Στο τραπέζι υπήρχε καλαμάρι. Αθερίνα, γόπα, λαβράκι,
τσιπούρα. Και χταπόδι κρασάτο. «Θέλεις ζιβανία;», του λέω. Θέλει. Του γεμίζω το
χαμηλό ποτήρι. Πίνει λίγο, του καίει το στόμα. Πικραίνεται. «Τι έπαθες; Τέτοια
δεν πίνατε με τον παππού, τη γιαγιά, τα αδέλφια σου -τον Κρίστοφερ και τον
Αντώνη- όταν είχατε έρθει πάλι εδώ πριν από δύο βδομάδες;», τον ρωτώ. Χαμογελάει
ξαφνικά. Κάπως ντροπαλά και αθώα. Τα μάτια του κάνουν μία περίεργη αντανάκλαση
στον ήλιο απέναντι και χαϊδεύει το μούσι του. Λίγο θεατρικά. «Τώρα κατανοώ
γιατί έχεις τόσο μεγάλο γυναικείο fan club!», συνεχίζω. Δεν απαντά.
Στο λιμανάκι της Αγίας Νάπας, το παλιό ψαροχώρι που
μετατράπηκε μετά το 1974 στο διασημότερο τουριστικό θέρετρο της Κύπρου, 80
περίπου χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα του νησιού, τη Λευκωσία, δεν είχε πολύ
κόσμο εκείνη την Κυριακή. Μάλλον απ’ το απρόσμενο κρύο. «Ποτέ δεν χιονίζει εδώ!»,
είπε. Μου εξηγεί τη χαρά του να ψαρεύεις με καλάμι, την καθετή, το παραγάδι, τη
συρτή, τις διαφορές τους. Ξέρει κι ένα μυστικό. Πως με σβηστή τη μηχανή του
σκάφους και με το αεράκι να μας παρασέρνει, αφήνουμε το δόλωμα να κατέβει προς
το βυθό, όταν φτάσει στο πυθμένα σημαδεύουμε την πετονιά, παρατηρούμε το βάθος
στο βυθόμετρο, μαζεύουμε στα γρήγορα 2-3 μέτρα για να μην μας σκαλώσει το
ψεύτικο ψαράκι, ενώ στη συνέχεια, μαζεύοντας αμέσως και χαλαρώνοντας,
ανεβοκατεβάζουμε το δόλωμά μας έτσι ώστε να κινείται πάντα από 1 έως 5 μέτρα πάνω από τον
πυθμένα. «Όταν θέλω να εμπνευστώ, να σκεφτώ, να δημιουργήσω, πρέπει να βλέπω
θάλασσα. Είναι την ίδια στιγμή ήρεμη, αλλά και άγρια», λέει. Παιδί της και ο
ίδιος. Ας μην εκπλήσσομαι.
Εκεί μεγάλωσε. Ξέρει κάθε πέτρα, κάθε στενό, κάθε πλακόστρωτο
που τον έκανε να παίρνει ανάσα απ’ τα βαρίδια που του έτυχαν στη ζωή. Του λέω
για τον διάσημο πατέρα Βασίλειο της μικρής εκκλησίας. Φυσικά και τον ξέρει.
Έχει κάνει πολλές συζητήσεις μαζί του, αν και δεν έχει εξομολογηθεί ποτέ του. Βάζει
το κινητό του στο αθόρυβο, «να ‘χουμε την ησυχία μας», το βλέμμα του χάνεται
στον αφρό, μετά σε μια τράτα, σε μια βάρκα βαμμένη μπλε, με το όνομα «Αντρέας»
σε λευκό χρώμα στο πλάι. Ίδιο με εκείνο του 84χρονου παππού του. Και με το δικό
του. Γεμίζει δεύτερη φορά το ποτήρι. «Αγαπάς πολύ τον παππού και την γιαγιά
σου, ε;». «Εφόσον η μητέρα και ο πατέρας μου έχουν φύγει πια απ’ τη ζωή, η
γιαγιά μου και ο παππούς μου είναι οι γονείς μου. Κι είναι οι πιο αγαπημένοι
μου άνθρωποι στον κόσμο! Πάντα είχα ιδιαίτερη σχέση μαζί τους – και ειδικά με τη
γιαγιά μου. Από μωρό. Όταν έχω χρόνο και λέω πως θα τον αφιερώσω στην
οικογένειά μου, εννοώ πάντα εκείνους. Άλλωστε, πιστεύω ότι η οικογένεια είναι η
πιο σταθερή αξία στη ζωή μας, είναι οι άνθρωποι που θα μας αγαπάνε μέχρι να
πεθάνουμε – είναι η ασφάλειά μας και το σημείο αναφοράς μας», μου εξηγεί.
Είναι πολύ γλυκός, ευγενικός, ήπιος – η συμπεριφορά του, οι
κινήσεις του, έχουν κάτι το φυσικό. Καταλαβαίνω πως ταυτόχρονα το μυαλό του
κάνει περίεργες σκέψεις, κάπου χάνεται, κοιτάει επίμονα τις αλλαγές στα χρώματα
του ουρανού, μετά εμένα, ύστερα ξανά τα καΐκια, αφαιρείται ξανά. «Αν σ’ έχει
πιάσει λίγο το αλκοόλ, τότε να κάνουμε και την κουβέντα μας…», λέω. «Δεν πίνω συχνά
και με ζαλίζει αμέσως!», παραδέχεται. «A capella να το βγάλουμε», του προτείνω. Σαν ρόλος. Σαν μονόπρακτο.
«Με πρωταγωνιστή την αλήθεια σου». Συμφωνεί. Και γεμίζει τρίτη φορά το χαμηλό
ποτήρι.
ΟΙ ΔΥΟ ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΝΟΜΙΣΜΑΤΟΣ
«Δεν αισθάνομαι επιτυχημένος. Γιατί, αν πω κάτι τέτοιο, θα
είναι σα να καταργώ το στόχο μου. Κι είμαι απόλυτα συνειδητοποιημένος ότι
κάποια πράγματα είναι εφήμερα. Αυτή την περίοδο, για παράδειγμα, πηγαίνουν πολύ
καλά οι σειρές, ο κόσμος μας αγαπά. Σε δύο χρόνια, όμως, μπορεί να κάνω κάτι
άλλο που να μην έχει την ίδια επιτυχία. Και αυτό είναι κάτι που με κρατά
απόλυτα προσγειωμένο. Σημασία για μένα έχει να πραγματοποιώ ό,τι καλύτερο μπορώ
στη δουλειά μου, να προσφέρω εκείνο που πρέπει στον κόσμο, ο οποίος έχει
απαιτήσεις.
Όχι, δεν με φοβίζει η αποτυχία. Γιατί ξέρω πολύ καλά πως, αν
δεν αποτύχεις, δεν μπορείς να επιτύχεις. Και έχω κάνει και αποτυχίες. Θα σου
έλεγα μάλιστα πως στη ζωή μου είχα πιο πολλές αποτυχίες απ’ ό,τι επιτυχίες!
Μπορεί να ξεκινάς για να κάνεις κάτι, έχοντας στο μυαλό σου κάποιο στόχο, ο
οποίος τελικά να μην σου βγει έτσι όπως τον ονειρεύτηκες. Το σημαντικό, λοιπόν,
εκείνη την περίοδο, είναι να κάνεις ένα απολογισμό, να σκεφτείς “τι πήγε λάθος;
Τι ήταν αυτό που δεν έκανα σωστά;”. Κι έτσι κάνεις την αυτοκριτική σου. Και
προχωράς».