέρα κάπως βολεύεται, αλλά η νύχτα… Αχ, τη νύχτα… Τη νύχτα σκοτεινιάζουν τα πάντα. Τη νύχτα αρχίζει ο πόνος».

«Έκανα επιτυχία μεγάλος. Άλλη τύχη κι αυτή! Ήμουνα τότε στην Κυψέλη, σ’ ένα διαμέρισμα ισόγειο. Πέρναγαν τ’ αμάξια: “εσύ μου μιλάς στην καρδιά μου”, έπαιζαν. Τέρμα. Διαπασών. “Κάτσε ήσυχα, Γιώργο”, μου έλεγα. “Τίποτα δεν είσαι, Γιώργο. Θα σε ξεχάσει κι η μάνα σου κάποια στιγμή”».

«Κάποια στιγμή θέλησα να τα παρατήσω. Γιατί είχα μπλέξει με τον τζόγο. Κι αυτό δεν μ’ άφηνε να πάω παραπέρα. Εμείς θα φύγουμε από ‘δω, μα τα ρημάδια τα λεφτά θα μείνουν. Είναι κι αυτό ναρκωτικό, όπως είναι το τσιγαριλίκι. Υπήρξαν φορές που έμενα ρέστος, που δεν είχα στην τσέπη μου τίποτα, κι έλεγα “πώς θα πάω τώρα από τη Γλυφάδα στους Θρακομακεδόνες να βρω τον μεγάλο Απόστολο Καλδάρα;”. Δεν είχα ψιλά ούτε για το εισιτήριο του λεωφορείου. Τότε κινδύνευσα να παρατήσω το τραγούδι. Αλλά, εκεί πέρα πάνω, έπεσε ένα τηλέφωνο. Και ξεκίνησα συνεργασία με μία μεγάλη τραγουδίστρια εκείνη την εποχή, την Άννα Χρυσάφη. Αυτή μ’ έβαλε ξανά στον δρόμο. Μου ‘χε πει: “Σε λίγο καιρό θα μιλάει για σένα όλη η Ελλάδα. Αρκεί να μην τα παρατήσεις”. Αυτό έκανα. Μετά από ένα χρόνο βγήκε ο δίσκος του Τάκη Σούκα “Εσύ μιλάς στην καρδιά μου”».

«Αν γύριζα τον χρόνο πίσω, θα άλλαζα πολλά πράγματα –και σε συνεργασίες και στην καριέρα μου και σε επιλογές τραγουδιών και στη ζωή μου. Καλό είναι να μετανοείς –σε πηγαίνει μπροστά ως άνθρωπο. Να ζητάς “συγνώμη”. Να λες “έκανα λάθος σ’ αυτό”. Όλα μέσα στο σχέδιο είναι».

«Μία καριέρα για να φτάσει στο σημείο να λέγεται “διαχρονική” πρέπει να έχει τα πάνω της, τα κάτω της, τις τρικλοποδιές, τις άτυχες και τυχερές στιγμές της, τα στραβά της και τα σωστά της. Οι αποτυχίες μου είναι το κάδρο μου –εκεί σκέφτηκα πολλά. Όταν τα φτερά μου ήταν πεσμένα. Έβαζα κάτω το κεφάλι κι έλεγα: “Γιώργο, έκανες αυτό. Έφταιξες. Ναι, ρε μάγκα, φταις”».

«Κι εγώ έχω πονέσει, κι εγώ έχω κλάψει, όπως όλοι οι άνθρωποι στους χωρισμούς τους. Αλλά δεν μου ‘τυχε ποτέ κάτι τόσο στραβό στη ζωή μου που να μου μείνει, παρά τα όσα έχω περάσει, παρά τα μπλεξίματά μου. “Δόξα την Παναγία!”, λέω».

«Δεν έκανα ποτέ εχθρό μου τη μοναξιά. Δεν με πολέμησε, δεν την πολέμησα. Ούτε της αντιστάθηκα. Με κρατάει ζωντανό αυτό που έχω μέσα μου».

«Δεν έχω χρόνο να ακούσω την παλιά μου δισκογραφία. Ακούω κάτι καινούργιο μόνο μόλις τελειώσει κι έπειτα πάλι το αφήνω. Να πάρει κι αυτό τον δρόμο του. Χορτασμένος είμαι, άλλωστε. Ο κόσμος μού τα προσφέρει όλα. “Γιατί, ρε παιδιά, τώρα μου τα δίνετε όλα και τότε ήσασταν λίγο κρατημένοι;”. “Και παλιά στα δίναμε, μα δεν το ‘βλεπες”, μου απαντάνε. Δίκιο έχουν».

«Η πείρα στον τραγουδιστή είναι μεγάλη υπόθεση. Βλέπεις τα πράγματα αλλιώς, ερμηνεύεις σωστά, τραγουδάς σωστά. Όταν είσαι νέος δεν το καταλαβαίνεις, δεν μπορείς να το διαχειριστείς, βγαίνεις στο πάλκο, φωνάζεις κι όποιον πάρει ο Χάρος –δεν έχεις συναίσθηση της ευθύνης όταν είσαι πιτσιρίκος. Γιατί το τραγούδι έχει όρια, δεν φωνάζεται –το τραγούδι ερμηνεύεται».


* Ο Γ. Μαργαρίτης τραγουδάει στις «Γραμμές» στην Αθήνα, ενώ ερμηνεύει και τον «Νοτιά» της Ε. Ρεμπούτσικα, από την ομώνυμη ταινία του Τ. Μπουλμέτη.

Δημοσίευση στο ένθετο "ΦιλGood" της εφημερίδας "Ο Φιλελεύθερος" της Κύπρου, την Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2016. 

14.2.16

ΓΙΑΤΙ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΕ Η ΚΥΠΡΟΣ


Αν περιγράφαμε οι ίδιοι αυτό που θα συμβεί το Μάρτιο στην Κύπρο, θα μας ονόμαζαν υποκειμενικούς. Ας μιλήσει, λοιπόν, για το «κυπριακό success story» και την έξοδο από το Μνημόνιο, κάποιος «ξένος», ένας από τους πιο έγκριοτυς δημοσιογράφους της Ελλάδας.

Οκτώ χρόνια είχαν περάσει από την τελευταία φορά που ο Τάσος Τέλλογλου είχε επισκεφθεί την Κύπρο – τότε στα πλαίσια του ρεπορτάζ των «Νέων Φακέλων» για τα χρήματα του Μιλόσεβιτς στην Μπεομπάνκα της Λευκωσίας και καταφέρνοντας να μιλήσει με τον Τάσσο Παπαδόπουλο, σε μία από τις τελευταίες του συνεντεύξεις. Από τις 3-6 Φεβρουαρίου ο ελλαδίτης δημοσιογράφος, γνωστός από το έγκυρο ρεπορτάζ του, τις αποκαλύψεις και την επιτυχημένη δημοσιογραφική του δουλειά που χαρακτηρίζεται από ψυχραιμία και αντικειμενικότητα απέναντι στα γεγονότα, βρέθηκε στο νησί προκειμένου να ετοιμάσει την εκπομπή «πώς μία χώρα αποχαιρετά το μνημόνιο στα ελληνικά», που θα προβληθεί την Τρίτη 23 Φεβρουαρίου από το ελληνικό κανάλι Star.   

«Κάποιος επιχειρηματίας από την Ελλάδα, με σημαντική παρουσία στην Κύπρο, με προειδοποίησε να μην κάνω το ρεπορτάζ – “είναι σαν να συγκρίνεις μια σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα με την πιο καθυστερημένη”, μου είχε πει. Εμείς, όμως, θέλαμε να δούμε τι κάνατε οι Κύπριοι διαφορετικά από εμάς. Νομίζω, λοιπόν, ότι αποφασίσατε να δουλέψετε με τους θεσμούς, προστατεύοντας τα συγκριτικά σας πλεονεκτήματα στον διεθνή καταμερισμό εργασίας -π.χ υπηρεσίες, χαμηλή σταθερή φορολογία-, να ανασυγκροτήσετε την -ούτως ή άλλως καλύτερη από την ελληνική- δημόσια υπηρεσία σας, εισάγοντας σοβαρά στοιχεία αξιολόγησης που έγιναν αποδεκτά από τους δανειστές σαν “βέλτιστη πρακτική”. Τέλος, έγιναν σημαντικές αλλαγές στην εποπτεία του τραπεζικού τομέα με ευρύτατη αντικατάσταση τραπεζικών στελεχών αλλά και την προσέγγιση ανθρώπων, όπως ο Τζον Χoύρικαν στην Τράπεζα Κύπρου που, με τους συνεργάτες του, εισάγει μια νέα κουλτούρα εταιρικής διοίκησης της μεγαλύτερης τράπεζας της Κύπρου. Την ίδια ώρα υπερκαλύπτονται οι δημοσιονομικοί στόχοι ώστε να μην έχουν την δυνατότητα οι διεθνείς δανειστές της Κυπριακής Δημοκρατίας να ζητούν την λήψη πρόσθετων μέτρων. Με μια κουβέντα, όλα τα στοιχεία που συνέθεσαν την “τέλεια καταιγίδα” του 2013 αντιμετωπίζονται – και μάλιστα σε όλες τις περιπτώσεις και με -ευανάγνωστη-την κυπριακή σφραγίδα. Φυσικά υπάρχουν προβλήματα, όπως η μεγάλη ανεργία των νέων, ο μεγάλος αριθμός μη εξυπηρετούμενων δανείων, η αδυναμία νέων επιχειρήσεων να έχουν πρόσβαση στον τραπεζικό δανεισμό και η ανάγκη να κτιστεί ένα σύστημα υγείας για όσους δεν μπορούν να πληρώσουν, εξ’ αιτίας του περιορισμού των εισοδημάτων τους, μια ιδιωτική ασφάλεια υγείας. Αλλά η χώρα μοιάζει πως αρχίζει να ξαναζεί!».

Δεν είναι πάντως αισιόδοξος ότι, αντίστοιχα, η Ελλάδα θα εγκαταλείψει τόσο γρήγορα τα δικά της Μνημόνια. «Ασφαλώς και είναι και θέμα νοοτροπίας. Κυρίως ο τρόπος που αντιμετωπίζει κάθε χώρα την επιχειρηματικότητα και την κοινωνική επιτυχία. Σημαντικό είναι ακόμα ότι στην Κύπρο, αυτά τα τρία χρόνια, έγινε μόνο μία γενική απεργία!», μου εξηγεί.

Μου φέρνει ως παράδειγμα τους ανθρώπους που δούλευαν σαββατιάτικα στο κτηματολόγιο, προκειμένου να τους βοηθήσουν σε κάποια πλάνα -αν και δεν πληρώνονταν υπερωρία και ανήκουν στο δημόσιο- επειδή, όπως ανέφεραν στον δημοσιογράφο και στην ομάδα του, το Λάζαρο Μπέλτσιο και τον οπερατέρ Βασίλη Τζόκα, «η δουλειά είναι δουλειά και πρέπει να βγει!». «Οι πολιτικές δυνάμεις της Κύπρου μοιάζουν να συμφωνούν σε περισσότερα από ότι σε εκείνα στα οποία διαφωνούν», μου αναφέρει.

«Ξέρετε, ο στόχος όλων των χωρών που μπαίνουν σε μνημόνιο είναι να ανακτήσουν την δημοσιονομική τους ανεξαρτησία και η Κύπρος, ως τελευταία χώρα που μπήκε σε μνημόνιο, δείχνει στην πρώτη χώρα που εντάχθηκε σε ένα παρόμοιο καθεστώς, την Ελλάδα, τι πρέπει να κάνει – έστω και αν οι αξιωματούχοι με τους οποίους συναντηθήκαμε δεν ήθελαν να το θέσουν με αυτό τον ευθύ τρόπο. Το δείχνουν, όμως, με το παράδειγμα της πολιτικής τους», καταλήγει.

Δημοσίευση στο ένθετο "ΦιλGood" της εφημερίδας "Ο Φιλελεύθερος" της Κύπρου, την Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2016. 

7.2.16

ΒΟΛΤΕΣ



«Μας είπαν προεξείχε η καρδιά, και την περιέκοψαν», Κ. Μόντης.

Διασχίζοντας το νέο δρόμο Λάρνακας-Λευκωσίας -απ’ το αεροδρόμιο- η φύση του Φεβρουαρίου είναι σαν έτοιμη από καιρό να σου διαθέσει κάτι υποχθόνια ήσυχο, μα από τα έγκατά της ρωμαλέο, ένα μπουμπούκι που θέλει να πεταχτεί στην παλάμη σου για να ανοίξει πράσινα φυλλαράκια και μικρούς κόμπους, καθώς αναρωτιέσαι, πίσω από τα τζάμια του αυτοκίνητου, «μα, ποιος μπορεί να ζει στα Λύμπια ή στην Αλάμπρα;». Είναι ύπουλα όμορφη η μαγεία της Κύπρου το Χειμώνα – καμία σχέση δεν έχει με το θόρυβο του καλοκαιριού και τα περιφερόμενα μαγιό του Κόννου. 

Είναι εποχή για ποιητές. Ή τουλάχιστον για όσους ζουν ποιητικά.

Αν δεν διαθέτεις μέσα σου κάτι απ’ τις συλλογές του Μόντη, του Πασιαρδή και τα μυθιστορήματα της Μελεάγρου, η Κύπρος μπορεί να γίνει ένας τόπος που εμπεριέχει κάθε δυνατότητα να σε καταπιεί σαν σε στόμα αχόρταγης αρκούδας – λιγότερο τρομακτικής από εκείνην του «The Revenant», μα εξίσου επικίνδυνης στα κοφτερά της δόντια. Αν τη γλιτώσεις, παντού συμβαίνουν θαύματα! Δίπλα από την ΕΛ.ΔΥ.Κ της οδού Λεωνίδου, η πινακοθήκη Λεβέντη είναι ένα αριστούργημα: Jean Ducayer, Renier De La Haye, Paul Signac, Philips de Marlier, Οικονόμου, Γύζης, Λύτρας, Χαλεπάς, Τέτσης, Βασιλείου – απίστευτο! Κι έπειτα η ωραιότερη τάρτα με φράουλες που έχεις φάει ποτέ, σ’ ολόκληρη την Κύπρο, στο ισόγειο εστιατόριο της – κομμάτι Τέχνης κι αυτή.

Ή κάνοντας μια χαζευτική βόλτα στον Άγιο Κασσιανό που λαγοκοιμάται με αφημένες φρεσκοποτισμένες γλάστρες στα πεζούλια, αναδομημένα παλιά σπίτια από πέτρα, στενούς δρόμους και ηλικιωμένες που ξέρουν να λένε τον καλύτερο καφέ – τα βρίσκουν όλα!

Αν περάσεις, όμως, το οδόφραγμα της Λήδρας, όλα αλλάζουν.

Και σκέφτεσαι: «πώς θα συνυπάρξουμε; Ποιοι θα επιστρέψουν στην Ανατολία και ποιοι θα παραμείνουν στου Μόρφου; Ποιοι θα είναι οι Κύπριοι και ποιοι οι ξένοι –αυτοί που γεννήθηκαν εδώ ή όσων οι γονείς εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο απ’ το ’74 κι έπειτα; Ποιοι θα κατοικούν πού; Και ποιος θα βάλει τις γραμμές; Και γιατί ο Λαπηθιώτης να ψηφίσει “ναι” αφού πίστεψε στο πιο τρομακτικό ψέμα που ειπώθηκε και συντηρήθηκε ποτέ πως “τα σύνορά μας είναι στην Κερύνεια!”; Για πόση αποζημίωση να διαγράψει τη θάλασσα, μες στα βράχια, κάτω από το Μπέλαπαϊς;».

Καταλαβαίνω ακριβώς τους λόγους που ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης, στο προηγούμενο τεύχος του ΦιλGood, εξήγησε γιατί δεν θέλησε ποτέ να αντικρύσει τη νέα Αμμόχωστο. Αυτήν με τις κουρελούδες στις εισόδους των κλεμμένων ελληνικών σπιτιών, τις γυναίκες που τυλίγονται τις μαντίλες, με τα σμιχτά φρύδια, την ξένη γλώσσα στην οδό Οθέλλου, τις διάσπαρτες εκκλησιές-αξιοθέατα, τα αυστηρά βλέμματα, τα σκούρα δέρματα με τις ξανθές τρίχες που πετάγονται έξω από τα πολύχρωμα ανοιγμένα πουκάμισα – πάμφθηνα τα «Versace», οι «Louis Vuitton» και τα «Gucci» απέναντι. «Κι αν είναι πράγματι αυτή η τελευταία ευκαιρία; Αν μετά το “όχι” τελειώσαμε; Αν καταλήξουμε τζείνοι ποτζιεί τζαι εμείς ποδά, σε δύο ξένα μεταξύ τους κράτη;». Σκέψεις.

Οι άκρες του δρόμου από το Βαρώσι μέχρι το Μπογάζι πάντοτε μου θύμιζαν εκείνες της Λάρνακας προς τον Πρωταρά: ξερά δέντρα, άμμος στα δεξιά που χάνεται και επανεμφανίζεται βγάζοντας φύκια, σαστισμένα νεοπλουτίστικα σπίτια στη μέση του πουθενά, σκόνη και λίγα φυλλοβόλα. Είναι τοπία λιγάκι αγριεμένα, αλλά αρχαϊκά. Ανένδοτα και υποτακτικά. Παράξενα. Μα, μοιάζουν.

Σ’ αυτό το ανακάτεμα τόπων και ανθρώπων δεν ήξερα πως οι νέοι κάτοικοι της Γιαλούσας είπαν το χωριό τους Yeni Erenköy, γιατί προέρχονταν από την άλλη άκρη του νησιού, τα Κόκκινα – διωγμένοι κι αυτοί, τρεις φορές, κακήν κακώς κάτοικοι των λεηλατημένων. Μου το είπε η κόρη του Σάββα Λιασή, του ήρωα της Αγίας Τριάδας, η Τούλα, που τη συνάντησα μια Δευτέρα απόγευμα στην Παπαδιαμαντοπούλου της Αθήνας για ζεστό τσάι. Στα χέρια της κρατούσε το βιβλίο της, «Rusted Evidence». Το ξεφύλλισα μαγεμένος. Τι φωτογραφίες, τι πίνακες, τι χρώματα! Όλα ήταν Καρπασία! Σταμάτησα σε ένα κολλάζ εικόνων με τα πιατάκια του πατέρα της – εδώ θα έμπαινε ο τραχανάς, εδώ τα ρεβίθια, εδώ το κοτόπουλο, σκέφτηκα. Και κάπου αλλού τα ρόδια.

«Όλα είναι μνήμη», της είπα. «Αλλά τίποτα δεν θα γίνει όπως παλιά». 

Δημοσίευση στο ένθετο "ΦιλGood" της εφημερίδας "Ο Φιλελεύθερος" της Κύπρου, την Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2016. Φωτό: Γ. Χατζηγεωργίου. Στο Βαρώσι.  

31.1.16

ΚΑΠΟΤΕ ΣΤΟ CLUB "VERSUS"


Θυμάσαι κάτι απίθανες νύχτες που δεν οδηγούσες γιατί ήσουνα ήδη βέβαιος πως θα σε μετέφεραν άλλοι στο τέλος της βραδιάς – σε άλλη πόλη, σε άλλη χώρα, μάλλον και σε άλλο πλανήτη;


Κοιτώντας από τα μεγάλα κατά μήκος ορθογώνια τζάμια του τελευταίου ορόφου του Capital Center της λεωφόρου Μακαρίου προς τον κατεχόμενο ναό της Αγίας Σοφίας και τους νεοκτισθέντες μιναρέδες του που έμοιαζαν από ψηλά λες και ξάπλωναν στους πρόποδες του Πενταδαχτύλου, δεν ήσουν ποτέ βέβαιος αν η πλατεία Ελευθερίας ήταν εκείνη που μόλις περπάτησες (η παλιά, με τα δύο περίπτερα στις άκρες της και τα αυτοκίνητα να τη διαπερνούν προς το άνοιγμα της Κωστάκη Παντελίδη) ή το Castlemorton της Ουαλίας και το τελευταίο του rave party στο οποίο πίστεψες πως συμμετείχες. Στην Γερμανία τότε ο Sven Vath έφτιαχνε εθιστική trance, οι Jam and Spoon προβάλλονταν ως «οι εμπορικοί εκπρόσωποι του είδους», κάποιοι αναγνώριζαν ήδη τον μετέπειτα υπερστάρ Paul Van Dyk, ενώ σχεδόν ταυτόχρονα αναδυόταν η σκηνή του Bristol και το είδος trip-hop γεννιέται ως μια εναλλακτική, πιο εκλεπτυσμένη αγγλική εκδοχή του hip hop, με πρωταγωνιστές τους Massive Attack, Portishead και Tricky. Στην Κύπρο του μισού εκατομμυρίου ανθρώπων, η «Versus» της Λευκωσίας αποκτούσε λόγο ύπαρξης.

Οι φανατικοί θαμώνες της «Versus» είχαν κοινό σημείο αναφοράς τους την αποβολή του επαρχιώτικου κυπριακού νεοπλουτισμού, της επίδειξης και του τοπικισμού – όσοι αποφάσιζαν να περάσουν μια βραδιά χορεύοντας, ρουφώντας τσιγάρα και πίνοντας καθαρό αλκοόλ απ’ το bar, με απευθείας αναφορές στη Chicago house και στο Detroit techno σα να ‘ταν στο Cream, στο Renaissance ή στο Ministry of Sound, ήταν κιόλας πολίτες του κόσμου.

Οι νέες τάσεις διαπερνούσαν ήδη την πόρτα του ασανσέρ (κομμάτι κι αυτό της ιεροτελεστίας στον μυστικισμό ενός ιδιότυπου ατελιέ ψυχών) με το που άνοιγε στην οροφή, στο ειδικά διαμορφωμένο προ-χολ: Minimal techno, intelligent dancemusic, house και UK garage. Στη «Versus» γίνονταν -και επιτρέπονταν- όλα (όλα!) – κι αυτό ήταν ένας ασυγκράτητος συνδυασμός ακόρεστης γοητείας, αθωότητας και αχαλίνωτου ρυθμού που, όχι λίγες φορές, ξέσπαγε κατά τις πρωινές ώρες σε εμετό κατά μόνας ή ανά δυάδες μέσα στις τουαλέτες που βρίσκονταν στο βάθος αριστερά.

Οι διαχωριστές γραμμές των φανατικών της ήταν πάντα δυσδιάκριτες: μπερδεμένοι, μα απόλυτα φυσιολογικά αφομοιωμένοι, gay και straight, bisexual και asexual, αναθαρρούσαν στην μαζική pop κουλτούρα των παγκόσμιων clubs που αντηχούσαν απ’ τα μαύρα μεγάφωνα και έκαναν τα τζάμια να τρίζουν – σα να χόρευαν κι αυτά Prodigy, Faithless, Deep Dish, Leftfield, Orbital, Underworld.

Ντυμένοι casual ή με κοστούμια τα Σάββατα κάποιοι -που γρήγορα θα έβγαιναν βιαστικά-, ήδη ιδρωμένοι, έδιναν τη θέση τους σε πολύχρωμα ή λευκά αμάνικα φανελάκια που είχαν αγοράσει το πρωί απ’ τη Στασικράτους – στη «Versus» δεν είχε ποτέ σημασία τι είχες κάνει το προηγούμενο βράδυ μα πώς θα γινόταν συναρπαστικό το αποψινό. Και βέβαια πού και με ποιον θα κοιμόσουν, έχοντας ήδη καταπιεί την πλήρη εξάντληση κατά ριπάς αλλά πάντα έτοιμος για τον τελευταίο -και τελειωτικό- γύρο.

Ο κόσμος τότε ήταν διαφορετικός. Υπήρχε μια καλοπροαίρετη κατανόηση σε όσους ξεπατίκωναν τάσεις ή αντέγραφαν fashion street icons εικόνες του νεοκυκλοφόρητου τότε «Omikron», οι djs ήταν djs και όχι σταρς, υπήρχε μια γενιά 20άρηδων που ζούσε αλαφιασμένα, ανέβαζε ταχύτητες και ονειρευόταν ακόμη την Αθήνα της Ακρόπολης και όχι το Λονδίνο του Μπάκιγχαμ (προς το παρόν).

Τώρα όλα έχουν αλλάξει σαρωτικά.

Πήγα το καλοκαίρι σε κάποιο αντίστοιχο club της Λευκωσίας που λοξοκοιτούσε προς Ibiza, με κάπως κουμπωμένους προσκυνητές και κάτι από παλιό Tiesto, Ferry Corsten και Armin Van Buuren στα ηχεία. Μα έλειπε εκείνη η καλά αρχειοθετημένη, αξεπέραστη, μα πάντα άσβεστη κάψα που σε στοιχειώνει σαν παλιό τατουάζ χτυπημένο σε εμφανές σημείο στο σώμα – αυτό που δεν θες να σβηστεί ποτέ…

Δημοσίευση στο ένθετο "ΦιλGood" της εφημερίδας "Ο Φιλελεύθερος" της Κύπρου, την Κυριακή 31 Ιανουαρίου. Το απίθανο φωτογραφικό αρχείο σε φιλμ είναι του Δημήτρη Βαττή. 

24.1.16

ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΜΕΝΕΙ


«Πέλαγο να ζήσω δε θα βρω / σε ψυχή ψαριού κορμί γατίσιο…».

Αυτή είναι η καλύτερη ελληνική ταινία που βγήκε ποτέ στους ελληνικούς κινηματογράφους –θεέ μου, ‘σχώρα με για τον «Όμηρο», την «Ευδοκία», τη «Στέλλα», το «Σπιρτόκουτο», το «Θίασο», τη «Μικρά Αγγλία», τη «Γλυκιά συμμορία», το «Από την άκρη της πόλης», τη «Στρέλλα», το «Δεκαπενταύγουστο», το «Σώσε με». Τη θυμήθηκα ξανά την προηγούμενη Τρίτη, όταν διάβασα για τον ξαφνικό θάνατο του Νίκου Παναγιωτοπούλου, του μέγιστου δημιουργού της, συναυτουργού του Μαλβινοθρεμμένου ποιητή των σκουπιδιών και της τέφρας κάποιων ζωντανών σακατεμένων που κολύμπησαν στα λασπόνερα αλλά επέζησαν θριαμβευτικά, Θάνου Αλεξανδρή. Η ιστορία είναι απλή: μια γυναίκα ονειρεύεται να γίνει τραγουδίστρια, καταλήγει στα κωλάδικα της επαρχίας, στη ΒόρειοΕλλάδα, με τον σύντροφό της να την ψάχνει, απελπισμένα ερωτευμένος μαζί της, με μια καψούρα που μετατρέπεται μάλλον σε αγάπη όσο εκείνη βγαίνει στην πίστα ως δεύτερο όνομα, συνοδεία της υπέρτατης δόξας της Εθνικής οδού, Παλόμας. 

Το σενάριο είναι πλήρες – εμπεριέχει κάτι λαϊκό και περίπλοκο καρδιακά ταυτόχρονα, έντεχνο και άτεχνο συγχρόνως, μια ταινία «ακριβή» φτιαγμένη από παρατημένα φτηνά υλικά, τοποθετημένα καίρια στον καιρό των μεγάλων επιδοτήσεων και της παντοδυναμίας του ΠΑ.ΣΟ.Κ που οι αγρότες ακουμπούσαν τα πακέτα Ντελόρ στα καλογυαλισμένα πόδια κάθε νέας τραγουδίστριας που έλεγε άτσαλα «ανέβα στο τραπέζι μου, κούκλα μου γλυκιά», σε κακή εκτέλεση, μασώντας τσίχλα και κάνοντας κονσομασιόν. 

Τη Στέλλα υποδυόταν η Αθηνά Μαξίμου και τον Αντρέα ο Νίκος Κουρής. Έτσι γνωριστήκαμε με το Νίκο –γιατί του είπα ότι είδα 14 φορές την ταινία εκείνη και θα ‘θελα να δω πώς είναι στην πραγματικότητά του. Δεν έδινε τότε συνεντεύξεις, του ανέφερα για τις «σούζες» που έκανε με το ανύπαρκτό του μηχανάκι μέσα στο φοιτητικό σχεδόν δώμα που ζούσε με τη Στέλλα, για τη μπανιέρα με θέα στο λιμάνι του Πειραιά μέσα στην οποία ξάπλωνε εκείνη, για την καταγραφή των αεροπλάνων με μανία συλλέκτη, για το Ζεταίμ και την Αρζεντίνα. Πείστηκε. Και έγινε ο αγαπημένος μου –τσακωθήκαμε μετά, αγαπηθήκαμε ξανά, ξαναδιαφωνήσαμε αλλά η κοινή αισθητική αναφορά της χυδαιότητας και του διονυσιασμού των κωλάδικων της Ελλάδας θα μας ένωνε αιώνια.

Δεν ήταν μόνο ο τρόπος αποτύπωσης απ’ τον Παναγιωτόπουλο όσων διαδραματίζονταν στους διαδρόμους των πίσω δωματίων του πάλκου ή των εκβιασμών στα νέα -φιλόδοξα- κορίτσια, από τους κοιλαράδες ιδιοκτήτες, ήταν κι εκείνο το οδοιπορικό σε μια Ελλάδα εξαφανισμένη πια -αν και ήδη αχνοφαίνονταν από τότε τα σημάδια της σήψης της-, πίσω από λόφους, μέσα σε χωράφια ή μπροστά σε παγωμένες λίμνες κατουρώντας τις (κυριολεκτικά). Άνθρωποι που δεν μπόρεσαν ποτέ να επικοινωνήσουν μεταξύ τους. Άνθρωποι που αναδείκνυαν τα χρήματα σε Θεό χωρίς το Ναό του. Άνθρωποι βουτηγμένοι στις κολάσεις τους αλλά και Άγιοι ταυτοχρόνως. Πεζοί μα και λογοτέχνες.

Το εμβληματικό ομώνυμο τραγούδι-soundtrack της ταινίας δεν το τραγούδησε μόνο η Παπίου –προτού καταλήξει οριστικά σ’ εκείνην. Αλλά και η Λένα Αλκαίου και η Πέγκυ Ζήνα επίσης. Ο Κραουνάκης ήξερε τι έκανε –δεν ήθελε το αριστούργημά του να χαθεί μέσα σε μία στοίβα πανεριών από γαρύφαλλα, όπως συνέβη τώρα με τον Παντελίδη, μπροστά από κάποια μισοφαγωμένη μπριζόλα κι ένα ξέμπαρκο μπουκάλι ουίσκι. Γι’ αυτό και εμπιστεύτηκε τη συγκεκριμένη τεχνική με τη σιγουριά της ανάδειξης του τραγουδιού και όχι της φίρμας. Κομματιάστηκα όταν τοπρωτάκουσα. Το ίδιο είχε συμβεί και με τον ποιητή Γιάννη Κοντό, τη Λίτσα Διαμάντη, τη Λίνα Νικολακοπούλου, αλλά και με την πρόεδρο των εκδιδόμενων γυναικών στην Αθήνα, Δήμητρα Κανελλοπούλου –όλοι τους ιδανικοί θεατές μιας σινεφίλ βραδιάς και άλλης μίας μετά, στις «Κούκλες» της Ζαν Μωρεάς.

Το να μπορέσει κάποιος δημιουργός να προσδώσει Τέχνη σε κάτι φαινομενικά «εύκολο» θεματολογικά, απαιτεί εμπειρία, περίσσευμα ψυχής και εμφανές πρόσημο ταλέντου σε ό,τι έχει προηγηθεί ως ιστορία ζωής. Αυτό έκαναν ο Παναγιωτόπουλος και ο Αλεξανδρής –καθένας χώρια.

Δεν θέλω να ακουστώ μελό αλλά, ναι, όποτε (ξανά) βλέπω την ταινία «Αυτή η νύχτα μένει» κάθομαι στον καναπέ μου και χύνω μαύρο δάκρυ. Και σκέφτομαι πως αν ζούσε τώρα ο αγαπημένος μου Παύλος Μάτεσις θα του τηλεφωνούσα στο σταθερό του σπιτιού του, στο Νέο Κόσμο, θα τον ρώταγα πάλι για το νόημα της ζωής -όπως στην ταινία- κι ύστερα θα λέγαμε (ξανά) για ‘κείνο που σκοτώθηκε μέσα μας για πάντα…

Δημοσίευση στο ένθετο "ΦιλGood" της εφημερίδας "Ο Φιλελεύθερος" της Κύπρου, την Κυριακή 24 Ιανουαρίου. Φωτο: Αρχείο Ν. Παναγιωτόπουλου. 


22.1.16

ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Κάτι χαμένο μέσα σου, μπορεί και επαναπροσδιορίζεται σε ιδανικές συνθήκες.

Στο μικρό κουζινάκι του δευτέρου ορόφου του νευροχειρουργικού το μαύρο ραδιοφωνάκι παίζει Antonio Vivaldi, La primavera, στην κλασσική του εκδοχή που η ανάταση εξελίσσεται σε μια συναισθηματική διαδρομή που ξανασυναντά κάτι Ανώτερο, κάτι άπιαστο με θέα στα λευκά σεντόνια και σε θαλάμους αρρώστων –αν και λαϊκά πολύ προσεγγίσιμο. Η εκφωνήτρια που λέγεται Παμπίνα Θεμιστοκλέους επιβεβαιώνει πως είναι Κυριακή, «μια όμορφη μέρα με ήλιο ξημερώνει». Πράγματι. Η Μερόπη μόλις έχει ετοιμάσει καφέ κυπριακό μέτριο «του Χαραλάμπους», της πικραίνει λίγο το στόμα, τα βάζει με το διαβήτη και τη χοληστερίνη της, ψάχνει λευκή ζάχαρη μέσα απ’ το  ντουλάπι, προσθέτει ένα κουταλάκι σα να κάνει παιδική ζαβολιά και βγάζει από την πράσινή της τσάντα ένα μικρό πλαστικό δοχείο με λάδι. «Του Αγίου Εφραίμ!», μου λέει. «Πήγα 3 του Γενάρη στην εκκλησία, δεν ήξερα ότι είναι η μέρα Του, προσκύνησα γονατιστή, αγόρασα σουτζούκο, παστέλλι, πήρα μέλι κι αγίασμα. Θεωρώ ότι είναι θαύμα. Έφερά το για το Γιαννάκη μου, για να τον κάμει ο Θεός καλά. Να σου βάλω λίγο στο μέτωπο με το βαμβάκι; Εσένα ποιος είναι ο άρρωστος σου;». Έσκυψα, σα να προσκυνούσα πόδια ηγουμένης. Κάτι είπε, σαν ευχέλαιο, σταύρωσε τα δάχτυλα του δεξιού της χεριού και με άγγιξε απαλά στα μαλλιά. «Ο Γιαννάκης μου δεν ξέρει ότι έχει καρκίνο στον εγκέφαλο. Δεν του το είπαμε. Όταν με ρώτησε είπα κάτι για αιμάτωμα, είμαι αμόρφωτη γυναίκα εγώ αλλά πιστεύω πως κάμνω το σωστό –δεν θα αλλάξει κάτι αν κερδίσει η πραγματικότητα. Ο Νεοφύτου είναι καλός γιατρός. Έσωσε κόσμο –έχουν να το λένε. Ακουμπώ πάνω του όταν μου εξηγεί την κατάσταση του γιου μου, σα να αγγίζω το Χριστό –πιστεύω πως είναι το ίδιο πράμα».

Τη στιγμή που κόβω κομματάκι κομματάκι το κοτόπουλο του μεσημεριανού για τον μπαμπά μου, ανακατεύοντας το ρύζι με το γιαούρτι απ’ το κεσεδάκι που μόλις έχω αδειάσει μέσα στο πιάτο, σκέφτομαι πως αρκετά χρόνια πριν το ‘κανε κι εκείνος για μένα –αλλάζοντάς μου πάνες, βοηθώντας με να περπατήσω, ξυπνώντας με για να φάω σε συγκεκριμένη στιγμή, και αλληλοσπαράζοντας τον ανδρισμό μας με συγκινητικό τρόπο –για εκείνον που γινόταν μεσήλικας και για μένα που κεκέδιζα στη ζωή, υποδυόμενοι τους «συμπαίκτες». Σειρά μου τώρα.

Λειτουργώ σα να μην συμβαίνει τίποτα. Κι έχω ήδη μάθει απέξω στους διαδρόμους «των συγγενών» ό,τι αφορούσε στο τρίτο τέρμα της Σαλαμίνας που μάλλον ήταν οφσάιντ «και ουρλιάζει ο Φανιέρος», για το παρεκκλήσι του Αγίου Συνεσίου στη Λύση του διπλανού αρρώστου που έχει 11 παιδιά και τον ξέρουν όλοι στο Καλό Χωριό Λάρνακας ή για τη σφαίρα που πέρασε μέσα απ’ το στήθος του πατέρα μου στον πόλεμο και που του κρυώνει -41 χρόνια μετά- άτσαλα το δέρμα η πληγή. «Η μάχη φταίει, στη Μύρτου», λέω. «Οι Τούρκοι. Που ήθελαν το χωριό οπωσδήποτε για το αεροδρόμιό τους». Κάτι να ειπωθεί –αοριστίες. Τι να του ‘λεγα; Για τα χρωστούμενα που του ‘χω κάτω από τη φιάλη οξυγόνου που έσταζε αργά σταγόνα σταγόνα;

Θέλει να κοιμηθεί. Κοιμάται πολύ τελευταία. Δεν του αρέσει που μένει αξύριστος, κάνει απότομες κινήσεις για να μου δείξει πώς γυρνάνε οι τρίχες σκληρά στα μάγουλά του και τραβάει άθελά του τα καλώδια που είναι στερεωμένα στο πλάι. «Θα πω αύριο σε κάποιον να σε ξυρίσει. Εδώ μέσα γυρνάει ένας με τα απαραίτητά του». «Πόσα θα θέλει;». «Θα τα κανονίσω εγώ». «Έχω λεφτά στην τσέπη του παντελονιού μου που είναι κρεμασμένο μέσα στο ντουλάπι. Εκεί το άφησε η μάνα σου προτού μου φορέσουν τις πυτζάμες. Πάρε από εκεί». «Ρε πατέρα…».

Τη Δευτέρα θα μπει ξανά στον αξονικό. Ακουμπάει στο κρανίο του και βάζει το χέρι του πάνω απ’ τον ματωμένο επίδεσμο. «14 ραφές», λέει. Του τις μέτρησε η νοσοκόμα που έχει το όνομα Αστέρω και του χαμογελάει πάντα. Πονάει. «Ό,τι θέλει ο Θεός!», βρίσκω κάτι -χριστιανικό- να επαναλάβω απ’ τη Μερόπη –κάτι να λεχθεί στην ησυχία του θαλάμου, κάτι μη πιστευτό που να δείχνει τουλάχιστον γήινο. «Δεν είναι ο Θεός που θέλει», θα μου απαντήσει, «το κεφάλι μας θέλει μόνο –το χτυπημένο κι αγύριστο».

Δημοσίευση στο ΦιλGood του "Φιλελευθέρου", την Κυριακή 17 Ιανουαρίου. Φωτο: Γιάννης Χατζηεωργίου.