Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ηθοποιοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ηθοποιοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

11.4.17

ΕΛΕΝΗ ΡΑΝΤΟΥ: "ΚΑΝΩ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΓΙΑ ΝΑ ΜΕ ΑΓΑΠΑΕΙ Ο ΑΛΛΟΣ"

Κάποτε είχε γραφτεί κάτι καίριο για εκείνην: «όταν βγαίνει η Ράντου, νιώθεις ότι είναι ένα θεατής που σηκώνεται απ’ την καρέκλα του και ανεβαίνει επάνω στη σκηνή!». Αυτό αισθάνεται και η ίδια: μία καθημερινή γυναίκα που, κάθε βράδυ, λέει μια ιστορία. Και, όπως συμβαίνει πια στο τέλος, σε όλες της τις παραστάσεις, οι θεατές στη σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, στην Αγίου Κωνσταντίνου, την χειροκροτούν πάντοτε όρθιοι για τη «Φιλουμένα» της, στις συνεχείς υποκλίσεις που την αναγκάζουν να κάνει κάθε φορά.
-«Είχες πολλή αγάπη, αλλά εσύ δεν έμαθες ν’ αγαπάς», λέγεται κάπου μέσα στην «Φιλουμένα». Μαθαίνεται η αγάπη;
-Δεν εκπαιδεύεται κανείς να μάθει ν’ αγαπάει. Αλλά, αν αγαπηθεί πολύ, μπορεί να πάρει ένα μάθημα για το πώς αγαπάνε. Δεν είναι εύκολο. Καμιά φορά όμως συμβαίνει, όταν ο άνθρωπος φτάσει σε οριακό σημείο, αν αρρωστήσει, αν βρεθεί σε ένα τροχαίο, αν αντιμετωπίσει το θάνατο. Εκεί μαθαίνει είτε να αγαπάει -να γαληνέψει η ψυχή του και να ηρεμήσει- είτε να μισεί, θυμώνοντας πολύ και με όλους.
-Έχουν συμβεί οριακά πράγματα στη ζωή;
-Τόσα όσα στον περισσότερο κόσμο. Όχι κάτι παραπάνω. Ναι, είναι δύο τρία πράγματα που μου ήταν οριακά.
-Και έχασες τον έλεγχο;
-Μου ‘χει τύχει οριακή εμπειρία, για την οποία είχα τέτοια άρνηση να την διαχειριστώ, που την απώθησα εντελώς. Μετά από 20 χρόνια κατάλαβα πόσο με είχε στιγματίσει. Κάθε φορά, αντιδράς αλλιώς. Ανάλογα με την ωριμότητα της στιγμής αλλά και με το γεγονός.
-Διαχειρίζεσαι εύκολα τα συναισθήματά σου;
-Θέλω να έχω τον έλεγχο των συναισθημάτων μου, αλλά δεν τα καταφέρνω πάντα. Δεν τα βγάζω πέρα καλά με τα συναισθηματικά. Ίσως γι’ αυτό και είμαι τόσο πολύ συναισθηματική στις παραστάσεις, γιατί το εκτονώνω εκεί. Είναι μερικά που με ξεπερνάνε. Κι όταν αυτό συμβαίνει, δεν τα κάνω καλά τα πράγματα. Νομίζω ότι με τα χρόνια, και λόγω αυτής της δουλειάς, αν κάτι έχει πειραχτεί άσχημα επάνω μου, είναι το νευρικό μου σύστημα – η διαχείριση του άγχους μου, γίνεται όλο και πιο οριακή μεγαλώνοντας. Ίσως, όμως, γι’ αυτό βγαίνουν και καλές δουλειές. Επειδή αγχώνομαι για τα πάντα, για την παραμικρή λεπτομέρεια. Είναι παθολογική η σχέση μου πια με το άγχος.

ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ: "ΕΧΩ ΑΝΑΓΚΗ ΤΙΣ ΡΥΤΙΔΕΣ ΜΟΥ"

Βρίσκεται μποτιλιαρισμένη κάπου στην Πανεπιστημίου, στη διαδρομή απ’ την Καλλιθέα όπου μένει μέχρι το Θέατρο Ζίνα της λεωφόρου Αλεξάνδρας, ώστε να βρεθεί στις πρόβες της για το «Κτελ» με το οποίο θα βρίσκεται το Καλοκαίρι σε περιοδεία σε όλη την Ελλάδα. Απολογείται για τη μικρή καθυστέρηση, καθόμαστε σε ένα μικρό ταβερνάκι, παραγγέλνει σούπα με καρότο και κοτόπουλο γιατί την πονάει το στομάχι της, ακούμε ειδήσεις απ’ το ανοιχτό ραδιόφωνο, και ξεκινάμε να συζητάμε για την συγκέντρωση που βρίσκεται σε εξέλιξη στο Σύνταγμα. «Θεωρώ ότι γίνονται πολύ μεγάλες προσπάθειες και εγώ έχω εμπιστοσύνη σ’ αυτούς τους ανθρώπους που βρίσκονται στην κυβέρνηση», μου αναφέρει. «Δεν είμαι εμπλεκόμενη πουθενά, δεν μου αρέσουν οι τίτλοι, αλλά θεωρώ πως αυτοί οι άνθρωποι έχουν ευγενή πρόσωπα, τα οποία είναι διαφορετικά από τους πολιτικούς που είχαμε συνηθίσει να βλέπουμε. Μας έχουν κάνει κοινωνούς στο έργο τους και νιώθω ότι δεν ζούμε πια στο σκοτάδι. Κάνουν αγώνα, παλεύουν για να κερδίσουν κάτι για τη χώρα μας!».
Στο θέατρο φέτος υποδύεται τη Λίλα Καμπάνα, τη γυναίκα του Αντώνη Τόνγκα (σ.σ Νίκου Μουτσινά) και εξομολογείται πως εκείνη γελάει πιο πολύ στη ζωή της με το απρόβλεπτο, το παράξενο, με όσα δεν καταλαβαίνουν οι πολλοί αλλά οι λίγοι, με τα επιτραπέζια παιχνίδια που παίζει τα βράδια με τους φίλους της.
-Είχες ανάγκη την κωμωδία φέτος;
-Πολύ! Μ’ αρέσει να γελάει ο κόσμος! Για δύο χρόνια είχα υπηρετήσει με την ψυχή και το σώμα μου το μονόλογο της «Γωγώς», ένα έργο πιο πολύ δραματικό παρά κωμικό κι ένιωθα τώρα την ανάγκη να επιστρέψω στα παλιά μου λημέρια. Αυτό συμβαίνει συνήθως όταν νιώθεις μοναξιά.
-Γιατί αισθάνεσαι μοναξιά;
-Είμαι σε μία φάση της ζωής μου, εδώ και πολύ καιρό, που δεν θέλω να κάνω τα αυτονόητα, ούτε να υπακούω στους «νόμους». Θέλω να κάνω ό,τι μ’ αρέσει! Μεγάλωσα πια. Κι η συνειδητοποίηση όλου αυτού εμπεριέχει και τη μοναξιά. Το να λες -με βεβαιότητα- «όχι», είναι ένα κέρδος πλέον για μένα. Στο παρελθόν, σε ό,τι αφορά στην τέχνη μου, δεν μπορούσα να το λέω με ευκολία, για τον απλούστατο λόγο ότι έπρεπε να δουλέψω. Μη σου πω ότι -αν και με δυσκολία και παρασυρόμενη από συναισθηματισμό- πιο εύκολα έλεγα στη ζωή μου τα «δεν μπορώ» και «δεν θέλω» παρά στη δουλειά μου.

5.3.17

ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ: DRIVING TO THE SKY


Στο τραπέζι υπήρχε καλαμάρι. Αθερίνα, γόπα, λαβράκι, τσιπούρα. Και χταπόδι κρασάτο. «Θέλεις ζιβανία;», του λέω. Θέλει. Του γεμίζω το χαμηλό ποτήρι. Πίνει λίγο, του καίει το στόμα. Πικραίνεται. «Τι έπαθες; Τέτοια δεν πίνατε με τον παππού, τη γιαγιά, τα αδέλφια σου -τον Κρίστοφερ και τον Αντώνη- όταν είχατε έρθει πάλι εδώ πριν από δύο βδομάδες;», τον ρωτώ. Χαμογελάει ξαφνικά. Κάπως ντροπαλά και αθώα. Τα μάτια του κάνουν μία περίεργη αντανάκλαση στον ήλιο απέναντι και χαϊδεύει το μούσι του. Λίγο θεατρικά. «Τώρα κατανοώ γιατί έχεις τόσο μεγάλο γυναικείο fan club!», συνεχίζω. Δεν απαντά.   
Στο λιμανάκι της Αγίας Νάπας, το παλιό ψαροχώρι που μετατράπηκε μετά το 1974 στο διασημότερο τουριστικό θέρετρο της Κύπρου, 80 περίπου χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα του νησιού, τη Λευκωσία, δεν είχε πολύ κόσμο εκείνη την Κυριακή. Μάλλον απ’ το απρόσμενο κρύο. «Ποτέ δεν χιονίζει εδώ!», είπε. Μου εξηγεί τη χαρά του να ψαρεύεις με καλάμι, την καθετή, το παραγάδι, τη συρτή, τις διαφορές τους. Ξέρει κι ένα μυστικό. Πως με σβηστή τη μηχανή του σκάφους και με το αεράκι να μας παρασέρνει, αφήνουμε το δόλωμα να κατέβει προς το βυθό, όταν φτάσει στο πυθμένα σημαδεύουμε την πετονιά, παρατηρούμε το βάθος στο βυθόμετρο, μαζεύουμε στα γρήγορα 2-3 μέτρα για να μην μας σκαλώσει το ψεύτικο ψαράκι, ενώ στη συνέχεια, μαζεύοντας αμέσως και χαλαρώνοντας, ανεβοκατεβάζουμε το δόλωμά μας έτσι ώστε να κινείται πάντα από 1 έως 5 μέτρα πάνω από τον πυθμένα. «Όταν θέλω να εμπνευστώ, να σκεφτώ, να δημιουργήσω, πρέπει να βλέπω θάλασσα. Είναι την ίδια στιγμή ήρεμη, αλλά και άγρια», λέει. Παιδί της και ο ίδιος. Ας μην εκπλήσσομαι.  
Εκεί μεγάλωσε. Ξέρει κάθε πέτρα, κάθε στενό, κάθε πλακόστρωτο που τον έκανε να παίρνει ανάσα απ’ τα βαρίδια που του έτυχαν στη ζωή. Του λέω για τον διάσημο πατέρα Βασίλειο της μικρής εκκλησίας. Φυσικά και τον ξέρει. Έχει κάνει πολλές συζητήσεις μαζί του, αν και δεν έχει εξομολογηθεί ποτέ του. Βάζει το κινητό του στο αθόρυβο, «να ‘χουμε την ησυχία μας», το βλέμμα του χάνεται στον αφρό, μετά σε μια τράτα, σε μια βάρκα βαμμένη μπλε, με το όνομα «Αντρέας» σε λευκό χρώμα στο πλάι. Ίδιο με εκείνο του 84χρονου παππού του. Και με το δικό του. Γεμίζει δεύτερη φορά το ποτήρι. «Αγαπάς πολύ τον παππού και την γιαγιά σου, ε;». «Εφόσον η μητέρα και ο πατέρας μου έχουν φύγει πια απ’ τη ζωή, η γιαγιά μου και ο παππούς μου είναι οι γονείς μου. Κι είναι οι πιο αγαπημένοι μου άνθρωποι στον κόσμο! Πάντα είχα ιδιαίτερη σχέση μαζί τους – και ειδικά με τη γιαγιά μου. Από μωρό. Όταν έχω χρόνο και λέω πως θα τον αφιερώσω στην οικογένειά μου, εννοώ πάντα εκείνους. Άλλωστε, πιστεύω ότι η οικογένεια είναι η πιο σταθερή αξία στη ζωή μας, είναι οι άνθρωποι που θα μας αγαπάνε μέχρι να πεθάνουμε – είναι η ασφάλειά μας και το σημείο αναφοράς μας», μου εξηγεί.
Είναι πολύ γλυκός, ευγενικός, ήπιος – η συμπεριφορά του, οι κινήσεις του, έχουν κάτι το φυσικό. Καταλαβαίνω πως ταυτόχρονα το μυαλό του κάνει περίεργες σκέψεις, κάπου χάνεται, κοιτάει επίμονα τις αλλαγές στα χρώματα του ουρανού, μετά εμένα, ύστερα ξανά τα καΐκια, αφαιρείται ξανά. «Αν σ’ έχει πιάσει λίγο το αλκοόλ, τότε να κάνουμε και την κουβέντα μας…», λέω. «Δεν πίνω συχνά και με ζαλίζει αμέσως!», παραδέχεται. «A capella να το βγάλουμε», του προτείνω. Σαν ρόλος. Σαν μονόπρακτο. «Με πρωταγωνιστή την αλήθεια σου». Συμφωνεί. Και γεμίζει τρίτη φορά το χαμηλό ποτήρι.
ΟΙ ΔΥΟ ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΝΟΜΙΣΜΑΤΟΣ
«Δεν αισθάνομαι επιτυχημένος. Γιατί, αν πω κάτι τέτοιο, θα είναι σα να καταργώ το στόχο μου. Κι είμαι απόλυτα συνειδητοποιημένος ότι κάποια πράγματα είναι εφήμερα. Αυτή την περίοδο, για παράδειγμα, πηγαίνουν πολύ καλά οι σειρές, ο κόσμος μας αγαπά. Σε δύο χρόνια, όμως, μπορεί να κάνω κάτι άλλο που να μην έχει την ίδια επιτυχία. Και αυτό είναι κάτι που με κρατά απόλυτα προσγειωμένο. Σημασία για μένα έχει να πραγματοποιώ ό,τι καλύτερο μπορώ στη δουλειά μου, να προσφέρω εκείνο που πρέπει στον κόσμο, ο οποίος έχει απαιτήσεις.
Όχι, δεν με φοβίζει η αποτυχία. Γιατί ξέρω πολύ καλά πως, αν δεν αποτύχεις, δεν μπορείς να επιτύχεις. Και έχω κάνει και αποτυχίες. Θα σου έλεγα μάλιστα πως στη ζωή μου είχα πιο πολλές αποτυχίες απ’ ό,τι επιτυχίες! Μπορεί να ξεκινάς για να κάνεις κάτι, έχοντας στο μυαλό σου κάποιο στόχο, ο οποίος τελικά να μην σου βγει έτσι όπως τον ονειρεύτηκες. Το σημαντικό, λοιπόν, εκείνη την περίοδο, είναι να κάνεις ένα απολογισμό, να σκεφτείς “τι πήγε λάθος; Τι ήταν αυτό που δεν έκανα σωστά;”. Κι έτσι κάνεις την αυτοκριτική σου. Και προχωράς».

15.10.16

ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΒΗΓΚΟΣ: ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣ ΜΕ ΑΙΤΙΑ



Κρατώντας με το αριστερό του χέρι το κινητό του τηλέφωνο, θέλει να μου δείξει ένα κολλάζ που έχει φτιάξει. Μπαίνει στα άλμπουμς των φωτογραφιών του, ανεβοκατεβάζει με τα δάχτυλά του τις εικόνες, τα μαλλιά του πέφτουν μπροστά από τα μάτια του, κάπου σταματάει απότομα, χαμογελάει για λίγο -προφανώς για την επαναφορά στη μνήμη κάποιας χαριτωμένης ανάμνησής του- συνεχίζει το γρήγορο ψάξιμο, ενώ καταλαβαίνει πως ταυτόχρονα και το δικό μου μάτι σκανάρει κάποια από τα «μυστικά» του προσπαθώντας, ανεπιτυχώς, να φαίνεται διακριτικό. Γυρνάει απότομα το κεφάλι του κοιτώντας με περίεργα, αλλά όχι με θυμό και στραβώνει λιγάκι την οθόνη του κινητού του προς τα δεξιά για να μη μπορεί το βλέμμα μου να «κλέψει» τα δικά του δεδομένα. «Κοίτα αυτό!», μου λέει ξαφνικά, δείχνοντάς μου τη φιγούρα κάποιας μεγάλης ηλικιακά γυναίκας με λευκά κοντά μαλλιά που αντί για το δικό της στόμα είχε κολλημένο κάτω από τη μύτη της ένα άλλο, μιας νεαρής κοπέλας, με έντονο κόκκινο κραγιόν και ένα κιτρινόμαυρο φίδι ανάμεσα στα χείλη. «Περίεργο, ε;», του λέω έκπληκτος. «Το φίδι συμβολίζει διάφορα. Δεν είναι κάτι κακό για μένα. Το θέμα είναι το στόμα που δαγκώνει ένα φίδι». «Λίγο τρομακτικό, δεν είναι;». «Ναι, είναι. Γιατί μπορεί να φαινόμαστε ωραίοι, αλλά ποιος ξέρει τι κρύβεται πίσω από την εικόνα!». 
Σ’ αυτή την πρόταση ίσως να βρίσκεται και η όλη φιλοσοφία σκέψης του Σταύρου γύρω από τη δουλειά που κάνει, τη δημοσιότητα, το star system, τους celebrities, τις συνεντεύξεις και την προβολή – λέξεις που δεν του ανέφερα ποτέ αλλά υπονοούνταν καθ όλη τη διάρκεια της συνάντησής μας στην οδό Πραξιτέλους, στο κέντρο της Αθήνας. «Το γεγονός ότι κάποια στιγμή μπορεί να έχεις αναγνωρισιμότητα ή λεφτά δεν σημαίνει ότι είσαι ταυτόχρονα χαρούμενος ή υγιής άνθρωπος», μου εξηγεί. «Κάποτε, όταν ήμουν παιδί, πίστευα ότι οι πλούσιοι είναι ευτυχισμένοι και μια χαρά. Αλλά δεν είναι! Από αυτούς που έχω γνωρίσει, κατάλαβα ότι έχουν πολύ περισσότερα προβλήματα από μένα που είμαι φτωχός. Που τα βγάζω πέρα, σε πολλές περιόδους και ανάλογα με το τι κάνω, τσίμα τσίμα οικονομικά».
Η ευτυχία είναι για το Σταύρο μία περίεργη έννοια. Και δεν περιορίζεται στις «απλές στιγμές» των πολλών. Λίγο απροσδιόριστη και σχεδόν άπιαστη. Μάλλον, όπως ίσως θα εξηγούσε κάποιος, επειδή δεν αφήνει εύκολα το μυαλό του να ησυχάσει, να επικεντρωθεί περισσότερο στον εαυτό του και όχι στα κοινωνικά ή πολιτικά προβλήματα για τα οποία έχει σαφή και ισχυρή θέση, την οποία μπορεί να αναλύει για ώρες, ανάβοντας και σβήνοντας απανωτά τσιγάρα με υψηλό βαθμό νικοτίνης. Γιατί ο Σταύρος δεν μπορεί να μη νιώθει ο ίδιος προσωπική ευθύνη για όλα όσα συμβαίνουν στον κόσμο. Έτσι είναι φτιαγμένος.

ΝΙΚΟΣ ΑΝΑΔΙΩΤΗΣ: ΜΠΑΜΠΑΣ ΓΙΑ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΔΟΥΛΕΙΕΣ



Ο ηθοποιός και παρουσιαστής περιμένει το δεύτερό του παιδί, αλλά δεν απαρνιέται τον σέξι του εαυτό.
Μου μιλάει απ’ την Κύπρο, όσο βρίσκεται στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λάρνακας κατευθυνόμενος προς το αεροδρόμιο, αφού τις τελευταίες βδομάδες βρίσκεται στο νησί για τα γυρίσματα της νέας σειράς του ΑΝΤ1 «5 κλειδιά», η οποία είναι βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Λένας Μαντά. «Η προσαρμογή μου δεν είναι δύσκολη, αλλά το μόνο που δεν υποφέρεται εδώ είναι η ζέστη!», ξεκινά να μου λέει.
-Λίγο δύσκολο δεν είναι τώρα που η Βασιλική, η σύζυγός σου, περιμένει το δεύτερό σας παιδί, εσύ να λείπεις αρκετές μέρες από την Αθήνα;
-Την απόφαση δεν την πήρα μόνος μου, το συζητήσαμε και σκεφτήκαμε από κοινού πως αυτό θα ήταν το καλύτερο, γιατί οι καιροί είναι δύσκολοι και μία τέτοιου είδους πρόταση από ένα μεγάλο κανάλι δεν την απορρίπτεις εύκολα. Άλλωστε, το περιβάλλον στην Κύπρο είναι οικείο και η απόσταση που μας χωρίζει είναι μόλις μιάμιση ώρα με το αεροπλάνο.
-Συνεχίζει να σε γοητεύει η υποκριτική;
-Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Περνάω πολύ καλά στα γυρίσματα, στο να μπω στη διαδικασία να υποδυθώ κάποιο χαρακτήρα και να καταλάβω πώς σκέφτεται ο εκάστοτε ήρωας. Είναι πολύ ενδιαφέρον να προσεγγίζεις κάτι που συνήθως είναι πολύ διαφορετικό από σένα. Με συναρπάζει.
-Πώς αντιδράς όταν βλέπεις τον εαυτό σου στην τηλεόραση; Κάνεις αυτοκριτική;
-Κάνω. Αν και δεν με παρακολουθώ πάρα πολύ.
-Αισθάνεσαι αμηχανία;
-Συνήθως οι δουλειές μου προβάλλονται σε ώρες που εγώ δεν βρίσκομαι στο σπίτι. Αλλά, αν τύχει και δω κάτι στο οποίο συμμετέχω, είμαι πολύ αυστηρός με τον εαυτό μου. Νομίζω πως μόνο έτσι βελτιώνομαι.
-Αν βαθμολογούσες τον εαυτό σου στην υποκριτική, τι βαθμό θα του έβαζες;
-Μόνο και μόνο λόγω εμπειρίας δεν θα μου έβαζα παραπάνω απ’ το μέτριο. Αλλά, σε σχέση με το παρελθόν, θεωρώ πως έχω βελτιωθεί πάρα πολύ, έχω μεγαλύτερη άνεση πια.
-Ένιωσες ποτέ αμφισβήτηση από άλλους ηθοποιούς που μπορεί να σκεφτούν πως παίρνεις τις δουλειές λόγω της εξωτερικής σου εμφάνισης και όχι λόγω του ταλέντου σου;
-Ποτέ δεν το εισέπραξα αυτό. Απορώ γιατί με ρωτάτε αυτό! Θαυμάζω πάρα πολλούς ηθοποιούς -και άντρες και γυναίκες-, και το όνειρό μου είναι να καταφέρω κάποια στιγμή να συνεργαστώ με κάποιους από αυτούς. Μακάρι να γίνονταν περισσότερες παραγωγές!
-Η Βασιλική τι σου λέει όταν σε βλέπει στο θέατρο; Είναι αντικειμενική μαζί σου;
-Ναι, είναι. Εμπιστεύομαι τη γνώμη της περισσότερο απ’ όλους. Πάντα βέβαια μέσα από το δικό της υποκειμενικό πρίσμα. Γιατί ξέρω πως, ακόμη και να μην της αρέσει κάτι, θα βρει έναν ωραίο τρόπο να μου το πει, με αγάπη, για να το βελτιώσω.

19.3.16

ΧΡΥΣΑ ΡΩΠΑ: "ΕΓΩ ΔΕΝ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΚΙΣΣΟΣ, ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΠΛΑΤΑΝΟΣ"


Φορούσε καπέλο, έπινε καφέ, κάπνιζε, διάβαζε και κρατούσε σημειώσεις σ’ ένα χαρτί όταν την είδα εκείνο το Σαββατιάτικο απόγευμα στου Ψυρρή. Αιτία της συνάντησής μας ήταν όλα εκείνα τα κενά που φαίνεται να αφήνει στις συνεντεύξεις της και που, με ένα μαγικό τρόπο, πάντοτε απαντιούνται νοητικά αν και αφορούν το πιο βαθύ συναίσθημα.

-Ένας κωμικός ηθοποιός δεν δικαιούνται να έχει λυπημένες στιγμές απέναντι στο κοινό του; 
-Όταν είναι επάνω στη σκηνή δεν έχει δικαίωμα έκφρασης ιδιωτικών και προσωπικών προβλημάτων. Εξάλλου, δεν είναι αυτός, είναι ένας άλλος. Στις ιδιωτικές του στιγμές που μοιράζεται σε δημόσιους χώρους, είναι πολύ ανθρώπινο κάποιος άγνωστος να σου σφίξει το χέρι και να σε φιλήσει και, καμιά φορά, αυτό στέκεται αφορμή να ξεφύγεις και από αυτό που σε απασχολεί και σε σκοτίζει. Κι έτσι περνάς από την λύπη στη χαρά. Έτσι ειν’ η ζωή: ένα νόμισμα με δύο όψεις.
-Η σκοτεινή σου όψη πώς είναι;
-Κοιτάζομαι στον «καθρέφτη», αλλά εκεί δεν βλέπω κάποια σκοτεινή όψη – μπορεί και να κρύβεται τόσα χρόνια. Αλλά επειδή πάντα κρατάω φακό, όταν την ανακαλύψω θα τη φωτίσω.
-Ποιος βγάζει τον καλό σου εαυτό;
-Η αγάπη! Η εμπιστοσύνη, η αξιοπρέπεια, η εντιμότητα, το ήθος, η συνέπεια, η ευγένεια, τα τραγούδια που αγαπώ.
-Αγαπιέσαι εύκολα;
-Ναι. Νομίζω, ναι. Άλλωστε, αυτός είναι ο στόχος μου. Αυτό είναι το ζητούμενό μου: το να μ’ αγαπάς! Όχι άμεσα, αλλά αυτό επιζητώ.
-Εσύ αγαπάς εύκολα;
-Βέβαια! Ακόμη και τώρα, μετά από μισό αιώνα, σκέφτομαι μερικές φορές από καρδιάς για πολλούς ανθρώπους που συναντώ: «αχ, πόσο θα ‘θελα αυτό τον άνθρωπο να τον έχω φίλο!».
-Πάντα λειτουργούσε καλά το ένστικτό σου;
-Ναι, πολύ καλά. Και πάντα χωρίς να ξέρω πού οφείλεται αυτό. Αλλά ήμουν ανυπάκουη, δεν του έδινα την πρέπουσα σημασία. Ήθελα να έχει άδικο πάντα. Ήθελα οι άλλοι να ‘χουν δίκιο. Δεν το σεβάστηκα. Αλλά, ευτυχώς, χάρη σ’ αυτή την ξεροκεφαλιά μου, τις ψευδαισθήσεις μου και τις αυταπάτες μου, βρήκα και θησαυρούς. Τώρα νομίζω ότι έχει αποκατασταθεί πολύ η σχέση μας και με το ένστικτο -κι ας έχει άδικο- και με την διαίσθηση μου που την είχα κλειδωμένη στο υπόγειο. Κάλλιο αργά πάρα ποτέ. 

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΠΑΠΑΚΑΛΙΑΤΗΣ: "ΕΧΘΡΟΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΕΙΝΑΙ Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ"



Με τη νέα του ταινία «Ένας άλλος κόσμος» ο έλληνας σκηνοθέτης, σεναριογράφος και ηθοποιός -μα, κυρίως σταρ- αναμετριέται σκληρά με τον καλύτερό του εαυτό, την τέχνη του και τις πιο δημιουργικές του στιγμές.

-Ένας άλλος κόσμος… Τι είναι αυτός ο κόσμος; Γιατί «άλλος»;
-Καταρχήν, γιατί ο κόσμος γύρω μας αλλάζει, κι ίσως πάντα να συνέβαινε αυτό, όμως πια, τα γεγονότα είναι τόσο ακραία, που δεν γίνεται να μην παρατηρήσουμε αυτή την αλλαγή. Κατά δεύτερον, πιστεύω πως όταν οι άνθρωποι ερωτεύονται, είναι σα να ζουν σε έναν άλλο κόσμο, όπου όλα είναι εφικτά. Κατά τρίτον, οι ήρωες της ιστορίας είναι από διαφορετικές χώρες, διαφορετικούς κόσμους. Ήθελα για την ταινία έναν τίτλο που να περιλαμβάνει όλα όσα συμβαίνουν σε αυτήν, αλλά παράλληλα να έχει και μια δεύτερη ανάγνωση. 
-Από πότε σκεφτόσουν αυτή την ταινία; Λίγο μετά αφού τελείωσε το «Αν…» ή έδωσες ένα χρονικό περιθώριο στον εαυτό σου για να αποφορτιστεί καταρχήν απ’ αυτό;
-Την είχα σαν μια γενικότερη ιδέα στο μυαλό μου από τότε που τελείωνε το «Αν..», όμως πήρε πολύ καιρό, αρκετές αλλαγές και μεταποιήσεις, μέχρι να ολοκληρωθεί στο χαρτί. Γενικά, το συγκεκριμένο σενάριο πέρασε από πολλά στάδια έως ότου πάρει μια τελική μορφή.
-Πολλοί μίλησαν για ένα άνοιγμά σου και στη διεθνή αγορά με αυτή την ταινία, ίσως και λόγω του cast των ηθοποιών…
-Όταν φτιάχνεις μια ταινία, ποτέ δεν ξέρεις πραγματικά ποιο θα είναι το μέλλον της. Προσωπικά, ήθελα να γράψω μια ιστορία που να εξελίσσεται στη χώρα μου, μια ιστορία ερωτική ανάμεσα σε Έλληνες και ξένους πολίτες, με φόντο την πραγματικότητα που λίγο-πολύ, κατά κάποιον τρόπο, όλοι βιώνουμε. Είναι η θεματολογία της ταινίας τέτοια, που δεν θα μπορούσε να μην είναι μεικτό το cast. Το αν αυτή η ιδιαιτερότητα της ιστορίας αποτελέσει και όχημα ώστε να έχει μια μεγαλύτερη απήχηση και εκτός συνόρων, είναι κάτι που δεν προγραμματίζεται, ούτε ελέγχεται. 
-Υπάρχει αυτή η προοπτική; Είναι κάτι που σε ενδιαφέρει μελλοντικά; 
-Κάθε δημιουργός θέλει το καλύτερο για το έργο του. Έτσι κι εγώ. Αυτή η ταινία είναι μια δουλειά, στην οποία δύο χρόνια τώρα, πάρα πολλοί άνθρωποι έχουμε επενδύσει και κοπιάσει. 
-Ποιες ήταν οι δυσκολίες που αντιμετώπισες ως Έλληνας δημιουργός, μέχρι να καταφέρεις να εξασφαλίσεις την συμμετοχή του J.Κ. Simmons, ενός οσκαρικού ηθοποιού, στη νέα σου ταινία; Και, γιατί το επιδίωξες;
-Δεν υπήρχαν τόσες δυσκολίες όσες φαντάζεσαι. Ήταν μια καταπληκτική συνεργασία, πολύ βατή. Περισσότερη αγωνία είχα πριν συναντηθούμε, για το ποιος ηθοποιός θα παίξει αυτόν τον ρόλο, παρά όταν τελικά δουλέψαμε μαζί. Η αγωνία υπήρχε, λόγω του ότι έπρεπε να είναι ξένος ο ηθοποιός, μοιραία λοιπόν, αυτό ανέβαζε τον βαθμό δυσκολίας σε όποια πρόσβαση μπορεί να είχα σε ξένους ηθοποιούς. Όμως, ευτυχώς, είχα εξαιρετικούς συνεργάτες από πλευράς παραγωγής στο εξωτερικό, γεγονός που συνέβαλε καταλυτικά. 

24.1.16

ΙΒΑΝ ΣΒΙΤΑΙΛΟ: "ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΟΥΤΕ ΕΛΛΗΝΑΣ, ΟΥΤΕ ΡΩΣΟΣ. ΕΙΜΑΙ ΚΑΤΙ ΤΟ ΕΝΔΙΑΜΕΣΟ"



Ο χορευτής και ηθοποιός ήταν πάντα βέβαιος πως μία τυχαία στιγμή θα μπορούσε να του αλλάξει απότομα στόχους, όνειρα, τρόπο σκέψης, αναφορές, χώρα και ήπειρο.

Ο πρώτος ήρωας του Ιβάν Σβιτάιλο, παιδάκι ακόμη στην Κριμαία, ήταν ο Ηρακλής. Θαύμαζε τους άθλους του, αναρωτιόταν συνεχώς πώς μπορούσε να είναι τόσο ρωμαλέος και ζητούσε από την μητέρα του να του εξηγήσει αν θα μπορούσε κάποτε και εκείνος να αποκτήσει τη δύναμή του. Αντίθετα, ο Ιβάν ο τρομερός, ο πρώτος τσάρος του Βασιλείου της Ρωσίας απ’ τον οποίο πήρε το όνομά του, θυμάται πως ποτέ δεν του έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. Στο σχολείο του αργότερα, στο Γ’ Γυμνάσιο Ζωγράφου, όταν πλέον είχε εγκατασταθεί στην Αθήνα μαζί με τη μητέρα του «για μια καλύτερη ζωή» η δασκάλα του τον φώναζε «Γιάννη», λέγοντάς του πως αυτή είναι η απόδοση του ονόματός του στα ελληνικά και κάνοντάς του έναν παραλληλισμό με κάποιο παρόμοιο βυζαντινό όνομα, παρόλο που στην ελληνική ταυτότητα που πήρε αργότερα έγραφε μόνο «Ιβάν». Το δέχτηκε. Για να αισθάνεται κάπως ίσος με τους έλληνες συμμαθητές του. Αντίστοιχα, οι παιδικοί του φίλοι στην Κριμαία, τον έλεγαν «έλληνα» και σύγκριναν τη ζωή του με εκείνην των αρχαίων θεών που είχαν υπερφυσικές δυνατότητες, πιστεύοντας πως και εκείνος θα διέθετε κάποια από αυτές στο dna του, κάτι που τον έκανε ιδιαίτερα δημοφιλή.
Το μόνο βέβαιο είναι πως ο Ιβάν ζούσε για πολλά χρόνια με ένα εσωτερικό διχασμό, χωρίς να γνωρίζει τι θα έπρεπε να κάνει ώστε να αλλάξει την αντιμετώπιση των ανθρώπων απέναντί του και να αισθανθεί κάπου «πατρίδα»: Ρώσος στην Ελλάδα, έλληνας στην Ουκρανία. «Η μητέρα μου μού έλεγε πάντα “κι εδώ ξένοι είμαστε κι εκεί ξένοι είμαστε”. Αυτό που μου ανέφερε τότε, το νιώθω κι εγώ τώρα. Κατανοώ πως μέσα μου υπάρχει πολύ έντονο το ρωσικό κομμάτι, αν σκεφτείς ότι ζούσαμε στην Κριμαία μέχρι τα 10 μου χρόνια, τότε που ήρθαμε να μείνουμε μόνιμα στην Αθήνα, αλλά η Ελλάδα είναι σα να βρίσκεται μέσα στο αίμα μου προτού ακόμη γεννηθώ. Οι γύρω μου μπορεί να με αντιμετωπίζουν διαφορετικά λόγω παρουσιαστικού, αν και πάντα προσπαθούσα να προσαρμόζομαι στα καινούργια δεδομένα. Θυμάμαι, για παράδειγμα, ότι τα παιδιά στο σχολείο στην αρχή με μπέρδευαν με μετανάστες από άλλες χώρες αλλά, όταν πια ήρθαμε κοντά και παίζαμε μαζί, έγινα για εκείνους απλά ο “Ιβάν”, ένας φίλος τους όπως ήταν ο Κώστας, ο Μιχάλης ή ο Παύλος. Δεν ντρέπομαι που είμαι Ρώσος! Ούτε για το γεγονός ότι γεννήθηκα σε μία άλλη χώρα και διαμένω τώρα σε μια άλλη. Άλλωστε, δεν είναι κακό να είσαι ξένος. Η ζωή η ίδια σε κάνει να ξεχωρίζεις. Και δεν θεωρώ πως υπάρχει λόγος να “σκοτώνεις” ένα κομμάτι σου για να μπορείς να νιώθεις ασφαλής μέσα σε ένα άλλο. Η προσωπικότητά μου, λοιπόν, είναι μοιρασμένη σε δύο χώρες κι εγώ θα ήθελα να ανακαλύψω και τα δύο μου κομμάτια. Στην τελική, δεν είμαι ούτε έλληνας ούτε ρώσος. Είμαι κάτι το ενδιάμεσο, αν και το ελληνικό μου κομμάτι είναι περισσότερο ανεπτυγμένο από το ρωσικό, αφού αισθάνομαι περισσότερο οικεία με τους έλληνες – στην νοοτροπία, στον κώδικα επικοινωνίας, στον μεσογειακό τρόπο σκέψης. Έτσι ζω».

25.7.15

ΝΑΣΟΣ ΠΑΠΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ: Ο ROCKY ΤΟΥ "ROCKY HORROR SHOW"

Ο 28χρονος Νάσος Παπαργυρόπουλος, θα μπορούσε σήμερα να ανήκει στη νέα γενιά επιτυχημένων επιχειρηματιών. Ωστόσο, επέλεξε την τέχνη, τις επιθυμίες και τα όνειρά του, πρωταγωνιστώντας στο «Rocky Horror Show» που θα ανέβει τις επόμενες μέρες στο «Rex».  
Στο «Rocky Horror Show» που σκηνοθετεί, χορογραφεί και σκηνογραφεί ο -πολυπράγμων- Κωνσταντίνος Ρήγος και θα κάνει πρεμιέρα στις 17 Οκτωβρίου στο «Rex» της οδού Πανεπιστημίου, ο Νάσος υποδύεται έναν από τους πρωταγωνιστές της παράστασης, τον Rocky, τον άντρα εκείνο που «δημιουργείται» μέσα σε ένα εργαστήριο ώστε να καταλήξει στον ιδανικό άνθρωπο-τουλάχιστον εξωτερικά. «Όταν μου έγινε η συγκεκριμένη πρόταση ενθουσιάστηκα! Είναι ίσως από τις πιο εμβληματικές παραστάσεις στην παγκόσμια ιστορία των μιούζικαλ. Και μόνο από το γεγονός ότι όλο αυτό δημιουργείται από τον Κωνσταντίνο Ρήγο, την εξυπνάδα και το ταλέντο του, ήταν η ασφάλειά μου για το τελικό αποτέλεσμα», μου λέει παραγγέλνοντας ένα εσπρέσσο φρέντο σκέτο στο café δίπλα από το «Rex» όπου συναντηθήκαμε, λίγο πριν από την απογευματινή του πρόβα. «Εκείνη την περίοδο ασχολιόμουν ήδη με τις οικογενειακές επιχειρήσεις που δημιούργησε ο πατέρας μου, Αργύρης Παπαργυρόπουλος, αλλά αισθανόμουν ότι μου έλειπε η τέχνη, η μεγάλη αγάπη και το πάθος μου από παιδί. Όλα, λοιπόν, έγιναν την κατάλληλη στιγμή! Με ένα μαγικό τρόπο και εντελώς απροσδόκητο. Εξάλλου, ο ρόλος του Rocky απαιτούσε αυτός που θα τον υποδυόταν να είναι γυμνασμένος, να έχει αθλητικό φυζίκ, οπότε η συγκυρία έμοιαζε μοναδική. Για να καταλάβεις, προκειμένου να έχουμε το ιδανικό αποτέλεσμα, τον τελευταίο καιρό έχω εξαντληθεί και στη γυμναστική, παράλληλα με τις πρόβες», καταλήγει γελώντας.

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ: "ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΚΑΙ ΠΟΛΥ ΣΤΑ ΚΑΛΑ ΜΟΥ"

Ο πρωταγωνιστής του «Μπρούσκο» έχει πλέον αλλάξει, δεν έχει σχέση με το φοβισμένο αγόρι του παρελθόντος, και δείχνει να έχει εξοικειωθεί πια με την προσωπικότητά του, τον εαυτό του, την εικόνα του και τις πραγματικές του επιθυμίες.
Βρίσκεται στη Λευκωσία, μόλις έχει τελειώσει από άλλο ένα δωδεκάωρο γύρισμα για τα νέα επεισόδια του «Μπρούσκο», ξαπλώνει στον καναπέ του σπιτιού που νοικιάζει, ανάβει τσιγάρο και ξεκινά να μου μιλάει για το νέο του τραγούδι «40 βαθμούς κελσίου», σε μουσική και στίχους Ανδρέα Λάμπρου. «Το video clip, σε σκηνοθεσία Ανδρέα Γεωργίου, θα γυριζόταν στην Αγία Νάπα της Κύπρου, σε ένα κρουαζιερόπλοιο, “καθώς πρέπει”. Εγώ όμως, ως τεκιλόβιος, άρχισα λίγο πριν να κερνάω την παρέα τεκίλες και αποφασίσαμε τελικά να κάνουμε το clip στο σπίτι όπου βρισκόμασταν, μία κατάσταση τύπου γκροτέσκ με άποψη».
-Πως καταφέρνεις τόσο εύκολα να παρασέρνεις τους ανθρώπους γύρω σου;
-Δεν ξέρω. Συμβαίνει. Απλά έχω τη διάθεση, μου βγαίνει και ο κόσμος γύρω μου «τσιμπάει». Δεν ξέρω αν τους κάνω καλό ή όχι...
-Μ’ έχεις μπερδέψει πάντως. Είσαι ηθοποιός ή τραγουδιστής; Ή και λίγο μοντέλο;
-Όταν ασχολείσαι με την εικόνα, είτε ως σκηνοθέτης, είτε ως ηθοποιός, είτε ως παραγωγός, είτε ως παρουσιαστής, είναι μία δουλειά. Και από την μεριά μου, δεν μπορώ να κυνηγήσω τα καλούπια ούτε τις ταμπέλες. Ό,τι σπούδασα, έτσι όπως μου το έχωσαν στο κεφάλι κι’ έτσι όπως το έκανα στην Αμερική, με αυτό τον τρόπο μου βγαίνει. Και μ’ αρέσει! Με την μουσική ασχολήθηκα από πολύ μικρό παιδί, τη φωνή τη δούλευα και στη σχολή, σπούδασα σκηνοθεσία, μετά έκανα παραγωγή και όλο αυτό λειτουργεί σε μένα σαν κάτι το ενιαίο, σαν να δίνω εικόνα στον κόσμο. Και το κάνω επειδή έχω ανάγκη να το κάνω κι’ όχι επειδή απλά πρέπει να πάω να βγάλω το μεροκάματό μου. Έτσι ξεσπάω, έτσι έχω ισορροπία. Αλλιώς θα ήμουνα με χάπια, κλεισμένος σε ένα ψυχιατρείο.

31.8.14

ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΡΗΤΙΚΟΣ: ΤΟ "ΚΟΡΜΙ" ΔΙΠΛΑ ΣΤΟΝ ΣΕΦΕΡΛΗ



Ο καλογυμνασμένος ηθοποιός μετράει ήδη δεκάδες παιδικές παραστάσεις δικής του παραγωγής, ατελείωτη δουλειά, αγώνα δύο δεκαετιών. Μόνο τυχαίο δεν είναι, λοιπόν, που κάθε βράδυ παίζει μπροστά σε 1800 θεατές, στο κατάμεστο «Δελφινάριο», δίπλα στο ίνδαλμά του, Μάρκο Σεφερλή, πραγματοποιώντας «ένα όνειρο ζωής».
Τον Χειμώνα των είκοσί του χρόνων, ο Στέλιος θα τον θυμάται για πάντα. Σε ένα φιλικό του σπίτι, στον Πειραιά, αποφάσισε με την παρότρυνση των φίλων του που «κάτι έβλεπαν σ’ αυτόν», να υποδυθεί τον κλόουν για να ευχαριστήσει τα παιδάκια που είχαν μαζευτεί εκεί. «Η μέρα εκείνη, ασυναίσθητα, άλλαξε ολόκληρη τη ζωή μου. Ενθουσιάστηκα!», ξεκινά να μου αφηγείται. «Όσο κι αν είχαν χαρεί εκείνο το βράδυ τα παιδάκια, το διπλάσιο είχα ευχαριστηθεί εγώ! Θυμάμαι ότι είχαν περάσει 3 ώρες κι’ εγώ συνέχιζα να είμαι μέσα σε ένα δωμάτιο μαζί με τα παιδιά-να λέμε παραμύθια, να τους κάνω αυτοσχεδιασμούς, να υποδύομαι ήρωες παιδικών παραμυθιών, να παίζουμε. Αναρωτιόμουν στο τέλος πώς είχε περάσει η ώρα!», θυμάται. Λόγω της πρώην συζύγου του, αφού εκείνη εργαζόταν ήδη ως ηθοποιός, ο Στέλιος μπήκε νωρίς μέσα στο θεατρικό κλίμα: ξεκίνησε να ασχολείται με τις παραστάσεις, «κρατούσε τα λόγια» παιδικών ηρώων-του Αλαντίν, του Κάπτεν Χουκ ή του Καραγκιόζη-, έδινε ιδέες, βοηθούσε ακόμη και στα σκηνικά ή στα ενδυματολογικά όπου χρειάζονταν. «Ακόμη και το να μιμούμαι τους ηθοποιούς που έκαναν τους άλλους ρόλους, στο δικό μου μυαλό έμοιαζε να είναι κάτι πολύ μαγικό. Σπούδασα στη συνέχεια σε θεατρική σχολή, ενώ παράλληλα είχα και το ποδόσφαιρο-γιατί αυτή ήταν η κύριά μου δουλειά για πολλά χρόνια. Κουράστηκα πολύ, για πολλά χρόνια. Ξέρεις, κάποιοι ηθοποιοί κάνουν, στην αρχή της πορείας τους, παιδικό θέατρο, για να οδηγηθούν αργότερα σε ένα άλλο είδος θεάτρου. Ίσως ενδόμυχα να το υποτιμούν κιόλας. Εγώ, όμως, αγαπώ τόσο πολύ τα παιδιά και αυτό το είδος θεάτρου, επένδυσα σ’ αυτό, μου έγινε τρόπος ζωής, και προσπαθώ κάθε μέρα να γίνομαι όλο και καλύτερος σ’ αυτό ώστε να οδηγηθώ, μέσα από αυτό, σε ακόμη καλύτερες παιδικές παρατάσεις. Γιατί, για μένα, το παιδικό δεν είναι “πάρεργο”, είναι η αιτία που με έκανε να γίνω ηθοποιός», μου εξηγεί. 

ΤΖΟΥΣ ΕΥΕΙΔΗ: "ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ, ΒΡΗΚΑ ΤΗ ΧΑΡΑ!"



Η πιο φωτεινή πλευρά της Τζόυς, έχει κέντρο της και αιτία ένα βαρύ, πνιγηρό σκοτάδι, που προϋπάρχει πάντα της χαράς. Δεν πήγε σε κάποιο ψυχολόγο για να το «διαχειριστεί», δεν διάβασε ποτέ βιβλία αυτοβοήθειας ή αυτογνωσίας για να το αναγνωρίσει, ούτε άναψε κεριά στην εκκλησία που βρίσκεται κοντά στο σπίτι της, στη Νέα Σμύρνη, την Αγία Παρασκευή, ώστε να καταφέρει να «σωθεί». Συνήθως, το παγόβουνο της λύπης της, όσο έχει από πάνω, διπλάσιο όγκο κρύβει κι’ από κάτω του-και η Τζόυς μπορούσε να πάει πολύ βαθιά μέσα σ’ αυτό. Αυτό δεν το ήξερε παλιά. Το έμαθε. The hard way. «Η δουλειά έχει λειτουργήσει σαν ψυχοθεραπεία για μένα, με έχει σώσει από πολύ δύσκολες καταστάσεις, αυτή με έβγαζε πάντα από το προσωπικό μου λούκι. Όταν φέρεις ένα οποιοδήποτε είδους πένθος μέσα σου για κάτι που τελείωσε-είτε είναι ανθρώπινη ζωή, είτε σχέση, είτε προσωπικά και οικονομικά προβλήματα-, πάντα έρχεται ένα σκοτάδι που σε σκεπάζει. Πιστεύω, όμως, ότι οφείλεις να δώσεις χώρο και χρόνο σε κάθε είδους πένθος, ώστε να μην το πιέσεις παραπάνω απ’ όσο πρέπει, να το αφήσεις να εκδηλωθεί. Κάποια στιγμή, αναγκαστικά, θα πας προς τα πάνω-όταν δεν θα υπάρχει άλλο πιο κάτω. Και εγώ πια δεν έχω άλλη εναλλακτική».
Από τη μέρα που έχασε τους γονείς της, η Τζόυς απώλεσε και κάθε σημείο αναφοράς της, κάθε ίχνος DNA που αναγνώριζε και ως δικό της. Ένιωσε ότι απλά φύτρωσε. Και παραδέχεται στο «thema people», πως τα μεγαλύτερα διαστήματα δυσκολίας τα έζησε όταν χρειάστηκε να γίνει πια η ίδια ο ενήλικας της ζωής της, να μεγαλώσει απότομα το παιδί που χάιδευαν εκείνοι, όσο ζούσαν. «Είμαι πια ένα πεντάρφανο πλάσμα, που δεν θα με φροντίσει κανένας αν δεν φροντίσω πρώτα εγώ η ίδια τον εαυτό μου», μου εξηγεί αφοπλιστικά. «Είτε χάσεις τους γονείς σου στην ηλικία των 10, είτε στην ηλικία των 40, ο πόνος είναι ίδιος-μόνο η διαχείρισή του διαφέρει. Αυτή, όμως, είναι ταυτόχρονα και η καλύτερη κινητήριος δύναμη! Και, ξέρεις, αν και ήμουν μοναχοπαίδι, υπήρξα ένα παιδί που μεγάλωσε πολύ αυστηρά και με κριτική από τους γύρω του. Δεν με έπαιρνε ποτέ να κάνω, για παράδειγμα, τη χαριτωμένη στη μαμά μου, μου αρκούσε μία άγρια ματιά της για να μαζευτώ επί τόπου. Γι’ αυτό και δεν είχα περιθώριο να την ψωνίσω ποτέ και για τίποτα. Πόσο μάλλον για τις όποιες “τηλεοπτικές μου επιτυχίες”. Η μάνα μου ήταν-καλοπροαίρετα-πολύ αυστηρή μαζί μου, ακόμη και όταν δούλευα ως ιδιαίτερα σε πολυεθνική», καταλήγει.

ΖΕΤΑ ΜΑΚΡΥΠΟΥΛΙΑ: "ΚΑΤΑ ΒΑΘΟΣ ΕΙΜΑΙ ΜΟΝΑΧΙΚΗ"



Μιλάμε λίγο μετά το τέλος άλλης μίας μέρα γυρισμάτων της καινούργιας ταινίας του Νίκου Ζαπατίνα, «Τα καλά καθούμενα», στην οποία πρωταγωνιστούν, μαζί με τη Ζέτα, η Ελισάβετ Κωνσταντινίδου, ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος, η Άννα Μαρία Παπαχαραλάμπους, η Τζόυς Ευείδη, ο Γιάννης Ζουγανέλης και αρκετοί άλλοι. Το κατανοώ πως είναι πολύ κουρασμένη-ειδικά αν σκεφτεί κανείς πως μόλις έχει τελειώσει και ο κύκλος του «Just The 2 Of Us», που παρουσίαζε στο Mega. Κοιτάει λίγο τον καλό καιρό, έξω από το παράθυρο του σπιτιού της, και ξεκινάμε να μιλάμε.   
-Πότε καταφέρνεις να ξεκουράζεσαι; 
-Αυτό το διάστημα δεν μπορώ να πω ότι ξεκουράζομαι πολύ, αλλά η αλήθεια είναι ότι, τα τελευταία δύο με τρία χρόνια, έχω διαμορφώσει με τέτοιο τρόπο τη ζωή μου που έχω καταφέρει-με πολύ κόπο, βέβαια-να έχω και κάποια διαστήματα που να τα αφιερώνω στον εαυτό μου.  
-Στο στάδιο που είσαι τα τελευταία χρόνια, σου έτυχε ποτέ να μην έχεις προτάσεις για δουλειά;
-Τα τελευταία χρόνια, ευτυχώς, όχι, δεν έχει τύχει. Αλλά, έχω περάσει αρκετά χρόνια στη διάρκεια των οποίων δεν ήξερα αν θα έχω δουλειά κάθε χρόνο. Και μπορεί και να υπήρχε και χρόνος που να κάθομαι.
-Τώρα νιώθεις πιο σίγουρη και λόγω «ονόματος»;
-Σίγουρη σε αυτή τη δουλειά δεν νομίζω ότι μπορείς να νιώθεις ποτέ. Αλλά, ευτυχώς, τα τελευταία χρόνια, η μία δουλειά φέρνει την άλλη, και είναι σαν να έχει μία συνέχεια το πράγμα. Έκανα το μιούζικαλ πέρσι, μου άρεσε πάρα πολύ και ήταν σαν να το κίνησα στο να ξανακάνω μιούζικαλ και του χρόνου.
-Περιμένεις με ανυπομονησία αυτή τη συνεργασία που θα έχεις του χρόνου με τον Γιώργο Κιμούλη; 
-Με μεγάλη ανυπομονησία! Πραγματικά! Ο Γιώργος Κιμούλης είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο στο θέατρο και θα ήθελα πολύ στο δικό μου βιογραφικό και στη δική μου «βαλίτσα» να έχω μία συνεργασία μαζί του. 
-Γενικότερα, θεωρείς ότι είσαι παρεξηγημένη, Ζέτα;
-Θεωρώ ότι έχω περάσει διάφορα στάδια. Αλλά αυτό έχει να κάνει με το τι δουλειά κάνει ο καθένας, τι στόχο έχει και γιατί κάποιος αποφασίζει να βγάλει ένα προφίλ κάποιου ανθρώπου που δεν υπάρχει αλλά εκείνος έχει συμφέρον να το βγάλει. Έχω περάσει και καλύτερες φάσεις και χειρότερες, αλλά σίγουρα έχουν γραφτεί και για μένα πράγματα, μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια, τα οποία δεν ισχύουν. 
-Στις χειρότερες σου φάσεις πως είσαι;
-Γενικότερα, διακατέχομαι από μία υπομονή, που κάποιες φορές ίσως να είναι και περιττή. Αλλά δεν νομίζω ότι μου έχει βγει σε κακό αυτό τελικά. Μπορεί να έχω χάσει χρόνο κάποιες φορές και, αν ο χαρακτήρας μου ήταν λίγο διαφορετικός ή αν ήμουν όπως τώρα, να κέρδιζα λίγο περισσότερο χρόνο-αλλά δεν είναι και ωραίο να ζεις με τα «αν». Κάθε φορά μαθαίνεις, και κάθε επόμενη συμπεριφέρεσαι αλλιώς, αρκεί να έχεις καταλάβει από αυτό που ήδη έχεις μάθει.

30.8.14

ΑΝΘΙΜΟΣ ΑΝΑΝΙΑΔΗΣ: "ΕΙΜΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ ΣΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ"



Ο 28χρονος πια Anthem Moss (όπως είναι πλέον το όνομά του στην Αμερική), που οι περισσότεροι τον θυμούνται από την μεγάλη του επιτυχία στη «Μαρία την άσχημη» του 2007, ζει τα τελευταία 5 σχεδόν χρόνια μεταξύ Νέας Υόρκης και Los Angeles. 
Θυμάμαι την πρώτη φορά που τον είχα συναντήσει-ημίγυμνος ήταν, φορώντας ένα σκισμένο blue τζιν-, κατά τη διάρκεια κάποιων λήψεων μπροστά από ένα συνεργείο αυτοκινήτων, να φωτογραφίζεται για τις ανάγκες του promo της ταινίας «straight story» του Βλαδίμηρου Κυριακίδη και της Έφης Μουρίκη, όπου θα πρωταγωνιστούσε-πριν από την «Μαρία την άσχημη», πριν από την έκρηξη αναγνωρισμότητας που θα είχε στην εξέλιξή του ως ηθοποιός. Ήταν μόλις 21 ετών. Και σχεδόν τον είχα ερωτευτεί κεραυνοβόλα. Όπως συνέβαινε περίπου με όλους όσους συναντούσαν τον Άνθιμο για πρώτη φορά-είτε ήταν straight είτε gay. Δεν ήταν ότι έμοιαζε «θεός», αλλά είχε μία περίεργη οικειότητα και αύρα με τους γύρω του που μαγνήτιζε επάνω του ακόμη και τα πιο αδιάφορα βλέμματα. Αστραπιαία.  Χαρακτηριστικό, μάλλον, δείγμα των γεννημένων stars, των αποφασισμένων να πετύχουν στα όνειρά τους. Μαζί είχαμε κάνει τότε την πρώτη του μεγάλη συνέντευξη. Για το «Down Town». «Γούρι σου πήγε», του είπα κατά τη διάρκεια του πρωινού τηλεφωνήματος μας Αθήνα-Los Angeles, την προηγούμενη Πέμπτη. Γέλασε δυνατά, από την δυτική πλευρά του ατλαντικού όπου βρισκόταν, και ξεκίνησε να μου αφηγείται τα νέα του καθώς σκουπιζόταν, αφού μόλις είχε βγει από το μπάνιο και έσταζε νερά. Τον περίμενα δυο τρία λεπτά στο ακουστικό, μέχρι να τελειώσει, να βάλει ένα μπουρνούζι και να καθίσει αναπαυτικά στην πολυθρόνα του σπιτιού του, περιμένοντας τις ερωτήσεις μου. Αλλά, την πρώτη εικόνα της συνέντευξής μας, μόλις μου την είχε ήδη δώσει αυθόρμητα.  
-Πως είναι η ζωή σου στην Αμερική, τα τελευταία 5 χρόνια που ζεις εκεί;
-Είναι όλα διαφορετικά εδώ, σε σχέση με όσα ζούσα στην Ελλάδα. Είχα έρθει από ένα μέρος όπου είχα την οικογένειά μου, τους φίλους μου, τη δουλειά μου, σε μία χώρα η οποία δεν είχε καμία αναφορά με μένα. Στην αρχή ένιωθα απομονωμένος. Όμως μετά κατάλαβα πως έπρεπε να δημιουργήσω έναν καινούργιο Άνθιμο, να ξαναγεννηθώ, να με ξαναφτιάξω. Τα πρώτα χρόνια έκανα μεγάλη προσπάθεια: στο να μάθω καταρχήν τη γλώσσα-γιατί είχα έρθει στην Αμερική, χωρίς να ξέρω αγγλικά-, να δικτυωθώ, να γνωρίσω ανθρώπους, να πάρω τις πρώτες μου δουλειές. Κάθε μέρα στην Αμερική κρύβει πια και μία έκπληξη για μένα. Κι είμαι πολύ καλά σήμερα! Νιώθω ότι, μετά από 14 ταινίες που έχω κάνει-δύο από τις οποίες έχουν βραβευτεί σε φεστιβάλ-, κάτι έχω καταφέρει και μάλλον είμαι στο σωστό δρόμο. Έχω κάνει και επιτυχίες και αποτυχίες όλα αυτά τα χρόνια και σίγουρα έχω και κάποια μεγάλα projects στο μυαλό μου για την επόμενη χρονιά, που δεν αφορούν μόνο στην ηθοποιία, αλλά και στη σκηνοθεσία ή στη συγγραφή σεναρίων. Παράλληλα, όλο αυτό τον καιρό, έκανα και κάποια διαφημιστικά-μεταξύ αυτών, στη Levis ήμουν το κεντρικό πρόσωπο της καμπάνιας, ενώ σε λίγο καιρό θα βγει το διαφημιστικό της adidas, όπου συμμετέχω. Είναι βαριά κουβέντα αλλά, ναι, είμαι πραγματικά ευτυχισμένος στην Αμερική.

1.6.14

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ: "ΜΕ ΙΣΟΡΡΟΠΕΙ Η ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ"



Κανονικά ο Ανδρέας δεν θα ήθελε ποτέ να δώσει αυτή τη συνέντευξη, δεν καταλαβαίνει γιατί πρέπει να γνωρίζουν οι άλλοι (οι θεατές της «Ψυχραιμίας», του Νίκου Περάκη) τις σκέψεις του, το παρελθόν του, τη ζωή του, όλα όσα απασχολούν το μυαλό των 25 του χρόνων. Θύμωσε με την ακραία μου απάντηση στην Αιόλου που βρεθήκαμε, γούρλωσε τα μάτια, αλλά-ευτυχώς-μετά γέλασε, κατάλαβε ότι όλα γίνονται χάριν δημοσιογραφικού ενδιαφέροντος: «Επειδή αυτή τη στιγμή είσαι ένα προϊόν, Ανδρέα, και πρέπει να πουλήσεις». Όχι, ο Ανδρέας δεν θα έλεγε ποτέ κάτι τέτοιο, δεν σκέφτεται έτσι, δεν μεγαλώνει με αυτό τον τρόπο. Ούτε τον αναγνωρίζουν στο δρόμο όπως τον ρώτησαν πρόσφατα από κάποιο life style περιοδικό στο οποίο μίλησε, ούτε του κάνουν κομπλιμέντα για το ρόλο του στην ταινία, ούτε ούρλιαξαν τα κοριτσάκια στην avant premiere της «Ψυχραιμίας» στην οποία (αναγκαστικά, φαντάζομαι) έπρεπε να πάει, παρόλο που αισθανόταν τρομερά άβολα με όλες αυτές τις κάμερες μαζεμένες εκεί και τα μικρόφωνα παρατεταμένα για δηλώσεις. Ο Ανδρέας δεν έχει καμία σχέση με όλα αυτά που του έτυχαν τον τελευταίο μήνα (ούτε και θέλει να έχει). Μένει σε ένα διαμέρισμα στα Εξάρχεια με δύο συγκατοίκους-κολλητούς του (για παρέα και για να μοιράζονται τα έξοδα), πηγαίνει από πολύ νωρίς το πρωί μέχρι αργά το βράδυ στη σχολή του Εθνικού θεάτρου στην οποία είναι δευτεροετής φοιτητής (κατάφερε και πέρασε με την πρώτη σ αυτήν ανάμεσα στους 500 περίπου υποψηφίους που δίνουν εξετάσεις κάθε χρόνο, την πιο «δύσκολη» σχολή φοίτησης θεάτρου στην Ελλάδα), βγαίνει τα σαββατοκύριακα με τη φίλη του για βόλτες, για θέατρο ή σινεμά, ακούει στο σπίτι τη μουσική που αγαπά (ξένη κυρίως και rock, ποτέ τα τελευταία ελληνικά σουξέ), ενώ αρκετές φορές εργάζεται τις Κυριακές ή τα Σάββατα για να βγάζει κάποια επιπλέον χρήματα. Για παράδειγμα, την προηγούμενη Κυριακή θα ανέβαινε επάνω σε ξυλοπόδαρα, θα μεταμφιεζόταν, θα ισορροπούσε (με ευκολία, μετά από τόση εμπειρία) επάνω σε αυτά, θα γινόταν από δίμετρος ένας τρίμετρος άντρας και έτσι θα ψυχαγωγούσε τα παιδάκια που θα έρχονταν με τους γονείς τους εκεί όπου θα εμφανιζόταν για να τον παρακολουθήσουν. Με αυτά τα ξυλοπόδαρα ήρθε και στη συνάντηση μας, σε ένα café κοντά στην Ομόνοια-λίγα μέτρα απ τη σχολή του-μετά το τελευταίο του μάθημα. Τον κοίταξαν περίεργα οι θαμώνες με αυτά τα παράξενα ξύλινα δοκάρια που κουβαλούσε στους ώμους, αλλά δεν τον ένοιαζε.

20.3.14

ΧΡΗΣΤΟΣ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ: "ΔΕΝ ΠΟΥΛΑΩ ΤΟ ΣΩΜΑ ΜΟΥ ΓΙΑ ΝΑ ΑΝΕΒΩ"




«Σε λίγες ώρες έχει πρεμιέρα ο δεύτερος κύκλος του “Banshee”», μου λέει από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής-μεσημέρι Σαββάτου στην Αθήνα, 3 η ώρα το πρωί στο Los Angeles. «Ο Greg Yaitanes, μου είπε, λοιπόν, σήμερα “έλα στο σπίτι να σου δώσω κάτι”. Ήταν μία τιμητική πλακέτα από τα Emmy Awards, η οποία δίδεται σε εκείνους που βοήθησαν αυτούς που βραβεύτηκαν-και αυτό μου δόθηκε χάρις σ’ αυτούς που έκαναν τα special effects της σειράς. Κι είναι πολύ σημαντικό, ξέρεις, να σε αναγνωρίζει ο κόσμος στο εξωτερικό και να σε εκτιμά για την συνεισφορά σου». 
-Κολακεύτηκες όταν κάποιοι, παρακολουθώντας σε στην ταινία «Pleasure or pain» σε χαρακτήρισαν, χάρις κυρίως στις ερωτικές της σκηνές, «το μεγάλο ελληνικό πουλί»;
-Αυτός είναι ένας χαρακτηρισμός που βγήκε από τα ελληνικά media. Κι είναι και λίγο χυδαίο, έτσι όπως το γράφουν-λίγο φτηνό. Αυτό με απωθεί. Με κάνει να αναρωτιέμαι «αυτή είναι η Ελλάδα του 2014;». Άλλο η προσωπική ζωή κι άλλο η δουλειά. 
-Δεν μπορείς να τον πεις, όμως, και «υποτιμητικό» τον χαρακτηρισμό. Αφήνει υπονοούμενα για φυσικά προσόντα…
-(γελάει) Αυτόν τον χαρακτηρισμό ας τον πούνε οι γυναίκες για την προσωπική μου ζωή, δεν θέλω όμως να λένε κάτι τέτοιο για τη δουλειά μου. Και να σκεφτείς ότι οι περισσότεροι γράφουν για μένα, χωρίς να έχουν δει ούτε τη σειρά ούτε την ταινία. Βλέπουν απλά το trailer με τις ερωτικές σκηνές και γράφουν ό,τι τους κατέβει.
-Πως γίνεται πάντως να είσαι στην τελετή βράβευσης των Emmy Awards για το «Banshee» και το προηγούμενο βράδυ να έχεις δουλέψει «πόρτα» σε μαγαζί στο L.A; Δεν είναι λίγο περίεργο αυτό; 
-Όχι, δεν είναι κουφό. Όλη η πόλη ζει και αναπνέει με αυτό τον τρόπο. Μεγάλοι ηθοποιοί, μέχρι να γίνουν πολύ γνωστοί, δουλεύουν ως σερβιτόροι. Μα, κι εγώ δούλεψα ως σερβιτόρος. Αλλά αυτό, στο Los Angeles, είναι μία πραγματικότητα. Κάνεις ένα σήριαλ, το τελειώνεις, και μετά, για 2-3 φορές την εβδομάδα, μπορεί να δουλεύεις σε ένα μπαρ και να σερβίρεις ποτά. Όσοι νομίζουν ότι ερχόμαστε στο LA, κάνουμε καμπάνιες, σειρές, ταινίες και βγάζουμε εκατομμύρια, κάνουν πολύ μεγάλο λάθος.
-Περνάς δύσκολα οικονομικά;
-Όχι. Ποτέ. Γιατί πάντα ήμουν ένα βήμα πριν ο λογαριασμός μου δείξει μηδέν. Είναι έτσι ο χαρακτήρας μου. Εξάλλου, η ζωή που κάνω συμπεριλαμβάνει οντισιόν, μελέτη, διάβασμα, δουλειά και ταξίδια-ταξιδεύω κάθε 30-40 μέρες σε όλο τον κόσμο. Οπότε είμαι «μαζεμένος», προσέχω, δεν έχω οικονομικά προβλήματα κι έχω φροντίσει να μην δυσκολεύομαι. Όταν, δηλαδή, κάνω ένα σήριαλ δεν κάθομαι να δω τι θα κάνω με την επόμενη δουλειά και, μέχρι να γίνει κάτι, να φάω τα λεφτά που έβγαλα. Δεν πάει έτσι. 

18.3.14

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΠΟΥΓΙΟΥΡΗΣ: "ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΕΡΩΤΕΥΤΗΚΑ ΠΟΛΥ ΔΥΝΑΤΑ"



Ομολογώ πως ξαφνιάστηκα όταν μου πρότεινε να δοκιμάσω το τσάι από κόκκινο βύσσινο που είχε παραγγείλει, από το δικό του φλιτζάνι. «Πιες! Έλα, μην ντρέπεσαι!». Δίστασα, μα δεν του το ‘δειξα. «Κι αν είχα σύφιλη; Καμιά αρρώστια κολλητική; Ιό μεταδοτικό του ποταμού Νείλου;», σκέφτηκα αστραπιαία. Μα, εκείνος, με την χαριτωμένη αφέλεια του ζωδιακού Σκορπιού, στο οποίο ανήκει, και κρατώντας το λευκό πορσελάνινο φλιτζάνι και με τα δύο του χέρια, σαν να είχε ήδη εισχωρήσει μέσα στους ιστούς του εγκεφάλου μου και «διαβάζοντας» την φευγαλέα σκέψη μου, μίλησε αμέσως, χαμογελώντας, προτάσσοντάς μου επιτακτικά τη μυρωδιά από το κόκκινο τσάι που ήδη κατάπινα από τα ρουθούνια μου, και κοιτώντας με: «μα, εσύ είσαι φίλος μου!». Αυτό δεν το λένε πολλοί αναγνωρίσιμοι άνθρωποι, του μεγέθους της διασημότητας που έχει ο Παναγιώτης, που-αν και με μαύρα γυαλιά, στην οδό Αθήνας-, κάποια κοριτσάκια (ουρλιάζοντας ενδόμυχα-αν και χωρίς να ακούγεται κιχ-που συνάντησαν τον επερχόμενο «Μαλτέζο» των «κλεμμένων ονείρων» τους) του ζήτησαν μία φωτογραφία, μια υπογραφή σε χαρτάκι, μια πόζα για το instagram, το facebook, το twitter τους (χώρια όσες απλώς τον κοίταγαν ρουφώντας σχεδόν κάθε του βλέμμα από των ματιών του το παράξενο χρώμα-το λίγο εκστατικό και διαβολικό ταυτόχρονα). «Ναι, είμαι καλοπροαίρετος με τους ανθρώπους. Πάντα το είχα αυτό», ξεκίνησε να μου λέει, δοκιμάζοντας ένα γλυκό, λευκό και παχύρευστο, σχεδόν ίδιο με κυπριακό μαχαλλεπί. «Έτσι έμαθα από παιδί, έτσι με μεγάλωσαν οι γονείς μου. Δεν κάνω ποτέ δεύτερες σκέψεις για τον κόσμο που με πλησιάζει. Κι είμαι πολύ ευτυχισμένος για τα παιδικά χρόνια που έζησα-και αυτό το οφείλω απόλυτα στους γονείς μου και στην μεγάλη αγάπη που μου είχαν προσφέρει απλόχερα». Ξέρω, ήταν πρόστυχο, σε μία τόσο όμορφα βροχερή και ρομαντική Σαββατιάτικη μέρα, που εκείνος παράτησε την ησυχία του σπιτιού του, την ξεκούραση του κρεβατιού του, για να ‘ρθει στο κέντρο της Αθήνας, στην πλατεία του Ψυρρή, μόνο και μόνο για μία συνέντευξη μιας ώρας, παρέα με το σκυλί του, τον Άραμις (το συνεχώς υπάκουο στο «αφεντικό» του), να του «χαλάσω» την καλή του διάθεση, να τον κάνω να βουρκώσει και να κοιτάει από το παράθυρο του μαγαζιού στο δρόμο, προσπαθώντας να με κάνει να αποφύγω να δω το αυτονόητο μέσα από τις κόρες των ματιών του που ήδη είχαν υγραθεί: ότι τον πονούσε ακόμη βαθιά ο θάνατος του πατέρα του, του «ήρωα» της ζωής του, που έχασε πριν από δύο μόλις μήνες. «Έζησα τόσο ωραία παιδικά χρόνια…Σκέψου ότι μέχρι την ηλικία των 12 και 13 ετών, είχα γυρίσει ήδη τη μισή Ευρώπη! Κεντρικός άξονας όλων αυτών, ήταν ο πατέρας μου. Εκείνος ήταν το πρότυπο μου…Νομίζω ότι δεν το έχω πιστέψει ακόμη ότι έφυγε-και δεν ξέρω αν μπορεί κανείς να κατανοήσει ένα τέτοιο γεγονός. Από εκείνον θυμάμαι πολύ έντονα τις αφηγήσεις του-ένας άνθρωπος που είχε ταξιδέψει πολύ στη ζωή του, και βαθιά μορφωμένος-, ο οποίος είχε μία πολύ ιδιαίτερη αντιμετώπιση απέναντι στη ζωή. Κι είναι κάτι που δεν έχω συναντήσει ξανά σε άλλον άνθρωπο: απολάμβανε την απλότητα της ζωής! Μπορεί, για παράδειγμα, να έβλεπε ένα όμορφο δέντρο και να ενθουσιαζόταν τόσο, σαν να κοιτούσε το τελειότερο πράγμα στον κόσμο! Πολλές φορές απορούσα, έλεγα “μα πως είναι δυνατόν να χαίρεται γι αυτό; Με δουλεύει; Ή πραγματικά είναι τόσο ενθουσιασμένος με αυτό που ζει;”». «Έχεις “χρωστούμενα” στη σχέση σου μαζί του», τον ρώτησα σχεδόν αμέσως. «Υπάρχουν στιγμές που θα μπορούσα να είμαι και πιο κοντά του, όμως αυτό είναι ένα μικρό ποσοστό. Ήμασταν, έτσι κι αλλιώς, πολύ κοντά ο ένας στον άλλον, είχαμε μοιραστεί πολλά, είχα μάθει αρκετά για τη δική του ζωή. Ναι, εκείνος ήταν ο δικός ήρωας, τον θαύμαζα και τον θαυμάζω ακόμη…».

4.3.14

ΣΑΚΗΣ ΜΠΟΥΛΑΣ: "ΤΙ ΘΑ ΕΚΑΝΑ ΑΝ ΗΤΑΝ Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΟΥ ΜΕΡΑ ΣΤΗ ΓΗ..."

Ο Σάκης Μπουλάς (αριστερά) σε μία σπάνια φωτογραφία με τον Μ. Ρασούλη
Ο δημοσιογράφος Γιάννης Χατζηγεωργίου είχε συναντήσει τον δημοφιλή ηθοποιό και τραγουδιστή τον Οκτώβριο του 2010 και του ζήτησε να του απαντήσει (με χιούμορ) για το τι θα έκανε αν ήταν η τελευταία του μέρα στη γη... Δέχτηκε αμέσως. «Πάντα μου άρεσε το black χιούμορ!». Χαμογελούσε, αυτοσαρκαζόταν, έβαζε τα δάχτυλά του ανάμεσα στα μούσια του όσο απαντούσε, και κοιτούσε με χαρά τον κόσμο που ήταν μαζεμένος στην πλατεία Καρύτση...
Από τι θα προτιμούσατε να «πάτε»; 
Από φυσικά αίτια: Κάνοντας σεξ.
Τι είναι αυτό που για το οποίο χαίρεστε που δεν θα χρειαστεί να το ξανακάνετε πια;
Ότι δεν θα ξαναπληρωσω κερατιάτικα στην Εφορία.
Κοιτώντας πίσω, σε τι ξοδέψατε τα περισσότερα χρήματα όσο ήσασταν στη γη;
Δυστυχώς, σε μαλακίες.
Ποια εκπομπή της τηλεόρασης θα θέλατε να στείλετε στην κόλαση; 
Τον «Εξάντα», για να χω κάτι να βλέπω.
Αν σας ζητούσαν να παρουσιάσετε ένα θεατρικό έργο από την κόλαση, ποιο θα ήταν αυτό;
Τον «Φάουστ», για να τα χω καλά με το αφεντικό.
 Ποιο είναι το πιο τρελό πράγμα που έχετε κάνει μέχρι τη στιγμή που έχετε «φύγει»;
Που αγάπησα παράφορα!
Ποια είναι η ιδανική γυναίκα που θα θέλατε να έχετε συντροφιά σας στον παράδεισο;
Την κυρία Μαρίκα Μητσοτακη, γιατί μαγειρεύει υπέροχα.
Ποια θα θέλατε να ήταν η πρώτη κουβέντα που να σας έλεγε ο Άγιος Πέτρος;
«Δεν μπαίνετε κύριε. Είμαστε ρεζερβέ».
Ποια θεωρείτε τη μεγαλύτερη κληρονομιά που αφήνετε στη γη;
Το 50-50, τις Σαββατογεννημένες κι όλα τα υπόλοιπα αριστουργήματα που έχω ερμηνεύσει αριστουργηματικά, με το απίστευτο ταλέντο μου και την απίστευτα αριστουργηματική ερμηνευτική μου δεινότητα.
Τι μετανιώνετε που είπατε όσο βρισκόσασταν στη γη;
«Σ αγαπώ σαν τρελός!».
Τι μετανιώνετε που δεν είπατε;
«Ε, άει στο διάολο, αγάπη μου!».
Ποια μεγάλη μεταφυσική απορία ανυπομονείτε να σας λυθεί;
Υπάρχουν εξωγήινοι;
Με ποιο διάσημο πρόσωπο που βρίσκεται στη κόλαση ή στο παράδεισο θα προσπαθήσετε να κάνετε κουβέντα μαζί του;
Εάν πάω στην κόλαση με τον Λεονάρντο Ντα Βίντσι, εάν πάω στον παράδεισο με τη Ζιζέλ.
Σας έρχεται στο μυαλό η πιο χαρούμενη στιγμή της ζωής σας. Ποια είναι αυτή;
Όταν έμεινα έγκυος.
Ποια υπόσχεση/ υποχρέωση πασχίζετε να τακτοποιήσετε, λίγο πριν φύγετε;
Να κόψω πάλι το τσιγάρο.
Τι διαλέγετε για τελευταίο σας γεύμα στη γη;
Σουτζουκάκια με τηγανιτές πατάτες.
Ποιος είναι ο τελευταίος άνθρωπος που θέλετε να αποχαιρετήσετε στη γη;
Ο Γιάννης Ζουγανέλης.
Τι θα θέλατε να πάρετε μαζί σας εκεί που «πάτε»; 
Μια αφίσα της Καλομοίρας.  
Δημοσίευση στο "Nitro", τον Οκτώβριο του 2010. Αναδημοσίευση στη "LifO", τον Φεβρουάριο του 2014, αμέσως μετά τον θάνατο του.    
http://www.lifo.gr/team/gnomes/46348

3.3.14

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΜΙΧΑΗΛ: "ΔΕΝ ΕΜΠΙΣΤΕΥΟΜΑΙ ΠΟΛΥ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ"



Το αριστουργηματικό κείμενο του Γιώργου Χρονά, σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Ρήγου, με την ερμηνεία της Μιχαήλ-στο ρόλο της θρυλικής ρεμπέτισσας-να αποσπά πέρσι, στην Αθήνα, τις καλύτερες των κριτικών και-δικαιωματικά-το βραβείο ερμηνείας Α’ γυναικείου ρόλου.
-Ποια ήταν η Σεβάς Χανούμ, η κατά κόσμο Σεβαστή Παπαδοπούλου, μία από τις ωραιότερες φωνές που πέρασαν ποτέ από το ελληνικό λαϊκό τραγούδι;
-Μία λαϊκή-ρεμπέτικη δόξα των δεκαετιών ‘50, ‘60 και ’70, όχι μόνο της Ελλάδας αλλά και του εξωτερικού. Έκανε μία πολύ μεγάλη πορεία στις πίστες, είχε μία φωνή ιδιαίτερα εκφραστική, λεπτή, αμανετζίδικη, πολύ μπριόζα και με μεγάλο μεράκι για το ρεμπέτικο τραγούδι. Ήταν πόντια στην καταγωγή, μεγάλωσε στη Δράμα και μετέπειτα στη Θεσσαλονίκη. Υπήρξε αμαζόνα, τσαούσα, ροκ στον χαρακτήρα, γενικώς ζούσε στο περιθώριο-ουσίες, έρωτες, καψούρες μέχρι «πατώματος», μια φορά είχε πλακωθεί με την Μαρίκα Νίνου, ενώ ερωτεύτηκε σφόδρα τον Στέλιο Καζαντζίδη-και μεγαλούργησε στο ρεμπέτικο τραγούδι, στο κέντρο της Αθήνας. Αυτήν περιγράφει στο υπέροχο κείμενό του και ο Γιώργος Χρονάς, ένα κείμενο που συγκίνησε πολύ πέρσι στην Αθήνα όπου παιζόταν. Αν ζούσε σήμερα η Σεβάς Χανούμ, θα ήταν κάτι αντίστοιχο, στον τρόπο ζωής, της Amy Winehouse.  
-Το ροκ στοιχείο το έχεις κι εσύ μέσα σου…
-Δεν ξέρω αν είμαι ροκ, αλλά σίγουρα αγαπώ το περιθώριο. Η δική μου ζωή θα έλεγα ότι είναι μποέμικη. Αν και μεγάλωσα πολύ αυστηρά, συντηρητικά, αυταρχικά, με πατέρα στρατιωτικό, κάποια στιγμή έκανα την επανάσταση μου για να κάνω αυτά που θέλω στη ζωή μου. Αν το να ζω μόνη, με προσωπικές επιλογές ψυχής και όχι κοινωνικών επιταγών, το να συνεχίζω να αναζητώ το ρόλο, τις ωραίες επιλογές, τους φίλους, τα ταξίδια, με καθιστά ροκ, τότε είμαι και αυτό. Πάντως σίγουρα είμαι πιο αντισυμβατική από άλλους. 

24.9.13

ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΙΑΝΝΑΤΟΣ: "Ο ΣΠΙΛΜΠΕΡΓΚ ΜΟΥ ΕΛΕΓΕ ΣΤΑ ΓΥΡΙΣΜΑΤΑ: MICHAEL, YOU ARE MY GREEK SITE NOW!"



«Στον ενικό να μου μιλάς», ήταν η πρώτη του κουβέντα όταν είχα μπει στο σπίτι του στα Ιλίσια-Δεκέμβριος ήταν του 2005. Η Χάιδω, η γυναίκα του, μόλις είχε επιστρέψει από τη λαϊκή και συγύριζε τα πράγματα στην κουζίνα: Ντομάτες, αγγουράκια στο κάτω ράφι του ψυγείου, κολοκυθάκια, μελιτζάνες στο πάνω, φακές και γίγαντες μέσα στα ντουλάπια της κουζίνας, «τα φασολάκια θα τα αφήσω στον πάγκο γιατί αρέσουν στο Μιχάλη μου». Μου είχε φανεί περίεργο, σ’ εκείνο το μικρό τριάρι του πρώτου ορόφου, να μιλάμε για Hollywood, γυρίσματα στο εξωτερικό, Γκρέκορυ Πεκ, Άντονυ Κουίν και Αλ Πατσίνο…«Μην τρελαίνεσαι», μου εξηγούσε. «Δουλειά είναι όλα». Από κάποιο ράφι στο σαλόνι, είχε τραβήξει τα σενάρια από το «Εξπρές του Μεσονυχτίου» και «το μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι» για να δω «πως δουλεύουν εκεί», σε ένα μικρό τραπεζάκι, κοντά στο μπαλκόνι, μία κορνιζαρισμένη ασπρόμαυρη φωτογραφία με εκείνον αγκαλιά με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, σε κάποιο σημειωματάριο οδηγίες από μία Αμερικανίδα παραγωγό και ένα απόκομμα αεροπορικού εισιτηρίου «Νέα Υόρκη-Αθήνα». Μόλις είχε επιστρέψει από (άλλο ένα) ταξίδι του στο Hollywood. Εκεί όπου βρισκόταν για τα γυρίσματα μίας ακόμη ταινίας.
-Το ξέρεις ότι το «Μόναχο», η ταινία στην οποία πρωταγωνιστείς με σκηνοθέτη τον Στίβεν Σπίλμπεργκ, θα είναι ένα από τα φαβορί φέτος για να πάρει Όσκαρ καλύτερης ξένης ταινίας;
-Μακάρι. Θα υπάρχει και μία ταινία στα βραβεία Όσκαρ στην οποία συμμετέχει ένας Έλληνας ηθοποιός.
-Είναι εντυπωσιακό πάντως ότι υπάρχει στην Ελλάδα ηθοποιός που να έχει συνεργαστεί με τα μεγαλύτερα ονόματα του ξένου κινηματογράφου και αυτό να μην είναι γνωστό στην ίδια του τη χώρα...
-Η Ελλάδα, αγάπη μου γλυκιά, τρώει τα παιδιά της. Εάν εγώ πάω τώρα και παίξω σε μια υπερπαραγωγή και πάρω βραβείο Όσκαρ πρώτου αντρικού ρόλου, με αντιπάλους τον Ρομπερτ Ντε Νίρο, τον Ντάστιν Χοφμαν, τον Αλ Πατσινο, τον Τζακ Νίκολσον, και έρθω εδώ, θα μου πούνε «ε… καημένε, και τι έγινε;». 
-Δεν νομίζω να συνέβαινε κάτι τέτοιο...
-Στην Ελλάδα επικρατούν οι άχρηστοι, οι ατάλαντοι και οι ανίκανοι.
-Γιατί έχεις αυτή την πίκρα από τους Έλληνες;
-Γιατί δεν γίνονται σωστά πράγματα. Ένας ξένος ηθοποιός έχει τον ατζέντη του. Ο Έλληνας δεν τον έχει. Ένας νέος ηθοποιός εδώ που θα παίξει σε ένα σήριαλ, έχει γίνει πρωταγωνιστής, και τύχει να γίνει και εξώφυλλο σε κάποιο από αυτά τα περιοδικά που κυκλοφορούν, τότε δεν το συζητάμε καθόλου, μας βλέπει αφ’ υψηλού. Ποιο; Αυτό το μέχρι πρότινος παιδάκι. Αυτό το έβλεπα και προχθές στην εκδήλωση που διοργάνωσε το «TV Έθνος». Φωνάξανε παιδάκια που έχουνε κάνει 3 ή 4 σήριαλ. Τι λέτε ρε κύριοι, σοβαρολογείτε;  Κοίταξε, σε κάθε γραφείο παραγωγής υπάρχει και κάποιος που κάνει το casting και λειτουργεί με δικά του κριτήρια και πλαίσια. Αυτός επηρεάζει τον παραγωγό. Εδώ, στο γόνατο γίνεται το casting, ενώ στο εξωτερικό ο casting director είναι πολύ μεγάλη υπόθεση.