ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ - ΟΙ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ ΜΟΥ. ΠΡΟΣΩΠΑ. ΚΕΙΜΕΝΑ. ΕΙΚΟΝΕΣ. ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ.
7.2.16
6.2.16
31.1.16
ΚΑΠΟΤΕ ΣΤΟ CLUB "VERSUS"
Θυμάσαι κάτι απίθανες νύχτες που δεν οδηγούσες γιατί ήσουνα ήδη βέβαιος πως θα σε μετέφεραν άλλοι στο τέλος της βραδιάς – σε άλλη πόλη, σε άλλη χώρα, μάλλον και σε άλλο πλανήτη;
Κοιτώντας από τα μεγάλα κατά μήκος ορθογώνια τζάμια του τελευταίου
ορόφου του Capital Center της λεωφόρου Μακαρίου προς τον κατεχόμενο
ναό της Αγίας Σοφίας και τους νεοκτισθέντες μιναρέδες του που έμοιαζαν από ψηλά
λες και ξάπλωναν στους πρόποδες του Πενταδαχτύλου, δεν ήσουν ποτέ βέβαιος αν η
πλατεία Ελευθερίας ήταν εκείνη που μόλις περπάτησες (η παλιά, με τα δύο
περίπτερα στις άκρες της και τα αυτοκίνητα να τη διαπερνούν προς το άνοιγμα της
Κωστάκη Παντελίδη) ή το Castlemorton της Ουαλίας και το τελευταίο του rave
party στο οποίο πίστεψες πως συμμετείχες. Στην Γερμανία τότε ο Sven Vath
έφτιαχνε εθιστική trance, οι Jam and Spoon
προβάλλονταν ως «οι εμπορικοί εκπρόσωποι του είδους», κάποιοι αναγνώριζαν ήδη
τον μετέπειτα υπερστάρ Paul Van Dyk, ενώ σχεδόν ταυτόχρονα αναδυόταν η σκηνή
του Bristol και το είδος trip-hop γεννιέται ως μια εναλλακτική, πιο
εκλεπτυσμένη αγγλική εκδοχή του hip hop, με πρωταγωνιστές τους Massive Attack,
Portishead και Tricky. Στην Κύπρο του μισού εκατομμυρίου ανθρώπων, η «Versus»
της Λευκωσίας αποκτούσε λόγο ύπαρξης.
Οι φανατικοί θαμώνες της «Versus» είχαν κοινό
σημείο αναφοράς τους την αποβολή του επαρχιώτικου κυπριακού νεοπλουτισμού, της
επίδειξης και του τοπικισμού – όσοι αποφάσιζαν να περάσουν μια βραδιά
χορεύοντας, ρουφώντας τσιγάρα και πίνοντας καθαρό αλκοόλ απ’ το bar, με
απευθείας αναφορές στη Chicago house και στο Detroit techno σα να ‘ταν στο
Cream, στο Renaissance ή στο Ministry of Sound, ήταν κιόλας πολίτες του κόσμου.
Οι νέες τάσεις διαπερνούσαν ήδη την πόρτα του ασανσέρ (κομμάτι κι
αυτό της ιεροτελεστίας στον μυστικισμό ενός ιδιότυπου ατελιέ ψυχών) με το που
άνοιγε στην οροφή, στο ειδικά διαμορφωμένο προ-χολ: Minimal techno, intelligent dancemusic, house και UK garage. Στη «Versus» γίνονταν -και επιτρέπονταν- όλα (όλα!) – κι
αυτό ήταν ένας ασυγκράτητος συνδυασμός ακόρεστης γοητείας, αθωότητας και
αχαλίνωτου ρυθμού που, όχι λίγες φορές, ξέσπαγε κατά τις πρωινές ώρες σε εμετό
κατά μόνας ή ανά δυάδες μέσα στις τουαλέτες που βρίσκονταν στο βάθος αριστερά.
Οι διαχωριστές γραμμές των φανατικών της ήταν πάντα δυσδιάκριτες:
μπερδεμένοι, μα απόλυτα φυσιολογικά αφομοιωμένοι, gay και straight, bisexual
και asexual, αναθαρρούσαν στην μαζική pop κουλτούρα των παγκόσμιων clubs που
αντηχούσαν απ’ τα μαύρα μεγάφωνα και έκαναν τα τζάμια να τρίζουν – σα να χόρευαν
κι αυτά Prodigy, Faithless, Deep Dish, Leftfield, Orbital, Underworld.
Ντυμένοι casual ή με κοστούμια τα Σάββατα κάποιοι -που
γρήγορα θα έβγαιναν βιαστικά-, ήδη ιδρωμένοι, έδιναν τη θέση τους σε πολύχρωμα
ή λευκά αμάνικα φανελάκια που είχαν αγοράσει το πρωί απ’ τη Στασικράτους – στη «Versus»
δεν είχε ποτέ σημασία τι είχες κάνει το προηγούμενο βράδυ μα πώς θα γινόταν
συναρπαστικό το αποψινό. Και βέβαια πού και με ποιον θα κοιμόσουν, έχοντας ήδη
καταπιεί την πλήρη εξάντληση κατά ριπάς αλλά πάντα έτοιμος για τον τελευταίο
-και τελειωτικό- γύρο.
Ο κόσμος τότε ήταν διαφορετικός. Υπήρχε μια καλοπροαίρετη
κατανόηση σε όσους ξεπατίκωναν τάσεις ή αντέγραφαν fashion street icons εικόνες του νεοκυκλοφόρητου τότε «Omikron», οι djs ήταν djs και όχι
σταρς, υπήρχε μια γενιά 20άρηδων που ζούσε αλαφιασμένα, ανέβαζε ταχύτητες και
ονειρευόταν ακόμη την Αθήνα της Ακρόπολης και όχι το Λονδίνο του Μπάκιγχαμ
(προς το παρόν).
Τώρα όλα έχουν αλλάξει σαρωτικά.
Τώρα όλα έχουν αλλάξει σαρωτικά.
Πήγα το καλοκαίρι σε κάποιο αντίστοιχο club της Λευκωσίας που λοξοκοιτούσε προς Ibiza, με κάπως
κουμπωμένους προσκυνητές και κάτι από παλιό Tiesto, Ferry Corsten και Armin Van
Buuren στα ηχεία. Μα έλειπε εκείνη η καλά αρχειοθετημένη, αξεπέραστη, μα πάντα
άσβεστη κάψα που σε στοιχειώνει σαν παλιό τατουάζ χτυπημένο σε εμφανές σημείο
στο σώμα – αυτό που δεν θες να σβηστεί ποτέ…
Δημοσίευση στο ένθετο "ΦιλGood" της εφημερίδας "Ο Φιλελεύθερος" της Κύπρου, την Κυριακή 31 Ιανουαρίου. Το απίθανο φωτογραφικό αρχείο σε φιλμ είναι του Δημήτρη Βαττή.
Δημοσίευση στο ένθετο "ΦιλGood" της εφημερίδας "Ο Φιλελεύθερος" της Κύπρου, την Κυριακή 31 Ιανουαρίου. Το απίθανο φωτογραφικό αρχείο σε φιλμ είναι του Δημήτρη Βαττή.
24.1.16
ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΜΕΝΕΙ
«Πέλαγο να ζήσω δε θα βρω / σε ψυχή ψαριού κορμί γατίσιο…».
Αυτή είναι η καλύτερη ελληνική ταινία που βγήκε ποτέ στους
ελληνικούς κινηματογράφους –θεέ μου, ‘σχώρα με για τον «Όμηρο», την
«Ευδοκία», τη «Στέλλα», το «Σπιρτόκουτο», το «Θίασο», τη «Μικρά Αγγλία», τη
«Γλυκιά συμμορία», το «Από την άκρη της πόλης», τη «Στρέλλα», το
«Δεκαπενταύγουστο», το «Σώσε με». Τη θυμήθηκα ξανά την προηγούμενη
Τρίτη, όταν διάβασα για τον ξαφνικό θάνατο του
Νίκου Παναγιωτοπούλου, του μέγιστου δημιουργού της, συναυτουργού
του Μαλβινοθρεμμένου ποιητή των σκουπιδιών και της τέφρας
κάποιων ζωντανών σακατεμένων που κολύμπησαν στα λασπόνερα αλλά
επέζησαν θριαμβευτικά, Θάνου Αλεξανδρή. Η ιστορία είναι απλή: μια
γυναίκα ονειρεύεται να γίνει τραγουδίστρια, καταλήγει στα
κωλάδικα της επαρχίας, στη ΒόρειοΕλλάδα, με τον σύντροφό της να την ψάχνει,
απελπισμένα ερωτευμένος μαζί της, με μια καψούρα
που μετατρέπεται μάλλον σε αγάπη όσο εκείνη βγαίνει
στην πίστα ως δεύτερο όνομα, συνοδεία της υπέρτατης δόξας της Εθνικής
οδού, Παλόμας.
Το σενάριο είναι πλήρες – εμπεριέχει κάτι
λαϊκό και περίπλοκο καρδιακά ταυτόχρονα, έντεχνο και άτεχνο
συγχρόνως, μια ταινία «ακριβή» φτιαγμένη από παρατημένα φτηνά
υλικά, τοποθετημένα καίρια στον καιρό των μεγάλων επιδοτήσεων και της
παντοδυναμίας του ΠΑ.ΣΟ.Κ που οι αγρότες ακουμπούσαν τα πακέτα Ντελόρ στα
καλογυαλισμένα πόδια κάθε νέας τραγουδίστριας που έλεγε άτσαλα «ανέβα στο
τραπέζι μου, κούκλα μου γλυκιά», σε κακή εκτέλεση, μασώντας τσίχλα και
κάνοντας κονσομασιόν.
Τη Στέλλα υποδυόταν η Αθηνά Μαξίμου και τον
Αντρέα ο Νίκος Κουρής. Έτσι γνωριστήκαμε με το Νίκο –γιατί του είπα
ότι είδα 14 φορές την ταινία εκείνη και θα ‘θελα να δω πώς είναι στην
πραγματικότητά του. Δεν έδινε τότε συνεντεύξεις, του ανέφερα για
τις «σούζες» που έκανε με το ανύπαρκτό του μηχανάκι μέσα στο
φοιτητικό σχεδόν δώμα που ζούσε με τη Στέλλα, για τη μπανιέρα με θέα στο
λιμάνι του Πειραιά μέσα στην οποία ξάπλωνε εκείνη, για την καταγραφή των
αεροπλάνων με μανία συλλέκτη, για το Ζεταίμ και την Αρζεντίνα.
Πείστηκε. Και έγινε ο αγαπημένος μου –τσακωθήκαμε μετά, αγαπηθήκαμε
ξανά, ξαναδιαφωνήσαμε αλλά η κοινή αισθητική αναφορά της
χυδαιότητας και του διονυσιασμού των κωλάδικων της Ελλάδας θα μας
ένωνε αιώνια.
Δεν ήταν μόνο ο τρόπος αποτύπωσης απ’ τον
Παναγιωτόπουλο όσων διαδραματίζονταν στους διαδρόμους των πίσω δωματίων
του πάλκου ή των εκβιασμών στα νέα -φιλόδοξα- κορίτσια, από
τους κοιλαράδες ιδιοκτήτες, ήταν κι εκείνο το οδοιπορικό σε μια
Ελλάδα εξαφανισμένη πια -αν και ήδη αχνοφαίνονταν από
τότε τα σημάδια της σήψης της-, πίσω από λόφους, μέσα σε χωράφια ή
μπροστά σε παγωμένες λίμνες κατουρώντας τις (κυριολεκτικά). Άνθρωποι
που δεν μπόρεσαν ποτέ να επικοινωνήσουν μεταξύ τους. Άνθρωποι που αναδείκνυαν
τα χρήματα σε Θεό χωρίς το Ναό του. Άνθρωποι βουτηγμένοι στις κολάσεις
τους αλλά και Άγιοι ταυτοχρόνως. Πεζοί μα και λογοτέχνες.
Το εμβληματικό ομώνυμο τραγούδι-soundtrack της
ταινίας δεν το τραγούδησε μόνο η Παπίου –προτού
καταλήξει οριστικά σ’ εκείνην. Αλλά και η Λένα Αλκαίου και
η Πέγκυ Ζήνα επίσης. Ο Κραουνάκης ήξερε τι έκανε –δεν ήθελε το αριστούργημά του
να χαθεί μέσα σε μία στοίβα πανεριών από γαρύφαλλα, όπως
συνέβη τώρα με τον Παντελίδη, μπροστά
από κάποια μισοφαγωμένη μπριζόλα κι ένα ξέμπαρκο μπουκάλι ουίσκι.
Γι’ αυτό και εμπιστεύτηκε τη συγκεκριμένη τεχνική με τη σιγουριά
της ανάδειξης του τραγουδιού και όχι της φίρμας. Κομματιάστηκα όταν
τοπρωτάκουσα. Το ίδιο είχε συμβεί και με τον ποιητή Γιάννη
Κοντό, τη Λίτσα Διαμάντη, τη Λίνα Νικολακοπούλου,
αλλά και με την πρόεδρο των εκδιδόμενων γυναικών στην
Αθήνα, Δήμητρα Κανελλοπούλου –όλοι τους ιδανικοί θεατές
μιας σινεφίλ βραδιάς και άλλης μίας μετά, στις
«Κούκλες» της Ζαν Μωρεάς.
Το να μπορέσει κάποιος δημιουργός να προσδώσει Τέχνη σε
κάτι φαινομενικά «εύκολο» θεματολογικά, απαιτεί εμπειρία, περίσσευμα ψυχής
και εμφανές πρόσημο ταλέντου σε ό,τι έχει προηγηθεί ως ιστορία ζωής. Αυτό
έκαναν ο Παναγιωτόπουλος και ο Αλεξανδρής –καθένας χώρια.
Δεν θέλω να ακουστώ μελό αλλά, ναι, όποτε (ξανά) βλέπω την
ταινία «Αυτή η νύχτα μένει» κάθομαι στον καναπέ μου και χύνω μαύρο
δάκρυ. Και σκέφτομαι πως αν ζούσε τώρα ο αγαπημένος μου Παύλος Μάτεσις θα
του τηλεφωνούσα στο σταθερό του σπιτιού του, στο Νέο Κόσμο, θα τον ρώταγα
πάλι για το νόημα της ζωής -όπως στην ταινία- κι ύστερα θα λέγαμε (ξανά) για
‘κείνο που σκοτώθηκε μέσα μας για πάντα…
Δημοσίευση στο ένθετο "ΦιλGood" της εφημερίδας "Ο Φιλελεύθερος" της Κύπρου, την Κυριακή 24 Ιανουαρίου. Φωτο: Αρχείο Ν. Παναγιωτόπουλου.
ΙΒΑΝ ΣΒΙΤΑΙΛΟ: "ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΟΥΤΕ ΕΛΛΗΝΑΣ, ΟΥΤΕ ΡΩΣΟΣ. ΕΙΜΑΙ ΚΑΤΙ ΤΟ ΕΝΔΙΑΜΕΣΟ"
Ο χορευτής και ηθοποιός ήταν πάντα βέβαιος πως μία τυχαία
στιγμή θα μπορούσε να του αλλάξει απότομα στόχους, όνειρα, τρόπο σκέψης,
αναφορές, χώρα και ήπειρο.
Ο πρώτος ήρωας του Ιβάν Σβιτάιλο, παιδάκι ακόμη στην Κριμαία,
ήταν ο Ηρακλής. Θαύμαζε τους άθλους του, αναρωτιόταν συνεχώς πώς μπορούσε να
είναι τόσο ρωμαλέος και ζητούσε από την μητέρα του να του εξηγήσει αν θα
μπορούσε κάποτε και εκείνος να αποκτήσει τη δύναμή του. Αντίθετα, ο Ιβάν ο
τρομερός, ο πρώτος τσάρος του Βασιλείου της Ρωσίας απ’ τον οποίο πήρε το όνομά
του, θυμάται πως ποτέ δεν του έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. Στο σχολείο του αργότερα,
στο Γ’ Γυμνάσιο Ζωγράφου, όταν πλέον είχε εγκατασταθεί στην Αθήνα μαζί με τη
μητέρα του «για μια καλύτερη ζωή» η δασκάλα του τον φώναζε «Γιάννη», λέγοντάς
του πως αυτή είναι η απόδοση του ονόματός του στα ελληνικά και κάνοντάς του
έναν παραλληλισμό με κάποιο παρόμοιο βυζαντινό όνομα, παρόλο που στην ελληνική
ταυτότητα που πήρε αργότερα έγραφε μόνο «Ιβάν». Το δέχτηκε. Για να αισθάνεται
κάπως ίσος με τους έλληνες συμμαθητές του. Αντίστοιχα, οι παιδικοί του φίλοι στην
Κριμαία, τον έλεγαν «έλληνα» και σύγκριναν τη ζωή του με εκείνην των αρχαίων
θεών που είχαν υπερφυσικές δυνατότητες, πιστεύοντας πως και εκείνος θα διέθετε
κάποια από αυτές στο dna του, κάτι που τον έκανε ιδιαίτερα δημοφιλή.
Το μόνο βέβαιο είναι πως ο Ιβάν ζούσε για πολλά χρόνια με ένα
εσωτερικό διχασμό, χωρίς να γνωρίζει τι θα έπρεπε να κάνει ώστε να αλλάξει την
αντιμετώπιση των ανθρώπων απέναντί του και να αισθανθεί κάπου «πατρίδα»: Ρώσος
στην Ελλάδα, έλληνας στην Ουκρανία. «Η μητέρα μου μού έλεγε πάντα “κι εδώ ξένοι
είμαστε κι εκεί ξένοι είμαστε”. Αυτό που μου ανέφερε τότε, το νιώθω κι εγώ
τώρα. Κατανοώ πως μέσα μου υπάρχει πολύ έντονο το ρωσικό κομμάτι, αν σκεφτείς
ότι ζούσαμε στην Κριμαία μέχρι τα 10 μου χρόνια, τότε που ήρθαμε να μείνουμε
μόνιμα στην Αθήνα, αλλά η Ελλάδα είναι σα να βρίσκεται μέσα στο αίμα μου προτού
ακόμη γεννηθώ. Οι γύρω μου μπορεί να με αντιμετωπίζουν διαφορετικά λόγω
παρουσιαστικού, αν και πάντα προσπαθούσα να προσαρμόζομαι στα καινούργια δεδομένα.
Θυμάμαι, για παράδειγμα, ότι τα παιδιά στο σχολείο στην αρχή με μπέρδευαν με
μετανάστες από άλλες χώρες αλλά, όταν πια ήρθαμε κοντά και παίζαμε μαζί, έγινα
για εκείνους απλά ο “Ιβάν”, ένας φίλος τους όπως ήταν ο Κώστας, ο Μιχάλης ή ο
Παύλος. Δεν ντρέπομαι που είμαι Ρώσος! Ούτε για το γεγονός ότι γεννήθηκα σε μία
άλλη χώρα και διαμένω τώρα σε μια άλλη. Άλλωστε, δεν είναι κακό να είσαι ξένος.
Η ζωή η ίδια σε κάνει να ξεχωρίζεις. Και δεν θεωρώ πως υπάρχει λόγος να “σκοτώνεις”
ένα κομμάτι σου για να μπορείς να νιώθεις ασφαλής μέσα σε ένα άλλο. Η
προσωπικότητά μου, λοιπόν, είναι μοιρασμένη σε δύο χώρες κι εγώ θα ήθελα να ανακαλύψω
και τα δύο μου κομμάτια. Στην τελική, δεν είμαι ούτε έλληνας ούτε ρώσος. Είμαι
κάτι το ενδιάμεσο, αν και το ελληνικό μου κομμάτι είναι περισσότερο ανεπτυγμένο
από το ρωσικό, αφού αισθάνομαι περισσότερο οικεία με τους έλληνες – στην
νοοτροπία, στον κώδικα επικοινωνίας, στον μεσογειακό τρόπο σκέψης. Έτσι ζω».
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΟΥ: "ΠΑΝΤΟΤΕ ΗΜΟΥΝ ΕΙΛΙΚΡΙΝΗΣ" (STILL LIFE)
Ο Δημήτρης Παπαιωάννου μιλάει για την Τέχνη του, το παρελθόν και το παρόν του, ενώ οι δύο πρωταγωνιστές του δίνουν την δική τους οπτική για την παράσταση "Still Life".
-Αν θα συστήνατε σε κάποιον το «still life» τι θα του
λέγατε;
-Θα του έλεγα ίσως, ότι είναι ένα έργο το οποίο μετεωρίζεται
ανάμεσα στο βάρος και στην ελαφράδα, εμπνευσμένο από τον αρχαιοελληνικό μύθο
του Σίσυφου και από τον τρόπο με τον οποίο είδε την ανθρώπινη κατάσταση ο
φιλόσοφος Καμύ, χρησιμοποιώντας τον συγκεκριμένο μύθο.
-Πως προσδιορίζετε την ελαφράδα;
-Σαν μία ευχή για πνευματικότητα, σαν μία ευχή για νόημα,
σαν μία ευχή για συντονισμό του ανθρώπου με κάποιο λόγο ύπαρξής του επάνω στη
γη, για όσο κρατήσει η μικρή ζωή του.
-Καταφέρνει ποτέ ο άνθρωπος να ισορροπήσει ανάμεσα σε κάτι
πνευματικότερο και στην υλικότητα;
-Ναι.
Είναι απολύτως σίγουρο. Γι’ αυτό έχει υπάρξει η Τέχνη, η φιλοσοφία, η επιστήμη.
Είναι όμως μια ισορροπία τρόμου.
-Γιατί θεωρείτε πως σε αυτή την εποχή -και με αυτές τις
συνθήκες- η προσπάθεια να δημιουργήσει κάποιος, κάτι, είναι σχιζοφρένεια από
μόνη της;
-Είναι δύσκολο να επιμείνει κανείς για μία υψηλή αλχημεία
μέσα σε μία εποχή έκπτωσης. Η έκπτωση μπαίνει μέσα μας ακόμη κι όταν
γκρινιάζουμε εναντίον της. Ως προς αυτό είναι μία δύσκολη περίοδος.
-Εσείς πέσατε ποτέ στην «παγίδα» της έκπτωσης;
-Δεν είμαι ο καταλληλότερος να κρίνω τον εαυτό μου. Είμαι
αυστηρός κριτής του εαυτού μου, αλλά δεν μπορώ να είμαι τόσο αντικειμενικός όσο
κάποιος απέξω, οπότε δεν το ξέρω αυτό. Ξέρω, όμως, ότι αγωνίζομαι ενάντια στην
έκπτωση. Το άθλημά μου, που είναι το άθλημα της Τέχνης, είναι αμείλικτο και η
εκχυδάισή του, η πτώση του σε φτηνότερα επίπεδα, είναι κάτι το οποίο απεύχομαι
και αγωνίζομαι ενάντια σ’ αυτό.
-Πάντα ήσασταν αυστηρός απέναντι στον εαυτό σας και στην
Τέχνη σας; Από τότε που δημιουργήσατε τα πρώτα σας έργα;
-Κατά κάποιο τρόπο, ναι. Αλλά, επειδή είμαι ένας αυτοσχέδιος
καλλιτέχνης, η δική μου πορεία είχε το χαρακτηριστικό να καλλιεργούμαι ενώ
κάνω. Οπότε ήμουνα πάντοτε αυστηρός ανάλογα με το επίπεδο που είχα κάθε φορά.
Και πιστεύω πως κάθε φορά το επίπεδό μου γινόταν καλύτερο, που σημαίνει ότι σε κάθε
επόμενη φορά άνοιγαν περισσότερα μέτωπα για να στοιχειοθετηθεί η
αυστηρότητά μου. Έκανα, για παράδειγμα, πολλά πράγματα τα οποία, κοιτώντας
πίσω, μου φαίνονται επαρχιώτικα, αλλά ήταν αυτό το καλύτερο που μπορούσα τότε.
Και φαντάζομαι ότι το ίδιο θα πω για τώρα σε δέκα χρόνια.
-Άρα αυθεντικός.
-Δεν έχω να κρίνω τον εαυτό μου άσχημα γι’ αυτό. Ήμουν νομίζω
πάντοτε ειλικρινής. Δεν έχω έναν πονηρό τρόπο να προσεγγίζω τη δουλειά μου.
Αυτό δεν σημαίνει, όμως, πως κατάφερνα πάντα την καλή τέχνη.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ: ΜΟΝΤΕΛΟ ΓΙΑ ΣΠΙΤΙ
Το μοντέλο και παρουσιαστής ποτέ δεν εγκλωβίστηκε στις επιλογές που ίσως να του επέβαλε η εξωτερική του εμφάνιση.
Την προηγούμενη μέρα της συνάντησής μας είχε καεί λιγάκι απ’
τον ήλιο. Ξεχάστηκε, όπως μου εξηγεί, και δεν χρησιμοποίησε το αντηλιακό του στη
Μύκονο, στην παραλία της Παράγκας όπου του αρέσει να κολυμπά τα απογεύματα,
ενδιάμεσα της δουλειάς του στο Rock
n’ Roll και στο
Balthazar, εκεί όπου κάνει φέτος το Καλοκαίρι δημόσιες σχέσεις, πίστεψε πως δεν
χρειαζόταν προϊόντα με δείκτη προστασίας ούτε ενυδάτωση – τον ξεγέλασε, λέει,
το ξαφνικό μπουρίνι του Σαββάτου. Ακόμη κι αν ξαφνιάζεται όταν του λέω πως δεν
γίνεται όλα αυτά τα χρόνια στο modeling,
με συνεργασίες που δεν περιορίζονται στην ισπανική Vogue, στο γαλλικό, ισπανικό, και
ιταλικό GQ, στο L’Officiel, αλλά και σε αρκετές διεθνείς
διαφημιστικές καμπάνιες, καταλόγους και πασαρέλες, να μην ξέρει βασικά
«μυστικά» ανδρικής ομορφιάς, δείχνει να εννοεί στ’ αλήθεια όσα μου αναφέρει και
να συνεχίζει να συμπεριφέρεται κάπως ανέμελα -αν και με αυτοπεποίθηση- σε ό,τι
αφορά στην εξωτερική του εμφάνιση. Και μοιάζει λίγο σαν αστειάκι όταν ο
Δημήτρης Αλεξάνδρου ισχυρίζεται πως «η ομορφιά δεν έχει να κάνει με την
εξωτερική εμφάνιση αλλά με τον εσωτερικό κόσμο του κάθε ανθρώπου, την αύρα που
εκπέμπει, το πόσο δεκτικός και γενναιόδωρος είναι με τα συναισθήματα του και με
τους ανθρώπους γύρω του». Αλλά είσαι απολύτως βέβαιος πως όταν λέει «δεν
ονειροβατώ», χαϊδεύοντας λίγο νευρικά τα μούσια του -το σήμα κατατεθέν του στη
δουλειά τα τελευταία χρόνια- καθισμένος σε ένα κόκκινο τριθέσιο καναπέ, το
εννοεί. «Η προσωπικότητα είναι που τελικά βοηθά να διατηρήσεις τις επαγγελματικές
σου σχέσεις, ώστε να κρατηθούν ακέραιες μέσα στο χρόνο. Κανείς δεν θα πάρει σε
μια δουλειά έναν άνθρωπο που έχει κακό χαρακτήρα, όσο ωραίος κι αν θεωρείται.
Πιστεύω ότι η ομορφιά μου, όπως την εννοούν οι άλλοι, είναι ο λόγος μου, η
ντομπροσύνη».
22.1.16
ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Κάτι χαμένο μέσα σου, μπορεί και επαναπροσδιορίζεται σε ιδανικές
συνθήκες.
Στο μικρό κουζινάκι του δευτέρου ορόφου του νευροχειρουργικού το
μαύρο ραδιοφωνάκι παίζει Antonio Vivaldi, La primavera, στην κλασσική του
εκδοχή που η ανάταση εξελίσσεται σε μια συναισθηματική διαδρομή που ξανασυναντά
κάτι Ανώτερο, κάτι άπιαστο με θέα στα λευκά σεντόνια και σε θαλάμους αρρώστων
–αν και λαϊκά πολύ προσεγγίσιμο. Η εκφωνήτρια που λέγεται Παμπίνα Θεμιστοκλέους
επιβεβαιώνει πως είναι Κυριακή, «μια όμορφη μέρα με ήλιο ξημερώνει». Πράγματι.
Η Μερόπη μόλις έχει ετοιμάσει καφέ κυπριακό μέτριο «του Χαραλάμπους», της
πικραίνει λίγο το στόμα, τα βάζει με το διαβήτη και τη χοληστερίνη της, ψάχνει
λευκή ζάχαρη μέσα απ’ το ντουλάπι, προσθέτει ένα κουταλάκι σα να κάνει
παιδική ζαβολιά και βγάζει από την πράσινή της τσάντα ένα μικρό πλαστικό δοχείο
με λάδι. «Του Αγίου Εφραίμ!», μου λέει. «Πήγα 3 του Γενάρη στην εκκλησία, δεν
ήξερα ότι είναι η μέρα Του, προσκύνησα γονατιστή, αγόρασα σουτζούκο, παστέλλι,
πήρα μέλι κι αγίασμα. Θεωρώ ότι είναι θαύμα. Έφερά το για το Γιαννάκη μου, για
να τον κάμει ο Θεός καλά. Να σου βάλω λίγο στο μέτωπο με το βαμβάκι; Εσένα
ποιος είναι ο άρρωστος σου;». Έσκυψα, σα να προσκυνούσα πόδια ηγουμένης. Κάτι
είπε, σαν ευχέλαιο, σταύρωσε τα δάχτυλα του δεξιού της χεριού και με άγγιξε
απαλά στα μαλλιά. «Ο Γιαννάκης μου δεν ξέρει ότι έχει καρκίνο στον εγκέφαλο.
Δεν του το είπαμε. Όταν με ρώτησε είπα κάτι για αιμάτωμα, είμαι αμόρφωτη
γυναίκα εγώ αλλά πιστεύω πως κάμνω το σωστό –δεν θα αλλάξει κάτι αν κερδίσει η
πραγματικότητα. Ο Νεοφύτου είναι καλός γιατρός. Έσωσε κόσμο –έχουν να το λένε. Ακουμπώ
πάνω του όταν μου εξηγεί την κατάσταση του γιου μου, σα να αγγίζω το Χριστό –πιστεύω
πως είναι το ίδιο πράμα».
Τη στιγμή που κόβω κομματάκι κομματάκι
το κοτόπουλο του μεσημεριανού για τον μπαμπά μου, ανακατεύοντας το ρύζι με το
γιαούρτι απ’ το κεσεδάκι που μόλις έχω αδειάσει μέσα στο πιάτο, σκέφτομαι πως
αρκετά χρόνια πριν το ‘κανε κι εκείνος για μένα –αλλάζοντάς μου πάνες,
βοηθώντας με να περπατήσω, ξυπνώντας με για να φάω σε συγκεκριμένη στιγμή, και αλληλοσπαράζοντας
τον ανδρισμό μας με συγκινητικό τρόπο –για εκείνον που γινόταν μεσήλικας και
για μένα που κεκέδιζα στη ζωή, υποδυόμενοι τους «συμπαίκτες». Σειρά μου τώρα.
Λειτουργώ σα να μην συμβαίνει τίποτα. Κι
έχω ήδη μάθει απέξω στους διαδρόμους «των συγγενών» ό,τι αφορούσε στο τρίτο
τέρμα της Σαλαμίνας που μάλλον ήταν οφσάιντ «και ουρλιάζει ο Φανιέρος», για το
παρεκκλήσι του Αγίου Συνεσίου στη Λύση του διπλανού αρρώστου που έχει 11 παιδιά
και τον ξέρουν όλοι στο Καλό Χωριό Λάρνακας ή για τη σφαίρα που πέρασε μέσα απ’
το στήθος του πατέρα μου στον πόλεμο και που του κρυώνει -41 χρόνια μετά-
άτσαλα το δέρμα η πληγή. «Η μάχη φταίει, στη Μύρτου», λέω. «Οι Τούρκοι. Που
ήθελαν το χωριό οπωσδήποτε για το αεροδρόμιό τους». Κάτι να ειπωθεί –αοριστίες.
Τι να του ‘λεγα; Για τα χρωστούμενα που του ‘χω κάτω από τη φιάλη οξυγόνου που
έσταζε αργά σταγόνα σταγόνα;
Θέλει να κοιμηθεί. Κοιμάται πολύ
τελευταία. Δεν του αρέσει που μένει αξύριστος, κάνει απότομες κινήσεις για να
μου δείξει πώς γυρνάνε οι τρίχες σκληρά στα μάγουλά του και τραβάει άθελά του
τα καλώδια που είναι στερεωμένα στο πλάι. «Θα πω αύριο σε κάποιον να σε
ξυρίσει. Εδώ μέσα γυρνάει ένας με τα απαραίτητά του». «Πόσα θα θέλει;». «Θα τα
κανονίσω εγώ». «Έχω λεφτά στην τσέπη του παντελονιού μου που είναι κρεμασμένο
μέσα στο ντουλάπι. Εκεί το άφησε η μάνα σου προτού μου φορέσουν τις πυτζάμες.
Πάρε από εκεί». «Ρε πατέρα…».
Τη Δευτέρα θα μπει ξανά στον αξονικό.
Ακουμπάει στο κρανίο του και βάζει το χέρι του πάνω απ’ τον ματωμένο επίδεσμο. «14
ραφές», λέει. Του τις μέτρησε η νοσοκόμα που έχει το όνομα Αστέρω και του
χαμογελάει πάντα. Πονάει. «Ό,τι θέλει ο Θεός!», βρίσκω κάτι -χριστιανικό- να
επαναλάβω απ’ τη Μερόπη –κάτι να λεχθεί στην ησυχία του θαλάμου, κάτι μη
πιστευτό που να δείχνει τουλάχιστον γήινο. «Δεν είναι ο Θεός που θέλει», θα μου
απαντήσει, «το κεφάλι μας θέλει μόνο –το χτυπημένο κι αγύριστο».
Δημοσίευση στο ΦιλGood του "Φιλελευθέρου", την Κυριακή 17 Ιανουαρίου. Φωτο: Γιάννης Χατζηεωργίου.
25.7.15
ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΕΤΡΟΥΝΙΑΣ: Ο ΑΡΧΟΝΤΑΣ ΤΩΝ ΚΡΙΚΩΝ
Ο 24χρονος αθλητής της ενόργανης γυμναστικής στους κρίκους,
θεωρείται το νέο μεγάλο αστέρι στο χώρο του ελληνικού αθλητισμού.
Η 30η Νοεμβρίου του 2002 είναι η πιο σημαδιακή
χρονιά στην αθλητική ζωή του Λευτέρη. Εκείνο το πρωινό, μπαίνοντας φουριόζος
στο γυμναστήριό του, έτοιμος για άλλη μία προπόνηση αλλά και για να κεράσει
τους συναθλητές του για τα δωδέκατα γενέθλιά του που γιόρταζε την ίδια μέρα, ο τότε
προπονητής του, ως «δώρο», του ανέφερε πως «ειδικά για εκείνη τη μέρα» θα
μπορούσε να κάνει ό,τι θέλει. Η ματιά του καρφώθηκε στους κρίκους. Ανέβηκε και
έκανε το «σταυρό», για πρώτη φορά. Χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια. Και αποτέλεσε αυτομάτως
το παράδειγμα για τους υπόλοιπους, αφού «το μωρό» είχε επιτύχει εκείνο που οι
άλλοι μόνο έπειτα από πολλές προπονήσεις θα κατάφερναν. Για όσους δεν τον
γνώριζαν ήταν απλώς «φυσικό ταλέντο». Όχι, όμως, για τον ίδιο και την
οικογένειά του, για την μεγάλη προσπάθεια που προηγήθηκε.
Ένα ταλέντο μεγαλώνει νωρίς
Η πορεία του Λευτέρη φαινόταν να είχε ήδη προδιαγραφεί από
πολύ νωρίς αφού σε ηλικία 4 μόλις χρόνων, μετά από προτροπή της δασκάλας του
στο νηπιαγωγείο του Νέου Φαλήρου προς τους εκτελωνιστές γονείς του,
αποφασίστηκε πως θα έπρεπε να ξεκινήσει να ασχολείται με κάτι σχετικό με τον
αθλητισμό «λόγω της μεγάλης υπερκινητικότητάς του». «Από τότε είχα πολλή
ενέργεια, ήμουν πολύ ζωηρός και είχα τάση να σκαρφαλώνω οπουδήποτε», μου εξηγεί
στην πλατεία Αγίας Φωτεινής της Νέας Σμύρνης όπου συναντηθήκαμε, εκεί όπου
μεγάλωσε και ο ίδιος. Ακόμη και σήμερα θυμάται με νοσταλγία την πρώτη του μέρα
στο γυμναστήριο του Πανιωνίου, λίγο πριν κλείσει τα 5 του μόλις χρόνια: «Μπήκα
στο χώρο και είχα ενθουσιαστεί με τα τραμπολίνα, τα σφουγγάρια, τα στρώματα. Ξεκίνησα
να χοροπηδάω παντού!», λέει. Θυμάται μάλιστα πως η Έφορος της ομάδας τον είχε
πιάσει από το χέρι και ξεκίνησε να τον χαρακτηρίζει στους υπόλοιπους ως «το
καινούργιο μας ταλέντο!», φέρνοντας τον ως παράδειγμα. «Από εκείνη τη στιγμή,
δεν μ’ ένοιαζε τίποτ’ άλλο, ήθελα να είμαι συνέχεια μέσα στο γυμναστήριο!
Κατάλαβα πως ήμουν γεννημένος γι’ αυτό το πράγμα και ευτυχώς που το είχα ανακαλύψει
τόσο νωρίς!», μου εξηγεί.
Η πορεία του στον αθλητισμό ξεκίνησε από το τμήμα των
αρχάριων αλλά, πολύ σύντομα, σε ηλικία εξήμισι χρόνων, άρχισε την εντατική
προετοιμασία του για τα πανελλήνια πρωταθλήματα, με τετράωρες καθημερινές
προπονήσεις.
Για πολλά χρόνια, η ζωή του έμοιαζε σχεδόν «στρατευμένη», χωρίς καμία παρέκκλιση από τους στόχους που ο ίδιος έθετε στον εαυτό του για διακρίσεις, η οποία μοιραζόταν ανάμεσα στα μαθήματα του σχολείου του, στις προπονήσεις του στη νέα του ομάδα -το «Σαρωνικό» Δάφνης-, στη μελέτη των μαθημάτων του. Εννέα μόλις χρόνων καταφέρνει να κερδίσει 7 μετάλλια στο πανελλήνιο πρωτάθλημα παμπαίδων, κάτι που κάνει αρκετούς να τον χαρακτηρίσουν ως «εξαιρετικό ταλέντο». «Εκείνα τα μετάλλια δεν ανήκουν σε μένα, ανήκουν στους γονείς μου για όλο αυτό τον αγώνα που έκαναν για το γιο τους. Γι’ αυτό και τα έχω στο πατρικό μου», μου λέει. «Προσπαθούσα να ισορροπώ για πολλά χρόνια και τα δύο: να είμαι και καλός μαθητής, αλλά και καλός αθλητής, αφού ήμουν ήδη ερωτευμένος με τον αθλητισμό. Και για πολύ καιρό τα κατάφερνα!», μου λέει.
Για πολλά χρόνια, η ζωή του έμοιαζε σχεδόν «στρατευμένη», χωρίς καμία παρέκκλιση από τους στόχους που ο ίδιος έθετε στον εαυτό του για διακρίσεις, η οποία μοιραζόταν ανάμεσα στα μαθήματα του σχολείου του, στις προπονήσεις του στη νέα του ομάδα -το «Σαρωνικό» Δάφνης-, στη μελέτη των μαθημάτων του. Εννέα μόλις χρόνων καταφέρνει να κερδίσει 7 μετάλλια στο πανελλήνιο πρωτάθλημα παμπαίδων, κάτι που κάνει αρκετούς να τον χαρακτηρίσουν ως «εξαιρετικό ταλέντο». «Εκείνα τα μετάλλια δεν ανήκουν σε μένα, ανήκουν στους γονείς μου για όλο αυτό τον αγώνα που έκαναν για το γιο τους. Γι’ αυτό και τα έχω στο πατρικό μου», μου λέει. «Προσπαθούσα να ισορροπώ για πολλά χρόνια και τα δύο: να είμαι και καλός μαθητής, αλλά και καλός αθλητής, αφού ήμουν ήδη ερωτευμένος με τον αθλητισμό. Και για πολύ καιρό τα κατάφερνα!», μου λέει.
Αλλά, λίγο μετά, ξεκίνησε να αισθάνεται μεγάλη πίεση λόγω
των ωραρίων που ακολουθούσε απ’ το γεγονός ότι ήθελε να είναι σε όλα καλός -αν
όχι ο πρώτος-, το άγχος που είχε πριν από τα σημαντικά πρωταθλήματα, τις Κυριακές
και τις γιορτές που δεν είχε ζήσει ποτέ, τα πάρτυ γενεθλίων των συμμαθητών του
που δεν πήγε, τις κοπάνες που δεν έκανε, το ποδόσφαιρο που δεν έπαιξε με τους
φίλους του στο γήπεδο της γειτονιάς του γιατί έπρεπε να πάει στην προπόνηση, τα
φλερτ που έχασε, τα αναίτια εφηβικά ξενύχτια που δεν χόρτασε. Μέχρι που
ξέσπασε.
CALLIOPE: CHILDREN OF THE LIGHT
Η διεθνής φωτογράφος Calliope μιλάει για το νέο της project «Children Of The Light» στο οποίο συμμετέχουν
γνωστοί και «άγνωστοι» νέοι άνθρωποι, που αποτυπώνει το φως μιας Ελλάδας που
δεν «βλέπουμε» πια.
«Από μία παρόρμηση ξεκίνησα να δημιουργώ το “Children Of The Light”. Ήθελα να κάνω κάτι
που να έχει σχέση με τη χώρα μου, με την Ελλάδα, την οποία αγαπώ πολύ και μου
είχε λείψει όλα αυτά τα χρόνια που ζούσα στο εξωτερικό-από τα 17 μου μόλις
χρόνια. Πιστεύω πως το μέλλον, ιδιαίτερα τώρα που ζούμε μέσα σε αυτή την κρίση,
είναι τα παιδιά. Σε αυτά, λοιπόν, αφιέρωσα αυτό το project. Κι’ όπως αγαπώ τα παιδιά μου,
αγαπώ όλα τα παιδιά. Αισθάνομαι μία σύνδεση μαζί τους. Επίσης, πιστεύω πολύ στο
φως, στην καλοσύνη, στην αγάπη, σε όλα τα ωραία και ευγενικά ιδεώδη. Η Ελλάδα
είναι φως. Εξ ου και το “light”».
«Δεν μου ήταν καθόλου δύσκολο να πείσω όλα αυτά τα νέα παιδιά που συμμετέχουν σε αυτό το project να φωτογραφηθούν. Ίσως γιατί ξέρουν ότι θα κάνω κάτι ποιοτικό. Αυτό απέδειξα εξάλλου και με το πρώτο μου βιβλίο, τις “Παραδοσιακές φορεσιές”. Οι άνθρωποι γνωρίζουν ότι εγώ θα κάνω πράγματα που έχουν αξία και θα μείνουν στο χρόνο. Εμείς θα έχουμε φύγει, αλλά αυτά θα υπάρχουν ως ντοκουμέντα. Και γράφουμε ιστορία όταν κάνουμε τέτοιου είδους projects».
«Δεν μου ήταν καθόλου δύσκολο να πείσω όλα αυτά τα νέα παιδιά που συμμετέχουν σε αυτό το project να φωτογραφηθούν. Ίσως γιατί ξέρουν ότι θα κάνω κάτι ποιοτικό. Αυτό απέδειξα εξάλλου και με το πρώτο μου βιβλίο, τις “Παραδοσιακές φορεσιές”. Οι άνθρωποι γνωρίζουν ότι εγώ θα κάνω πράγματα που έχουν αξία και θα μείνουν στο χρόνο. Εμείς θα έχουμε φύγει, αλλά αυτά θα υπάρχουν ως ντοκουμέντα. Και γράφουμε ιστορία όταν κάνουμε τέτοιου είδους projects».
«Περισσότερα από τα μισά χρόνια της ζωής μου τα έχω ζήσει
στο εξωτερικό. Και νομίζω πως οι Έλληνες του εξωτερικού αγαπάμε περισσότερο την
Ελλάδα από όσους ζουν στη χώρα. Την ιδανικοποιούμε, είναι η βάση μας, το αίμα
μας. Μπορεί να περνάμε φανταστικά σε μία άλλη χώρα, αλλά ξέρουμε πως τελικά
ανήκουμε μόνο εκεί όπου είναι οι ρίζες μας».
ΝΑΣΟΣ ΠΑΠΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ: Ο ROCKY ΤΟΥ "ROCKY HORROR SHOW"
Ο 28χρονος Νάσος Παπαργυρόπουλος, θα μπορούσε σήμερα να ανήκει
στη νέα γενιά επιτυχημένων επιχειρηματιών. Ωστόσο, επέλεξε την τέχνη, τις
επιθυμίες και τα όνειρά του, πρωταγωνιστώντας στο «Rocky Horror Show» που θα ανέβει τις
επόμενες μέρες στο «Rex».
Στο «Rocky Horror Show»
που σκηνοθετεί, χορογραφεί και σκηνογραφεί ο -πολυπράγμων- Κωνσταντίνος Ρήγος
και θα κάνει πρεμιέρα στις 17 Οκτωβρίου στο «Rex» της οδού Πανεπιστημίου, ο Νάσος υποδύεται έναν από τους
πρωταγωνιστές της παράστασης, τον Rocky, τον άντρα εκείνο που «δημιουργείται» μέσα σε ένα
εργαστήριο ώστε να καταλήξει στον ιδανικό άνθρωπο-τουλάχιστον εξωτερικά. «Όταν
μου έγινε η συγκεκριμένη πρόταση ενθουσιάστηκα! Είναι ίσως από τις πιο
εμβληματικές παραστάσεις στην παγκόσμια ιστορία των μιούζικαλ. Και μόνο από το
γεγονός ότι όλο αυτό δημιουργείται από τον Κωνσταντίνο Ρήγο, την εξυπνάδα και
το ταλέντο του, ήταν η ασφάλειά μου για το τελικό αποτέλεσμα», μου λέει παραγγέλνοντας
ένα εσπρέσσο φρέντο σκέτο στο café
δίπλα από το «Rex» όπου
συναντηθήκαμε, λίγο πριν από την απογευματινή του πρόβα. «Εκείνη την περίοδο ασχολιόμουν
ήδη με τις οικογενειακές επιχειρήσεις που δημιούργησε ο πατέρας μου, Αργύρης
Παπαργυρόπουλος, αλλά αισθανόμουν ότι μου έλειπε η τέχνη, η μεγάλη αγάπη και το
πάθος μου από παιδί. Όλα, λοιπόν, έγιναν την κατάλληλη στιγμή! Με ένα μαγικό
τρόπο και εντελώς απροσδόκητο. Εξάλλου, ο ρόλος του Rocky απαιτούσε αυτός που θα τον
υποδυόταν να είναι γυμνασμένος, να έχει αθλητικό φυζίκ, οπότε η συγκυρία
έμοιαζε μοναδική. Για να καταλάβεις, προκειμένου να έχουμε το ιδανικό
αποτέλεσμα, τον τελευταίο καιρό έχω εξαντληθεί και στη γυμναστική, παράλληλα με
τις πρόβες», καταλήγει γελώντας.
ΜΑΡΙΑ ΗΛΙΑΚΗ: "ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΑΝΟΥΝ ΚΥΚΛΟΥΣ"
Στην πρώτη της συνέντευξη μετά τη συμφωνία της με τον Σκάϊ για την
παρουσίαση της νέας της εκπομπής «Αυτά είναι…», η παρουσιάστρια μιλάει στο «thema people» για τη νέα της
συνεργασία με τον Μάκη Πουνέντη, το τέλος του «Δέστε τους», τις σχέσεις της με
το Νίκο Μουτσινά και την Κατερίνα Καινούργιου, ενώ απαντά και στις φήμες για
την προσωπική της ζωή.
Η Μαρία πάντα έμενε στην Νέα Σμύρνη, κοντά στο Άλσος, λίγα
στενά πιο πάνω από τη λεωφόρο Συγγρού. «Εδώ είναι η γειτονιά μου, οι αναμνήσεις
μου, οι άνθρωποι που αγαπώ, αλλά και οι εικόνες εκείνων που έχασα για πάντα.
Και μου είναι δύσκολο να χάνω τις αναφορές μου, θα ήμουν “ξένο σώμα” κάπου
αλλού», μου λέει το πρωινό της Κυριακής που συναντηθήκαμε. Προτού ξεκινήσουμε την
κουβέντα μας, ετοιμάζεται να ανεβάσει μία φωτογραφία στον προσωπικό της
λογαριασμό στο twitter
(η Μαρία έχει τους περισσότερους followers στο twitter
από κάθε άλλη ελληνίδα celebrity,
πλησιάζοντας τις 300 χιλιάδες), με παιδάκια να παίζουν με τα skateboards τους στο πλακόστρωτο, δίπλα από
τα cafe, ενώ ταυτόχρονα
θέλει να την κοινοποιήσει και στο προσωπικό της site, το www.mariailiaki.gr.
-Τι θα περιλαμβάνει το «Αυτά είναι…» στον Σκάϊ;
-Θα είναι μία εκπομπή φτιαγμένη με πολύ κέφι, που ακριβώς
επειδή την ετοιμάσαμε με πολύ ενθουσιασμό και χαμογελώντας, έτσι θα θέλαμε να
την αντιμετωπίζει και ο τηλεθεατής. Όποτε συναντούσα κόσμο στο δρόμο, μου έλεγε
«μας δίνετε χαρά!». Αυτή τη χαρά, λοιπόν, θέλουμε να συνεχίζουμε να δίνουμε
στους ανθρώπους, να τους ψυχαγωγούμε, να τους κάνουμε να αισθάνονται όμορφα
αυτές τις δύο ώρες που θα μας παρακολουθούν καθημερινά, από τις 15:00 έως τις
17:00.
-Πολύ εύκολα πάντως θα μπορούσε να υποθέσει κάποιος πως το
επιτυχημένο ραδιοφωνικό δίδυμο Μαρίας Ηλιάκη και Μάκη Πουνέντη μεταφέρεται πια
και στην τηλεόραση….
-Και πολύ σωστά θα μπορούσε να το υποθέσει αυτό κάποιος,
γιατί όντως με τον Μάκη είχαμε μία υπέροχη συνεργασία στο ραδιοφωνο. Βέβαια, αλλιώς
λειτουργείς στο ένα Μέσο και διαφορετικά στο άλλο. Τηλεοπτικά είμαστε δύο
εντελώς διαφορετικές προσωπικότητες, με αλλιώτικες αναφορές, γούστα και
απόψεις. Ο Μάκης είναι ένας άνθρωπος που εκτιμώ πολύ, μου δημιουργεί σιγουριά,
γι’ αυτό και όταν ήρθαμε στον Σκάϊ ήταν το πρώτο πρόσωπο που ήθελα να βρίσκεται μαζί μου.
ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ: "ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΚΑΙ ΠΟΛΥ ΣΤΑ ΚΑΛΑ ΜΟΥ"
Ο πρωταγωνιστής του «Μπρούσκο» έχει πλέον αλλάξει, δεν
έχει σχέση με το φοβισμένο αγόρι του παρελθόντος, και δείχνει να έχει
εξοικειωθεί πια με την προσωπικότητά του, τον εαυτό του, την εικόνα του και τις
πραγματικές του επιθυμίες.
Βρίσκεται στη Λευκωσία, μόλις έχει τελειώσει από άλλο ένα
δωδεκάωρο γύρισμα για τα νέα επεισόδια του «Μπρούσκο», ξαπλώνει στον καναπέ του
σπιτιού που νοικιάζει, ανάβει τσιγάρο και ξεκινά να μου μιλάει για το νέο του
τραγούδι «40 βαθμούς κελσίου», σε μουσική και στίχους Ανδρέα Λάμπρου. «Το video clip, σε σκηνοθεσία Ανδρέα
Γεωργίου, θα γυριζόταν στην Αγία Νάπα της Κύπρου, σε ένα κρουαζιερόπλοιο, “καθώς
πρέπει”. Εγώ όμως, ως τεκιλόβιος, άρχισα λίγο πριν να κερνάω την παρέα τεκίλες
και αποφασίσαμε τελικά να κάνουμε το clip στο σπίτι όπου βρισκόμασταν, μία
κατάσταση τύπου γκροτέσκ με άποψη».
-Πως καταφέρνεις τόσο εύκολα να παρασέρνεις τους ανθρώπους
γύρω σου;
-Δεν ξέρω. Συμβαίνει. Απλά έχω τη διάθεση, μου βγαίνει και ο
κόσμος γύρω μου «τσιμπάει». Δεν ξέρω αν τους κάνω καλό ή όχι...
-Μ’ έχεις μπερδέψει πάντως. Είσαι ηθοποιός ή τραγουδιστής; Ή
και λίγο μοντέλο;
-Όταν ασχολείσαι με την εικόνα, είτε ως σκηνοθέτης, είτε ως
ηθοποιός, είτε ως παραγωγός, είτε ως παρουσιαστής, είναι μία δουλειά. Και από
την μεριά μου, δεν μπορώ να κυνηγήσω τα καλούπια ούτε τις ταμπέλες. Ό,τι
σπούδασα, έτσι όπως μου το έχωσαν στο κεφάλι κι’ έτσι όπως το έκανα στην
Αμερική, με αυτό τον τρόπο μου βγαίνει. Και μ’ αρέσει! Με την μουσική
ασχολήθηκα από πολύ μικρό παιδί, τη φωνή τη δούλευα και στη σχολή, σπούδασα
σκηνοθεσία, μετά έκανα παραγωγή και όλο αυτό λειτουργεί σε μένα σαν κάτι το ενιαίο,
σαν να δίνω εικόνα στον κόσμο. Και το κάνω επειδή έχω ανάγκη να το κάνω κι’ όχι
επειδή απλά πρέπει να πάω να βγάλω το μεροκάματό μου. Έτσι ξεσπάω, έτσι έχω
ισορροπία. Αλλιώς θα ήμουνα με χάπια, κλεισμένος σε ένα ψυχιατρείο.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)










