Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο Φιλελεύθερος-ΦιλGood. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο Φιλελεύθερος-ΦιλGood. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

12.4.17

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ: "ΕΚΚΡΕΜΕΙ ΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ ΥΠΟΛΟΙΠΟ ΤΗΣ ΑΚΟΜΑ ΤΩΡΑ ΖΩΗΣ ΜΟΥ"


Κάθε νέα συνάντηση με την σημαντικότερη εν ζωή ποιήτρια της Ελλάδας, γίνεται η αφορμή για επίγνωση των μικρών και μεγάλων στιγμών του κόσμου, σε όσα νομίζαμε ότι γνωρίζαμε -χωρίς να συνειδητοποιούμε- πριν οι λέξεις γίνουν βαθιά νοήματα και δυσεύρετα μαθήματα ζωής.
-Υπάρχουν απαντήσεις στο «Πρέπει να είναι πιστή η αγάπη; Κι αν δεν είναι, εμείς τι πρέπει; Με σταυρωμένα τα χέρια ν' αγαπάμε;», κυρία Δημουλά; 
-Νομίζω ότι ο μόνος που σίγουρα θ' απαντούσε «ναι, με σταυρωμένα τα χέρια ν' αγαπάμε», είναι ο Χριστός... Όσο για τους θνητούς, θ' απαντούσαν ανάλογα με τη συμβουλή που θα τους έδινε η αντοχή τους... Να μου συγχωρεθεί που σε κάθε απάντηση θα προτάσσω το «νομίζω». Είναι μια ευγενής, ίσως και συνετή συγκάλυψη του ειλικρινούς «δεν ξέρω».
-Τι δεν ξέρετε από τη ζωή; 
-… Δεν ξέρω πώς μπορεί να είναι ωραία. Δεν ξέρω επίσης πώς, ενώ δεν είναι ωραία -τουλάχιστον συνεχώς- είναι επιθυμητή και αγαπητή συνεχώς.
-Τι είναι αυτό που την κάνει τόσο δυσάρεστη κάποιες φορές; 
-Ό,τι κάνουν τα δυσάρεστα πράγματα. Και προπάντων η μνήμη, η υπενθύμιση του χρόνου ότι περνάει και επομένως θα χάσω αυτό που συμπαθώ ή δεν συμπαθώ. Δεν είναι λίγο αυτό - ο χρόνος δεν είναι μικρό πράγμα για τη ζωή.
-Το πέρασμα του χρόνου σας φόβιζε ποτέ; 
-Όταν ήμουνα 16 δεν με φόβιζε. Όταν ήμουνα 20 δεν με φόβιζε. Αλλά μετά τα 35 άρχισαν να με πιάνουν τρεμούλες…
-Τώρα; 
-Τώρα δεν μπορώ ούτε να το σκεφτώ. Τώρα φοβάμαι πάρα πολύ. Πραγματικά πάρα πολύ. Τίποτ' άλλο δεν φοβάμαι. Κι ένας τρόπος για να καταπολεμήσω αυτό το φόβο ήταν ότι καθόμουν κάτω κι έγραφα ένα βιβλίο. Αυτό διώχνει λίγο το χρόνο από μπροστά μου…
-Τι είναι για σας η αγάπη; 
-Είναι ένα άγνωστο πράγμα… Ένα εντελώς άγνωστο και αβέβαιο πράγμα. Δεν ξέρω τι είναι η αγάπη.
-Γιατί το λέτε αυτό; 
-Γιατί, αγαπητέ μου, δεν ξέρουμε τι είναι η ψυχή. Όπως επίσης δεν ξέρουμε και τι είναι τα αισθήματα. Τίποτα δεν ξέρουμε! Τίποτα δεν είναι σταθερό σ' αυτό τον κόσμο και τίποτα δεν έχει μόνο μία μορφή διαρκώς. Έτσι και η αγάπη: αλλάζει συνεχώς. Σκεφτείτε πώς η πολλή αγάπη γίνεται ξαφνικά καθόλου αγάπη! Επομένως, ρωτάω κι εσάς, τι είναι η αγάπη;
-Δεν είχατε ποτέ τη βεβαιότητα στη ζωή σας ότι αγαπηθήκατε πολύ; 
-Όχι. Τώρα, αν εννοείτε εάν αγαπήθηκαν τα ποιήματά μου, αυτό είναι μία άλλη ιστορία. Εγώ δεν μπορώ να πω ότι αγαπήθηκα πολύ από πολλούς ανθρώπους. Απ' τα παιδιά μου, ναι. Απ' τη μάνα μου, ναι. Από τον Άθω Δημουλά, όσο έπρεπε να αγαπηθώ, γιατί οι υπερβολές δεν είναι ωραίες. Εγώ, ναι, αγάπησα πάρα πολύ. Και τον Άθω Δημουλά, και τις μέρες που περνούσαν, και τις κακές μέρες που περνούσαν…
-Με ποιο τρόπο αγαπούσατε και τις κακές μέρες; 
-… Κι αυτές τις αγαπούσα πολύ. Αν μου έλεγαν ότι έχω άλλα πέντε χρόνια με δυσάρεστες μέρες, αρκεί να μην είναι απώλειες ζωής δικών μου ανθρώπων, ευχαρίστως θα ζούσα πέντε χρόνια δυσάρεστες μέρες.
-Πώς μεταφράζεται σ' εσάς η έκφραση «είμαι καλά»; 
-«Είμαι καλά» σημαίνει ξεχνάω το θάνατο. Συνέβη κάτι, πέρασε λίγος χρόνος, ίσως και τριών λεπτών, που να μην σκέφτομαι το θάνατο; Τότε είμαι καλά! Όταν δεν τον σκέφτομαι είμαι καλά.
-Με ποιο τρόπο διαχειριστήκατε στο παρελθόν τις απώλειες πολύ αγαπημένων σας προσώπων; 
-Πολύ άσχημα. Πολύ βαριά. Και με μεγάλη κατάθλιψη. Άλλαξε όλη μου η ζωή. Κι όταν μιλάμε για απώλειες, εννοώ την απώλεια του Άθου Δημουλά. Καμία άλλη απώλεια δεν είναι τέτοιας βαρύτητας όσο η απώλεια ενός ανθρώπου με τον οποίο ζει κανείς 35 χρόνια και ξαφνικά δεν υπάρχει. Δεν είναι απλό πράγμα, είναι εφιαλτικό.
-Υπάρχει κάποιος τρόπος που να απαλύνει αυτός ο πόνος; 
-Ευτυχώς ο χρόνος βάζει το χεράκι του και δεν έχουμε αυτή την οξύτητα του πόνου που μοιάζει με τρέλα -γιατί δεν ξεχνάμε. Κι είναι τρέλα, ειδικά τον πρώτο καιρό, γιατί δεν μπορείς να καταλάβεις τι έχει συμβεί. Πώς χάθηκε ένας άνθρωπος. Δεν είναι εύκολο. Είναι τρομακτική και αδύνατη η περιγραφή του αισθήματος που παίρνει τη θέση αυτής της απώλειας.
-Πονέσατε πολλές φορές στη ζωή σας; 
-Το έχω λίγο εύκολο αυτό. Δεν μου κάνει κόπο να πονέσω. Ίσως ξεπονάω εύκολα για τα μικρά πράγματα. Αλλά, τελοσπάντων, πρέπει να πω ότι είμαι ευπαθής, είμαι εύθικτη στον πόνο.
-Τότε τι είναι η χαρά; 
-Είναι κάτι εντελώς στιγμιαίο. Χαρά είναι να μπορείς να εκτοπίζεις τις ανησυχίες.

11.4.17

ΝΑΤΑΣΣΑ ΜΠΟΦΙΛΙΟΥ: "ΕΙΜΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΩΝ ΑΝΤΙΘΕΣΕΩΝ"

Σάββατο της πανσελήνου, φοράει το πολύχρωμό της φόρεμα, τα μαύρα της γυαλιά -για λίγο, για τα πρώτα 5 λεπτά- πιάνει τα μαλλιά της κότσο, ζητάει καφέ και κάθεται απέναντί μου χαμογελώντας ζεστά, σ’ εκείνο τον υπέροχο «Μπλε Παπαγάλο» του Μεταξουργείου. «Είναι η πρώτη συνέντευξη που κάνω το φετινό Καλοκαίρι από κοντά», μου λέει. «Ο χρόνος, οι συνθήκες, τρέχουμε συνεχώς με την ομάδα μου…». Λέμε κάτι γενικό, κάτι για τα ζώδια -κριός με ωροσκόπο κριό εκείνη-, για τον καιρό, τη μεγάλη επιτυχία των συναυλιών της, την λατρεία της στους Κύπριους που την αγκάλιασαν απ’ την αρχή της πορείας της με πολύ μεγάλη αγάπη, ακουμπάει την πλάτη της στην καρέκλα, μα απ’ την πρώτη ερώτηση γέρνει ξαφνικά το σώμα της μπροστά και κοιτιόμαστε στα μάτια από απόσταση μερικών μόνο εκατοστών.  
-Ανήκες ποτέ στο μαντρί, στο βοσκό και στο λύκο;
-Φυσικά. Κατά καιρούς έχω περάσει και απ’ τα τρία.
-Πως τα προσδιορίζεις;
-Εάν μπορέσεις να κρατήσεις ελεύθερο το μυαλό σου, ακόμη και σε ένα περιβάλλον καταπίεσης, είναι ένα σχολείο το οποίο επιδρά στην μετέπειτα ζωή σου και στο πώς αποφασίζεις -όταν πραγματικά γίνεις ελεύθερος-, ώστε να διαχειριστείς τον εαυτό σου.
-Τον διαχειρίζεσαι εύκολα;
-Πλέον ναι.
-Παλιά;
-Όχι. Καθόλου. Δεν μπορούσα να τον ελέγξω. Όχι σε επίπεδο πειθαρχίας, αλλά είχα ανησυχίες, φοβίες και άγχη που δεν μπορούσα να τα διαχειριστώ. Τώρα πια έχω μεγαλώσει και όλο αυτό μέσα μου έχει καταλαγιάσει, έχει βρει τα πατήματά του κι έτσι μπορώ να κουμαντάρω πολύ πιο εύκολα τον εαυτό μου στις δύσκολες στιγμές.
-Ήσουν άτακτο παιδί; Ζωηρό;
-Τρομερά άτακτη, τρομερά ζωηρή, αλλά όχι αντιδραστική. Σαν παιδί είχα μια τρομακτική υπερκινητικότητα, ήμουνα συνέχεια σε εγγρήγορση, αλλά όχι στο πλαίσιο του να κάνω αλητεία ή πράγματα κωλοπαιδίστικα. Στη σκηνή δε φαίνεται; Δεν μπορώ να σταθώ ψύχραιμη μπροστά στο μικρόφωνο και να τραγουδήσω – μου είναι αδύνατον!
-Σταματάς ποτέ να σκέφτεσαι;
-Ποτέ! Ακόμη και όταν κοιμάμαι, στον ύπνο μου, παρατηρώ πως όλα μου τα όνειρά σχετίζονται με την πραγματικότητα, με την καθημερινότητα, δίνοντας λύσεις, απαντήσεις, ενώ τίθενται και καινούργια ερωτήματα. Δεν ησυχάζω ούτε στον ύπνο μου. Κι όλο αυτό με εξουθενώνει.
-Τότε δεν κοιμάσαι…
-Μα, γι αυτό και έχω την ανάγκη να κοιμηθώ πολλές ώρες – είναι ο χρόνος που δεν διαπραγματεύομαι καθόλου. Ο βασικός «όρος» για να σηκωθώ απ’ το κρεβάτι είναι να ‘χω κοιμηθεί το λιγότερο 8 ώρες. Το μόνο μέρος στον κόσμο που με ηρεμεί, εκεί όπου και ο ύπνος μου ακόμη γίνεται διαφορετικός, είναι η Φολέγανδρος. Δεν είμαι από ‘κει, αλλά είναι το νησί μου. Κι αυτό συνέβη απ’ την πρώτη στιγμή που πάτησα το πόδι μου σ’ αυτό το μέρος. Κάτι μου κάνει μέσα μου και ηρεμεί το μυαλό μου.

5.3.17

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΗ: "ΕΙΜΑΙ ΕΝΑΣ ΑΙΣΙΟΔΟΞΟΣ ΜΟΝΑΧΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ"

Στο μυαλό μου είχα τα τραγούδια της, σκορπισμένους ήχους και στίχους από την 35χρονη πορεία της. Ελάχιστα λόγια θυμόμουν από συνεντεύξεις της, από τη δημόσια έκφραση αυτής της ντίβας έξω από τη μουσική της. Έτσι πήγα στο ραντεβού μας.
Την ίδια μέρα, είχε πάει σε κηδεία. Μιας φίλης της μαμάς της, φίλη και δική της. Βρεθήκαμε απόγευμα. Στο «Αλάτσι» της οδού Βρασίδα, σ’ ένα μικρό στενάκι κοντά στο σπίτι της. Στο τραπέζι βάλαμε κόλλυβα. Μέσα σε ένα βαθύ λευκό πιάτο ανακατεμένα μαζί σιτάρι, καρύδια, σταφίδες μαύρες και ξανθές, σπόροι από ρόδι, μπόλικη ζάχαρη άχνη. Αν και τίποτα δεν σχετιζόταν με ό,τι είχε προηγηθεί στο δικό της πρωινό, στο «Ἀνάπαυσον, ὁ Θεὸς τὸν δοῦλόν σου, καὶ κατάταξον αὐτὸν ἐν Παραδείσῳ, ὅπου χοροὶ τῶν Ἁγίων Κύριε, καὶ οἱ Δίκαιοι ἐκλάμψουσιν ὡς φωστῆρες· τὸν κεκοιμημένον δοῦλόν σου ἀνάπαυσον». Αλλά με κάτι σα νοστιμιά. Ή μνήμη. Σαν δικά της να ‘ταν όλα. Της είπα: «Είστε εξοικειωμένη με το θάνατο;». Μου είπε: «Δεν είμαι καθόλου εξοικειωμένη». Της είπα: «Ούτε τον αντιμετωπίζετε ως κάτι το φυσικό;». Μου είπε: «Αυτό είναι μία λογική σκέψη, δεν είναι συναισθηματική. Η ψυχή λέει άλλα. Ο θάνατος δεν έχει καμία λογική. Όπως και η γέννηση. Με το θάνατο δεν συμβιβάζεσαι ποτέ». Της είπα: «Ούτε με το θάνατό του μπαμπά σας συμβιβαστήκατε ποτέ; Ήταν ένα γεγονός που συνέβη στα 10 σας χρόνια…». Μου είπε: «Δεν θέλω να μιλάω γι’ αυτά…». Γκρίζα ζώνη. Ούτε μαύρη ούτε άσπρη. Κάτι το ενδιάμεσο. Χτύπησα σχεδόν όλες τις «πόρτες», στη μιάμισης ώρας συνάντησή μας. Να δω ποιες «άνοιγαν», ποιες ήταν «κλειστές», ποιες «μισάνοιχτες». Κάποιες ήταν ορθάνοιχτες, άλλες ερμητικά κλειδωμένες-και έτσι θα παρέμεναν-, σαν ένα εχθρικό πολυβολείο λέξεων απέναντι στη δημόσια εικόνα της, στο δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων πιστό κοινό της. Μου το εξήγησε, έπειτα από λίγα λεπτά: «Αυτό που κάνουμε είναι μία σύμβαση. Με ρωτάς, εγώ απαντάω, και αυτοπροστατεύομαι ταυτόχρονα. Εδώ δεν ξέρουμε τον εαυτό μας καλά καλά…». Γέμιζε ταυτόχρονα το κουτάλι με στάρι, αφήσαμε κενό μερικών δευτερολέπτων, δοκίμασε μια μπουκιά, «είναι πολύ νόστιμα» είπε, πρώτη μίλησε εκείνη: «Ξέρεις, οι άνθρωποι της τέχνης έχουν πολλά σκοτάδια μέσα τους. Και τα ξορκίζουν με την τέχνη τους».
-Είστε μοναχική;
-Είμαι ένας αισιόδοξος μοναχικός άνθρωπος. Που του αρέσει το φως. Όχι το σκοτάδι. Οι μελαγχολίες του κάθε ανθρώπου, αλλά και του καλλιτέχνη, είναι εκεί συνεχώς, δεν φεύγουν. Απλώς, ο καλλιτέχνης τις μετουσιώνει.
-Αυτές είναι οι ωραιότερες περίοδοι της ζωής σας;
-Οι ωραιότερες περίοδοι της ζωής μου είναι οι σιωπές. Οι σιωπηλές περίοδοί μου είναι πολύ σημαντικές και πολύ μεγάλης ηρεμίας. Και δημιουργικότητας. Είτε καλλιτεχνικής είτε προσωπικής ολοκλήρωσης.
-Τις επιδιώκετε κιόλας;
…Με επισκέπτονται συχνά.
-Η μουσική δεν είναι συνυφασμένη με την καθημερινότητά σας;
-Όχι. Είναι συνυφασμένη με την ψυχή μου. Η μουσική δεν είναι background στη ζωή μου. Δεν είναι ένα «χαλί» πίσω από την καθημερινότητα, αλλά κάτι πολύ ζωτικό. Υπάρχουν περίοδοι της ζωής μου που δεν ακούω καθόλου μουσική. Οπότε και διακόπτουμε τη σχέση μας. Για να την ανανεώσουμε αμέσως μετά.
-Δεν είναι η ζωή σας;
-Είναι και αυτό. Γι’ αυτό ακριβώς υπάρχουν και διακοπές. Γι’ αυτό και, πολλές φορές, μαλώνουμε μεταξύ μας. Ξέρετε, υπάρχουν περίοδοι που δεν μπορώ να ακούσω μουσική. Καθόλου.
-Μήπως ακούτε την ωραιότερη μουσική στην απόλυτη ησυχία;
-Ίσως…Ο καθένας έχει μία σχέση ερωτική με την τέχνη που αγαπάει. Δεν είναι ποτέ ίδια η μία περίοδος με την άλλη. Γιατί αυτή είναι μία σχέση που σε καθορίζει.

29.10.16

ΜΥΡΤΩ ΤΑΣΙΟΥ: "Η ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ, ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ"


Για όλους τους άλλους είναι «Η αναρχική ποιήτρια των Εξαρχείων, Κατερίνα Γώγου» και μια από τις πιο εμβληματικές μορφές της ελληνικής ποίησης. Για τη Μυρτώ, τη μοναχοκόρη της, είναι απλά η μάνα της. Και η εξομολόγησή της για εκείνη ένα τρυφερό, σκληρό -αλλά το πιο ωραίο της- ανολοκλήρωτο ποίημα.
Η Μυρτώ, ζωγράφος και ποιήτρια πια και η ίδια (το πρώτο της βιβλίο «Η Αλίκη δε μένει πια εδώ», κυκλοφορεί από τις «Εκδόσεις Καστανιώτη), μοναχοκόρη της Κατερίνας Γώγου από τον γάμο που είχε κάνει η ποιήτρια με το σκηνοθέτη Παύλο Τάσιο, ζει εδώ και πολλά χρόνια στο εξωτερικό, κυρίως στην Ιταλία, αποκομμένη από όσα συμβαίνουν στην Αθήνα. Όταν μιλήσαμε στο τηλέφωνο, της είχα εξηγήσει πως θα κάναμε μία μεγάλη κουβέντα για εκείνη και τη σχέση της με τη μητέρα της, η οποία είχε αυτοκτονήσει στις 3 Οκτωβρίου του 1993, σε ηλικία 53 ετών. «Γιατί έχει ενδιαφέρον η ιστορία σου», της είπα. Συμφώνησε. Αν και απέφευγε τις πολύ εξομολογητικές συζητήσεις για τη μαμά της, την ποιήτρια του «εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά, που κάνουν τραμπάλα στις ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών», του «έχω μείνει στη θέση που μ' άφησες για να με ξαναβρείς», του «στο μυαλό είναι ο στόχος. Το νου σου, ε;», που συνεχίζουν να γίνονται συνθήματα σε στόματα ανθρώπων, σε πλατείες και σε τοίχους σπιτιών. Η Μυρτώ έδειξε εμπιστοσύνη και αφέθηκε. Την «ξεκλείδωσε» κυρίως η κοινή μας αγάπη για την Όλια Λαζαρίδου, που τη θεωρεί περίπου σαν αδελφή της. Κλείσαμε ραντεβού την επόμενη κιόλας μέρα. 
-Πώς ξύπνησες σήμερα, Μυρτώ; 
-Πολύ ωραία! Σε περίμενα για να μιλήσουμε! (γελάει).
-Γελάς πηγαία! 
-Α, δεν μου είναι δύσκολο να γελάσω ή να πάρω χαρά. Χαρούμενη με κάνει μία ωραία κουβέντα ή μία παρατήρηση με χιούμορ, μία μέρα με ήλιο κι εγώ να ζωγραφίζω. Η δουλειά μου είναι αγιογράφος. Αυτό κάνω εδώ στο Λέτσε όπου μένω, κοντά στο Πρίντεζι.
-Πώς και μένεις εκεί; 
-Γνώρισα τον άντρα μου στη Γαλλία, ο οποίος είναι Ιταλός, παντρευτήκαμε και ήρθαμε να ζήσουμε στην πατρίδα του.
-Γιατί είχες πάει στη Γαλλία; 
-Είχα πάει σε μία Κοινότητα στο Παλέρμο, η οποία αφορούσε σε διαλογισμούς. Μετά από έξι μήνες, μου έκαναν πρόταση αν θα ήθελα να πάω στη Γαλλία, στην Ορλεάνη, σε ένα κάστρο το οποίο είχε μέσα μία μικρή εκκλησία, για να τη ζωγραφίσω. Εκεί πέρασα απίθανα! Εκεί έγινα φως, εκεί ξεμπουμπούκιασα. Ζωγράφιζα ανεβασμένη σε μία σκάλα, έκανα διαλογισμούς, χόρευα - ξαναγεννήθηκα! Εκεί γνώρισα και τον Φραντζέσκο, τον σύζυγό μου, ο οποίος είναι συντηρητής έργων τέχνης και παλαιών επίπλων. Ερωτευτήκαμε! Είχαμε και οι δύο το ίδιο πάθος για τις αντίκες, τα εκκλησιαστικά όργανα, τις αγιογραφίες. Είμαστε μαζί 20 χρόνια.
-Έχετε παιδιά; 
-Όχι. Δεν μπορώ να κάνω παιδιά. Θα το ήθελα όμως! Κι είναι κάτι που με στενοχωρεί. Αν μπορούσα να κάνω ένα παιδί, θα ήταν σα να ξαναγεννιόταν η Κατερίνα! Θα έδινα όλη μου την αγάπη σ' αυτό το παιδί, την προστασία, τη στοργή. Πόσο θα 'θελα να μπορούσα να κάνω ένα παιδί χαρούμενο! Γιατί εγώ δεν ήμουνα χαρούμενη. Δεν πέρασα μία ζωή όπως όλα τα άλλα παιδιά. Η δική μου ζωή ήταν διαφορετική.
-Δεν έπαιζες όταν ήσουνα μικρή; 
-Έπαιζα πόλεμο. Με πιστόλια ψεύτικα και στρατιωτάκια. Γιατί οι δικοί μου πάντα μου έλεγαν «είμαστε συνέχεια σε πόλεμο!».
-Όχι με κούκλες; 
-Όχι. Εξάλλου, δεν μου άρεσαν οι φούστες. Ήθελα να φοράω συνέχεια παντελόνια. Ήμουνα ένα αγοροκόριτσο. Όταν τα άλλα παιδιά έπαιζαν στο προαύλιο του σχολείου ή στον δρόμο, εγώ καθόμουν και ζωγράφιζα. Ήμουνα ένα παιδί διαφορετικό. Και μόνο. Απ' την άλλη, μέσα στο σπίτι περνάγαμε πολύ δύσκολα, ήμασταν πολύ φτωχοί, ζούσαμε με δανεικά, με πολλές δυσκολίες. Όλα άλλαξαν όταν η μητέρα μου έγραψε το «Τρία κλικ αριστερά». Τότε ήρθε η επιτυχία και από τη μία μέρα στην άλλη αποκτήσαμε χρήματα. Είχαμε τρελαθεί που μπορούσαμε να πάμε στο μπακάλικο και να πάρουμε ό,τι θέλαμε!

ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΕΦΕΡΗ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΝΑ ΛΟΝΤΟΥ




Η κόρη της Μαρώς Σεφέρη, συζύγου του Νομπελίστα ποιητή, Άννα Λόντου, ανοίγει το σπίτι του στην Αθήνα, και θυμάται περιστατικά, εικόνες, σκέψεις και την καθημερινότητα ενός από τους σημαντικότερους ανθρώπους των γραμμάτων.
«Τα σπίτια είναι χαμηλά. Το ύψος τους είναι περιορισμένο στα εννιάμισι μέτρα. Τώρα μόνο άρχισε να απλώνεται και εδώ η επικίνδυνη βουλιμία του ύψους», έγραφε για τη γειτονιά του, το Παγκράτι και την οδό Άγρας, ο Νομπελίστας ποιητής, Γιώργος Σεφέρης, σε ένα σημείωμά του στην εφημερίδα «Τα Νέα» στις 21 Μαΐου 1965, από όπου αντλούνται και οι πληροφορίες για το σπίτι, τις οποίες επιβεβαιώνει στο ΦιλGood η Άννα Λόντου, κόρη της συζύγου του ποιητή, Μαρώς Σεφέρη, από τον πρώτο της γάμο, με το Ναύαρχο Ανδρέα Λόντο.  
Πίσω από το Παναθηναϊκό Στάδιο, σκαμμένο στην πλαγιά ενός λόφου, το οικόπεδο είχε αγοραστεί τον Δεκέμβριο του 1955 σε μία από τις ολιγοήμερες επισκέψεις του Γιώργου Σεφέρη στην Αθήνα, κατά τη διάρκεια της διπλωματικής του θητείας, η οποία διήρκεσε 35 χρόνια. «Την πορεία των οικοδομικών εργασιών επέβλεπε η μητέρα μου, με συνεχή ταξίδια, καθώς τα πρεσβευτικά καθήκοντα απέκλειαν την παρουσία του Σεφέρη στην Αθήνα. Η τακτική τους αλληλογραφία, ωστόσο, δείχνει με πόση προσοχή και φροντίδα προσέγγιζαν και οι δύο το μελλοντικό τους σπίτι», μου αναφέρει απ’ την αρχή της συνάντησή μας η οικοδέσποινα, Άννα Λόντου.
Χτισμένο σε νησιωτικό ύφος, την περίοδο 1957-1959, από τον Κωνσταντινουπολίτη στην καταγωγή αρχιτέκτονα Παναγή Μανουηλίδη (έργα του οποίου είναι το Σισμανόγλειο Φυματιολογικό Ινστιτούτο στην Αθήνα, πολλές μονοκατοικίες, πολυκατοικίες, ξενοδοχεία και βιομηχανικά κτίρια της μεσοπολεμικής Αθήνας, αλλά και το «Ξενία», στη Ναύπακτο, που έχει πολλές ομοιότητες με την οικία Σεφέρη), το σπίτι αποτελείται από δύο επίπεδα, με το αιγαιοπελαγίτικο λευκό των εξωτερικών τοίχων, τους γεωμετρικούς όγκους και κυρίως τα μπλε παράθυρα να δίνουν την πρώτη εντύπωση. Κατοικήθηκε τελικά το 1962, όταν το ζευγάρι επέστρεψε μόνιμα πια στην Ελλάδα από τον τελευταίο σταθμό της σταδιοδρομίας του ποιητή, την πενταετή παραμονή του ως πρέσβη της Ελλάδας στο Λονδίνο. «Το σπίτι αυτό, όπως θα δείτε, έχει μέσα πολύ Κύπρο. Είναι όλα ενθύμια του Σεφέρη από αυτό τον αγαπημένο του τόπο: κάποια αγγεία, ο χάρτης του νησιού σε γκραβούρα, ο Μακάριος. Είναι σα να του χρωστάω αυτή την φωτογραφική έκθεση του σπιτιού του στους Κυπρίους σήμερα», συνεχίζει να μου λέει η Άννα Λόντου, όσο καθόμαστε στο μεγάλο τραπέζι του σαλονιού, με φόντο μικρές κατασκευές του ποιητή, τον κήπο, βιβλία με σημειώσεις του, πίνακες του Τέτση και του Σόρογκα, ασπρόμαυρες φωτογραφίες που είχε τραβήξει ο ίδιος στο φορμά των 35mm (χρησιμοποιώντας ένα μόνο νορμάλ φακό, ένα φωτόμετρο χειρός κι ένα τριπόδι) οι οποίες βρίσκονται ακόμη τοποθετημένες, ακριβώς όπως τις είχε αφήσει ο ίδιος μέσα στο γραφείο του, λίγο πριν πεθάνει, στις 20 Σεπτεμβρίου του 1971. 

«Το σπίτι αυτό είναι χώρος διαμονής, αλλά και κομμάτι της ιστορίας –όσο ζω όμως, δεν θα μετατραπεί σε μουσείο. Γιατί, για μένα, είναι “το σπίτι μου”. Γεννήθηκα το 1930 στη Θεσσαλονίκη, εκεί όπου έμενε η μητέρα μου με τον πατέρα μου, ο οποίος ήταν αξιωματικός του Ναυτικού, μέχρι να χωρίσουν, οπότε μετακομίσαμε στην Πλάκα. Στο μεταξύ, η μητέρα μου γνωρίστηκε με τον Σεφέρη. Καλοκαίρι, στην Αίγινα. Αμέσως ταίριαξαν. Και μάλιστα του είχε πει τότε, σε αυτές τις πρώτες τους συναντήσεις, “εσείς κάποτε θα γίνετε πολύ μεγάλος ποιητής!”. Οι εποχές τότε ήταν δύσκολες –από όλες τις απόψεις. Πόσο μάλλον για ένα διαζύγιο. Όταν πια έμπαιναν οι Γερμανοί στην Αθήνα, ο Σεφέρης είχε πει στη μητέρα μου: “φεύγω, δεν μπορώ να μείνω εδώ γιατί έχω πληροφορίες από το υπουργείο πως, απ’ τους πρώτους που θα βάλουν μέσα, θα είμαι εγώ”. Και της πρότεινε να παντρευτούν γιατί δεν γινόταν να φύγουν μαζί ανύπαντροι. Είχε μάλιστα βάλει ως όρο τότε στη μάνα μου να μην κάνουν παιδιά κατά τη διάρκεια του γάμου τους, με το σκεπτικό πως δεν είναι κόσμος αυτός για να φέρει κανείς παιδιά. Η μητέρα μου το δέχτηκε. Παντρεύτηκαν τελικά το ’41».

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ: "Η ΖΩΗ ΠΡΟΧΩΡΑΕΙ ΜΕ ΟΛΑ ΤΑ ΜΠΛΕ, ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΤΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΜΟΒ"



 Ο πιο εμβληματικός και εμπορικότερος στιχουργός της Ελλάδας, με εκατομμύρια πωλήσεις δίσκων από το 1963 μέχρι σήμερα («δημοσιογράφος», «συγγραφέας», μας και «οπαδός της ΑΕΚ», θα πρόσθετε, μάλλον, εκείνος), «μύθος» για τους νεότερους, αλλά και «πατέρας» των σημαντικότερων τραγουδιστών στης δισκογραφίας, παραμένει διαυγής στα 81 του χρόνια και ευτυχής σε κάθε στιγμή της ζωής του.
Στο τηλεφώνημά μου για την επιβεβαίωση του ραντεβού μας, στο σπίτι του, κάτω από το Ωδείο Ηρώδου Αττικού, με θέα στην Ακρόπολη, μου απάντησε εκνευρισμένος στο «γεια σας, είμαι ο τάδε που συνεννοηθήκαμε για μία συνέντευξη…» μ’ ένα «άντε και γαμήσου με τις συνεντεύξεις, έχω γιατρό στο σπίτι!». Και μου έκλεισε το τηλέφωνο. Πήρα βαθιές ανάσες. Και, ευτυχώς, θυμήθηκα εκείνο που μου είχε πει κάποτε συνάδελφός του -και «Λευτεριστής» φυσικά κι’ εκείνος- πως «ο Παπαδόπουλος βρίζει, αλλά έχει καρδιά μικρού παιδιού». Είχε δίκιο. Την επόμενη βδομάδα που αποφάσισα να του τηλεφωνήσω ξανά, ήμουν ωστόσο αποφασισμένος να του επιστρέψω τις βρισιές –δεν μ’ ένοιαζε ούτε η ιστορία του, ούτε οι στιγμές που εξάρτησα από τους στίχους του, ούτε τα κείμενά του στα «Νέα» που αγαπούσα, ούτε τα βιβλία του «όλα είναι ένα ψέμα» και «οι παλιοί συμμαθητές» που λάτρεψα. Αλλά, αυτή τη φορά, ήταν ένας άλλος Λευτέρης Παπαδόπουλος: «ό,τι ώρα θες πέρνα, όποτε μπορείς, εγώ σπίτι είμαι. Θα χαρώ να τα πούμε. Τι κάνει ο Τάκης Χατζηγεωργίου; Θυμάμαι που πήγαινα και έλεγα ποιήματα στον Astra –τι ωραίες εποχές εκείνες στην Κύπρο! Είστε συγγενείς;». Το ίδιο κιόλας βράδυ (μη χαλάσει η καλή του διάθεση!) βρισκόμουν στην εξώπορτα της μονοκατοικίας του. Με περίμενε σε ένα δωμάτιο με ανοιχτή την τηλεόραση στις ειδήσεις. Μιλούσε ήδη στο τηλέφωνο με κάποιο φίλο του, δημοσιογράφο, το Δημήτρη Γκιώνη, της πάλαι ποτέ «Ελευθεροτυπίας», κάτι ανέφερε για τον Ντέμη Νικολαίδη (που είναι φίλος του και τον επισκέπτεται συχνά) και για κάποιο παίκτη της ΑΕΚ (της αγαπημένης του ομάδας) που έχει «το καλύτερο δεξί πόδι της Ευρώπης». Έκλεισε το τηλέφωνο με ένα «είσαι μαλάκας, ρε», γελώντας. Απ’ την αρχή, βέβαια, αγαπηθήκαμε. Με ρώτησε για τους αγνοούμενους στην Κύπρο, την «τράπεζα» dna, τις συνομιλίες, τις επόμενες εκλογές, την παράσταση στη Σαλαμίνα –ήξερε τα πάντα! Μου χάρισε, φεύγοντας, κι ένα χαρτί με στίχους του, το οποίο ήταν αφημένο επάνω σε ένα τόμο με τα άπαντα του Ντίνου Χριστιανόπουλου: «κατηγορούμενο κορμί απολογήσου / γιατί κυλιέσαι μες στο βούρκο της ζωής / αυτά τα ρούχα που φοράς ειν’ η πληγή σου / τα ‘χεις πληρώσει με κουρέλια της ψυχής». «Α, θα το μοσχοπουλήσω στο μέλλον!», του είπα. Εννοείται πως μ’ έβρισε. Αλλά γέλασα αυτή τη φορά. Το ίδιο κι εκείνος.
-Ποια είναι η αγαπημένη σας λέξη;
-Μουνί.
-Με ξαφνιάζετε…
-Γιατί σε ξαφνιάζω; Το μουνί είναι το πιο θαυμαστό πράγμα στον κόσμο –ή όργανο αν θες. Και για τον ταλαιπωρημένο άνθρωπο, τον σακατεμένο, τον άνεργο, ιδίως στις δύσκολες αυτές εποχές, είναι ένα αποκούμπι, μια αγκαλιά, μια τρυφεράδα. Για σκέψου τον άνθρωπο που δουλεύει σ’ ένα κτήμα, σ’ ένα χωράφι, και σκάβει όλη την ημέρα και ταλαιπωρείται… Τι χαρά θα έχει αυτός ο άνθρωπος στη ζωή του, το βράδυ που πηγαίνει στο σπίτι του, σκασμένος από την κόπωση και χωρίς να έχει λεφτά; Τι πιο ωραίο από μία αγκαλιά ζεστή, από μια γυναίκα που του προσφέρει το κορμί της και τον αγαπάει;

16.10.16

ΟΔΗΣΣΟΣ: ΤΟ ΔΙΑΜΑΝΤΙ ΤΗΣ ΜΑΥΡΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ






Είναι σαν ο Εμπειρικός να βουίζει στ’ αφτιά σου εκείνους τους περίφημους του στίχους, από το αεροδρόμιο κιόλας, με το που φτάνεις από τη Λάρνακα, με ενδιάμεσο σταθμό το Κίεβο, στην τέταρτη μεγαλύτερη πόλη της Ουκρανίας και σημαντικό λιμάνι στον Εύξεινο Πόντο, εκεί όπου υπήρχε κάποτε μία μεγάλη και αρκετά οργανωμένη ελληνική παροικία στις αρχές του 19ου αιώνα, κατευθυνόμενος στις παρόμοιες με την Κύπρο ζεστές θερμοκρασίες του ιστορικού κέντρο μιας άλλης Ελλάδας: «Καημένη Οντέσα, και καημένη, κατακαημένη Ρωσία, εσύ η πλατυτέρα όχι των ουρανών, μα σίγουρα όλων των χωρών…».
Κατεβαίνοντας τη «Σκάλα Ποτέμκιν» προς το λιμάνι της Οδησσού, μία από τις ομορφότερες της Ευρώπης που κατασκευάστηκε στα μέσα του 19ου αιώνα από τον αρχιτέκτονα F. K. Boffo και αποτελούσε την κεντρική είσοδο που οδηγούσε στην προβλήτα, με τα 192 σκαλιά και τα 19 πλατύσκαλά της, και ονομάστηκε έτσι προς τιμή της εξέγερσης του περίφημου θωρηκτού Ποτέμκιν, δε γίνεται παρά να επαναφέρεις στη μνήμη σου την σκηνή από την ομώνυμη αριστουργηματική ταινία του Sergey Eisenstein με το καροτσάκι του μωρού που κατρακυλάει σε αυτές, σκηνή που αντέγραψε ο Ντέ Πάλμα στους Αδιάφθορους –ευθεία αναφορά στο Φεστιβάλ κινηματογράφου της Οδησσού που διεξαγόταν το προηγούμενο σαββατοκύριακο στην πλημμυρισμένη από ποιητική ομορφιά πόλη.
Απέναντί σου είναι πια το λιμάνι -το βλέπεις!-, τα πλοία, οι σιδερένιοι ανυψωτήρες, καλάμια, γλάροι και νέοι άνθρωποι. Κι η μελαγχολία του –η διανθισμένη από ερωτισμό, αισθησιασμό και νοσταλγία της Οδησσού σε μια ιστορία που έχει ευθεία αναφορά στην Ελλάδα. Μπροστά σου, αν έχεις φτάσει με την μεσημεριανή πτήση, είναι τα μαγικά χρώματα του απογεύματος που βουτάνε μέσα στο νερό φιλοξενώντας μικρά καραβάκια που πάνε βόλτα τους τουρίστες με 100 Hryvnia, για μία ώρα διαδρομή μέσα στη Μαύρη Θάλασσα, κάποιοι ψαράδες μπροστά από το εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου -με το όνομά του γραμμένο στα ελληνικά να κοιτάει προς την προκυμαία-, Ουκρανοί και λίγοι ξένοι να κάνουν βόλτες σε αυτό που όλες οι παραλιακές πόλεις του κόσμου θεωρούν κέντρο τους και πυξίδα στην διαμόρφωση της πολεοδομίας τους –όλα οδηγούν στη θάλασσα.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ - ΡΟΥΚ: "ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΕΙΝΑΙ Η ΟΥΛΗ ΤΗΣ ΠΛΗΓΗΣ"



Το διαμέρισμά της είναι μικρό. Σε λίγα μόνο τετραγωνικά χωράνε ένα ντιβάνι με μία μονόχρωμη κουβέρτα να το σκεπάζει, μία έγχρωμη τηλεόραση ανοιχτή στην εικόνα -χωρίς ήχο κανένα, με αποκωδικοποιητή στο πλάι-, βιβλία, πολλά χαρτιά με σημειώσεις, ένα φλιτζάνι με καφέ που κρύωσε, λίγοι πίνακες στους τοίχους και φωτογραφίες δικές της, αλλά και με τον σύζυγό της που πέθανε πριν από λίγα χρόνια –ακριβώς απέναντι από τη δική της καρέκλα, κοιτώντας τον συνεχώς σα να πρόκειται να της μιλήσει και να του απευθυνθεί. Έχει ξεχάσει σχεδόν πως το 1962 είχε πάρει το Α’ Βραβείο Ποίησης της Γενεύης (Prix Hensch), πως το 1985 τιμήθηκε με το Β’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης, πως έχει δώσει διαλέξεις και διάβασε ποιήματά της σε Πανεπιστήμια των Η.Π.Α και του Καναδά (Harvard, Cornell, Daztmouth, N.Y.State, Princeton, Columbia κ.α.), πως το 2000 τιμήθηκε με το βραβείο Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών και μόλις πέρσι με το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων για το σύνολο του έργου της – «λεπτομέρειες», λέει, παραμένοντας αθόρυβα συνεπής στην ομορφιά που δημιούργησαν τα ποιήματά της, εδώ και μισό αιώνα που κυκλοφορούν ποιητικές της συλλογές, αφού πλέον θεωρείται μία από τις σπουδαιότερες ελληνίδες ποιήτριες, με γλώσσα βαθιά, απλή, εσωτερική, ολόδική της.
Η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ ήταν χαρούμενη εκείνο το μεσημέρι Σαββάτου που συναντηθήκαμε. Είχε βάψει τα μαλλιά της λίγο πριν, της βγήκε κατά λάθος διχρωμία -κάτι μεταξύ λιλά και ροζ χρώματος- «α, αυτό σας δείχνει πολύ νεότερη», της είπα. «Αλήθεια λες; Κατά λάθος συνέβη!», απάντησε και περπατώντας -κάπως χορευτικά- στο χολ, μπροστά στην ανοιχτή πόρτα του δευτέρου ορόφου της παλιάς εκείνης πολυκατοικίας στη Νεάπολη Εξαρχείων, ακούμπησε το μπουκάλι κουμανταρίας που κρατούσε και με τα δυο της χέρια επάνω στο τραπεζάκι, αν και μου διευκρίνισε που είχε σταματήσει το αλκοόλ εδώ και τρία χρόνια, κουνώντας ταυτόχρονα δεξιά αριστερά τα χέρια της υπερθεματίζοντας στην οριστική της τότε απόφαση – «τέλος, τέλος μ’ αυτό. Ούτε ένα δαχτυλάκι». Προχωρήσαμε στο μικρό σαλονάκι με θέα στο στενό της Συνεσίου Κυρήνης. «Λίγο πιο κάτω, ένα λεπτό από ‘δω, στη Μάρκου Ευγενικού, το ξέρετε πως έμενε η Γαβριέλλα Ουσάκοβα, η μεγαλύτερη πόρνη των Αθηνών;», της ανέφερα κοιτώντας στην ατζέντα της που κάτι που είχε γράψει, κάπως να σπάσει ο πάγος. «Αυτό είναι απίθανο!», μου είπε γουρλώνοντας τα μάτια. «Εκπληκτικό! Τι τιμή!». Και γέλασε. «Αλήθεια σου λέω!».
-Του Αγίου Ευψυχίου σήμερα…
-Ακούγεται λίγο νεκτοραφειακό αυτό. Το «ευ» είναι σα να δίνει χαρά μετά θάνατον, σα να προσδίδει πως θα ‘χεις ωραία ψυχή όταν θα ‘σαι εκεί πάνω. Προσωπικά, όμως, εμένα δεν με ενδιαφέρει τι θα γίνει μετά τη νεκρώσιμο. Δεν πιστεύω σε Θεό, αλλά λέω πάντα πως τα ερωτήματα «πώς ήρθαμε», «γιατί ήρθαμε», «ποιος μας έφερε», «ποιος θα μας πάρει», είναι μία μεταφυσική υπόθεση. Αν και αυτά είναι που τελικά μας κρατάνε ζωντανούς.
-Γι’ αυτό γράφετε ποιήματα;
-Είναι σα να με ρωτάς «γιατί γεννήθηκες ξανθιά;».

ΛΟΥΛΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ: "ΕΖΗΣΑ ΩΡΑΙΑ ΖΩΗ. ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΤΟ ΗΞΕΡΑ"


Η διασημότερη θεατρική συγγραφέας της Ελλάδας, σύζυγος του πεζογράφου Γιώργου Χειμωνά, που πέθανε το 2000, και μικρότερη αδελφή του ποιητή, Μανώλη Αναγνωστάκη, μπόρεσε να γράψει για τους ανθρώπους έργα που να τους αγγίζουν διαχρονικά (σαν μεγάλα ποιήματα) γιατί τους ήξερε καλά, τους παρατηρούσε, και μπορούσε να τους ακούει ακόμη και μέσα από το βόμβο που κάνουν οι μεγάλες σιωπές.
Έξω απ’ την πόρτα του διαμερίσματος της στο Κολωνάκι, σε μεταλλική πλακέτα με καρφιά στις άκρες, «χτυπημένα» το όνομά της και εκείνο του Γιώργου Χειμωνά. Καθόταν στον καναπέ. Φορούσε μαύρα – και τα γυαλιά της μαύρα ήταν. Η οικιακή βοηθός μου παινεύει το κραγιόν που της πρότεινε να βάλει για να με υποδεχτεί – «είναι, πράγματι, πολύ ωραίο και έντονο αυτό το χρώμα, κυρία Αναγνωστάκη», της είπα και της έδωσα το κουτί με τα σοκολατάκια που της είχα αγοράσει. Ήταν το πρώτο της χαμόγελο. «Θα φάτε κι εσείς απ’ αυτά!», είπε. Τα μαλλιά της ήταν άσπρα, γκρίζα και λίγα μαύρα, χτενισμένα όμορφα – περίεργος χρωματικός συνδυασμός. Θέλει να της ξαναθυμίσω το όνομά μου. Το ρωτάει με συστολή. Η τηλεόραση ανοιχτή σε κάποια μεσημεριανή εκπομπή, απέναντί της ο Γιώργος Χειμωνάς φωτογραφημένος μ’ ένα μακό μπλουζάκι, κάποια φωτογραφία του γιου της Θανάση πλάι στην αφίσα από το τελευταίο του μυθιστόρημα, μία έγχρωμη φωτογραφία του αδελφού της, ποιητή, Μανόλη Αναγνωστάκη, αφίσες απ’ τον «ουρανό κατακόκκινο» και το «σ’ εσάς που με ακούτε» που ανέβηκαν πρόσφατα στην Αθήνα, ένα κορνιζαρισμένο σκίτσο του Χειμωνά που σχεδίασε κάποτε ο Γιάννης Τσαρούχης, ένα άλλο με τον Θανάση μωρό «που έφτιαξε ο Γιώργος με μολύβι, πριν από 40 χρόνια», μία δική της pop art φωτογραφία μ’ ένα «I love you» επάνω δεξιά που με ενθουσίασε μόλις την αντίκρισα –το ίδιο κι εκείνην. «Είναι χαρούμενο αυτό», είπε. Δεξιά απ’ τον καναπέ, στο κομοδίνο, φωτογραφία του Γιώργου, του Μποτλέρ, του Γιώργου (πάλι) νεότερου. Τα παντζούρια ήταν ανοιχτά – έμπαινε ήλιος και καθαρός αέρας και της άρεσε πολύ. Απ’ το μπαλκόνι φαίνονταν μαγαζιά με ανοιξιάτικα ρούχα, κάποιος θυρωρός που είχα συναντήσει λίγο πριν στην είσοδο της πολυκατοικίας ρωτώντας με πού πάω, η πλατεία Κολωνακίου, ένα υπόγειο parking, κόσμος που πηγαινοερχόταν βιαστικός για να κάνει τις δουλειές του, εκείνο το απόγευμα της Πέμπτης που με υποδέχτηκε -τι τιμή!- στο σπίτι της. Η συνέντευξή μας συνέβη σαν σκηνή μακρόσυρτου διαλόγου από κάποιο θεατρικό της έργο –κι ήταν ειλικρινής, γι αυτό και τις περισσότερες φορές κοφτή στις απαντήσεις της. «Δεν δίνω συνεντεύξεις, αλλά τέλοσπαντων», είπε. «Μ’ άρεσε πάντως έτσι όπως τα είπατε», της είπα στο τέλος. «Γιατί δεν είστε μέσος όρος σαν τους ανθρώπους που περπατάνε τώρα στην οδό Καψάλη», συνέχισα. «Λέτε;» αναρωτήθηκε. Κι έπειτα το ξανασκέφτηκε. «Δεν ξέρω αν είναι καλό τελικά να μην είναι κάποιος μέσος όρος». 
-Σας αρέσουν τα σοκολατάκια;
-Πολύ! Δεν ξέρω κανέναν που να μην του αρέσουν. Άλλο αν τα αποφεύγουν…
-Γιατί φοράτε μαύρα γυαλιά;
-Συνήθως φοράω μαύρα γιατί πενθώ (χαμογελάει). Αστειεύομαι. Είναι πιο σεμνά, πιο κομψά. Από μικρή τα έβαλα και δεν τα έβγαλα. Από 18 χρονών.

ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ - ΑΡΒΕΛΕΡ: "ΠΕΡΑΣΕ ΠΟΛΥ ΝΕΡΟ ΚΑΤΩ ΑΠ' ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ ΜΟΥ..."


Η διεθνούς φήμη προσωπικότητα, το φωτεινό αυτό μυαλό με διεθνές κύρος, μιλάει για τη σημαντικότητα των στιγμών απέναντι στο συνεχές πάθος για ζωή.
Τα μάτια της είναι γαλάζια -φωτεινά!- ο ήχος της φωνής της δυνατός και ακέραιος, συχνά χαμογελάει, δεν αφαιρείται, κοιτάει συνεχώς προς το μέρος μου, οι προτάσεις της λέγονται σα να γράφονται την ίδια στιγμή – κανένα ρήμα δεν πετιέται, τα ουσιαστικά και τα επίθετα στη σωστή τους θέση, ο προφορικός λόγος μετατρέπεται σε γραπτό αυτόματα. «Δεν θα πούμε πολιτικά, ε;», μου λέει καθισμένη στο γραφείο της, στο Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο Δελφών της οδού Φρυνίχου στην Πλάκα, εκείνο το μεσημέρι της προηγούμενη Πέμπτης που συναντηθήκαμε. «Όλοι πάντως για πολιτικά σας ρωτάνε», της εξηγώ. «Και στην τηλεόραση που σας είδα τις προάλλες, πάλι για την επικαιρότητα μιλούσατε. Αλλά, ναι, να το πάμε αλλιώς εμείς». Της δίνω ένα κουτί με φρέσκα κυπριακά δάχτυλα κυριών, βουτηγμένα στο μέλι και στα αμύγδαλα, «για το απογευματινό σας τσάι». Χαίρεται. «Τα ξέρω αυτά, είναι τόσο νόστιμα! Έχετε καταπληκτική κουζίνα στην Κύπρο», μου αναφέρει. «Πιστεύετε πως η Κύπρος είναι Ελλάδα;», τη ρωτώ καθισμένος πλάι απ’ τη δική της καρέκλα. «Ο Τσαρούχης είπε πως “η Ελλάδα είναι εκτός συνόρων”. Είπε και κάτι άλλο για την Κύπρο: “Είχαμε μια αποικία και θέλαμε να τη χάσουμε”», μου απαντά.
Όχι άδικα, η Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ θεωρείται μία από τις πιο λαμπρές πνευματικές και πανεπιστημιακές προσωπικότητες παγκοσμίως – «ιδιοφυία» και «σοφή» την ονομάζουν, αν και εκείνη αρνείται τέτοιους χαρακτηρισμούς. Έλαβε μέρος σε πολλά παγκόσμια συνέδρια ιστορίας, προσκλήθηκε για διαλέξεις στα μεγαλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου, ενώ έχει τιμηθεί με πολλές διακρίσεις. Το 1967 είχε γίνει η πρώτη γυναίκα πρόεδρος του τμήματος Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης και το 1976 εκλέχθηκε Πρύτανης (η πρώτη γυναίκα που τιμήθηκε με μια τέτοια θέση στα 700 χρόνια παράδοσης του Πανεπιστημίου). Έχει διατελέσει, μεταξύ άλλων, Πρύτανης του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου, Πρόεδρος του Πανεπιστημίου του Παρισίων και του Κέντρου Τέχνης και Πολιτισμού Ζωρζ Πομπιντού-Μπομπούρ, σήμερα είναι αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και επίτιμη πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου των Δελφών, ενώ η πλούσια εργογραφία της (με τελευταίο της βιβλίο το «Γιατί το Βυζάντιο» που κυκλοφορεί στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, και μεταφρασμένο σε πολλές γλώσσες) είναι ιδιαίτερα σημαντική παραμένοντας σημείο αναφοράς των μελετητών.
-Διδάσκονται όλα στη ζωή, κυρία Αρβελέρ;
-Τα πάντα. Όταν οι σοφιστές κάνανε για πρώτη φορά την ερώτηση «διδάσκεται η αρετή;», ουσιαστικά έκαναν την πρώτη πραγματική ερώτηση ουσίας. Γιατί όταν απάντησαν πως «η αρετή διδάσκεται», δημιουργήθηκε η δημοκρατία. Αν, λοιπόν, η αρετή διδάσκεται, διδάσκονται τα πάντα.
-Τι είναι η αρετή;
-Αρετή σημαίνει να είσαι όρθιος και ορθός. Ορθός με την έννοια του να σκέφτεσαι σωστά. Και όρθιος θα πει να έχεις τα πόδια στη γη και τα μάτια στον ουρανό.
-Δεν είναι πολύ σχετικό, όμως, το να σκέφτεται κάποιος «σωστά»; Πώς προσδιορίζεται το «σωστό»;
-Ο Ρήγας είχε γράψει «όποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάτε σωστά». Η σωστή σκέψη είναι η ελεύθερη σκέψη.
-Εγκλωβίστηκε ποτέ η δική σας σκέψη;
-Πάντοτε. Να το πούμε απλά: όταν είσαι γεννημένος στην Αθήνα, ας πούμε το 1926 σε ό,τι αφορά εμένα, έχεις τον χώρο, το χρόνο και το περιβάλλον, τα οποία είναι τα ορισμένα ως δικά σου. Επομένως, ο κάθε ένας μας είναι εγκλωβισμένος στο χώρο και στο χρόνο.

17.4.16

ΠΩΣ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΠΑΡΑΤΑΣ ΤΟ ΜΩΡΟ ΣΟΥ;


Μερικά παιδιά θα μεγαλώσουν απότομα, πολύ νωρίτερα απ' το δικό σου. Δεν θα χρειαστεί να ωριμάσουν ποτέ στη ζωή τους, αφού περνάνε στην ενηλικίωση ήδη από τις πρώτες μέρες της γέννησής τους.

Μόλις είχαμε τελειώσει απ’ την απευθείας σύνδεση του τηλεοπτικού studio με την «τράπεζα μητρικού γάλακτος του “Νοσοκομείου Έλενα”», στο κέντρο της Αθήνας. Μπήκε μέσα συγκινημένη. «Το κορίτσι μου έβαλε τα καλά του!», είπε. Η μικρή ήταν λίγων μόνο μηνών. Φορούσε ροζ μακρύ φορεματάκι, κόκκινη κορδελίτσα στη μεσούλα, παπούτσια γαλάζια και κάλτσες λευκές με πολύχρωμα αρκουδάκια επάνω. Τα μαλλιά της -ήδη ανεπτυγμένα- ήταν ξανθά, μία τούφα ήταν πιασμένη με λαστιχάκι για να μην πέφτουν μπροστά στα μπλε της μάτια – τα λαμπερά!

Η προϊσταμένη την κρατούσε πολύ σφικτά, δεμένη σχεδόν ανάμεσα στα ανοιχτά της χέρια, με μία αόρατη κλωστή που πιανόταν κόμπος μην της φύγει το προδιαγεγραμμένο. «Σήμερα το κοριτσάκι μας θα πάει στο ίδρυμα. Βάλαμε τα πιο ωραία μας για να βρεθεί εκεί όμορφη. Στολιστήκαμε. Το αυτοκίνητο μας περιμένει από κάτω». Δεν καταλάβαινα τι γινόταν. Γύρισα το κεφάλι μου στη Γιώτα που λίγο πριν μου εξηγούσε το καλό που κάνει στα νεογέννητα το μητρικό γάλα, στην ανάπτυξη και στο μεγάλωμά τους. «Ακριβώς δίπλα είναι η μονάδα με τα εγκαταλελειμμένα βρέφη», μου είπε.

Γύρισα ξανά το κεφάλι μου στη μαία που κρατούσε στην αγκαλιά της τη μικρή νεράιδα. «Μπορώ; Για λίγο;». «Έχετε μαζί σας τη δημοσιογραφική ταυτότητα;». «Τα πάντα». «Ανεβαίνω σε λίγο. Θα πάμε μέσα μαζί».

Η πόρτα ήταν κλειδωμένη. Χτυπήσαμε δύο φορές. Μας άνοιξε μία νοσοκόμα. Φόρεσα τη λευκή ρόμπα που κρεμιόταν στον προθάλαμο και προχώρησα στον μικρό στενό διάδρομο. Κανένα μωρουδιακό κλάμα. Λες και αυτά τα παιδιά είχαν προαποφασίσει, από το πρώτο τους απότομο και ανεπιθύμητο «ουά», να αποκτούν αυτάρκεια, επιβεβλημένη ελευθερία και ανεξαρτησία. Να γίνονται ενήλικες από ανάγκη.

«Αχ, και να ‘μουνα η μέρα που γεννήθηκες / να σου ‘δινα την πρώτη σου αγκαλιά…».

Το μωρό στο πρώτο κρεβατάκι φορούσε μπεζ κορμάκι και καλτσάκια πορτοκαλί, είχε μάγουλα ροδοκόκκινα, μέτωπο πλατύ και μάτια ιριδίζοντα. Μόλις το κοίταξα χαμογέλασε κοιτώντας με με απορία. Άπλωσα τα χέρια μου, άπλωσε τα δικά του αμέσως. «Μπορώ;». «Μπορείτε. Έχουν μάθει αυτά τα παιδιά στις αγκαλιές. Και τις ζητάνε συνεχώς».

Το κοριτσάκι είχε γεννηθεί τέλη Νοεμβρίου. Αυτό έγραφε στο καρτελάκι. Έβαλε το κεφαλάκι του στο στήθος μου και του το χάιδεψα – μόλις είχε ξεκινήσει να γεννάει τρίχες στα μαλλιά. Οι γονείς του ήταν τσιγγάνοι, η μαμά του -ανήλικη- το είχε γεννήσει μέσα σε ένα αυτοκίνητο, δεν μπορούσε να το κρατήσει λόγω οικονομικών δυσκολιών, το πήγαν κάποιοι γείτονες στο μαιευτήριο, πότε πότε το επισκέπτεται αλλά με απόφαση εισαγγελέα δεν μπορεί να το έχει κοντά της. Ζωές τσακισμένες.

Γιατί το να είσαι γονιός προϋποθέτει στοιχειώδη ικανότητα – πέρα από ταλέντο.

Παθογενείς εξαρτήσεις, ναρκωτικές ουσίες, σοβαρά οικογενειακά και ψυχιατρικά προβλήματα περιπλέκονται γύρω από μία μοίρα που δεν γνωρίζουν αυτά τα μωρά – δεν ξέρουν πως έχουν γεννηθεί με μία πετριά σκληρότητας ενός κόσμου που δεν γνώρισαν ακόμη αλλά τα περιβάλλει, καθώς αναζητάνε ξένα χέρια μήπως αντικαταστήσουν τα πρώτα που τα κράτησαν, συνδεδεμένα με έναν ελαφρύ ομφάλιο λώρο που αποκόπηκε απότομα αποβάλλοντάς τα. Άτυχα από κούνια; Ή, μακροπρόθεσμα, τυχερά;

Γνωρίστηκα με όλα: το κοριτσάκι που το γέννησε ένα άλλο κορίτσι 14 ετών, το αγόρι με τα θαλασσί μάτια που οι γονείς του το είχαν εγκαταλείψει «για λίγο» γιατί δεν μπορούσαν να το μεγαλώσουν μαζί με τα υπόλοιπα 7 τους παιδιά, το βρέφος των τριών μηνών που έπρεπε να φύγει απ’ το σπίτι μετά από καταγγελία των γειτόνων και απόφαση εισαγγελέα αφού ο σύζυγος κακοποιούσε τη μητέρα σχεδόν κάθε βράδυ, το μωρό που είχε κινητικά προβλήματα αλλά το βλέμμα του έτρεχε με ταχύτητες που κανείς δεν μπορούσε να διαβλέψει πού θα κατέληγε – ολομόναχο στον κόσμο, άντρας ήδη δυνατός από 6 μηνών.

Κοίταξα τη μαία. Ύστερα τα μωρά μέσα στα κρεβατάκια τους. Ξανά τη μαία: «εσείς είστε η μητέρα τους!».

Πήγα ξανά στο κρεβατάκι της μικρής. Εκείνης που με προϋπάντησε στο «σπίτι» που αντικατέστησε το μητρικό, με ζωγραφιές στους τοίχους, πλαστικά παιχνίδια και μικρές μπαλίτσες από αφρολέξ. Της έδειξα ξανά τα χέρια μου, πάνω απ’ το κεφάλι της, κουνώντας τα πέρα δώθε. Χαμογέλασε διάπλατα. Προσπάθησε να σηκώσει τα δικά της, πλησιάζοντας τα δικά μου. Μόλις 5 μηνών – μα, τόση δύναμη! Ήθελε πάλι αγκαλιά. Την ξανασήκωσα. Της έβαλα ξανά το κεφαλάκι της στο στήθος μου. «Κοριτσάκι μου! Κοριτσάκι μου! Ποιος μπόρεσε να σε παρατήσει εσένα;».

Δημοσίευση στο ένθετο "ΦιλGood" της εφημερίδας "Ο Φιλελεύθερος" της Κύπρου, την Κυριακή 17 Απριλίου. Φωτογραφία: Γιάννης Χατζηγεωργίου.

10.4.16

LADY!


«Όσο το Πάσχα προχωρά / σε συλλογίζομαι / είσαι με άλλη στο χωριό / κι εγώ βουρλίζομαι».

Δεν υπάρχει ζωή χωρίς καμένα σπίτια. Χωρίς το καλό και το ζόρι που ανεβοκατεβαίνουν αυτόματα στη ζυγαριά όταν τα στερνά τιμούν τα πρώτα κι όταν η γνώση αντικαθιστά τη φόρα των νιάτων. Χωρίς λίγο σάπιο αέρα στα ρουθούνια σου ανυπομονώντας για τον καθαρό ύστερα από τα απανωτά λάθη, τις βλακείες, την άγνοια κινδύνου, τους κακούς συμβούλους ή την κακομαθησιά σου. Αν μη τι άλλο, η Άντζελα Δημητρίου ποτέ δεν ζούσε έντρομη, κλεισμένη στο δωμάτιό της, ασθμαίνοντας πάνω απ’ την καρδάρα για τις αποτυχίες της, αλλά προτιμούσε να αποτολμά το τρεχαλητό στην άκρη του γκρεμού, διατηρώντας ακέραιο το ατόφιο της λίπασμα σαν έμπειρη που είναι σχοινοβάτης.

Ανέκαθεν, άλλωστε, αγαπούσε την έκθεση. Κυρίως της προσωπικής της ζωής η οποία, καθώς περνούσαν τα χρόνια της λαϊκής -και κλασικής- της πια καριέρας, δεν άφηνε την μπίλια να καθίσει κάπου. Παλιά καραβάνα.

Κάποτε ήταν ο «άγνωστος» γιος της, οι καβγάδες της με τον Στηβ Κακέτση, ο έρωτας και ο (δεύτερος) γάμος της με τον Γιώργο Τρούπη, η απόπειρα αυτοκτονίας της κόρης της, Όλγας, που στην ανήσυχή της εφηβεία ήθελε να ακολουθήσει την καριέρα της διάσημης μαμάς της, η σωματική κακοποίησή της στην οποία αναφέρθηκε δημόσια, ακόμη και οι εκτρώσεις που έκανε από τις πάλαι ποτέ μεγάλες της αγάπες, κάτι που αποκάλυψε πριν από λίγες βδομάδες η ίδια και ο πρώην (πολύ πρώην) σύντροφός της, Λευτέρης Πανταζής, ανασύροντας ένα ακόμη κομματάκι από την φαρέτρα της γνώσης που λέει πως «το κοινό πρέπει συνεχώς να εκπλήσσεται από τους σταρς».

Γιατί η Άντζελα Δημητρίου είναι σταρ. Και ξέρει πώς να επανεφευρίσκει τον εαυτό της καλύτερα απ’ τον κάθε λαμπρό μάνατζερ καλλιτεχνών. Η διαφήμιση-viral των Jumbo εντάσσεται στο σωστό μερίδιο που ξέρει να λαμβάνει από τη διαχείριση του ονόματος 45 χρόνων καριέρας και 39 δίσκων. Αυτού, δηλαδή, που λέγεται «διαχρονικότητα».

Πάει πολύς καιρός από τότε που μία λουλουδού μού περιέγραφε στη «Νεράιδα» με τι ταχύτητες θα έπρεπε να πηγαινοφέρνει τα πανέρια από γαρύφαλλα στις παλάμες της λαίδης, ώστε κανείς θαμώνας και θαυμαστής της να μην δυσαρεστηθεί, καθώς ακούγονταν οι πρώτες νότες από το «Ουρανέ», το «Ποια θυσία», το «Φωτιά στα Σαββατόβραδα» – το αδιαμφισβήτητα πιο επιτυχημένο ζεϊμπέκικο των ‘80s, σύμφωνα με τον επίσημο «κατάλογο ελληνικής δισκογραφίας». Τα σκαμπανεβάσματα στην καριέρα της ήταν προδιαγεγραμμένο ήδη από την εφηβική της ηλικία συμβάν: σα να περνούσε πάντα σε διάφανη κλωστή το μέλλον της από την τρυπούλα της βελόνας των υφαντουργίων «πεταλούδα» στα οποία κάποτε εργαζόταν, ρισκάρωντας. Τότε που έκανε βόλτες στο περήφανο Περιστέρι και δεν υπήρχε λόγος να ξέρει ποια είναι η ετυμηγορία της λέξης «σκίρτημα» αφού το ζούσε, αφού το ταλέντο της βαθιάς χροιάς στη φωνή της δεν χρειαζόταν να αντικαταστήσει κάτι που δεν αφορούσε τον νταλκά ή την καψούρα των αγοριών και των κοριτσιών καθώς διονυσιάζονταν με τα (άλλοτε πολύ καλά, άλλοτε πολύ κακά) τραγούδια της. 

Όταν το κοινό παραμέριζε για να περάσει διαβλέποντας τη νέα του «βασίλισσα», εκείνη γλεντούσε το όνειρό της χωρίς μετριοπάθεια κι έλεγε όσα είχε στο μυαλό της χωρίς κοσκίνισμα νοημάτων και δεύτερης σκέψης στην περηφάνια της. Και γιατί, άλλωστε, να υποκριθεί;

«Εγώ, αγόρι μου, δεν τελείωσα ούτε πανεπιστήμιο, ούτε είμαι καμία δικηγόρος για να βγαίνω και να λέω μεγάλα λόγια. Εγώ είμαι μια τραγουδίστρια που τραγουδάει στις πίστες, είτε το θέλουν κάποιοι είτε όχι. Το να λέω σε μία συνέντευξη μου “δημοφιλή τραγουδίστρια”, το οποίο δεν είναι το σωστό γραμματικά, λυπάμαι, αλλά δεν το ‘ξερα. Πού είναι το πρόβλημα; Ας βγουν να με πυροβολήσουν οι μορφωμένοι!», μου είχε πει κάποτε στο καμαρίνι της.

Το ίδιο βράδυ τη ρώτησα για το «αίμα» στη φωνή της, τη μνήμη που φέρει το «Δυο φωνές» και το «Οι χωρισμένοι δε γιορτάζουνε ποτέ», την εύθραυστη ψυχολογία της και το πείσμα της που ύψωσε αναχώματα. Θυμάμαι πως δάκρυσε. Και μου εξήγησε πολλά – με τον τρόπο της. Κυρίως για τον μετρονόμο μιας μουσικής που προέρχεται από τη ζωή της και όχι από το χάος της εγκεφαλικότητας του γύρω της κόσμου που -νομίζει πως- την κοροϊδεύει. 

Δημοσίευση στο ένθετο "ΦιλGood" της εφημερίδας "Ο Φιλελεύθερος" της Κύπρου, την Κυριακή 10 Απριλίου. Φωτογραφία: Γιάννης Χατζηγεωργίου.

27.3.16

ΦΥΣΗΞΕ Ο ΒΑΡΔΑΡΗΣ ΚΑΙ ΚΑΘΑΡΙΣΕ


«Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα: χίλιοι τη χαίρονται - ένας την πληρώνει», Ντίνος Χριστιανόπουλος.

Τη θυμάμαι συχνά αυτή την πόλη. Με οποιαδήποτε αφορμή. Μου τηλεφώνησε ο Πάνος τις προάλλες για να μου πει πως είχε περάσει από τη Μανωλάκη Κυριακού στον Άγιο Δημήτριο και το χωριό της γιαγιάς του, την Κερασία Νέας Μηχανιώνας, για να πάρει κάτι καλύμματα καναπέδων late ‘60s, πως δεν μπορούσε να παρκάρει το νοικιασμένο του αυτοκίνητο κάπου -«πώς έγινε έτσι το κυκλοφορικό κι εδώ!»- πως έκανε βόλτες στο κέντρο – κυρίως στη Νέα παραλία, γύρω από το Λευκό Πύργο, τα Λαδάδικα και τη Διεθνή Έκθεση. Πως δεν γινόταν να σταματήσει κάπου για να μου πάρει τσουρέκια και τρίγωνα Πανοράματος – έστω δυο τρία απ’ αυτά τα κουλουράκια που κάνουν κρίτσι κρίτσι στο στόμα και τα πουλάνε στην Αριστοτέλους. Τις εικόνες, όμως, τις είχα ήδη σχηματίσει στο μυαλό μου.

Σα να έπινα μέτριο προς γλυκύ στη Νίκης με ομίχλη και θέα στους γλάρους να ανεβοκατεβαίνουν διψασμένοι στο νερό…

Αχ, η Θεσσαλονίκη!

Κάποτε υπήρχε ένα μπαρ, μπροστά από κάποιο μικρό πάρκο, νομίζω πολύ κοντά στο κτήριο της ΕΤ3, που μάζευε κάθε Σάββατο δεκάδες παράταιρα πλάσματα του καιρού και του κόσμου, περιθωριακά, λίγο εξεζητημένα, πολύ ευαίσθητα και μόνα. Γυναίκες, άνδρες, μα κυρίως άνδρες που ντύνονταν γυναίκες. Λεγόταν «Ahu». Δεν θα ξεπερνούσε τα 100 τετραγωνικά, ήταν πάντα ημιφωτισμένο, έπαιζε Βίσση και Σακελλαρίου (κυρίως) και έβαζε στα ποτήρια μπόμπες. Ήταν φτηνό – δωρεάν η είσοδος, πλήρωνες μόνο το αλκοόλ -κάπου στις χίλιες δραχμές-, αλλά αν σε συμπαθούσε πολύ ο Στέλιος κι έκανες κέφι ή του θύμιζες πως κι αυτός κάποτε υπήρξε ένα λαϊκό αγόρι που δούλευε ως ελαιοχρωματιστής και υφαντής, μπορεί και να σου κέρναγε όλα τα τζιν τόνικ.
Εκείνη την εποχή έμενα στο σπίτι του φίλου μου του Γιώργου, στη Δοϊράνης, που είχε θέα στο Πανεπιστήμιο με φιλοξενούμενους, κατά καιρούς, κανά δυο αμερικανούς, τη Μαρκέλλα, έναν φαντάρο ανασφαλή και κάποιον ιδιοκτήτη μαγαζιού ηλεκτρικών συσκευών με μπαμπά απ’ τη Χαλκιδική και εξοχικό στην Ουρανούπουλη.

Αλλά η Εγνατία, ο Βαρδάρης – τι ποίηση, τι βόλτες!

Το ξενοδοχείο «Αλεξάνδρεια», κοντά στους τρύπιους δρόμους του οβελιστηρίου «Ο Θανάσης» με τις πράσινες πλάκες επάνω στις οποίες έπρεπε να κάνεις μεγάλα άλματα για να περάσεις στο απέναντι πεζοδρόμιο, ήταν το στόμα των σκουπιδιών. Τη μέρα δεν καταλάβαινες πολλά από όσα θα συνέβαιναν το βράδυ: επιβάτες των ΚΤΕΛ πηγαινοέρχονταν στα τραπεζάκια πίνοντας φραπέ, μανάδες τσακώνονταν με τα παιδιά τους τραβώντας τα απ’ το γιακά, βούλγαροι παζάρευαν τις τιμές στις φόρμες γυμναστικής και στα σορτσάκια, κανά δυο άνδρες, κάπως μελαμψοί, πηγαινοέρχονταν άσκοπα ή περιμένοντας στις στάσεις κάποιο λεωφορείο χωρίς ακριβή κατεύθυνση και ρωτώντας τους περαστικούς για το «Διοικητήριο» ή την «Καλαμαριά». Αλλά η νύχτα…

«Όταν τις νύχτες τριγυρνώ στη μοναξιά μου / ψάχνω μες σε χιλιάδες πρόσωπα να βρω / εκείνο το τρεμούλιασμα στην άκρη του ματιού σου».

Τα τριανταφυλλένια χαμόγελα μετατρέπονταν σε κάκτους, τα λευκά φανάρια των δρόμων έσπαγαν από κόκκινες αποχρώσεις που δημιουργούσαν λαμπτήρες, όλα φαίνονταν φυσιολογικά και η αμαρτία ήταν προσευχή σε νεόκοπο άγιο. Η Εγνατία, στις αρχές της, ήταν η Σατωβριάνδου της Αθήνας – τόσες καίριες αντιθέσεις μεταξύ τους μαζεμένες δεν θα ‘βρισκες πουθενά αλλού στην Ελλάδα.

Στην είσοδο του ξενοδοχείου συναντούσα συνήθως χαρούμενους μα σοβαρούς ανθρώπους, απενοχοποιημένους στα γούστα, στις χάρες και στα ντέρτια του σώματος. Γεννημένοι για ανάγκες βαθιές και εκ φύσεως γονυπετείς.

Ένα πρωινό, παίρνοντας ταξί για να βρεθώ στην οδό Σκεπαστού της Άνω Πόλης, προσκυνητής και ταματοφόρος του μεγίστου ποιητή της πόλης, είχα καθίσει για λίγο έξω από ένα σπίτι με θέα στο Θερμαϊκό και σκεφτόμουν όλες εκείνες τις διαβαθμίσεις των ερώτων και των καταστροφών τους, όλα αυτά που είχαν κάνει ακόμη και το προηγούμενο βράδυ τις πόρνες του Βαρδάρη να ερωτεύονται – ξαπλωμένες πλάι σε άγνωστα κορμιά, μονογαμικές πάντα στην καρδιά τους, τη σχεδόν παρθένα.

«Φοβάμαι πως οι μεγαλύτεροι έρωτες της ζωής μας θα είναι πάντα οι ανεκπλήρωτοι», θα μου έλεγε αργότερα ο κύριος Ντίνος, ο προφήτης. Που σπούδασε την πραγματικότητα με τον τρόπο που κάποιοι κοιτάνε Πικάσο έχοντας αχρωματοψία παιδιόθεν. 

Δημοσίευση στο ένθετο "ΦιλGood" της εφημερίδας "Ο Φιλελεύθερος" της Κύπρου, την Κυριακή 27 Μαρτίου. Φωτογραφία: Γιάννης Χατζηγεωργίου.

20.3.16

ΖΩΖΩ ΣΑΠΟΥΝΤΖΑΚΗ: "ΕΝΙΩΘΑ ΘΕΑ! ΝΙΩΘΩ ΘΕΑ!"


«Τα χρόνια δεν τα μέτρησα με την ταυτότητά μου / γιατί είχα εγώ ταυτότητα τη σθεναρή μου οντότητα / το σκήπτρο, την κορώνα μου και τα διαμαντικά μου. / Γράφτε Ζωζώ κι εφόσον ζω άλλα δεν επιτρέπω / σ’ αυτό τον κόσμο το χαζό που όλα τα παραβλέπω / μεθάει η κολόνια μου, κουτό, γι’ αυτό και διαπρέπω».  

Το σπίτι της πιο θρυλικής και αειθαλούς show woman, ηθοποιού και τραγουδίστριας της Ελλάδας στην Αθήνα είναι ένα ισόγειο διαμέρισμα, πίσω από τις στήλες του Ολυμπίου Διός, στην περιοχή της Ακρόπολης. Γεμάτο από φωτογραφίες της -στους τοίχους, κορνιζαρισμένες επάνω σε μικρά τραπεζάκια, σε άλμπουμ και πολυσέλιδα λευκώματα-, από πίνακες, μεγάλους και μικρότερους, με τη φιγούρα της, μικρά δώρα, ενθύμια από θαυμαστές – δεκάδες αναμνήσεις μιας καριέρας δεκαετιών. Στο ραδιόφωνο ακούγεται Adele – «μ’ αρέσουν ωραίες φωνές και μουσικές που με χαλαρώνουν», μου εξηγεί όταν καταλαβαίνει την έκπληξή μου. Κατά τη διάρκεια της κουβέντας μας θα σταματήσει την προσωπική της αφήγηση και θα μου τραγουδήσει a capella το «Η Αθήνα τη νύχτα», σε στίχους Γιάννη Ξανθούλη που ερμηνεύει και στις φετινές της εμφανίσεις στην «Αθηναΐδα», στο Βοτανικό, αλλά και το «πόσο λυπάμαι, τα χρόνια που πήγαν χαμένα, πριν να γνωρίσω εσένα που πρόσμενα καιρό» – ναι, η φωνή της Ζωζώς παραμένει ίδια, αναλλοίωτη, σαν απόσπασμα από τις ελληνικές ταινίες, ασπρόμαυρες αλλά και έγχρωμες, στις οποίες πρωταγωνίστησε («Ο ξυπόλητος πρίγκηψ», «Ο ψεύτης», «Ο Άνθρωπος της καρπαζιάς», «Ο Πατούχας» κ.α). «Άσε το κασετοφωνάκι να γράψει τη φωνή μου, εγώ δεν τα φοβάμαι αυτά, ξέρω πολύ καλά ποια είμαι. Να μ’ έχεις ενθύμιο». Καθόμαστε στο σαλόνι. Επιμένει να δοκιμάσω τα σοκολατάκια της με γεύση πορτοκάλι.

«Όταν ξυπνάω μου αρέσει να κινούμαι λιγάκι, να περπατάω μέχρι την Ακρόπολη, να τρέχω και να κάνω γυμναστική. Αυτά με αναζωογονούν. Εδώ, πριν 10 μέρες, έξω από το Μουσείο, βρισκόταν ένας μουσικός ο οποίος έπαιζε με το βιολί του μία πολύ ωραία μελωδία. Είχα κάτι ψιλά μαζί μου, του τα έβαλα μέσα στο κουτάκι του, του χαμογέλασα και πήγα να απομακρυνθώ. Γύρω μου, όμως, μαζεύτηκαν ξαφνικά άνθρωποι πολλοί – “Ζωζώ”, “Ζωζώ, σ αγαπάμε” άρχισαν να μου λένε, να μου δίνουν συγχαρητήρια, φιλιά, αυτά που συναντώ συνεχώς στο διάβα μου από θαυμαστές και όχι μόνο. Σχηματίστηκε ένας κλοιός γύρω από μένα. Κοίταξα τον κόσμο, πήγα κοντά στο μικρόφωνο, χειροκρότησαν και τραγουδήσαμε μαζί. Τι όμορφη στιγμή! Είμαι αυθόρμητος άνθρωπος. Ακόμη κι όταν δεν εμφανίζομαι κάπου, έρχεται το κοινό και μου λέει: “πού θα εμφανιστείς Ζωζώ;”. Τότε αισθάνομαι υποχρεωμένη να βρεθώ σε κάποια σκηνή, να με παρακολουθήσουν, έστω και για λίγο. Δεν δύναμαι να τους το στερήσω αυτό».

«Έχω συνηθίσει πια να με λένε “βασίλισσα της νύχτας”, δεν είναι τίποτα για μένα, τόσα χρόνια μου το λένε, από 16 ετών. Μου κάνει εντύπωση πάντως που έχω τόσους θαυμαστές νεαρούς σε ηλικία – με χαϊδεύουν, μου λένε όμορφα λόγια, έχουμε καταπληκτική σχέση. Αυτό με αναπτερώνει, μου δίνει δύναμη, με κάνει να λέω στον εαυτό μου: “Ζωζώ, τώρα η καριέρα σου έχει περάσει και σε μία άλλη γενιά”. Κι αυτό σημαίνει διαχρονικότητα. Δε λέω, και παλιότερα με θαυμάζανε, αλλά όχι τόσο πολύ. Αυτό που βιώνω τα τελευταία χρόνια έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο. Το απολαμβάνω! Γίνεται χαμός. Να, πριν λίγο καιρό, στην “Αθηναΐδα” όπου εμφανίζομαι, η νεολαία έλεγε μαζί μου όλα μου τα τραγούδια, τα κινηματογραφικά κυρίως -στο “είμαι κορίτσι ζόρικο” τι πανικός που επικρατεί!-, όλα αυτά που εγώ τα έχω ψιλοβαρεθεί κιόλας. Πριν από 3-4 χρόνια που εμφανιζόμουν στο “Αγγέλων Βήμα” είχε έρθει ένας νεαρός, γύρω στα 30, γονάτισε στα πόδια μου, και μου είπε πως όταν τον ρωτούσαν όσο ήταν μικρός “τι θες να γίνεις όταν μεγαλώσεις;” εκείνος απαντούσε: “το μόνο που θέλω είναι να παντρευτώ τη Ζωζώ!”. “Και τώρα”, συνέχισε εκείνος γονατισμένος μπροστά μου, “έχω την ίδια επιθυμία!”. Μου ‘χουν συμβεί πολλά τέτοια περιστατικά στην καριέρα μου».  

19.3.16

ΧΡΥΣΑ ΡΩΠΑ: "ΕΓΩ ΔΕΝ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΚΙΣΣΟΣ, ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΠΛΑΤΑΝΟΣ"


Φορούσε καπέλο, έπινε καφέ, κάπνιζε, διάβαζε και κρατούσε σημειώσεις σ’ ένα χαρτί όταν την είδα εκείνο το Σαββατιάτικο απόγευμα στου Ψυρρή. Αιτία της συνάντησής μας ήταν όλα εκείνα τα κενά που φαίνεται να αφήνει στις συνεντεύξεις της και που, με ένα μαγικό τρόπο, πάντοτε απαντιούνται νοητικά αν και αφορούν το πιο βαθύ συναίσθημα.

-Ένας κωμικός ηθοποιός δεν δικαιούνται να έχει λυπημένες στιγμές απέναντι στο κοινό του; 
-Όταν είναι επάνω στη σκηνή δεν έχει δικαίωμα έκφρασης ιδιωτικών και προσωπικών προβλημάτων. Εξάλλου, δεν είναι αυτός, είναι ένας άλλος. Στις ιδιωτικές του στιγμές που μοιράζεται σε δημόσιους χώρους, είναι πολύ ανθρώπινο κάποιος άγνωστος να σου σφίξει το χέρι και να σε φιλήσει και, καμιά φορά, αυτό στέκεται αφορμή να ξεφύγεις και από αυτό που σε απασχολεί και σε σκοτίζει. Κι έτσι περνάς από την λύπη στη χαρά. Έτσι ειν’ η ζωή: ένα νόμισμα με δύο όψεις.
-Η σκοτεινή σου όψη πώς είναι;
-Κοιτάζομαι στον «καθρέφτη», αλλά εκεί δεν βλέπω κάποια σκοτεινή όψη – μπορεί και να κρύβεται τόσα χρόνια. Αλλά επειδή πάντα κρατάω φακό, όταν την ανακαλύψω θα τη φωτίσω.
-Ποιος βγάζει τον καλό σου εαυτό;
-Η αγάπη! Η εμπιστοσύνη, η αξιοπρέπεια, η εντιμότητα, το ήθος, η συνέπεια, η ευγένεια, τα τραγούδια που αγαπώ.
-Αγαπιέσαι εύκολα;
-Ναι. Νομίζω, ναι. Άλλωστε, αυτός είναι ο στόχος μου. Αυτό είναι το ζητούμενό μου: το να μ’ αγαπάς! Όχι άμεσα, αλλά αυτό επιζητώ.
-Εσύ αγαπάς εύκολα;
-Βέβαια! Ακόμη και τώρα, μετά από μισό αιώνα, σκέφτομαι μερικές φορές από καρδιάς για πολλούς ανθρώπους που συναντώ: «αχ, πόσο θα ‘θελα αυτό τον άνθρωπο να τον έχω φίλο!».
-Πάντα λειτουργούσε καλά το ένστικτό σου;
-Ναι, πολύ καλά. Και πάντα χωρίς να ξέρω πού οφείλεται αυτό. Αλλά ήμουν ανυπάκουη, δεν του έδινα την πρέπουσα σημασία. Ήθελα να έχει άδικο πάντα. Ήθελα οι άλλοι να ‘χουν δίκιο. Δεν το σεβάστηκα. Αλλά, ευτυχώς, χάρη σ’ αυτή την ξεροκεφαλιά μου, τις ψευδαισθήσεις μου και τις αυταπάτες μου, βρήκα και θησαυρούς. Τώρα νομίζω ότι έχει αποκατασταθεί πολύ η σχέση μας και με το ένστικτο -κι ας έχει άδικο- και με την διαίσθηση μου που την είχα κλειδωμένη στο υπόγειο. Κάλλιο αργά πάρα ποτέ. 

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΠΑΠΑΚΑΛΙΑΤΗΣ: "ΕΧΘΡΟΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΕΙΝΑΙ Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ"



Με τη νέα του ταινία «Ένας άλλος κόσμος» ο έλληνας σκηνοθέτης, σεναριογράφος και ηθοποιός -μα, κυρίως σταρ- αναμετριέται σκληρά με τον καλύτερό του εαυτό, την τέχνη του και τις πιο δημιουργικές του στιγμές.

-Ένας άλλος κόσμος… Τι είναι αυτός ο κόσμος; Γιατί «άλλος»;
-Καταρχήν, γιατί ο κόσμος γύρω μας αλλάζει, κι ίσως πάντα να συνέβαινε αυτό, όμως πια, τα γεγονότα είναι τόσο ακραία, που δεν γίνεται να μην παρατηρήσουμε αυτή την αλλαγή. Κατά δεύτερον, πιστεύω πως όταν οι άνθρωποι ερωτεύονται, είναι σα να ζουν σε έναν άλλο κόσμο, όπου όλα είναι εφικτά. Κατά τρίτον, οι ήρωες της ιστορίας είναι από διαφορετικές χώρες, διαφορετικούς κόσμους. Ήθελα για την ταινία έναν τίτλο που να περιλαμβάνει όλα όσα συμβαίνουν σε αυτήν, αλλά παράλληλα να έχει και μια δεύτερη ανάγνωση. 
-Από πότε σκεφτόσουν αυτή την ταινία; Λίγο μετά αφού τελείωσε το «Αν…» ή έδωσες ένα χρονικό περιθώριο στον εαυτό σου για να αποφορτιστεί καταρχήν απ’ αυτό;
-Την είχα σαν μια γενικότερη ιδέα στο μυαλό μου από τότε που τελείωνε το «Αν..», όμως πήρε πολύ καιρό, αρκετές αλλαγές και μεταποιήσεις, μέχρι να ολοκληρωθεί στο χαρτί. Γενικά, το συγκεκριμένο σενάριο πέρασε από πολλά στάδια έως ότου πάρει μια τελική μορφή.
-Πολλοί μίλησαν για ένα άνοιγμά σου και στη διεθνή αγορά με αυτή την ταινία, ίσως και λόγω του cast των ηθοποιών…
-Όταν φτιάχνεις μια ταινία, ποτέ δεν ξέρεις πραγματικά ποιο θα είναι το μέλλον της. Προσωπικά, ήθελα να γράψω μια ιστορία που να εξελίσσεται στη χώρα μου, μια ιστορία ερωτική ανάμεσα σε Έλληνες και ξένους πολίτες, με φόντο την πραγματικότητα που λίγο-πολύ, κατά κάποιον τρόπο, όλοι βιώνουμε. Είναι η θεματολογία της ταινίας τέτοια, που δεν θα μπορούσε να μην είναι μεικτό το cast. Το αν αυτή η ιδιαιτερότητα της ιστορίας αποτελέσει και όχημα ώστε να έχει μια μεγαλύτερη απήχηση και εκτός συνόρων, είναι κάτι που δεν προγραμματίζεται, ούτε ελέγχεται. 
-Υπάρχει αυτή η προοπτική; Είναι κάτι που σε ενδιαφέρει μελλοντικά; 
-Κάθε δημιουργός θέλει το καλύτερο για το έργο του. Έτσι κι εγώ. Αυτή η ταινία είναι μια δουλειά, στην οποία δύο χρόνια τώρα, πάρα πολλοί άνθρωποι έχουμε επενδύσει και κοπιάσει. 
-Ποιες ήταν οι δυσκολίες που αντιμετώπισες ως Έλληνας δημιουργός, μέχρι να καταφέρεις να εξασφαλίσεις την συμμετοχή του J.Κ. Simmons, ενός οσκαρικού ηθοποιού, στη νέα σου ταινία; Και, γιατί το επιδίωξες;
-Δεν υπήρχαν τόσες δυσκολίες όσες φαντάζεσαι. Ήταν μια καταπληκτική συνεργασία, πολύ βατή. Περισσότερη αγωνία είχα πριν συναντηθούμε, για το ποιος ηθοποιός θα παίξει αυτόν τον ρόλο, παρά όταν τελικά δουλέψαμε μαζί. Η αγωνία υπήρχε, λόγω του ότι έπρεπε να είναι ξένος ο ηθοποιός, μοιραία λοιπόν, αυτό ανέβαζε τον βαθμό δυσκολίας σε όποια πρόσβαση μπορεί να είχα σε ξένους ηθοποιούς. Όμως, ευτυχώς, είχα εξαιρετικούς συνεργάτες από πλευράς παραγωγής στο εξωτερικό, γεγονός που συνέβαλε καταλυτικά. 

Η ΠΕΡΒΙΝΗ ΠΟΥΛΑΕΙ ΧΑΛΛΟΥΜΙΑ ΣΤΟΥ ΜΟΡΦΟΥ


«… Εγώ φονιάς δεν είμαι / Μονιάστε μαζί μου της γλάστρας τα λουλούδια / καλύμματα των κρεβατιών, καρέκλες / κι εσείς φωτογραφίες μες στο άλμπουμ / Εγώ φονιάς δεν είμαι…», Mehmet Yiashin.

Δεν έχει τελικά μεγάλη διαφορά το χαλλούμι με πολύ αλάτι από εκείνο με λιγότερο. Ίσως μόνο στην ποσότητα του νερού που θα χρειαστείς έπειτα από λίγη ώρα, για να κατευνάσεις τη δίψα σου. Με κοίταξε καλά καλά που κοντοστάθηκα κοιτώντας την, έκοψε με το μαχαίρι που κρατούσε ένα μικρό κομματάκι και από τα δύο μεγάλα πλαστικά μπολ τοποθετώντας τα, με μία γρήγορη κίνηση, επάνω στον αυτοσχέδιο, σχεδόν ετοιμόρροπο της πάγκο, και μου τα έβαλε μέσα στην παλάμη. «Φάε. Τούτα είναι μούχτιν. Αν δεν σ’ αρέσουν δεν αγοράζεις». «Μιλάς ελληνικά;». «Είμαι Κυπραία». «Τουρκοκύπρια;». «Ναι. Στην Κρήτου Τέρρα γεννηθείσα».

Πέντε χρόνων, το 1963, έφυγε από την Κρήτου για να πάει να ζήσει με την οικογένεια της στην Τέρρα – «ήταν καλά χρόνια», λέει, ελληνικά έμαθε στο δρόμο, τούρκικα στο μειονοτικό, στην Πάφο. Από το ’74 ζει στον Λάρνακα της Λαπήθου. Προσαρμόζεται, λέει. «Εμείς ανακατωνούμαστε πάντα. Εφοήθηκα, άφησα το χωρκό μου και ήρτα ποδά. Να πούμε τες αλήθκειες. Όπως έγινε και μ’ εσάς». Θέλει να λυθεί το κυπριακό. «Να βρουν τον τρόπο». Αχ, αχ λέει κι αναστενάζει. Αχ, αχ. «Τόσα χρόνια…».

Πατρίδα της Περβίνης είναι η γη ολόκληρη, όχι τα κομματιασμένα της μέλη.

Χαλλούμια πουλούσε πάντα – στην Κερύνεια, στο Κιόνελλι, στο νέο της χωριό. «Έχει μυστικά το καλό χαλλούμι. Πρέπει να είναι καλό το γάλα, καταρχήν. Είχα δικά μου κτηνά στο χωρικό αλλά τωρά που τα επούλησα έφαα τον κόσμο να έβρω έναν καλό και φτηνό που να μου πουλά το καλλύττερο γάλα. Τωρά είμαι ευχαριστημένη – είναι ένας που γαλέφκει στη Λάπηθο, ασύγκριτος. Αλλά πρέπει να ξέρεις κι εσύ να ψήσεις το χαλλούμι μετά για να έχει τούτη την γεύση, να το βράσεις αργά αργά, να το πιάνεις στα δάχτυλά σου και να ανοίγει φύλλα φύλλα – αλλιώς είναι παττάλικο. Είναι τέχνη το καλό κυπριακό χαλούμι. Η γιαγιά μου μού το έμαθε -και εκείνην την έλεγαν Περβίνη- που το εδιδάχτηκε και η ίδια από τους προτινούς. Μεν με αρωτάς αν ήταν έλληνες ή Τούρτζιοι – τι σημασία έχει; Αφού μαζί εζούσαν ούλλα τα χρόνια».

Στη Μόρφου τη συνάντησα. Το προηγούμενο Σάββατο. Πέντε λεπτά απόσταση από την εκκλησία του Αγίου Μάμα, μέσα σε ένα χωράφι που μάλλον παλιά ήταν γήπεδο ποδοσφαίρου – μια ξεχαρβαλωμένη μπάρα και κάτι κιτρινισμένα δίχτυα μαρτυρούσαν τα αυτογκόλ της κυπριακής ιστορίας που είχε προηγηθεί τις προηγούμενες δεκαετίες.

Η Περβίνη επίσης πουλάει αναρή. Φρέσκια και ξερή. Και τραχανά – άλλος αυτός που τον έχει βάλει να στεγνώσει και άλλος εκείνος που θα μου δώσει για να πάρω μαζί μου στη Λευκωσία. Ζυμώνει επίσης δικό της ψωμί. Κάνει και το καλύτερο παστέλι – «πιάσε, πιάσε να δεις αν σπάει». Έχει λάδι η πραμάτεια της, γλυκό ρόδι, κρασί κόκκινο, γιαούρτι με πέτσα ολόπαχο. Και αυγά έχει μπροστά της «με κρόκους -να, δες!- δικές μου ένει οι κότες, θέλει τεχνική το τάισμά τους για να φκουν οι κρόκοι μελάτοι και ολόκληροι». «Θα μου βάλεις δυο δωδεκάδες;». «6 ευρώ και βάλε στη σακούλα κι ένα αβγό που μένα, χαλάλι σου». 

Έχει μία κόρη 40 χρόνων, ένα γιο 38, άλλον ένα 32, και μια κόρη 27. Κι έναν εγγονό που στεκόταν δίπλα της. Του χαϊδεύει το κεφάλι. «Πόσων χρόνων είσαι, Περβίνι;». «Δε λέω». «Είστε όλες οι γυναίκες ίδιες. Παντού». Γελάει. «Έχω δαμέ μιαν ομπρέλα. Πάρτην μαζί σου και μου τη φέρνεις το άλλο Σάββατο». 

Θα βρέξει, λέει. Θα γίνει το χώμα λάσπη. Κι η λάσπη λερωμένα πέλματα που θα αφήσουν αποτύπωμα στα πλακάκια.

«Να σου βάλω και ελιές τσακιστές για να φάεις πόψε;».  

Δημοσίευση στο ένθετο "ΦιλGood" της εφημερίδας "Ο Φιλελεύθερος" της Κύπρου, την Κυριακή 20 Μαρτίου. Φωτογραφία: Γιάννης Χατζηγεωργίου.