9.8.11

ΜΑΚΗΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ: "ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΔΥΣΚΟΛΟ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ ΕΝΑ ΚΥΝΗΓΟΣΚΥΛΟ, ΚΑΝΙΣ ΣΑΛΟΝΙΟΥ"


Στα γραφεία της zougla, στην Κηφισιά, δοκιμάζουμε το «μαγικό μπλουζάκι» που, μέσα σε δέκα μόνο λεπτά, μπορεί να καταπραΰνει πόνους, να σε κάνει να αισθανθείς δυνατός, να αποκτήσεις φυσικές δυνατότητες που, μέχρι τότε, πίστευες πως μόνο τα μικρά παιδιά διαθέτουν. «Θεωρώ ότι ήταν ένα από τα μεγαλύτερα ρεπορτάζ της ζωής μου, εξαιτίας ενός προϊόντος που, ενώ είχε ανακαλυφθεί στη Γαλλία, είχε αποσιωπηθεί», λέει ο δημοσιογράφος και εκδότης στο People. «Όταν σιγουρεύτηκα ότι είναι ένα “μαγικό”, ένα απίστευτο προϊόν, πειραματίστηκα, βεβαιώθηκα και το έβγαλα προς τα έξω. Η νανοτεχνολογία είναι υπόθεση του μέλλοντος και είμαι σίγουρος ότι υπόσχεται πάρα πολλά για την ποιότητα της ζωής των ανθρώπων». Κάθεται στο γραφείο του με θέα την Πάρνηθα που, μέσα από ένα τηλεσκόπιο, που είναι τοποθετημένο στο κέντρο του, μπορεί να παρατηρήσει ακόμη και τα τελεφερίκ που ανεβαίνουν στο καζίνο, τα σπίτια στους πρόποδες, την ανάσα της πόλης.  
-Πόσο καιρό μπορείτε να αντέξετε εκτός τηλεόρασης;
-Για όλη μου τη ζωή! Δεν ήμουν ποτέ εξαρτημένος από την τηλεόραση. Η αίσθηση που έχω γι αυτήν, είναι εκείνη του εργαλείου. Δεν μου έλειψε ποτέ, ίσως και λόγω της επιτυχίας του zougla.gr επειδή αυτό είναι ένα εργαλείο ραδιοτηλεοπτικό: Είναι μία εφημερίδα, μία τηλεόραση, ένα ραδιόφωνο και έτσι δεν έχεις την αίσθηση ότι σου λείπει αυτή καθαυτή η τηλεόραση. Ίσως γιατί έχω συνηθίσει να ανεβαίνω στα τρένα που πρόκειται να ταξιδέψουν και αυτό προφανώς- η τηλεόραση- είναι ένα τρένο που πάει για απόσυρση. Άλλωστε, με τα εργαλεία δεν ήμουν ποτέ συναισθηματικά δεμένος, μόνο με τους ανθρώπους. Περισσότερο δένομαι με την κάμερα και την φωτογραφική μου μηχανή, παρά με το ίδιο το Μέσον.
-Πώς σας επηρέασε προσωπικά η κατάσταση στο Alter;
-Δεν μπορώ να πω ότι με επηρέασε σε σχέση με το ίδιο το κανάλι, παρόλο που με στενοχώρησε το γεγονός ότι αναγκάστηκε να κλείσει. Γιατί ήταν ένας χώρος που τον είχα συνηθίσει και αγαπήσει- πάντοτε σε συνάρτηση με τους συνεργάτες μου. Αυτό που με στενοχώρησε πολύ ήταν να βλέπω τους συνεργάτες μου ταλαιπωρημένους, απλήρωτους και απελπισμένους.
-Είναι αλήθεια ότι εσείς προσωπικά έχετε να πληρωθείτε από το κανάλι εδώ και ένα χρόνο;
-Ναι, από πέρσι το Μάιο έχω να πληρωθώ. Εγώ δεν ήθελα να δημοσιοποιηθεί αυτό, αλλά συνέβη. Όχι για λόγους πρεστίζ, αλλά για να μην θεωρηθεί ότι, μέσα στην γενικότερη ανέχεια και τη δυστυχία των ανθρώπων, εγώ προέβαλα την δική μου αμοιβή. Από πέρσι το Μάιο όχι μόνο δεν πληρωθήκαμε, αλλά πληρώσαμε και το Φ.Π.Α του συμβολαίου, που είναι πάνω από 200 χιλιάδες. Είναι λεφτά που δώσαμε από την τσέπη μας, χωρίς να πάρουμε την αμοιβή της παραγωγής.
-Δεν απαιτήσατε τα χρήματά σας;
-Δεν απαίτησα τίποτα. Δούλευα με την ελπίδα ότι θα συνεχίσουν να πληρώνουν τους συνεργάτες μου, πιστεύοντας ότι κάποια στιγμή θα λυθεί το πρόβλημα.
-Ο Κώστας Χαρδαβέλλας δήλωσε στο People ότι αισθάνεται θυμωμένος και προδομένος από αυτή την κατάσταση. Εσείς;
-Ούτε προδομένος αισθάνομαι, ούτε θυμωμένος. Θεωρώ ότι οι παράπλευρες απώλειες σε έναν βρώμικο πόλεμο, όπως είναι αυτός της τηλεόρασης, είναι δεδομένες και επομένως πρέπει να τις λαμβάνεις υπόψιν σου πριν δώσεις τη μάχη σου. Προδομένος αισθάνεσαι από αυτούς που αγαπάς και αυτοί που αγαπάω- και είναι οι συνεργάτες μου- δεν με πρόδωσαν ποτέ.
-Ποτέ δεν προδοθήκατε από συνεργάτες σας;
-Μεμονωμένα. Γενικά, το κλίμα της ομάδας ήταν πάντα ευχάριστο.
-Σκέφτεστε να κινηθείτε νομικά εναντίον του Alter, για να πάρετε τα δεδουλευμένα σας;
-Όχι. Δεν μπορώ να το κάνω, γιατί δεν το κανα προσωπικά ποτέ. Είμαι ένας δέκτης μηνύσεων και δεν είμαι ποτέ ο πομπός- ούτε μηνύσεων ούτε αγωγών.
-Είχατε πρόταση συνεργασίας από άλλα κανάλια, αυτό το διάστημα;
-Δεν πρόλαβα να έχω πρόταση, γιατί η ιστορία αυτή είναι πολύ νωπή ακόμα. Και δεν νομίζω να υπάρχει η ευκαιρία και η δυνατότητα συνεργασίας με άλλα κανάλια γιατί, σε όλο αυτό το διάστημα της δημοσιογραφίας που έκανα, έχουν στενοχωρηθεί πολλοί καναλάρχες μαζί μου. Επομένως, το βρίσκω πολύ δύσκολο να μπορέσουν να συνεργαστούν.
-Σε κανένα κανάλι;
-Πιστεύω πως όχι. Από αυτά που υπάρχουν, δεν νομίζω ότι θα υπήρχε πιθανότητα να εργαστώ εκεί.
-Αντίστοιχα, το κλείσιμο του Veto σας στεναχώρησε;
-Όχι, γιατί δεν με ακούμπησε πολύ η παρέα. Θα με στενοχωρούσε αν η παρέα με συγκινούσε. Η ιστορία είναι όμορφη, όταν σε συγκινεί η παρέα.
-Νερό στο κρασί σας έχετε βάλει ποτέ, λόγω των συνεχών παρεμβάσεων;
-Όχι. Μπορεί να συμβιβαστείς στιγμιαία με την αδυναμία του ιδιοκτήτη του Μέσου, δηλαδή να μην τον πυροβολήσεις εάν δεν έχει κάνει κάτι κακό ή κάτι πολύ σοβαρό, αλλά σε σχέση με τα θέματα και τη θεματολογία μου, δεν έβαζα ποτέ νερό στο κρασί μου. Ακόμη και αν επρόκειτο για τον καλύτερο φίλο του αφεντικού. Είμαι λίγο ανάποδος άνθρωπος. Εγώ το διασκέδαζα διαφορετικά. Έβλεπα αντίστροφα τα πράγματα: Κάθε φορά που μου έλεγε «μην παίξεις αυτό το θέμα», έβλεπα τις δικές του αδυναμίες και όχι τη δική μου να προβάλω το θέμα. Και το προέβαλα. Είχα πάντα τον τρόπο μου να ξεφεύγω και να το δημοσιοποιώ. Και αυτή είναι και η γοητεία της δημοσιογραφίας: Όλος ο αγώνας στη δημοσιογραφία, από την ύπαρξή της μέχρι σήμερα, είναι να μην βγουν τα θέματα όχι να βγουν.
-Τι κόστος είχατε σε αυτό;
-Ψυχικής ταλαιπωρίας, φθοράς, στενοχώριας. Γιατί, όταν έχεις ένα θέμα, εσύ θες να βγάλεις το θέμα σου. Δεν συμμερίζεσαι την αγωνία του ιδιοκτήτη του Μέσου. Το κόστος βέβαια είναι η καθημερινή παρουσία στα δικαστήρια.
-Χάσατε φίλους ή ανθρώπους που ήταν πάρα πολύ κοντά σας, λόγω της δουλειάς σας;
-Ναι, έχασα πολλούς φίλους μέσα από αυτή την καθημερινή τριβή της δημιουργίας και της δημοσιότητας- για πάρα πολλούς λόγους. Ο κυριότερος λόγος πάντως που έχασα φίλους είναι γιατί δεν άντεξαν. Δεν είναι εύκολο να αντέξεις στην πειθαρχία. Και η πειθαρχία είναι να βγάζεις το θέμα σου αδίστακτα, να είσαι ειλικρινής και, πάνω απ όλα, κύριος. Δηλαδή, βλέποντας τη δυνατότητα που σου προσφέρει η εξουσία σου, να μην την μεταχειρίζεσαι. Και να μην την μετασχηματίζεις σε χρήμα, σε αρπαχτή. Αυτό είναι το σημαντικότερο και η γοητεία για έναν δημοσιογράφο.
-Προσπάθησαν να σας χρηματίσουν, όλα αυτά τα χρόνια;
-Όχι πάρα πολλές φορές. Μάλλον γιατί είχα πάρα πολύ κακή φήμη και δεν πλησίαζαν εύκολα. Ούτε άμεσα ούτε έμμεσα. Υπήρξαν τρεις τέσσερις περιπτώσεις και μία δύο φορές το δημοσιοποίησα.  
-Θα προτιμούσατε να μην είστε αναγνωρίσιμος;
-Το να σε αναγνωρίζουν, για μένα έχει περισσότερες ευθύνες. Αλλά χρειάζεται, με την πάροδο του χρόνου, να μετασχηματίζεται αυτό σε σοφία και σε ωριμότητα. Θα προτιμούσα ίσως να έχω απαλλαγεί από ορισμένες από τις δυσάρεστες συνέπειες της αναγνωρισιμότητας, όπως το ότι δεν μπορείς να χαρίσεις ήρεμα το χρόνο σου στους δικούς σου ανθρώπους- γιατί πάντοτε περιβάλλεσαι από «δικούς σου ανθρώπους» όταν ο άλλος σε αισθάνεται σαν τον αδερφό του, σαν το πατέρα του, σαν τον γκόμενό του. Αυτά είναι αναπόφευκτα. Θυμάμαι μία στιγμή, όταν βρισκόμασταν στη Σιένα με το γιο μου, την περίοδο που ήταν εκεί πρωτοετής φοιτητής, που τον είχα αγκαλιά και γυρνάγαμε τα στενά δείχνοντας του τα μυστικά της πόλης. Πέσαμε σε ένα γκρουπ από έλληνες τουρίστες και θυμάμαι μία κυρία που είχε πει σε μία άλλη «έλα Σοφία, τρέχα! Ο Τριανταφυλλόπουλος αγκαλιά με ένα τεκνό!».
-Αν σας πει η μεγαλύτερή σας κόρη «μπαμπά, θέλω να γίνω δημοσιογράφος», θα την αποτρέψετε;
-Θα της πω «περπάτησε και γίνε. Βγάλε τα τακούνια σου, βάλε στρωτό παπουτσάκι γιατί έχει πολύ τρεχάλα, πολλή δουλειά και ξεκίνα!».
-Υποφέρουν οι συνεργάτες σας όταν εργάζονται για ένα ρεπορτάζ που τους έχετε αναθέσει;
-Πιστεύω ότι υποφέρουν. Θεωρώ, όμως, ότι είμαι πρότυπο για τους συνεργάτες μου: Έρχομαι πρώτος στο γραφείο, γύρω στις 8 το πρωί, φεύγω τελευταίος, γύρω στις 2 τα ξημερώματα, στις δύσκολες αποστολές μπαίνω πάντα μπροστά και δεν έχω ούτε Σάββατα ούτε Κυριακές ούτε αργίες ούτε γιορτές ούτε απεργίες- γιατί πιστεύω ότι οι δημοσιογράφοι, τα ασθενοφόρα και η πυροσβεστική δεν απεργούν ποτέ.
-Γίνατε πλούσιος από τη δουλειά σας;
-Έκανα λεφτά από καραμπόλα, όπως συνέβη με το επεισόδιο στο «Πρώτο Θέμα». Τα πολλά χρήματα κερδήθηκαν μόνο από τις καραμπόλες και, όπως είδατε, τα μετασχημάτισα σε έργο δημοσιογραφικό. Το αποτέλεσμα ήταν να αρχίσω πάλι από την αρχή, με τις ίδιες αγωνίες της καθημερινότητας και του μεροκάματου. Λίγο πιο άνετα όμως από την πρώτη φορά που ζωγράφιζα βιβλία αγγλικών για να επιβιώσω και να γίνω δημοσιογράφος ή όπως τότε  που δούλευα σε ένα ιταλικό εργοστάσιο ρούχων στην Πάτρα.
-Φτωχικά μεγαλώσατε;
-Με μέτρο. Ήμουν γιος δημοσίου υπαλλήλου- αστυνομικός ο πατέρας μου- και αυτό που θυμάμαι είναι ότι, όπου κι αν πηγαίναμε, μας έλεγε «δεν θα ζητήσετε τίποτα αν δεν μας φτάνουν τα λεφτά».
-Αυτό προσπαθείτε να μάθετε και στις δύο κόρες σας;
-Ναι. Το μέτρο. Δεν είναι εύκολο να πεις «όχι» στα παιδιά σου αλλά, αν δεν το κάνεις, τα πράγματα θα είναι δυσκολότερα μετά. Κι έτσι, έχω μάθει να τους περνάω το μήνυμα χωρίς να χρειάζεται καν να πω «όχι». Πρέπει να μάθουν να ζουν λιτά και αντιλαμβανόμενες ότι γύρω υπάρχει ανέχεια και δυστυχία.
-Μετανιώσατε ποτέ που γίνατε δημοσιογράφος;
-Ποτέ. Ταύτισα τη δουλειά μου με τη χαρά της δημιουργίας και την ικανοποίηση. Κι έτσι δεν ήταν ποτέ αγγαρεία.
-Φτάσατε ποτέ στο σημείο να την εγκαταλείψετε ή έστω να το σκεφτείτε;
-Πιστεύω ότι είναι πολύ δύσκολο ένα κυνηγόσκυλο να το κάνεις κανίς σαλονιού. Δεν θα μάθει ποτέ να συμπεριφέρεται έτσι. Κι έτσι έχω μάθει να τεντώνω τα αφτιά και την ουρά μου.
-Ωστόσο, κάποιοι σας κατηγορούν ότι είναι αθέμιτο να χρησιμοποιείται κρυφές κάμερες στη δουλειά σας.
-Δεν ασχολούμαι μαζί τους διότι νομίζω ότι κινούνται από ταπεινά ελατήρια και τα κίνητρα τους είναι τουλάχιστον γκρίζα και ύποπτα. Στον πλανήτη, η κρυφή κάμερα είναι καθεστώς- σε όλα τα Μέσα, σε όλα τα κανάλια, παντού. Το να υποστηρίζουν κάποιοι αυτή τη θέση είναι δικό τους πρόβλημα, όχι δικό μου.
-Εσείς φοβάστε ότι μπορεί να σας παρακολουθούν; Το κινητό σας, τις κινήσεις σας;
-Χαίρομαι ιδιαίτερα διότι το κινητό μου έχει, μερικές φορές, μεγαλύτερη ακροαματικότητα από τις εκπομπές μου. Το διασκεδάζω. Επόμενο είναι και να με κοιτάζουν και να με παρακολουθούν. Το αντιλαμβάνομαι πολλές φορές.
-Φοβηθήκατε ποτέ για τη ζωή σας;
-Αυτή την αίσθηση δεν την είχα ποτέ. Είναι σαν να ρωτάς τον Σούμαχερ αν φοβάται την ταχύτητα στην Φόρουλα 1- είναι κάτι με το οποίο ζει μαζί, το ενέχει και δεν το φοβάται.
-Έχετε μετανιώσει ποτέ, σε ανθρώπινο επίπεδο, όταν κάποιοι άνθρωποι, εξαιτίας των εκπομπών σας, έχουν ζημιωθεί στην καριέρα τους ή έχει σπιλωθεί το όνομά τους;
-Ξέρετε, δεν διασκεδάζω όταν ο άλλος υποφέρει εξαιτίας του ρεπορτάζ μου, αλλά υπάρχει πάντοτε μέσα μου μία ζυγαριά: η ζυγαριά της κοινωνικής προσφοράς. Όταν ξέρεις ότι ο άλλος έχει, για παράδειγμα, καταληστέψει τον κόσμο, όπως μπορεί να κάνει κάποιος γιατρός, μπορείς ποτέ να αισθανθείς αλληλέγγυος σε αυτόν; Αν σκεφτείς πόσα είναι τα θύματα ενός μεγαλογιατρού, ταυτίζεσαι με τα θύματα, ποτέ με το θύτη.
-Μισείτε κάποιους ανθρώπους;
-Όχι. Δεν μπορώ να μισήσω. Όσο κι αν θυμώσω, μετά από πέντε λεπτά το «μίσος» εξαφανίζεται. Δεν ξέρω τι λεκές είναι αυτός, αλλά δεν μένει. Στενοχωριέμαι πολύ όταν αναγκάζομαι να λυπάμαι ανθρώπους. Έχει συμβεί αρκετές φορές, αλλά c est la vie.
-Τι λείπει σήμερα απ τη ζωή σας;
-Ντρέπομαι να πω ότι μου λείπει κάτι, γιατί λείπουν τόσα πολλά πράγματα από τους υπόλοιπους που δεν θα μπορούσα να φανταστώ ότι μου λείπει κάτι. Εκείνο που μου λείπει είναι το χαμόγελο από τα πρόσωπα των ανθρώπων και η ευτυχία: Να περπατάνε αγκαλιά, να ερωτεύονται, να γελάνε, να σε πειράζουν, να αστειεύονται. Βλέπεις πια μια μελαγχολία στα πρόσωπα και την αγωνία της αβεβαιότητας- και αυτό με στεναχωρεί απίστευτα.
-Τι ανασφάλειες έχετε;
-Όλες τις ανασφάλειες που μπορεί να έχει κάθε άνθρωπος: Αν θα αρέσω στο κορίτσι μου, αν θα αρέσει η δουλειά μου στον εργοδότη μου, αν αυτό που κάνω έχει κάποια αξία, αν μπορώ να κάνω κάτι λίγο πιο σημαντικό απ το τίποτα.
-Έχετε φοβίες;
-Τον οδοντίατρο. Μόνο αυτόν φοβάμαι. Ακόμη και αν με βάλουν σε πύραυλο για να πάω στον Άρη, δεν φοβάμαι καθόλου, θα το απολαύσω. Αλλά δεν μπορώ τον οδοντίατρο. 
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό People, τον Μάιο του 2011. 

ΛΙΑΝΑ ΚΑΝΕΛΛΗ: "Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ, Ο ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ Ο ΓΙΟΣ ΜΟΥ"

Η Λιάνα είναι star- κι ας σιχαίνεται τέτοιους όρους «κλισέ» ή έξω από τη δική της ιδιοσυγκρασία και αντίληψη για τις καταστάσεις, τις εικόνες του κόσμου και των ανθρώπων που πιάνει στο σπινθηροβόλο πράσινό της βλέμμα. Στο café της Κηφισιάς την χαιρετάνε όλοι σαν να την ξέρουν χρόνια- κι ας είναι η πρώτη φορά που τη συναντούν-, τη ρωτάνε για το μεσοπρόθεσμο, την ακούν προσεκτικά, συμφωνούν, θυμώνουν, όλο «πέστα Χρυσόστομη» και «κράτα γερά» της λένε. Κι ας μην είναι ψηφοφόροι του ΚΚΕ. Βγάζει τα μαύρα της γυαλιά, κάθεται απέναντί μου, παραγγέλνει διπλό καφέ ελληνικό, ανάβει τσιγάρο, λέει πως είναι πολύ κουρασμένη, «μεγάλη η χάρη σου με τον πανικό που γίνεται» λέει και τραβάει την πρώτη ρουφηξιά.
-Πάντοτε λέγατε ότι είστε αισιόδοξη. Παραμένετε ακόμη και τώρα;
-Τη βαστάω την αισιοδοξία μου. Και επειδή τη βαστάω, είμαι και στα πεζοδρόμια, είμαι και στους δρόμους, είμαι και στα έδρανα, είμαι και στα κανάλια- και όπου μπορώ γκαρίζω. Παραμένω αισιόδοξη, με την έννοια ότι δεν γεννήθηκε ακόμα εκείνη η σούπερ νόβα καταστροφή που να μας παρασύρει όλους σε έναν όλεθρο, οπότε δεν θα συζητάγαμε καν τώρα. Όσο είμαστε ζωντανοί, πρέπει να είμαστε και αισιόδοξοι. Όμως, πολύ συγκρατημένα αυτή τη φορά. Γιατί είμαι και ανήσυχη και οργισμένη και ταυτόχρονα με ένα κομμάτι φόβου, το οποίο είναι όμως πάρα πολύ συγκεκριμένο.
-Τι αφορά αυτός ο φόβος;
-Στη νεότερη γενιά. Και δεν είναι ο φόβος μου πως δεν θα τα καταφέρει- γιατί εγώ πιστεύω ότι κάθε γενιά μπορεί να είναι καλύτερη από την προηγούμενη που, ούτως ή άλλως, το μέλλον της ανήκει. Δυστυχώς, όμως, βγαίνει σε μία τραγωδία ανεφοδίαστη. Αυτή γενιά δεν έχει ούτε ένα τραγούδι για τον νταλκά της να κρατηθεί, δεν έχει καμία επαφή με την κουλτούρα και την ποίηση που θα την έσωζε, δεν είχε ποτέ τη δυνατότητα να φτιάξει- και μην με παρεξηγήσει κανένας- ούτε ένα δικό της εμβατήριο. Της άλλαξαν τις έννοιες. Την πέρασαν από μία περίοδο καταναλωτικής ευδαιμονικής ύβρεως και τώρα βλέπεις να κόβονται τα φτερά της ευθέως ανάλογα με την πιστωτική της κάρτα. Και αυτό δεν φτάνει.
-Εσείς δεν έχετε χρέη, δάνεια, πιστωτικές κάρτες;
-Κάτι ψιλά σε μία κάρτα την οποία έχω για λόγους ανάγκης, για λόγους πρακτικούς, γιατί ανήκω σε εκείνους τους προνοητικούς που φωνάζουν 5 χρόνια τώρα «φυλαχτείτε, μαζευτείτε, κάντε άλλες ιεραρχήσεις». Θα σου πω κάτι. Εγώ αγαπάω τη θάλασσα, ψαρεύω και κατάφερα να έχω μία βάρκα πλαστική, 5 μέτρα, την οποία πήρα μεταχειρισμένη από έναν δικηγόρο- είναι αυτό που κατάφερα να κάνω δώρο στον εαυτό μου, για να μη με πει κανένας «σκαφάτη». Και επειδή ξέρω από «θάλασσες», τον ορίζοντα της θάλασσας τον έβλεπα, τη μύριζα τη θάλασσα, την άκουγα και φώναζα.
-Τώρα, λοιπόν, πώς πιστεύετε θα είναι το μέλλον;
-Το μέλλον θα είναι αυτό που θέλουμε να φτιάξουμε- γιατί δεν μας αφαιρώ το δικαίωμα να θέλουμε, να επιθυμούμε και να προσπαθούμε. Αν ξέρουμε τι μέλλον θέλουμε, θα ξέρουμε και αν το πετύχαμε ή δεν το επιτύχαμε.
-Συμμερίζεστε κι εσείς την άποψη ότι η χώρα είναι ήδη «υπό κατοχή»;
-Δεν θα χρησιμοποιήσω τον όρο «κατοχή», παρότι δεν διαφέρει καθόλου από αυτό που θα σου πω: Η χώρα είναι κάτω από ασφυκτική εξάρτηση, μειωμένης κυριαρχίας, καταχρεωμένη αλλά, για να σε προλάβω, γι αυτό δεν φταίνε οι ξένοι. Ο εχθρός ήταν, είναι και θα είναι πάντα εντός.
-Όταν περνάτε από τους αγανακτισμένους για να πάτε στη βουλή, πως συμπεριφέρονται σ εσάς; Σας ειρωνεύονται, σας προπηλακίζουν, όπως συμβαίνει με άλλους βουλευτές;
-Λένε «χώστα, βάστα, κράτα!». Εσχάτως, ακούω και το «κουράγιο» και, επειδή πλησιάζω και τα 60, αισθάνομαι λίγο «μάνα κουράγιο» (γελάει). Χθες βράδυ, ήμουν στημένη στη μέση του δρόμου και μαζεύτηκε τόσος κόσμος που το BBC θα νόμιζε ότι έχουμε κάποια διαδήλωση. Πρώτον, η σχέση μου με τον κόσμο δεν είναι τωρινή- είναι 40 χρόνια και μπορείς να γυρίσεις πίσω και να με τσεκάρεις. Και δεύτερον, για να μαστε και ειλικρινείς, σε εποχές δυσπιστίας, από τις επιλογές μας κρινόμαστε. Εγώ άφησα τα πολλά λεφτά της τηλεόρασης, για τα λίγα της πολιτικής με το ΚΚΕ. Επομένως, εξ ορισμού, κατέβηκα οικονομικά σκαλιά και ήταν φυσικό να ανέβω τα ηθικά.
-Προλάβατε τουλάχιστον να γίνεται πλούσια τότε, με τα λεφτά της τηλεόρασης;
-Δεν είσαι καλά! Πως θα συντηρούνταν η «Νέμεσις» που τώρα δεν μπορεί; Έφτιαξα ένα σπίτι, που τώρα έχω το μισό- το άλλο μισό το έχει το παιδί μου-, έχω ένα αυτοκίνητο smart, την πλαστική βάρκα που σου έλεγα προηγουμένως και 4 στρέμματα κατσάβραχο στο χωριό, στο Γεράκι της Σπάρτης, απ τη γιαγιά μου. Το σπίτι μου μάλιστα το ξεχρέωσα μόλις τον Σεπτέμβριο του 2010.
-Μετά από πόσα χρόνια δανείου;
-15. Στις 29 Σεπτεμβρίου 2010 ήμουν πολύ ευτυχισμένη, πανηγύριζα, έλεγα «ξεχρέωσα σήμερα το σπίτι!». Σκεφτόμουν μάλιστα προηγουμένως μήπως έχτιζα και κανά μικρό για να αποσυρθώ στο Γεράκι, αλλά αυτή τη σκέψη την εγκατέλειψα από τις εκλογές του 2009. Παραμονή των εκλογών είπα «που πας τώρα να δανειστείς; Άστο!».
-Αν σας πει ο γιος σας, ο Γαβριήλ, όπως λένε πολλοί νέοι, ότι θέλει να πάει να ζήσει μόνιμα στο εξωτερικό, τι θα του πείτε;
-Είμαι πολύ τυχερή, γιατί ο γιος μου θέλει να μπει σε ελληνικό πανεπιστήμιο και να ζήσει φοιτητική ζωή εδώ. Είναι 16 ετών και κάτι μήνες. Αν ξαφνικά αλλάξει απόφαση στα 20 ή στα 22 του, πάει να πει ότι θα έχουμε χάσει πάρα πολύ χρόνο όλοι οι υπόλοιποι απ το να προσπαθήσουμε να κρατήσουμε εδώ αυτά τα παιδιά.
-Δεν τον αποτρέπετε να μείνει εδώ, με όλα όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα;
-Άμα αρχίσουν να φεύγουν όλοι οι Γαβριήλ της χώρας, σε αυτή τη φάση, για να αναζητήσουν αλλού ένα καλύτερο μέλλον, τότε θα γυρίσουν ως τι; Ως μεγάλοι ευεργέτες για την πατρίδα; Δεν λέω πως δεν θα υπάρξουν απελπισμένοι που δεν θα πάνε στο εξωτερικό- αλλά αφού το έχουν παλέψει γερά εδώ- αλλά η φυγή δεν μπορεί να είναι η εύκολη λύση! Πατριώτης είναι αυτός που θα κάτσει να παλέψει και να ανατρέψει ενδεχομένως την πολιτική που τον έφερε σε αυτή την κατάσταση.
-Εκτός βουλής μιλάτε καθόλου με τον Γεωργιάδη, τον Πλεύρη ή τον Τσίπρα;
-Λέμε «καλημέρα». Εγώ συνηθίζω να λέω «καλημέρα» ακόμη και στον χειρότερο εχθρό μου- και δεν εννοώ αυτούς. Ενίοτε μπορεί να δημιουργώ και ένα αίσθημα παρεξήγησης, με τις πολλές «καλημέρες» που λέω.
-Δεν βαριέστε μέσα στη βουλή;
-Συνεχώς. Διότι ο τρόπος που λειτουργεί η βουλή είναι ατελέσφορος. Ακόμη και για αυτό που η ίδια θέλει να παράξει. Στη βουλή, δυστυχώς, δεν παράγεται πολιτική, διαπιστώνεται και καταγράφεται πολιτική. Και αποφασίζει η εκάστοτε διαμορφωμένη κυβερνητική πλειοψηφία. Η πολιτική τείνει να γίνει μία απέραντη παγκοσμιοποιημένη μη κυβερνητική οργάνωση και να αφεθεί η κυβέρνηση σε καθηγητές οικονομικών, μεγάλους οίκους αξιολόγησης, τραπεζίτες. Ταξικό είναι το ζήτημα. Στην παγκοσμιοποιημένη κοινωνία φτάσαμε σε Κολοσσαία: Άρτος και θεάματα. Αναρωτιέμαι: Θα φοράω Tods και θα ενισχύω το Κολοσσαίο;
-Ωστόσο, υπάρχει κάτι που να σας κάνει ευτυχισμένη σήμερα;
-Τα πάντα! Ζωντανούς ανθρώπους να δω, μία ωραία «καλημέρα» ν ακούσω, ένα μάτι ζωντανό να αντικρύσω, πέντε ανθρώπους που βγάζουν πέρα την κατάθλιψη με τον ελληνικό τρόπο δηλαδή παρέα, τραπεζάκια έξω- γιατί ο ελληνικός τρόπος δεν έχει κρεβάτι ψυχαναλυτή-, και είμαι καλά. Έχεις μισό ευρώ εσύ; Έχω κι εγώ άλλο μισό. Τι θα κάνουμε; Θα μοιραστούμε πορτοκαλάδα στα δύο. Κι ας βάλει ο άλλος ΦΠΑ 120%! Πώς να μην είμαι ευτυχισμένη; Που θυμούνται οι φίλοι τους φίλους; Που βλέπω στους δρόμους τρικάβαλα, γιατί είναι ακριβή η βενζίνη; Άκουσε να δεις. Δεν είναι οι πλειοψηφίες που κάνουν την ευτυχία. Οι φωτισμένες μειοψηφίες την κάναν πάντα. Μια ζωή.
-Είστε πάντα περιτριγυρισμένη από κόσμο. Σας λείπει καθόλου η μοναξιά;
-Καταρχήν, μου λείπει ύπνος, κοιμάμαι λίγο, είμαι άνθρωπος των 5 ωρών. Γιατί, το βιολογικό μου ρολόι, 6 παρά τέταρτο όρθια μ έχει- και Σάββατα και Κυριακές. Δεν με πειράζει όμως. Θα κοιμηθώ τον αιώνιο όπως όλοι (γελάει). Η μοναξιά, μου λείπει κάπου κάπου. Όσο περνάει ο καιρός, λίγο παραπάνω, ένα δίωρο περισυλλογής. Αλλά, πίστεψέ με, δεν μου φταίει ο κόσμος γύρω μου. Μου φταίει το μέσα μου που με κυνηγάει. Γιατί θεωρώ ότι είναι πολυτέλεια ο κόσμος να χάνεται κι εγώ να περισυλλέγομαι σε μία γωνία. Αυτό περιμένω τώρα: Μπας και ξεκλέψω αυτές τις 10 μέρες που ξεκλέβω πάντα το Καλοκαίρι, να έχω την πετονιά κι αντί να ακούω οτιδήποτε άλλο, να ακούω το τσικ τσικ από το λιθρινάκι στην άκρη.
-Χρόνο για το γιο σας έχετε;
-Τον έχω. Αλλά, όταν υπάρχει ελεύθερος χρόνος είναι μόνο δικός του. Γιατί, το τελευταίο πράγμα που θέλω, είναι να μου κάνει παρέα και baby sitting. Το βρίσκω ανώμαλο. Να βγαίνει έξω θέλω, να βγαίνει με τους φίλους του- και ευτυχώς είναι κοινωνικό παιδί. Εμένα θα κάτσει να φυλάει; Επειδή αποτυγχάνει το σύστημα, θα κάνω το παιδί μου, στα 16 του, γηροκομητή μου; Το σιχαίνομαι! Χειρότερο πράγμα από ανελεύθερα παιδιά και κυρίως αναγκασμένα να ζουν με τους γονείς, δεν υπάρχει. Το παιδί πρέπει να είναι μαζί μου όταν θέλει, όποτε θέλει και σε καμιά πάρα πολύ μεγάλη ανάγκη, για λόγους ηθικής στήριξης περισσότερο, παρά οτιδήποτε άλλο.
-Κάνετε παρέα με τους φίλους του;
-Οι φίλοι του με θέλουν, γιατί είμαστε όλο «έλα ρε φίλε». Πάω εγώ με τα ενδιαφέροντά τους, γιατί είναι ο καλύτερος τρόπος για να αισθάνομαι εγώ καλά. Είμαι 16 χρόνων μέσα μου, επομένως αυτό μου είναι πάρα πολύ εύκολο. Αλλά μία φορά στο τόσο και τίποτε πέραν αυτού. Είσαι καλά; Οι νέοι θα βρουν μόνοι τους το δρόμο τους, μεταξύ τους. Εγώ το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να ενισχύω.
-Ο έρωτας παραμένει σημαντικό κομμάτι στη ζωή σας;
-Στην ηλικία μου, ο έρωτας είναι πολυτέλεια διανοητική. Κοίταξε, οι νέοι αντιμετωπίζουν τον έρωτα ως σπορ. Μία γυναίκα, όμως, μετά τα 50, κατά την άποψή μου σώφρων και στ αλήθεια θερμή, όπως εγώ, προτιμάει να αντιμετωπίζει τον έρωτα σαν κάτι που δεν είναι ΑΜΕΑ για τη ζωή της. Δεν θέλει να τον βλέπει ως ΑΜΕΑ τον έρωτα. Και επειδή δεν θέλει να τον βλέπει ως ΑΜΕΑ, δεν τον βάζει και σε αυτό που λέμε ψυχοδιανοητικό νάρθηκα.
-Και που μπαίνει τότε ο έρωτας;
-Άκουσε να δεις, αγάπη μου. Αυτή τη στιγμή, είτε γερνάς μαζί με παλιούς σου έρωτες και το ευχαριστιέσαι- και εις ανάμνησιν περνάς και πάρα πολύ ωραία- είτε, αν τον συναντήσεις μπροστά σου και είναι 20 ή 25 χρονών, σε κοιτάς στον καθρέφτη, λες «δόξα τω Θεώ, απέκτησα διά των ερώτων τη σοφία να τους αφήσω να προχωράνε χωρίς εμένα». Διότι αυτό το πράγμα που δεν καταλαβαίνω, είναι η βαμπίρ αντίληψη ότι οι άνθρωποι των 60 και των 65 μπορούν να ζουν τον έρωτα και να αιχμαλωτίζουν εικοσάρικα και εικοσιπεντάρικα. Ξέρω ότι αυτό είναι της μόδας, αλλά εγώ βαμπίρ δεν ήμουν ποτέ. 
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό People, τον Ιούλιο του 2011.

ΜΑΡΩ ΚΟΝΤΟΥ: "ΕΙΜΑΙ 75 ΧΡΟΝΩΝ, ΑΛΛΑ ΑΙΣΘΑΝΟΜΑΙ 40"


Μία από τις μεγάλες κυρίες του σινεμά και του θεάτρου, ζει την κάθε της μέρα σαν να είναι η πρώτη της νέας της ζωής.
Αγνώριστη. Με μαλλί εξαιρετικά κοντό, όχι πολύ γκρίζο, «απαραίτητο», μου λέει, «για το ρόλο που υποδύομαι στο Θέατρο Τέχνης, μία τραβεστί πόρνη στο “Αρχαιότερο επάγγελμα” που είναι μία αλλαγή στο σκηνικό μου», φοράει μαύρα ρούχα, σκουρόχρωμο φουλάρι και μαύρα γυαλιά με γκριζόμαυρο σκελετό. Συστηνόμαστε, με κοιτάει καλά-καλά, καθόμαστε σε ένα μικρό café στη στοά του βιβλίου, ψάχνει τον αναπτήρα της μέσα στην μαύρη τσάντα («που στο καλό τον έχω βάλει πια;»), δανειζόμαστε έναν από το κορίτσι της ασφάλειας στο χώρο που της τον χαρίζει, επειδή «είναι η κυρία Κοντού και είναι πολύ Κυρία», ανάβει τσιγάρο, το πρώτο από τέσσερα που θα ακολουθήσουν στην επόμενη μία ώρα που θα μιλούσαμε. «Συγνώμη που φοράω μαύρα γυαλιά, εγώ αντιπαθώ να μου μιλάνε άνθρωποι που καλύπτουν τα μάτια τους, αλλά έχω πάθει μία αλλεργία από το μακιγιάζ», λέει. Τραβάει μια βαθιά ρουφηξιά από το πρώτο τσιγάρο της, της μιλάω για τις ταινίες της, χαμογελάει. «Προτεραιότητα μου μέχρι σήμερα ήταν η ίδια η ζωή μου, αλλά μέσα σ αυτήν ήταν και η δουλειά μου. Δεν τα ξεχωρίζω. Το ένα είναι αλληλένδετο με το άλλο».
-Από παιδί θέλατε να γίνεται ηθοποιός;
-Το αρχικό μου όνειρο ήταν ο κλασσικός χορός, τελείωσα τη σχολή, πήρα μία υποτροφία για να συνεχίσω στο εξωτερικό, αλλά οικογενειακά και οικονομικά θέματα δεν με άφησαν ώστε να το συνεχίσω. Έτσι, ξεκίνησα με το χορό αρχαίας τραγωδίας του τότε Βασιλικού θεάτρου που ήταν κάτι συγγενικό με αυτό που αγαπούσα. Το ένα έφερε το άλλο. Μετά πήρα την άδεια σαν εξαιρετικό ταλέντο, άρχισαν οι προτάσεις για θέατρο και σινεμά. Η σημερινή μου πείρα μου λέει ότι δεν μπορείς να αποφύγεις ό,τι σου είναι γραμμένο. Αλλού ξεκίνησα, αλλού βρέθηκα- και αργότερα, όταν ασχολήθηκα με την πολιτική-, αλλά είμαι ευχαριστημένη.
-Το μέλλον σας το ονειρεύεστε μέσα στο θέατρο;
-Τώρα που μεγάλωσα δεν ονειρεύομαι το μέλλον, γιατί η ζωή μου έχει αποδείξει ότι εμένα μου τα φέρνει η τύχη κάπως τα πράγματα. Σαν να είναι γραμμένα. Το μόνο που ονειρεύομαι είναι να είμαι γερή, μέχρι τα βαθιά γεράματα. Από εκεί και πέρα, έχω πάρα πολλά ενδιαφέροντα: Ζωγραφίζω, γράφω, ταξιδεύω, έχω συγγενείς, φιλίες δυνατές. Η καθημερινότητά μου είναι απλή, σαν τη δική σας: Ξυπνάω συνήθως νωρίς, τρώω, ασχολούμαι πολύ με το σπίτι, μαγειρεύω πολύ και τα πάντα- η σπεσιαλιτέ μου είναι οι γλυκόξινες πιπεριές με κοτόπουλο-, μετά θα πάω βόλτες, θα γυμναστώ λιγάκι, για κανά δεκάλεπτο, θα φροντίσω τις γλάστρες μου και τα λουλούδια στη βεράντα μου.
-Που μένετε;
-Σε ένα ρετιρέ, δίπλα από το Γηροκομείο Αμπελοκήπων. Είμαι αεικίνητη. Να, τώρα, εδώ και δύο μέρες, φτιάχνω κεριά σε διακοσμητικά ποτηράκια για τις φίλες μου και το χαίρομαι ιδιαίτερα.
-Πάντα ήσασταν τόσο αισιόδοξη στη ζωή σας;
-Όχι. Γύρω στα 50 μου πέρασα δύσκολα, αναρωτιόμουνα ποια είμαι, που πάω, τι θέλω.
-Λόγω ηλικίας;
-Νομίζω, ναι. Μία κρίση ηλικίας πέρασα, λιγάκι καθυστερημένη. Υπήρξα τυχερή όμως που την έπαθα, γιατί έτσι αναγκάστηκα να ψαχτώ. Επειδή ήμουν ένα πάρα πολύ όμορφο κορίτσι, όταν άρχισαν στα 50 μου τα πρώτα σημάδια ταράχτηκα, δεν ήμουν προετοιμασμένη φαίνεται, όσο θα έπρεπε. Έβαλα τον εαυτό μου κάτω, συζητήσαμε πολλές φορές για πράγματα που είχα στο κεφάλι μου, για παιδικά τραύματα, για έρωτες, για διαζύγια και τότε ακριβώς άφησα το θέατρο διότι σκέφτηκα ότι, λόγω των ταινιών μου, δεν μπορούν να με φανταστούν σε κάτι άλλο και όλες οι προτάσεις ήταν μόνο για κωμωδία ή για επιθεώρηση. Κι έτσι, ασχολήθηκα με το δήμο της Αθήνας, με το «Μητέρα», με την πολιτική. Έγινε ένας ωραίος κύκλος, κέρδισα ένα μεγάλο κομμάτι αυτογνωσίας, συνειδητοποίησα ότι μεγάλωσα, έγινα πολύ ευχαριστημένη που είχα αυτή την ηλικία και αυτό το σουλούπι και ξαναβρέθηκα στην πηγή μου.
-Πως ήσασταν νέα;
-Είχα πολλές ανασφάλειες, επαγγελματικές, προσωπικές, ερωτικές. Τώρα δεν έχω καμία απολύτως ανασφάλεια, όλα βαίνουν καλώς τώρα. Ζω εν ειρήνη με τον εαυτό μου. Ό,τι με απασχόλησε μπήκε σε μία τάξη και απαντήθηκε. Είναι πολύ όμορφο να μεγαλώνεις και να περνάς ωραία.
-Παρακολουθείτε ταινίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, στις οποίες πρωταγωνιστήσατε;
-Μόνο για 5 λεπτά. Τις έχω χορτάσει πια. Ούτε φωτογραφίες κρατάω, ούτε αρχεία, ούτε τίποτα από εκείνη την εποχή, είμαι κατά των κειμηλίων και των αφιερωμάτων. Είμαι πολύ νέα ακόμη για να κρατάω ενθύμια, δεν με απασχολεί το παρελθόν. Μπορεί να λέει η ταυτότητα μου 75, αλλά εγώ αισθάνομαι 40.
-Υπάρχει κάποια αγαπημένη σας ταινία, από τις παλιές που παίξατε;
-Το «η δε γυνή να φοβήται τον άντρα», το «Μια Ιταλίδα στην Κυψέλη», μια δυο ταινίες με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα. Έχω κάνει 40 ταινίες, από αυτές οι 5 μόνο είναι αγαπημένες μου.
-Νοσταλγείτε καθόλου αυτά τα χρόνια;
-Καθόλου! Τίποτα δεν νοσταλγώ! Είμαι εδώ!
-Ούτε έρωτές σας;
-Καθόλου. Υπάρχουν στη μνήμη μου. Είχα σουξέ στους άντρες, άρεσα, αλλά αυτό δεν λέει κάτι. Και την Μέρλιν Μονρόε την είχαν κερατώσει και την Άβα Γκάντλερ και την Ελίζαμπεθ Τέιλορ.
-Κι εσάς;
-Σίγουρα, ναι.
-Δεν θα θέλατε σήμερα έναν σύντροφος;
-Όχι. Κι ούτε θέλω. Γιατί, άμα θέλεις, υπάρχουν. Εγώ θέλω ειδικών προδιαγραφών σύντροφο. Τώρα πια, σ αυτή την ηλικία, δεν δουλεύει η πρώτη ματιά, οι ορμόνες, δουλεύει λιγάκι η ηλικία, να έχεις έναν σύντροφο που να τα έχει βρει πολύ καλά με τον εαυτό του, να είναι ήρεμος, να έχει κατασταλάξει. Σ αυτή την ηλικία θέλεις σύντροφο, δεν θέλεις εραστή. Κι αυτό είναι λίγο δύσκολο.
-Ζήσατε μεγάλους έρωτες;
-Ασφαλώς. Και ήταν πολύ ωραία. Και αγάπησα και αγαπήθηκα και πρόδωσα και προδόθηκα, όλα είναι μέσα στη ζωή και όλα είναι πολύτιμες εμπειρίες. Και όλα, με το πέρασμα του χρόνου, τα βρίσκεις πια φυσιολογικά.
-Λείπει κάτι απ τη ζωή σας;
-Θα γίνω παιδί αν σου πω ότι θα ήθελα να είχα λίγα περισσότερα χρήματα για όταν απογεράσω, μήπως μου χρειαστούν. Γιατί είμαι μονίμως άψιλη. Τα σκορπάω, δεν είμαι καθόλου οικονόμα.
-Δεν είχατε βγάλει τα πολλά λεφτά, τότε, με τις ταινίες σας;
-Πήρα δύο σπίτια, το ένα που μένω και το άλλο που, κάποια στιγμή, πουλήθηκε όταν η μητέρα μου αρρώστησε από λευχαιμία και εγώ είχα πολλά έξοδα. Οπότε σήμερα έχω ένα σπίτι στο οποίο μένω και μία σύνταξη 800 ευρώ.
-Δεν έχετε ποτέ την επιθυμία για ένα παιδί;
-Ποτέ δεν μου έλειψε ένα παιδί. Ήξερα από πολύ νέα, από 20 χρόνων, ότι δεν μπορούσα να κάνω παιδιά και το είχα «φορέσει» ωραία στο κεφάλι μου, το είχα αποδεχτεί. Τότε είχα πολλές ασχολίες και, όταν μου το είπε ο γυναικολόγος, είπα «ε, και λοιπόν;». Μου είχε πει ο γιατρός «θα υιοθετήσεις, αν κάνεις έναν πετυχημένο γάμο». Δεν έκανα όμως πετυχημένο γάμο, οπότε δεν χρειάστηκε, ούτε σκέφτηκα ποτέ την υιοθεσία. Έχει παιδιά η αδελφή μου, έχει εγγόνια και αυτό είναι υπεραρκετό για μένα, τα έχω σαν δικά μου.
-Θα αλλάζατε κάτι από τη ζωή σας σήμερα;
-Θα ήθελα αυτή η εσωτερική ηρεμία που έχω τώρα, να μην διαταραχτεί με τίποτα. Τα βλέπω όλα όμορφα, κατανοώ τους ανθρώπους, τις δυσκολίες. Νομίζω, ένα άλλο επάγγελμα που θα μπορούσα να κάνω, είναι αυτό του ψυχολόγου. Διαβάζω πολύ εύκολα τους απέναντι, από τη στιγμή όμως που έμαθα πρώτα τα δικά μου.
-Χρειάστηκε να πάτε κι εσείς σε ψυχολόγο;
-Ναι, για ένα μικρό χρονικό διάστημα, όταν έχασα τη μητέρα μου. Εκεί τα βρήκα δύσκολα, γιατί εγώ μεγάλωσα χωρίς πατέρα. Πέθανε όταν εγώ ήμουν δύο ετών από φυματίωση, οπότε δεν τον είδα ποτέ, μόνο από φωτογραφίες. Με τη μητέρα μου ήμασταν πολύ δεμένες. Μου στοίχησε ο θάνατός της.
-Εσείς φοβάστε καθόλου το θάνατο;
-Δεν τον έχω σκεφτεί ακόμη. Έχω δώσει εντολή στον εγκέφαλό μου, να πεθάνω από ανακοπή στα 99 μου. 
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό People, τον Απρίλιο του 2011.

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΠΑΠΑΚΑΛΙΑΤΗΣ: "ΘΑ ΑΡΓΗΣΩ ΝΑ ΞΑΝΑΚΑΝΩ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ"


Στη συνέντευξη τύπου, την Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου, στο θέατρο «Βρετάνια», για την παράσταση "Αμαντέους", ο Χριστόφορος λέει πως έχει άγχος για την βραδινή πρεμιέρα «αλλά το φυσιολογικό», μιλάει για την παράσταση σαν παιδί που κρατάει στα χέρια του το μαγικό δώρο που δεν θα ήθελε με τίποτα να σπάσει- σαν το πιο πολύτιμό του- και ευχαριστεί τους συντελεστές, όλους εκείνους που τον βοήθησαν, για να ξεπεράσει τους όποιους ενδοιασμούς του (ή τους δικαιολογημένους φόβους του) για μία τόσο απαιτητική παράσταση. Κυρίως τον εμπνευστή της, τον Δημήτρη Λιγνάδη. «Για αρκετές εβδομάδες ήταν σαν να μην υπήρχα για πολύ κόσμο. Ήθελα να χαθώ και να αφοσιωθώ σε αυτό που ανεβάζουμε. Να είναι αυτό που εμείς ονειρευτήκαμε. Ήθελα να ζήσω κάτι διαφορετικό και να μάθω κάτι άλλο. Κάθε μέρα αγαπώ όλο και πιο πολύ αυτό που κάνω», λέει στο people.
-Γιατί αποφάσισες να κάνεις αυτό το θεατρικό;
-Ήταν τόσο ενδιαφέρουσα η συγκεκριμένη πρόταση που έγινε από τη Δημήτρη Λιγνάδη, που δεν θα μπορούσα να πω «όχι» σε κάτι τέτοιο. Το συγκεκριμένο ήρθε και σε μία εποχή που ήθελα να κάνω κάτι διαφορετικό. Ο ρόλος του «Αμαντέους» είναι ένας εξαιρετικά ενδιαφέρων ρόλος.
-Είχες ενδοιασμούς, προτού συμφωνήσεις;
-Είχα μόνο ανασφάλειες για το αν θα καταφέρω κάθε βράδυ στη σκηνή να κρατάω όλη αυτή την ενέργεια και όλο αυτό το ακραίο το οποίο φέρει ο συγκεκριμένος ήρωας- ειδικά στο πρώτο μέρος. Υπάρχει μία διαδρομή του ήρωα που άπαξ και σαν ηθοποιός κουραστείς ή αφαιρεθείς αμέσως χάνεται ο στόχος.
-Τι ανακάλυψες μέσα από αυτό το ρόλο;
-Τις αντοχές μου! (γελάει) Είναι τόσες οι απαιτήσεις της συγκεκριμένης παράστασης που, πολλές στιγμές, φοβάμαι μην χάσω το μέτρο. Έχει πολύ ενδιαφέρον αλλά και πολύ κούραση. Και σωματική. Είναι ένας ήρωας, ένα παιδί, που δεν μεγαλώνει, που τρέχει, που έχει ακραίες αντιδράσεις- σε σχέση πάντα με τις δημιουργίες του. Και φυσικά μία πορεία που τον οδηγεί σε ένα ακραίο τέλος. 
-Εσύ αισθάνεσαι ακόμη παιδί;
-Μεγαλώνοντας, δυστυχώς, όχι τόσο πολύ. Μέσα όμως από αυτό το ρόλο μου δίνεται η ευκαιρία να το ξαναζήσω. Έστω και ακραία.
-Αγχώνεσαι με την κριτική που ίσως δεχτείς;
-Έχω περισσότερο άγχος με την τέχνη μου, παρά με αυτούς που μιλάνε για την τέχνη μου. Αναμφισβήτητα χαίρεσαι όταν κάποιος μιλάει με καλά λόγια για τη δουλειά σου, για το δημιούργημά σου, και στενοχωριέσαι όταν δεν ακούς κάτι καλό. Επί της ουσίας και στο βάθος, από τη στιγμή που έχεις ξεκάθαρα τους στόχους σου, είσαι αληθινός και εντάξει μέσα σου, τότε δεν υπάρχει κανένα θέμα.
-Πως είναι να μην σκηνοθετείς εσύ, αλλά να πρέπει να προσαρμοστείς στις σκηνοθετικές οδηγίες κάποιου άλλου;
-Είναι πολύ ενδιαφέρων, πίστεψέ με. Είναι πολύ εποικοδομητικό για μένα. Θα ήμουν αφελής ή κουτός- κάτι που δεν είμαι-, το να μπω στη διαδικασία να σκηνοθετήσω κάτι άμεσα στο θέατρο και, απ την άλλη, είναι κέρδος μου να συνεργάζομαι με έναν άνθρωπο σαν το Δημήτρη, που έχει τόσο μεγάλη πείρα στο θέατρο. Αυτό είναι πολύ σημαντικότερο από το να έμπαινα εγώ σε μία τέτοια διαδικασία. Εξάλλου, όλο το «πακέτο» αυτής της πρότασης, ήταν εξαρχής από τον Δημήτρη Λιγνάδη.
-Πως είναι να συνεργάζεσαι ξανά με τη Δανάη Σκιάδη;
-Πάντα, τις πρόβες για το σήριαλ, τις κάναμε στο σπίτι οπότε, όταν συναντηθήκαμε ξανά στο σπίτι μου- αυτή τη φορά για τη θεατρική παράσταση και όχι για το «4»-, ήταν πολύ όμορφο. Θυμάμαι ότι, την πρώτη φορά που βρεθήκαμε για το «Αμαντέους», της είχα πει «Αυτό που τώρα συναντιόμαστε για άλλο πράγμα;». Ήταν σαν μία ψυχική και συναισθηματική συνέχεια.
-Αλήθεια, γιατί κάνεις σπάνια θέατρο;
-Γιατί αυτό που έκανα στην τηλεόραση ήταν πολύ προσωπικό, απατούσε πολύ χρόνο από τη ζωή μου και τεράστιες δυνάμεις- ψυχικές και σωματικές. Δεν υπήρχαν περιθώρια.
-Για ποιο λόγο, όμως, δεν συνέχισες και φέτος με κάτι τηλεοπτικό;
-Ήταν ένας συνδυασμός οικονομικής κρίσης αλλά και προσωπικής ανάγκης. Εξάλλου, δεν ήτανε ποτέ μέσα στα σχέδιά μου να κάνω κάτι καινούργιο στην τηλεόραση μετά το «4». Η πρόταση για το «Αμαντέους» όμως, για να είμαι ειλικρινής, με γλίτωσε από πολλές σκέψεις. Ήταν αυτό που ήθελα, αυτό που είχα ανάγκη, και ήρθε στη σωστή στιγμή. Τηλεόραση νομίζω, θα αργήσω να ξανακάνω, όσο κι αν μου λείπει.
-Λόγω των καινούργιων οικονομικών δεδομένων;
-Όχι αναγκαστικά λόγω οικονομικών δεδομένων. Λόγω εποχής. Λόγω κρίσης. Γενικότερης. Και λόγω προσωπικών επιλογών και διάθεσης.
-Ωστόσο, δεν θα μπορούσες να συνδυάσεις το θέατρο με την τηλεόραση;
-Δεν έχω την ικανότητα να συνδυάζω δουλειές με απαιτήσεις. Ούτε μπορώ να μοιράζομαι παράλληλα σε διαφορετικά θέματα. Στο παρελθόν είχε υπάρξει εποχή που έκανα θέατρο, ενώ παράλληλα έγραφα και δούλευα για το πρώτο μου σήριαλ (σ.σ «η ζωή μας μια βόλτα»). Αυτό, για μένα, ήταν βασανιστικό και καθόλου ευχάριστο. Ίσως επειδή εμπλέκομαι συναισθηματικά με κάποια δουλειά, να μην μπορώ να αποδώσω παράλληλα και σε μία άλλη. Προτιμώ να κάνω τα πράγματα με τη σειρά τους και να αφιερώνομαι σε αυτά, ώστε να τα ευχαριστιέμαι
 -Πάντως, ακούστηκε ότι δέχτηκες φέτος πρόταση για να συμμετάσχετε και σε κάποιο τηλεοπτικό show.
-Δεν μου έχει γίνει ποτέ πρόταση για show (γελάει).
-Πως βλέπεις το γεγονός ότι, τον τελευταίο καιρό, μπορεί να λογοκρίνεται ένας άνθρωπος που μπορεί να κάνει ταυτόχρονα πολλά πράγματα;
-Κάθε άνθρωπος, έχει το δικαίωμα να δοκιμάζεται σε πολλά πράγματα. Το θέμα είναι τι αποτέλεσμα θα έχει και πόσο καλός θα είναι σε αυτό που κάνει. Έτσι κι αλλιώς, αυτά τα πράγματα, δεν μπορείς να τα δεις λογικά- μόνο συναισθηματικά και σε σχέση με τις ανάγκες σου.
-Εσύ έχεις απαντήσει στα ερωτήματα που τίθενται από την παράσταση, όπως «τι είναι έρωτας» και «τι είναι θεός»;
-Ευτυχώς, όχι. Είμαι 36 χρόνων και δεν ξέρω ούτε τι είναι έρωτας, ούτε τι είναι θεός, ούτε πολλά ακόμα με σαφήνεια. Αν απαντούσα σ αυτά, δεν θα είχα κανένα λόγο να υπάρχω. 
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό People, τον Φεβρουάριο του 2011.

ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΡΔΑΒΕΛΛΑΣ: "ΑΙΣΘΑΝΟΜΑΙ ΠΡΟΔΟΜΕΝΟΣ ΚΑΙ ΘΥΜΩΜΕΝΟΣ"


Με καριέρα 34 χρόνων στην ελληνική τηλεόραση και περισσότερων από 40 στη δημοσιογραφία, ο γνωστός δημοσιογράφος και παρουσιαστής με τις τεράστιες επιτυχίες, κάνει τη δική του αυστηρή κριτική για όσα σήμερα συμβαίνουν.
Το σαλόνι του σπιτιού του, στο Παλαιό Φάληρο, έχει εκπληκτική θέα- ίσως από τις ωραιότερες της Αθήνας-, αφού το μάτι αγκαλιάζει ανεμπόδιστα, από τη μία μέχρι την άλλη άκρη, τη θάλασσα. «Ο ωραιότερος ζωγραφικός πίνακας στο σπίτι!», λέει και χαμογελάει. Η Μαρία, η σύζυγός του, μας κερνάει κέικ που έφτιαξε η ίδια, ζεστό καφέ και μπισκοτάκια στην άκρη του δίσκου.
-Πως αντιμετωπίζετε τις συνθήκες, έτσι όπως έχουν πια διαμορφωθεί, στο Alter;
-Έχουμε μπει γενικότερα σε μία άλλη περίοδο αφού, αυτά που ξέραμε, δεν υπάρχουν πια. Είμαι από τους ανθρώπους που έζησαν την πολύ καλή περίοδο της ελληνικής τηλεόρασης- μιλάμε για τη δεκαετία του 90 μέχρι το 2004-, με τις πολύ καλές αμοιβές, όπου οι 15 «τηλεοπτικοί δημοσιογράφοι» είχαμε πληρωθεί πάρα πολύ καλά. Τώρα τα πράγματα έχουν μπει πιστεύω στη σωστή τους βάση γιατί, αυτά που είχαμε ζήσει εμείς, τα προηγούμενα χρόνια, ήταν ένα παραμύθι, μία φούσκα. Μην ξεχνάτε ότι έχω δουλέψει πολλά χρόνια σε εφημερίδες- στα Νέα, στην Ελευθεροτυπία- και οι αμοιβές μας εκεί ήταν αυτές ενός μέσου έλληνα εργαζόμενου. Όταν όμως ήρθε η τηλεόραση και τα ιδιωτικά κανάλια, όλα άρχισαν να λειτουργούν σαν να είχαμε να κάνουμε με ποδοσφαιρικές ομάδες- μιλούσαμε για «πενταπλάσιες αμοιβές», για «μεγάλες μεταγραφές» και για μεγάλες προσφορές χρημάτων.
-Αυτό ήταν και το λάθος του Alter;
-Υπήρχαν πολύ υψηλές αμοιβές, αλλά μην ξεχνάτε ότι το Alter στηριζόταν πάνω σε 5-6 ανθρώπους. Το Alter δεν είχε σήριαλ, δεν είχε show, είχε μόνο κάποιες «κολόνες»: Τον Χατζηνικολάου, τον Τριανταφυλλόπουλο, την Νικολούλη, τον Αυτιά, εμένα και, για τα σαββατοκύριακα, την Πάνια. Αυτοί λοιπόν οι άνθρωποι πληρωνόντουσαν αρκετά, αλλά δεν ήταν αυτό το πρόβλημα αφού, όπως γράφεται τώρα, χάθηκαν εκατοντάδες εκατομμύρια από δάνεια. Και αυτό είναι εγκληματικό! Ουσιαστικά, ο σταθμός δεν είχε μεγάλα έξοδα, αν σκεφτούμε ότι κάποια στιγμή ήταν ο τρίτος σε τηλεθέαση. Τα μεσημεριανά και τα πρωινά ήταν σχεδόν ανέξοδα.
-Αν σας ζητούσαν να μειώσετε το δικό σας μισθό στο 1/10, θα το δεχόσασταν;
-Μα ήδη εμείς το είχαμε δεχτεί, σε ένα ποσοστό 50%. Όταν στις 15 Δεκεμβρίου άρχισαν οι κινητοποιήσεις, ο Γιώργος Κουρής κάλεσε τα στελέχη του σταθμού, αυτούς τους 6 ανθρώπους που σας ανέφερα προηγουμένως, μαζί με τους γενικούς διευθυντές, και μας ζήτησε μείωση στο 50%. Το δεχτήκαμε όλοι! Το Δεκέμβριο, λοιπόν, πληρωθήκαμε όλοι από κάποιο οικόπεδο που είχε ο Κουρής στην Κεφαλονιά και το είχε πουλήσει για να καταβάλει τους μισθούς στους εργαζόμενους. Από τον Ιανουάριο δεν πληρωθήκαμε γιατί «δεν υπάρχουν λεφτά».
-Είστε θυμωμένος;
-Αισθάνομαι θυμωμένος, προδομένος, στενοχωρημένος, είναι πολλά τα συναισθήματα που έχω αυτή τη στιγμή. Πιστεύω ότι, για μας τους παρουσιαστές και δημοσιογράφους, έχει γίνει και μία επαγγελματική ζημιά διότι εμείς ουσιαστικά εμφανιζόμαστε ως «αποτυχημένοι δημοσιογράφοι ενός σταθμού που κατέρρευσε». Δεν είναι έτσι τα πράγματα! Εμείς κάναμε τηλεθεάσεις πολύ υψηλότερες από αυτές που μπορούσε να αντέξει το Alter που, αν ήμασταν στο Mega ή στον ΑΝΤ1, αυτά τα νούμερα θα ήταν αυξημένα κατά 20%. Αν ο «Αθέατος Κόσμος» έκανε στο Alter 22%, στο Mega θα ξεπερνούσε το 30%.
-Έχετε κάνει επαφές με άλλα κανάλια, για να εργαστείτε κάπου αλλού από δω και πέρα;
-Δεν έχω κάνει επαφές, αλλά ούτε και κανείς με έχει ζητήσει. Αυτά που κάποιοι διαρρέουν, ότι «εμένα με ζητάνε και με θέλουν», είναι κουταμάρες. Δεν υπάρχουν αυτά, με τη σημερινή κατάσταση, έτσι όπως διαμορφωθεί στη δουλειά μας, και είναι όλα ψέματα. Δεν μπορεί να πάρει εμένα το Mega, όταν διώχνει κόσμο και πρέπει να κάνει σε όλους τους εργαζόμενους περικοπές μισθών.
-Αν σας έδιναν ένα μισθό τριών έως πέντε χιλιάδων ευρώ το μήνα, θα δεχόσασταν;
-Όχι. Έχω δουλέψει πάρα πολύ στη ζωή μου, πιστεύω ότι έχω πετύχει πολλά πράγματα, συνεχίζω να εργάζομαι πολύ- αυτή τη στιγμή είμαι διευθυντής στο newsbomb, έχω το pyles.tv που πάει πολύ καλά, είμαι και στον Real Fm-, οπότε δεν θα δεχόμουν τέτοια μείωση προκειμένου να έχω απλά μία δουλειά στην τηλεόραση. Μπορώ να ζήσω και εκτός τηλεόρασης- και την επόμενη σεζόν και την μεθεπόμενη και όσο χρειαστεί. Τα έχω κάνει όλα σε αυτή τη δουλειά, πέρασα τις εξετάσεις μου, ο κόσμος με ξέρει και καταλαβαίνει ότι δεν τον κοροϊδεύω. Ίσως μάλιστα να είμαι και από τους πιο παλιούς πια που υπάρχουν πια στην ελληνική τηλεόραση, αφού εργάζομαι σε αυτήν από το 1977, σχεδόν κάθε χρόνο ανελλιπώς, αλλά αντιλαμβάνομαι και την κατάσταση που επικρατεί σήμερα. Δεν έχω το πρόβλημα του να θέλω να δείχνω κάθε μέρα τη φάτσα μου στο γυαλί.
-Είστε αισιόδοξος με την κατάσταση που επικρατεί γενικότερα;
-Πολύ. Η ζωή μας κάνει κύκλους. Τώρα είμαστε στον πάτο του βαρελιού και μετά θα αρχίσει η άνοδος, όπως άλλωστε γίνεται κάθε φορά. Δεν θα πεθάνει αυτή χώρα- δεν έχει πεθάνει ποτέ. Έχει χρεοκοπήσει τρεις φορές και έχει ξαναζήσει. Στο γιο μου, που είναι 17 στα 18 και διαβάζει ολημερίς για να περάσει στο πανεπιστήμιο, λέω ότι θα περάσουμε μία πενταετία με δυσκολία- και δεν μιλάω μόνο σε οικονομικό επίπεδο-, αλλά μετά θα αρχίσει η άνοδος. Βλέποντας και την Τουρκία στον τρόπο που αναπτύσσεται τελευταία πιστεύω πως, κάποια στιγμή, αυτές οι δύο χώρες, θα παίξουν πολύ μεγάλο ρόλο στην περιοχή.
-Αυτή η περίοδος είναι η πιο δύσκολη από όσες έχετε ζήσει μέχρι σήμερα;
-Όχι. Έχω την οικογένειά μου, τη δουλειά μου, το Alter το έχω μέσα στην καρδιά μου, πέρασα ένα πρόβλημα υγείας που το ξεπέρασα- μια χαρά είμαι. Στεναχωριέμαι όμως με όλη αυτή την μελαγχολία που βλέπω γύρω μου, με όλη αυτή τη στεναχώρια.
-Έπαιξε ρόλο στον τρόπο που βλέπετε τώρα τα πράγματα, το πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίσατε πριν από λίγο καιρό;
-Το πρόβλημα υγείας που αντιμετώπισα ήταν ένα καθαρά δικό μου φταίξιμο, εγκλημάτησα σε βάρος του εαυτού μου, αφού προερχόταν από το κάπνισμα. Κάπνιζα από 15 χρόνων-σχεδόν μισό αιώνα. Σκεφτείτε μόνο ότι, όταν έκανα εκπομπή, μέσα στο τρίωρο της εκπομπής, κάπνιζα ένα πακέτο τσιγάρα κατά τη διάρκεια των διαλειμμάτων και των βίντεο.
-Αναθεωρήσατε τότε πράγματα από τη ζωή σας;
-Πολλά. Όταν έχεις να αντιμετωπίσεις κάτι τέτοιο, γίνεσαι πιο επιεικής με τους ανθρώπους και ανεβαίνεις πιο πάνω από τα ανθρώπινα και τα καθημερινά, από αυτές τις μιζέριες που μας απασχολούν του στυλ «ο τάδε δεν μου μίλησε καλά» ή «ο τάδε είπε πίσω από την πλάτη μου αυτό». Είδα ότι όλα αυτά είναι τόσο ανόητα και τόσο πολύ ασήμαντα.
-Φοβηθήκατε εκείνη την περίοδο;
-Ποτέ. Σε αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να είσαι πολύ γενναίος- οποιαδήποτε αρρώστια και αν είναι- και να βάζεις απέναντι σου την αρρώστια σαν έναν αντίπαλο που να θέλεις να τον κερδίσεις. Μέσα μας έχουμε απίστευτες ψυχικές δυνάμεις που δεν τις ξέρουμε, που έρχονται στην επιφάνεια σε τέτοιες δύσκολες στιγμές, αρκεί να τις προκαλέσει ο εγκέφαλός σου και να υπάρχει συνεργασία εγκεφάλου και ψυχής. Ο δικός μου εγκέφαλος λειτούργησε: Είπα ότι πρέπει να αντιμετωπίσω μία κατάσταση με πολλή ψυχική δύναμη, με την αίσθηση του ότι θα νικήσω, να μην με πάρει από κάτω, να μην εγκαταλειφθώ, να μην κρεμάσω τα χέρια. Τώρα δεν υπάρχει τίποτα απολύτως, είμαι πολύ καλύτερα ακόμη και πριν από το πρόβλημα. Είμαι πιο δυνατός.
-Η οικογένειάς σας ήταν πάντα η ισορροπία σας;
-Και η Μαρία, η γυναίκα μου, αλλά και ο γιος μου ο Κωνσταντίνος, είναι δύο νέα παιδιά. Όταν ζεις με δυο νέους ανθρώπους, παίρνεις από αυτούς οξυγόνο και ζωή, νιώθεις τη δροσιά δύο άλλων γενεών. Θυμάμαι μάλιστα που, όταν είχα γνωρίσει τη Μαρία, τότε που εκείνη ήταν 22 χρόνων κοριτσάκι, είχαμε πάει στη Σάμο για να συναντήσουμε τη Μελίνα Μερκούρη. Όταν πήγαμε στο ξενοδοχείο της, η Μελίνα, κάποια στιγμή, γυρνάει και μου λέει «Βρε Χαρδαβέλλα, μου θυμίζεις ένα βαμπίρ που έχει βάλει το καλαμάκι στο νέο κορίτσι και ρουφάει σιγά σιγά για να είναι και αυτός νέος!» (γελάει). 
-Η διαφορά ηλικίας που έχετε με τη σύζυγό σας, δεν ήταν ποτέ πρόβλημα στη σχέση;
-Όχι. Εγώ είμαι πιο νέος από την ηλικία μου και η Μαρία είναι λίγο πιο μεγάλη από τη δική της. Εξάλλου, μετά από 19 χρόνια γάμου, όταν όλοι στοιχημάτιζαν ότι δεν θα πήγαινε αυτό το πράγμα- οι φίλοι μου έλεγαν «θα κρατήσει ένα χρόνια, δύο χρόνια;», γιατί εγώ ήμουνα πολύ ζωηρός, και είχα ήδη κάνει δύο γάμους-, εντούτοις προχώρησε γιατί κανείς δεν καταπίεσε κανέναν σε αυτή τη σχέση. Αυτό είναι το μεγάλο μυστικό. Δεν είναι η αγελάδα μου ούτε εγώ είμαι η αγελάδα της, δεν είμαι με ένα χαλκό που η Μαρία με σέρνει, που να με παίρνει και να με ρωτάει «που είσαι;». Ούτε εγώ το κάνω. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει οξυγόνο στη σχέση, ότι δεν νιώθουμε σκλάβοι ο ένας του άλλου και αυτό είναι που φέρνει και την ισορροπία. Δεν έχουμε τσακωθεί ποτέ με τη Μαρία στα τόσα χρόνια που συμβιώνουμε.
-Ο γιος σας θα ακολουθήσει το επάγγελμα σας;
-Όχι, δεν θέλει να γίνει δημοσιογράφος. Θέλει να ασχοληθεί με τη διαιτολογία, διατροφολογία. Ο Κωνσταντίνος, επειδή με ζει, είχε την άποψη ότι δεν πρέπει να γίνει δημοσιογράφος. Μου είχε πει μάλιστα «δεν θέλω να κουβαλάω αυτό σταυρό, το να πρέπει να μοιάσω ή να ξεπεράσω τον πατέρα μου». Και πολύ καλά κάνει.  
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό People, τον Μάιο του 2011.

ΦΩΤΗΣ ΣΕΡΓΟΥ ΛΟΠΟΥΛΟΣ: "ΠΑΝΤΑ ΗΜΟΥΝ ΣΕ ΜΑΚΡΟΧΡΟΝΙΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ"


Ο Φώντας, το Italian greyhound σκυλάκι του Φώτη, 47, είναι μόλις εννέα μηνών και θέλει να παίξει με όλους, να το αγκαλιάσουμε, να το χαϊδέψουμε, να του δώσουμε σημασία και να αισθανθεί «μοναδικό». Το κινητό του χτυπάει συνεχώς από το Star, από την εκπομπή που παρουσιάζει κάθε απόγευμα με την Μαρία Μπακοδήμου, το  «Φώτης Μαρία Live», γίνεται συνεννόηση για τα θέματα της μέρας. «Είμαι 14 χρόνια, non stop, στην τηλεόραση αλλά όχι, δεν με έχει κουράσει ποτέ το Μέσο. Η τηλεόραση ήταν ένα παιχνίδι για μένα και μάλιστα ένα παιχνίδι που το έπαιζα χωρίς κανόνες, σαν να είχαμε πάρει μία μπάλα με τη Μαρία και να παίζαμε. Έτσι το αντιμετωπίζω και έτσι το αντιμετώπιζα. Και αυτό με έχει κάνει να μην καταλαβαίνω ότι περνάει ο χρόνος», λέει στο People τη στιγμή που πίνει την πρώτη γουλιά από τον εσπρέσο που έχει ετοιμάσει ο ίδιος, στο σπίτι του στο Παγκράτι. «Οι χαρές ήταν πολύ περισσότερες από τις λύπες στη δουλειά μου, μέχρι σήμερα. Ομολογώ όμως ότι θα μου άρεσε να κάνω και άλλα πράγματα, να κάνω για παράδειγμα μία επιχείρηση που να έχει σχέση με το hoteling, με τα ξενοδοχεία, γιατί μου αρέσει πολύ το αίσθημα της φιλοξενίας».
-Έχεις πάντοτε την εικόνα του καλού παιδιού, του ευγενούς, του ανθρώπους που είναι πάντα ήρεμος και προσεκτικός στη συμπεριφορά του. Θυμώνεις ποτέ;
-Θυμώνω. Τελευταία, εδώ και μερικούς μήνες, επειδή αισθανόμουν ότι η εικόνα του «ο Φώτης είναι καλό παιδί» με είχε καταβάλει και θέλησα να την εξυπηρετώ, με είχε βάλει σε πολλές σκέψεις, με αποτέλεσμα να βλέπω έναν ψυχοθεραπευτή μία φορά την εβδομάδα. Αυτό το ξεκίνησα από τον Ιούλιο. Μου κάνει πολύ καλό. Με έκανε να διαχειριστώ το συναίσθημά μου, να μην το κουκουλώνω, να μην κρύβω, για παράδειγμα, το θυμό μου. Με έκανε να είμαι πολύ πιο «κανονικός» με τους ανθρώπους και να με καταλαβαίνουν καλύτερα. Παλιά μπορεί να με ενοχλούσε κάτι, να με θύμωνε, αλλά να μην το έλεγα για λόγους ευγένειας. Στο τέλος όμως αυτό συσσωρευόταν και γινόταν μία έκρηξη που έκανε τον άλλον να μείνει άφωνος. Τώρα έχω καλύτερες σχέσεις: Με τους φίλους μου, με τους συνεργάτες μου, με τον κόσμο γύρω μου.
-Από το 1997 που βρίσκεσαι στην τηλεόραση, ξέφυγες ποτέ;
-Καθόλου! Στις αρχές, όταν συνέβη η αναγνωρισιμότητα, ντρεπόμουν. Έλεγαν «ρε συ δεν είναι αυτός ο Φώτης που βγαίνει στην τηλεόραση;» και ήθελα λίγο να κρυφτώ. Μετά το συνήθισα. Αυτό όμως που θωρώ επιτυχία σε μένα, είναι η διαχείριση της προσωπικότητάς μου σε σχέση με την τηλεόραση. Δεν μου άλλαξε το πρόγραμμα μου. Έχω ένα παπάκι, το καβαλάω, βάζω το κράνος μου, πάω στη δουλειά μου, το μεσημέρι του Σαββάτου θα πάω για μια μπιρίτσα στο Γκάζι ή για να φάω κάτι στου Ψυρρή. Η αναγνωρισιμότητα δεν άλλαξε τη ζωή μου.
-Η προσωπική σου ζωή, δεν έχει επηρεαστεί;
-Όχι. Καθόλου.
-Δεν σε φλερτάρουν περισσότερο από τότε που έγινες αναγνωρίσιμος;
-Αυτό δεν το καταλαβαίνω. Άσε που εγώ δεν αντιλαμβάνομαι αν αυτό είναι τηλεοπτικός θαυμασμός ή πραγματικό φλερτ. Μένω για λίγο και σκέφτομαι «Τώρα τι γίνεται;». Οποιοσδήποτε άνθρωπος πάντως, όταν τον φλερτάρουν, κολακεύεται.
-Επηρέασε ποτέ η επαγγελματική σου ζωή την προσωπική;
-Μέσα σε 14 χρόνια δουλειάς, οποιοσδήποτε επαγγελματίας, θα είχε τα πάνω και τα κάτω του, τις χαρές και τις στενοχώριες. Με είχαν στενοχωρήσει κάποιες συνεργασίες, αλλά σε αυτά έχω πολύ μεγάλο σύμμαχο τη Μαρία. Αυτό λοιπόν που μου συμβαίνει στη δουλειά, μπορεί να το κουβαλήσω στο σπίτι και, το σφάλμα μου μέχρι τώρα, είναι που δεν επικοινωνούσα αυτό που γινόταν στη δουλειά μου, έλεγα «άστο!». Ήμουνα στενοχωρημένος και, θέλοντας να μην στενοχωρήσω και τον άλλον, δεν το έλεγα, δεν εκφραζόμουνα. Η εικόνα μου είναι ενός ανθρώπου που περνάει καλά, που έχει μια καλή ζωή. Ήταν λάθος μου όμως που συντηρούσα αυτή την εικόνα, του «είμαι καλά», και στην προσωπική μου ζωή.
-Δηλαδή; Τι δυσκολίες πέρασες;
-Αρκετές. Πέρασα διάφορες καταστάσεις που αφορούσαν την υγεία, αυτό είναι κάτι που με τρομάζει. Σε περιόδους που ήμουνα πολύ δοσμένος στη δουλειά, έζησα δυσκολίες που είχαν να κάνουν με τους γονείς μου. Την περίοδο της Eurovision, το 2007, η μητέρα μου, η Μαρία, είχε ένα εξαιρετικά σοβαρό πρόβλημα με την υγεία της- είχε καρκίνο στον πνεύμονα. Ωστόσο, όλο αυτό, το έζησα σαν τρέλα, σχιζοφρενικά. Με θυμάμαι να φεύγω από το χειρουργείο, όταν της είχαν κάνει αφαίρεση του πνεύμονα, έπαιρνα το αυτοκίνητο, έβαζα μια «μάσκα» και πήγαινα με έναν μεγάλο κόμπο στο λαιμό σε ένα χώρο όπου χόρευα, τραγουδούσα, έκανα τρέλες. Ο ελληνικός τελικός έγινε τη στιγμή που η μάνα μου ήταν ακόμη στο χειρουργείο ενώ, την επόμενη μέρα, έπρεπε να διαχειριστώ και όλο αυτό που είχαν πέσει να μας φάνε με τις κριτικές. Η δουλειά ήταν η ψυχοθεραπεία μου, με βοήθησε πολύ σ αυτό.
-Τι έχεις κάνει για τους έρωτές σου; Έπεσες στα πατώματα;
-Δεν είμαι τόσο drama queen αλλά ναι, έχω παρακαλέσει, έχω στενοχωρηθεί, έχω πει «δώσε μου άλλη μια ευκαιρία», έχω φύγει στις 5 η ώρα το πρωί χτυπώντας μία πόρτα πίσω μου μετά από καβγά, έχω μείνει ξημερώματα μέσα σε ένα αυτοκίνητο στην πλατεία Συντάγματος γιατί είχα φύγει από το σπίτι και δεν ήξερα τι να κάνω. Δόξα τω Θεώ, μέχρι τα 35 μου, μου έχουν συμβεί όλα αυτά. Και το χαίρομαι. Γιατί και σαν πιτσιρικάς έχω κάνει πράγματα και δεν έχω πει «αχ, δεν το κανα αυτό» και να το έχω απωθημένο.
-Σου αρέσει να είσαι σε σχέσεις;
-Πάντα ήμουνα σε σχέσεις. Και μακροχρόνιες. Ωστόσο, κάνοντας την αυτοκριτική μου και κοιτώντας στο παρελθόν, θα σου έλεγα ότι ορισμένες μου σχέσεις, δεν θα έπρεπε να τις είχα συντηρήσει. Ίσως όμως το έκανα, γιατί δεν μου αρέσει να είμαι μόνος μου. Είχα μία σχέση που κράτησε 12 χρόνια, από τα 23 μου, το οποίο τελείωσε στα 35 μου. Αυτό ήταν από τις πιο δημιουργικές περιόδους της ζωής μου, ήταν πάρα πολύ ωραία. Μετά είχα μία άλλη σχέση που κράτησε 7 χρόνια. Έχω μείνει και μόνος μου, αλλά δεν μου πολυάρεσε.
-Είσαι πιστός;
-Τώρα πια, ναι. Δεν υπήρξα πάντοτε. Τα τελευταία όμως χρόνια, δεν με αφορά να κοιτάξω αλλού.
-Αυτή την εποχή είσαι ερωτευμένος;
-Ναι! Είμαι πολύ καλά. Ήταν κάτι που δεν το περίμενα. Συνέβη ξαφνικά. Και είμαι πολύ χαρούμενος γι αυτό.
-Πως αντέδρασαν οι κοντινοί σου άνθρωποι μετά την εξομολόγησή σου για την προσωπική σου ζωή στο «Βράδυ» με τον Πέτρο Κωστόπουλο;
-Χάρηκαν που άκουσαν το αυτονόητο.
-Είσαι υπέρ του συμφώνου συμβίωσης;
-Η επιστήμη έχει προχωρήσει πάρα πολύ στη γενετική, έχουμε παρένθετες μητέρες, κατεψυγμένα ωάρια που μπορεί οποιοσδήποτε άντρας να πάρει και να κάνει ένα παιδί από μόνος του, υπάρχουν γυναίκες που δανείζονται σπέρμα και κάνουν από μόνες τους παιδιά. Η πρόοδος είναι ασταμάτητη και λογικά πρέπει να δημιουργηθούν νέοι νόμοι γι αυτές τις καινούργιες οικογένειες. Σαφέστατα και είμαι υπέρ του συμφώνου συμβίωσης γιατί θα διευκολύνει τους ανθρώπους να κάνουν αυτό που θέλουν.
-Καταχρήσεις έχεις κάνει, Φώτη; Αλκοόλ μέχρι τελικής πτώσης; Ναρκωτικά;
-Στη ζωή μου έχω δοκιμάσει τα πάντα. Όταν είσαι νέος, δεν καταλαβαίνεις τον κίνδυνο, το απαγορευμένο είναι ελκυστικό και, μέσα στην πλάκα και μέσα στην περιπέτεια, έχω κάνει πολλά πράγματα. Όταν όμως δοκιμάζεις κάτι, τελειώνει εκεί, δεν θα γίνει η ζωή σου. Ήταν μέχρι εκεί.
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό People, τον Φεβρουάριο του 2011. Η φωτογραφία ανήκει και δημοσιεύθηκε στην free press "Lifo" και έγινε για φιλανθρωπικό σκοπό.

ΘΕΟΔΩΡΑ ΣΟΥΦΧΑΡΑ: "ΠΩΣ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑ ΝΑ ΣΚΟΤΩΣΩ ΤΟ ΓΙΟ ΜΟΥ;"


Η γυναίκα που κατηγορήθηκε ως «σύγχρονη Μήδεια», ότι «δηλητηρίασε τον 9χρονο γιο της» και «κακοποιούσε σεξουαλικά τα δύο της παιδιά», απαλλαγμένη σήμερα από όλες τις κατηγορίες, δηλώνει ότι θα ήθελε να δουλέψει ξανά σαν babysitter.
Το σπίτι της 57χρονης Θεοδώρας, στην Άνω Ηλιούπολη Θεσσαλονίκης, είναι πολύ μικρό (κάτι λιγότερο από 40 τετραγωνικά), με δύο δωμάτια, μια μικρή κουζίνα, ένα χολ γεμάτο μικρές και μεγάλες φωτογραφίες των δύο της παιδιών, του Νικολάκη και της Ιωάννας, κάποια βιβλία στο πάτωμα, εικόνες αγίων και ένα καντήλι αναμμένο μπροστά από την εικόνα του αγίου Νικολάου, «αυτού που φυλάει το πεθαμένο μου παιδί, που με κοιτάει από ψηλά» λέει και ανοίγει το ψυγείο της για να με κεράσει γλυκό του κουταλιού και χυμό πορτοκάλι. «Είναι μια γυναίκα που έχει περάσει πολλά. Σήμερα είναι πάμφτωχη, ζει με μια αναπηρική σύνταξη, ενώ τη βοηθάει και η εκκλησία με τα συσσίτιά της για απόρους» λέει στο people, στην είσοδο του στενού δρόμου που οδηγεί στο σπίτι της, η γειτόνισσά της, η 50χρονη Ολυμπία – «ο φύλακας άγγελός μου», όπως θα μου εξηγήσει αργότερα η Θεοδώρα.
Μέσα στο σπίτι ησυχία. Με το βλέμμα χαμένο στο κενό, η Θεοδώρα λέει πως «όλα ήταν μια σκευωρία», για να συμπληρώσει με παράπονο: «Είμαι μια ταλαίπωρη γυναίκα, κι εύχομαι την κατάρα που κουβαλάω να μην τη ζήσει ποτέ άνθρωπος στον κόσμο». Σε αυτό το σημείο την παίρνουν τα κλάματα. Κλαίει με λυγμούς. Παίρνει ένα χαρτομάντιλο για να σκουπίσει τα μάτια και τη μύτη της, πηγαίνει στο δωμάτιό της για να βρει παλιές φωτογραφίες με τα παιδιά της και επιστρέφει λέγοντας: «Μου κατέστρεψαν τη ζωή! Εγώ δεν έχω πια ζωή να ζήσω. Βρήκαν το εύκολο θύμα, μια αφελή γυναίκα, όπως ήμουν εγώ, και φόρτωσαν πάνω μου όλες τις βρομιές που έκαναν μέσα στα ιδρύματα και στα νοσοκομεία. Ο Νικολάκης ήταν η αδυναμία μου. Πώς θα μπορούσα εγώ να σκοτώσω το παιδί μου; Η ίδια του η μάνα; Το αγγελούδι μου; Κοίτα το! Κοίταξέ το στη φωτογραφία. Δεν είναι πολύ όμορφο;». Κλαίει ξανά. Ανοίγει τη βρύση, ρίχνει λίγο νερό στο πρόσωπό της, κάθεται και πάλι στο τραπέζι. «Θα έπρεπε να ντρέπονται όλοι αυτοί για το κακό που πήγαν να μου κάνουν, για αυτά που είπαν στο δικαστήριο, για όσα  κατέθεσαν στην αστυνομία. Ο Θεός βλέπει και θα αποδώσει δικαιοσύνη. Εγώ τι να τους κάνω; Είμαι μια αδύναμη γυναίκα».
Η Θεοδώρα Σουφχάρα ήταν η γυναίκα που χαρακτηρίστηκε από τις εφημερίδες της εποχής «σύγχρονη Μήδεια» και «ανθρωπόμορφο τέρας» όταν, το Σεπτέμβριο του 1994, κατηγορήθηκε πως δηλητηρίασε το γιο της, Νίκο, 9 χρονών τότε, καθώς και δύο ηλικιωμένους που φρόντιζε ως προσωπική νοσοκόμα (αργότερα, το ιατρικό πόρισμα ανέφερε ότι αυτοί πέθαναν από εγκεφαλικό επεισόδιο). Ακόμη, κατηγορήθηκε ότι κακοποιούσε σεξουαλικά τα παιδιά της, «διαπράττοντας αιμομιξία», κάτι που είχε καταθέσει γυναίκα που πήγαινε με τη Θεοδώρα σε συσσίτια και που αργότερα απέσυρε ενώπιον του Κακουργοδικείου. Σε ιατρικό πόρισμα μετά το θάνατο του 9χρονου γιου της στις 14 Σεπτεμβρίου του 1994, ο οποίος νοσηλευόταν σε παιδοψυχιατρική κλινική, τονιζόταν ότι «η αιτία του θανάτου του ήταν το υπογλυκαιμικό κώμα στο οποίο έπεσε το παιδί ύστερα από χορήγηση αντιδιαβητικής ουσίας». Ο μικρός είχε αποδράσει από την κλινική λίγες μέρες μετά την εισαγωγή του σε αυτή στις 10 Σεπτεμβρίου του 1994. Στις 14 Σεπτεμβρίου επέστρεψε στο σπίτι του, όπου η μητέρα του τον βρήκε σε κωματώδη κατάσταση. Η Θεοδώρα είχε υποστηρίξει τότε στο δικαστήριο ότι δεν είχε δώσει καμία ουσία στο παιδί της, ενώ οι εμπειρογνώμονες γιατροί αποφάνθηκαν πως ο θάνατος προήλθε από ιογενή λοίμωξη. Όπως αποκάλυψε άλλωστε στη συνέχεια ο αρμόδιος ιατροδικαστής, η γνωμάτευσή του είχε στηριχτεί μόνο στα στοιχεία του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου, τα οποία, σύμφωνα με την υπεράσπιση της Θεοδώρας, «ήταν ελλιπή». Τελικά, με βάση τις μαρτυρίες που συγκεντρώθηκαν, η Θεοδώρα απαλλάχτηκε με βούλευμα για το θάνατο του παιδιού της το 1997, ενώ για τους θανάτους των δύο ηλικιωμένων αθωώθηκε από το δικαστήριο το 1999. Είχε όμως ήδη μείνει προφυλακισμένη για 17 μήνες. «Οι μήνες που πέρασα στη φυλακή ήταν από τους χειρότερους που έχω ζήσει» λέει σήμερα στο People. «Οι άλλες κρατούμενες με βασάνιζαν και με ξυλοκοπούσαν, πιστεύοντας κι εκείνες ότι εγώ είχα σκοτώσει το παιδί μου. Δεν τους κρατάω κακία. Κι εγώ, αν άκουγα ότι μια μάνα κακοποιούσε τα παιδιά της σεξουαλικά, ότι διέπραττε αιμομιξία και ότι είχε φτάσει μέχρι το σημείο να δολοφονήσει το ένα από αυτά, το πιο μικρό, μπορεί να έκανα τα ίδια».
Το βούλευμα που εκδόθηκε από το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης ανέτρεψε τελικά όλες τις κατηγορίες, κρίνοντας ότι η ανάκριση ήταν ελλιπής και ότι οι απόψεις του ιατροδικαστή «κινούνταν στη σφαίρα της φαντασίας»: «Με βάση την κοινή λογική και με οδηγό τα αποδεικτικά και μόνο στοιχεία, φρονούμε επιεικώς ότι οι σκέψεις του ιατροδικαστή αποτελούν παράδοξες, αλλά και αυθαίρετες πτήσεις επιστημονικής φαντασίωσης». Η δε Θεοδώρα περιγράφεται ως «τραγική περίπτωση ανθρώπου. Η οικονομική κατάσταση και η εν γένει διαβίωση της κατηγορούμενης κυμαίνεται από πολύ άσχημη έως τραγική».
Η Ιωάννα, η 23χρονη σήμερα κόρη της (η Θεοδώρα έχει άλλη μία, μεγαλύτερη σε ηλικία, κόρη, την Ελένη, η οποία μένει μόνιμα στην Τσεχία), εργάζεται σε ζαχαροπλαστείο. Ο εισαγγελέας Θεσσαλονίκης της είχε αφαιρέσει τότε την επιμέλεια της 7χρονης μικρής, με εντολή αυτή να μεταφερθεί στο ορφανοτροφείο Μέλισσα. Αν και πολλές φορές στο παρελθόν η Θεοδώρα είχε ζητήσει την επιμέλεια της κόρης της, οι αιτήσεις της πάντοτε απορρίπτονταν. «Θεωρούσαν ότι στο ίδρυμα θα περνούσε καλύτερα η κόρη μου απ’ ό,τι με τη μητέρα της» λέει με πίκρα η Θεοδώρα στο People. «Φοβάμαι τη στιγμή που θα με ρωτήσει: “Πού ήσουνα, μαμά, όταν σε χρειαζόμουνα, όταν αρρώσταινα, όταν ήθελα μια αγκαλιά;”. Τι θα της απαντήσω; Προς το παρόν είναι διακριτική και δεν μου λέει τίποτα για το παρελθόν. Το ξέρω όμως ότι δεν θα μπορέσω να καλύψω το κενό που έχει μέσα στην καρδιά της, ότι ποτέ δεν θα με συγχωρέσει για όσα πέρασε. Ωστόσο τουλάχιστον νιώθω πως εκείνη προχωράει, κοιτάζει μπροστά και κάνει όνειρα. Το μόνο που της έχω ζητήσει είναι να μην πει σε κανέναν τίποτα για το παρελθόν της, να λέει ότι ήταν “φιλοξενούμενη σε κολέγιο”, γιατί ο κόσμος είναι παράξενος και παρεξηγεί».
Σκύβει το κεφάλι της, κοιτάζει τη φωτογραφία του Νικολάκη της, κλαίει ξανά. «Μου αρέσει η μοναξιά μου, δεν θέλω παρέες –εκτός από τη φίλη μου την Ολυμπία και κάποιες άλλες κυρίες που με βοηθάνε–, ούτε, φυσικά, κάποιον άντρα δίπλα μου. Άλλωστε ο σύζυγός μου, με τον οποίο χωρίσαμε, ήταν αλκοολικός και με χτυπούσε μέρα νύχτα, δεν έχω εμπιστοσύνη πια σε κανέναν. Μετά το χωρισμό μου, το 1987, είχαμε έρθει με τα παιδιά μου από την Τσεχία εδώ για μια καλύτερη ζωή. Πού να ’ξερα τι με περίμενε; Ξεκίνησα να εργάζομαι ως νοσοκόμα, φρόντιζα ηλικιωμένους, ανήμπορους ανθρώπους. Μέχρι πριν από λίγο καιρό, μάλιστα, αρκετό καιρό μετά την υπόθεση,  συνέχιζα να εργάζομαι σε κάποια σπίτια ως babysitter, αλλά, όταν οι άνθρωποι μάθαιναν την ιστορία μου από “καλοθελητές”, έβρισκαν κάποια αφορμή και με έδιωχναν. Θέλω να δουλέψω ξανά σαν babysitter, γιατί αγαπάω πολύ τα παιδιά, τα λατρεύω, είναι η ελπίδα της ζωής. Είναι κάτι που θα με βγάλει από τη θλίψη μου. Τώρα ζω με τη σύνταξη των 583 ευρώ που παίρνω αλλά, αν σκεφτείς ότι δίνω 300 ευρώ στο ενοίκιό μου, μου μένουν πολύ λίγα χρήματα για να ζω. Αν μπορέσουν κάποιοι άνθρωποι και με βοηθήσουν οικονομικά, θα τους ήμουν ευγνώμων».
Χτυπάει το κινητό της. Είναι η Ιωάννα της. «Ναι, αγάπη μου! Σε πεθύμησα. Θέλω να σε δω! Να προσέχεις τώρα με τις δυνατές βροχές. Κυκλοφορεί και ίωση». Κλείνει το κινητό, δεν θέλει να πει άλλα για την κόρη της, «να μη στιγματιστεί από τους κακούς ανθρώπους», και βάζει σε μια σακούλα λίγα πορτοκάλια, από αυτά που της έδωσαν κάποιες κυρίες την Κυριακή στην εκκλησία: «Να ’χεις, παιδί μου, για το δρόμο σου μέχρι το αεροδρόμιο. Μην πεινάσεις…». 
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό People, τον Φεβρουάριο του 2011. Αιωνία της η μνήμη...

ΠΑΥΛΟΣ ΧΑΙΚΑΛΗΣ: "ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΧΑΡΟΥΜΕΝΟΣ"


Στη συνάντηση μας, στην οδό Ιπποκράτους, δίπλα από το θέατρο Γκλόρια όπου πρωταγωνιστεί στην παράσταση «Ένα βότσαλο στη λίμνη», αισθάνεται εξαιρετικά περίεργα για όλα αυτά που συμβαίνουν τον τελευταίο καιρό στην Ελλάδα. Και θυμώνει με πολλά. «Ο λόγος σας είναι σημαντικός, εσείς έχετε ποιότητα και άποψη και πρέπει να την εκφράζετε», του λέει η σερβιτόρα του μικρού café που, πότε πότε, ακούει την κουβέντα μας. «Ο κόσμος έχει απελπιστεί πια, δεν ξέρει από πού να κρατηθεί».
-Αισθάνεστε τυχερός που έχετε δουλειά, σε αυτή την δύσκολη περίοδο για την τηλεόραση;
-Σαφέστατα. Από την άλλη όμως, δεν πρέπει να απολογείσαι επειδή έχεις δουλειά. Τυχαίνει. Θα μπορούσε να μην τυχαίνει, να δουλεύει κάποιος άλλος. Ωστόσο, η κρίση με αγγίζει σαν άνθρωπο, δεν είμαι «α, ωραία, εγώ έχω δουλειά, δεν με νοιάζει τι κάνουν οι άλλοι». Θα μπορούσα να είμαι κι εγώ στη θέση αυτών των ανθρώπων.
-Έχετε μείνει ποτέ άνεργος;
-Θεατρικά, όχι. Κι αν είχα μείνει, ήταν θέμα επιλογής. Τηλεοπτικά, έχω μείνει πολύ καιρό άνεργος- υπήρχαν φορές που δεν με είχαν φωνάξει για δουλειά, για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Συμβαίνει. Άλλωστε, κάνουμε μία δουλειά που είναι η πιο ανασφαλής του κόσμου αφού, δύο φορές το χρόνο, ψάχνεις για δουλειά.
-Έχετε κι εσείς αυτές τις ανασφάλειες;
-Η ανασφάλεια δεν πηγάζει από τον εαυτό μου, πηγάζει από το χώρο που ζω. Και σε αυτό το περιβάλλον που ζούμε, με τα σημερινά δεδομένα, δεν μπορείς να μην είσαι ανασφαλής. Ακούστε, ο Έλληνας δουλεύει, οι πολιτικοί δεν δουλεύουν, αερίζονται. Υπάρχει ένα κύκλωμα 300 από τους οποίους κάποιοι έχουν ξεχωρίσει και παίζουν τα παιχνίδια της κονόμας, ενώ κάποιοι άλλοι- πιο ιδεολόγοι- μένουν απέξω. Αυτός ο τόπος έχει μεγαλώσει διαφορετικά. Είχε άλλα όνειρα, έχει παλέψει, έχει σκληρύνει, έχει όραμα, είναι πονεμένος και, μέσα από εμφυλίους, πολέμους, δικτατορίες, προσπάθησε και πάλεψε. Κάποτε είχε μυαλά που τον οδήγησαν σε λύσεις. Τώρα, φοβάμαι ότι δεν υπάρχουν πια αυτά τα μυαλά.
-Δεν υπάρχουν ούτε λύσεις;
-Φοβάμαι πως όχι, έχουμε παραδοθεί. Είναι η πρώτη φορά που η Ελλάδα υπογράφει για την εθνική της κυριαρχία και ο «διαιτητής» έχει ήδη αποφασίσει ποιον θα βγάλει νικητή στο παιχνίδι. Αυτό είναι πολύ αγριευτικό. Είναι η πρώτη φορά που αισθάνεσαι ότι έχεις δουλέψει και σου παίρνουν τα λεφτά σου- είναι κάτι που αισθάνονται όλοι.
-Είστε αισιόδοξος;
-Το θέμα δεν είναι να είσαι αισιόδοξος ή απαισιόδοξος. Τα πράγματα είναι αυτά και η Ελλάδα πληρώνει αμαρτίες δικές μας. Διαλέγαμε, για παράδειγμα, κάθε δεύτερη μέρα, να αλλάξουμε κινητό, να κάνουμε μαγκιές. Και κανείς δεν κοίταγε να δει τι λεφτά βάζει στην άκρη. Λέγαμε «έλα μωρέ, εντάξει», είχαμε συνεχώς τη συμπεριφορά του «ωχ αδερφέ». Μέχρι που ήρθε η καταπακτή, σου λέει «κρίση» και τελειώνει η ιστορία.
-Εσείς μπήκατε στον πειρασμό του καταναλωτισμού;
-Καταναλώνω μέχρι εκεί που μπορώ. Δεν είμαι από τους ανθρώπους που έχουν 60 ζευγάρια παπούτσια, 30 παντελόνια και 25 μπλούζες. Ωστόσο, αρχίζω και επαναπροσδιορίζω τις ανάγκες μου, τις σχέσεις μου με τα πράγματα.
-Είστε ευχαριστημένος από όσα συμβαίνουν στη δουλειά σας, τον τελευταίο καιρό;
-Το θέμα πια δεν είναι αν είσαι καλός ηθοποιός. Αυτό που μετράει είναι «πουλάει ή δεν πουλάει;», το θέμα είναι πόσο στοιχίζεις πια. Δεν υπάρχει αξιοκρατία. Ο θεατής αναγκαστικά θα κάτσει να δει τηλεόραση, γιατί κάτι πρέπει να δει. Δεν επιλέγει. Την αφήνει να παίζει, για να περάσει η ώρα.
-Σκεφτήκατε ποτέ να παρατήσετε αυτή τη δουλειά;
-Κάποια στιγμή, γύρω στο 95, είχα σκεφτεί να τα εγκαταλείψω, αλλά τελικά δεν το κανα. Είχα απογοητευτεί τότε, δεν ήταν πολύ καλή περίοδος για μένα. Αυτή η δουλειά δεν σε ανταμείβει πάντα με αυτά που αξίζεις, είναι συνήθως πολλές πίκρες, λίγες χαρές. Απλώς αποφασίζεις ότι πρέπει να επιβιώσεις. Κάποιες φορές μου λένε «μα γιατί κάνεις τρία χρόνια την Πολυκατοικία; Δεν φοβάσαι μήπως σε φθείρει;». Αυτές είναι επιλογές και μαγκιές που κάνουν κάποιοι με τον πατέρα τους, τη μητέρα τους και μία περιουσία από πίσω, εκ του ασφαλούς, που λένε «να κάνουμε κάτι ποιοτικό» και είναι αλλού γι αλλού. Χαίρομαι που το κάνουν, καμία αντίρρηση, αλλά δεν παίζουμε στο ίδιο παιχνίδι. Εγώ ζω και επιβιώνω από αυτή τη δουλειά. Όποιος θέλει να κάνει την ποιότητα, να την κάνει μέσα στην αγορά, να μπει μέσα στο παιχνίδι και να δούμε αν θα αντέξει. Ο ανταγωνισμός γίνεται σε ένα θέατρο 500 θέσεων, όχι σε ένα θεατράκι 30 θέσεων.
-Στην καθημερινότητά σας, είστε αυτός ο χαρούμενος άνθρωπος που παρακολουθούμε στις δουλειές σας;
-Άλλες φορές είμαι, άλλες όχι. Είμαι όπως με πάρει το κύμα, με την έννοια ότι ξυπνάς το πρωί και βλέπεις πως θα κυλήσει η μέρα. Εκνευρίζομαι, φωνάζω, τρελαίνομαι, γελάω, όπως όλος ο κόσμος. Δεν είμαι μονίμως χαρούμενος, ούτε καταθλιπτικός.
-Όταν έχετε ελεύθερο χρόνο, τι σας αρέσει να κάνετε;
-Μου αρέσει να είμαι με τη γυναίκα μου, τα παιδιά μου, να βρίσκομαι στο σπίτι μου, να διαβάσω κάτι, να κάθομαι στον υπολογιστή και να ασχολούμαι με την αστρολογία. Φιλοδοξώ, κάποια στιγμή, να βρω πραγματικά ελεύθερο χρόνο και να κάνω ταξίδια.
-Είναι σημαντικό για σας να είστε ερωτευμένος;
-Γενικότερα, πρέπει να είσαι ερωτευμένος με αυτό που κάνεις, με τη ζωή. Γιατί ο έρωτας είναι δημιουργία, σου δημιουργεί μία ανεβασμένη διάθεση. Όταν σου κάτσει ένας σύντροφος ο οποίος βλέπεις ότι σου γίνεται στήριγμα, είσαι μέσα στην κατανόηση και απολαμβάνεις πράγματα μαζί του που δεν τα χεις ξαναζήσει, σε βάζει σε διαδικασία χαράς, ερωτικής διάθεσης και ταυτόχρονα ευθύνης για να υπάρξεις και για σένα και για τη σύντροφό σου. Αυτό είναι κάτι που συμβαίνει και σε μένα αυτή την περίοδο. Και δεν κρατάω ποτέ άμυνες όταν ερωτεύομαι.
-Ερωτεύεστε συχνά;
-Όχι. Πριν γνωρίσω τη γυναίκα μου, ήμουν πολύ επιφυλακτικός. Με τη γυναίκα μου, από την πρώτη στιγμή, μπήκαμε σε άλλη διαδικασία και εκεί κατάλαβα ότι ο ένας ήταν πλασμένος για τον άλλον. Αυτό το ταξίδι με απογείωσε. Δεν συμβαίνει πάντοτε. Πολλές φορές, λέω στη γυναίκα μου «καθυστέρησες». Η γυναίκα μου ήρθε και μου έκανε τη θεωρία σε αυτά που γνώριζα, πράξη. Και γι αυτό της έχω πει ότι την εκτιμώ και την αγαπώ περισσότερο από οτιδήποτε άλλο στη ζωή μου γιατί μου τεκμηρίωσε μία άποψη ότι, αυτό το οποίο λένε οι άνθρωποι «ιδανικό», μπορεί να γίνει όταν βρεθεί στις κατάλληλες συνθήκες. Και ο άνθρωπος πρέπει να έχει την υπομονή να το περιμένει αυτό, να μην ξεφτιλίζει τον εαυτό του και να τον αναλώνει. Άλλωστε, είναι πολύ καλύτερο να φεύγεις, από το να μένεις σε μία σχέση και να μην σέβεσαι την επιλογή σου. 
Δημοσιεύθηκε στο περιοιδκό People, τον Απρίλιο του 2011. 

4.8.11

ΔΗΜΗΤΡΑ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: "15 ΧΡΟΝΙΑ ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΑΝΔΡΕΑ"

Τις τελευταίες μέρες πηγαινοέρχεται από τη σπίτι της στο ΝΙΜΙΤΣ, για ορισμένες εξετάσεις που πρέπει να κάνει η μητέρα της, κάποια προβλήματα υγείας, ελπίζει «τίποτα το σοβαρό». Εκεί, στην είσοδο του νοσοκομείου, κάτω από την λευκή ταμπέλα με τα μπλε γράμματα «εφημερεύει», ξεκινάει το «λαϊκό προσκύνημα»: Άνθρωποι καθισμένοι σε αναπηρικά καροτσάκια να παρακαλούν τους συνοδούς τους για να τους μετακινήσουν προς το μέρος της να την αγγίξουν για λίγο, ηλικιωμένοι που ζητούν να κουβεντιάσουν μαζί της, νέοι άνθρωποι που θέλουν να βγάλουν φωτογραφία δίπλα της, λίγο να χαμογελάσουν. Εκείνη δεν χαλάει κανένα χατίρι σε κανέναν, λέει σε όλους πως «όλα θα πάνε καλά», τους χαϊδεύει τα χέρια, φιλάει κάποια παιδιά στο μάγουλο, ένας νοσοκόμος της μιλάει για το σημερινό ΠΑ.ΣΟ.Κ, μία μεσήλικη για τον Ανδρέα που λάτρεψε. Κάνει νεύμα με το χέρι της να τα πούμε λίγο πιο κάτω, καθισμένοι σε ένα παγκάκι. Έρχεται μετά από 20 λεπτά. «Εδώ δεν θα μας διακόψει κανείς», λέει.
-Αν ζούσε σήμερα ο Ανδρέας, πιστεύετε ότι τα πράγματα στην Ελλάδα θα ήταν διαφορετικά;
-Δεν μου αρέσει να ερμηνεύω τον Ανδρέα Παπανδρέου. Ωστόσο, είμαι σίγουρη ότι, μελετώντας το έργο του και έχοντας ζήσει 10 χρόνια κοντά στον ηγέτη, αλλά και στον άνθρωπο Ανδρέα Παπανδρέου, είμαι σίγουρη ότι δεν θα είχε αφήσει να εξελιχθούν τα πράγματα με αυτό τον τραγικό, για όλους τους Έλληνες, τρόπο. Και με την οδυνηρή τροπή που έχουν πάρει πια οι καταστάσεις στη χώρα μας, είμαι βέβαιη ότι μόνο ένας Ανδρέας Παπανδρέου θα μπορούσε σήμερα να σώσει την Ελλάδα. Αλλά, δυστυχώς, δεν υπάρχει πια.
-Αισθάνεστε παραγκωνισμένη από το κόμμα που ο ίδιος δημιούργησε, τους πολιτικούς του φίλους και τα παιδιά του;
-Είναι φανερό ότι εγώ είμαι για όλους αυτούς ένα ανεπιθύμητο πρόσωπο, persona non grata. Γιατί εγώ υπήρξα ένας άνθρωπος, που ήταν εμπόδιο στις εξελίξεις. Ο Ανδρέας θα έπρεπε να είχε φύγει πολύ νωρίτερα από την πολιτική σκηνή, αλλά και από τη ζωή. Δεν έφυγε τότε που υπολόγιζαν κάποιοι από εκείνους που μου αναφέρετε- όλοι ξέρουν ποιοι είναι. Γιατί μία απλή, αλλά και δυναμική γυναίκα όπως ήμουνα εγώ, τον κράτησε περισσότερο καιρό ζωντανό, μονάχα με την αγάπη της. Επειδή όλοι λοιπόν ήθελαν τον Ανδρέα πεθαμένο, χρέωσαν σε μένα όσα παραπάνω χρόνια έζησε. Η τεράστια όμως αγάπη που έδωσα στον Ανδρέα, ήταν τελικά κίνητρο ζωής για εκείνον.
-Πότε ήταν η τελευταία φορά που μιλήσατε με τον Γιώργο ή με τον Νίκο Παπανδρέου;
-Συναντιόμαστε σε κάποια μνημόσυνα. Τελευταία φορά, συναντηθήκαμε στο προτελευταίο μνημόσυνο. Από τότε δεν είχαμε ξανά κάποια επαφή.
-Ερωτευτήκατε άλλον άντρα, με τον τρόπο που ερωτευτήκατε τον Ανδρέα;
-Κανέναν! Ο Ανδρέας ήταν και είναι ο μοναδικός έρωτας και η μοναδική αγάπη της ζωής μου. Ήταν ο απόλυτος έρωτας και είμαι ευτυχής που, στο πέρασμα της ζωής μου, με ευλόγησε ο Θεός να τον ζήσω. Ίσως να γεννήθηκα για να δώσω αγάπη σε αυτό τον άνθρωπο.
-Θα θέλατε να είχατε αποκτήσει ένα παιδί μαζί του;
-Ναι.
-Δεν το επιδιώξατε όσο ήσασταν μαζί;
-Όχι. Ήταν οι καταστάσεις τέτοιες που τελικά δεν το επέτρεψαν: Αρρώστιες, νοσοκομεία, δίκες, αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις, πρωθυπουργία, έντονη δουλειά. Η φροντίδα ενός τέτοιου ανθρώπου, δεν ήταν εύκολη υπόθεση.
-Συνεχίζετε να πληγώνεστε όταν κάποιοι ασχολούνται μαζί σας με κακεντρέχεια;
-Πολύ. Είναι όλα άδικα. Άλλα, συνηθισμένα τα βουνά από τα χιόνια. Άλλωστε, έχω υποστεί τόση πολλή αδικία στη ζωή μου, που έχω πλέον μπουκώσει! Κάποιοι παρουσιάστηκαν πρόσφατα σε μία τηλεοπτική εκπομπή και είπαν ότι «δεν ήταν σωστή η επιλογή συζύγου που έκανε ο Ανδρέας!». Και ποιοι είναι αυτοί που θα κρίνουν την επιλογή του Ανδρέα; Ποια θα ήταν αυτή που θα ξενυχτούσε τα βράδια, για να δει αν αναπνέει ο Ανδρέας, με ανιδιοτέλεια και αυτοθυσία; Ο ίδιος άλλωστε έλεγε σε συνέντευξη του στο Θανάση Λάλα «δεν υπάρχει πιο ανιδιοτελές άτομο από τη Δήμητρα». Γιατί εγώ, δεν ζήτησα ποτέ τίποτα από τον Ανδρέα. Αλίμονο! Να ζητούσα αντάλλαγμα από τον άνθρωπο που τόσο αγάπησα; Για ποια με πέρασαν;
-Δεν είχατε δει σε εκείνον τον πρωθυπουργό; Είδατε μόνο τον άνδρα;
-Εγώ σεβόμουν απόλυτα το θέμα της πρωθυπουργίας- είχα χρέος απέναντι στην ιστορία-, αλλά εγώ τον άνδρα ερωτεύτηκα, όχι το αξίωμά του. Γι αυτό και όταν τον παντρεύτηκα, στις 13 Ιουλίου 1989, ήταν πια στην αντιπολίτευση και όχι στην πρωθυπουργία.
-Κάποιοι θα έλεγαν ότι εκμεταλλεύεστε το όνομα του, για να παραμένετε στην επικαιρότητα.
-Τι εννοείτε; Εξαγόρασα εγώ ποτέ τα χρόνια που έζησα δίπλα σε αυτόν τον σπουδαίο άνδρα; Πιστεύετε ότι ζω μία πλούσια ζωή; Αστεία πράγματα. Ζω κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες- κι ας υπήρξα σύζυγος πρωθυπουργού-, προσπαθώ να πουλήσω τρία σπίτια και ακόμη δεν το χω κατορθώσει, διαβιώ με μισή σύνταξη, δηλαδή 1.600 ευρώ. Μπορεί να μένω στα βόρεια προάστια- αν κάποιοι μου το καταλογίζουν και αυτό-, γιατί εκεί ζούσαμε με τον Ανδρέα, αλλά εμένα οι παρέες των βορείων προαστίων και τα πλούσια σαλόνια, ποτέ δεν μ άρεσαν. Για να τελειώνουμε: Σε κανένα βαθμό εγώ δεν εκμεταλλεύτηκα το όνομα του Ανδρέα!
-Σήμερα ανήκετε στο ΠΑ.ΣΟ.Κ;
-Το ΠΑ.ΣΟ.Κ που ίδρυσε ο Ανδρέας Παπανδρέου, δεν υπάρχει. Από τη στιγμή που έκλεισε τα μάτια του και το πήρε ο Κώστας Σημίτης, πήγε αλλού και σήμερα δεν έχει καμία σχέση με το ΠΑ.ΣΟ.Κ του τότε. Το ΠΑ.ΣΟ.Κ, σήμερα, είναι πιο δεξιό κι από ένα νεοφιλελεύθερο κόμμα. Το πατριωτικό κίνημα του λαού, πέθανε μαζί με το θάνατο του ηγέτη του. Προσωπικά, αν με ρωτάτε, έχω τελειώσει ιδεολογικά και συναισθηματικά με το ΠΑ.ΣΟ.Κ από τότε που έχασα τον άντρα μου.
-Είναι αλήθεια ότι, στις επόμενες βουλευτικές εκλογές, θα είστε υποψήφια με τη «Δημοκρατική Αριστερά»;
-Δεν μου έχει γίνει ποτέ καμία τέτοια πρόταση. Αυτή τη στιγμή, όμως, δεν σκέφτομαι κάτι τέτοιο- εξάλλου δεν μπορώ να λέω ψέματα στον κόσμο, ντρέπομαι και φαίνεται στα μάτια μου-, δεν με απασχολεί η καρέκλα, με νοιάζει μόνο το μέλλον της χώρας μου που είναι θολό. Ο Ανδρέας πάντα μου έλεγε ότι δύο ήταν αυτά που θεωρούσε πυλώνες της δημοκρατίας: Τα περήφανα γηρατειά και τους νέους που λάτρευε. Πείτε μου: Ποιος προστατεύει σήμερα αυτές τις δύο ομάδες ανθρώπων;
-Ούτε το ΠΑ.ΣΟ.Κ σας έκανε πρόταση για να πολιτευτείτε;
-Όχι. Για λόγους που όλοι γνωρίζουμε, εγώ είμαι κομμένη από το ΠΑ.ΣΟ.Κ.
-Θα ψηφίζατε ποτέ Νέα Δημοκρατία;
-Πιστεύω ότι ο κύκλος των δύο μεγάλων κομμάτων, έχει πια τελειώσει. Και η ανοχή του κόσμου, έχει πλέον εξαντληθεί.
-Ποια ήταν τα πιο όμορφα χρόνια που ζήσατε μέχρι τώρα;
-(χαμογελάει) Έζησα ενδιαφέροντα χρόνια, αλλά δεν μπορώ να πω ότι ήταν ευτυχισμένα. Έζησα πολύ δύσκολα χρόνια, ενδιαφέροντα όμως από πλευράς ιστορικής. Ευτυχισμένος ήταν μόνο ο πρώτος χρόνος γνωριμίας μου με τον Ανδρέα. Τι να πρωτοθυμηθώ; Τις ίντριγκες; Τις προσωπικές επιθέσεις; Τους τόνους λάσπης και τα μυθεύματα που έριξαν στο πρόσωπο μου; Τους τόνους δηλητήριο; Τα πρωτοσέλιδα; Τις φωτογραφίες; Αναρωτιόμουν: Τι τους έκανα; Τι; Επειδή ερωτεύτηκα αυτό τον άνθρωπο, έπρεπε να με κατασπαράξουν; (συγκινείται).
-Τα πρωτοσέλιδα από προσωπικές σας στιγμές, σας πόνεσαν πιο πολύ απ όλα;
-Έκλαψα πολύ γι αυτά. Ήταν πολύ οδυνηρό! Πας σήμερα σε μία παραλία και βλέπεις πολλές κοπέλες γυμνόστηθες να κάνουν μπάνιο και να το απολαμβάνουν. Κάποτε, λοιπόν, ήμουν κι εγώ μία από αυτές τις κοπέλες. Που να ήξερα, όμως, ότι αυτό που χαιρόμουν εγώ κάποια χρόνια πριν ανυποψίαστη, θα κρεμόταν κάποτε με μανταλάκια στα περίπτερα για να το λοιδορεί όλη η Ελλάδα και όχι μόνο; Γιατί δεν ήμουν πια «η Δήμητρα, η υπάλληλος της Ολυμπιακής», ήμουν «η σύζυγος του πρωθυπουργού». Ο Θεός ας τους κρίνει όλους αυτούς. Στη ζωή μου και μισήθηκα και αγαπήθηκα. Πολύ. Δεν μετανιώνω, όμως, για τίποτα.
-Θα θέλατε να είχατε αγαπηθεί περισσότερο;
-Έχω αγαπηθεί τόσο πολύ από τον άντρα μου, που μου φτάνει για δέκα ζωές! Είμαι πολύ γεμάτος άνθρωπος από αγάπη. Και αυτή την επιστρέφω στον κόσμο. Έρχονται, με αγκαλιάζουν, με φωνάζουν «Δήμητρα» στο δρόμο, μου λένε «ξέρετε, εγώ ψηφίζω Νέα Δημοκρατία, αλλά σας συμπαθώ πάρα πολύ!» και χαίρομαι. Μέσα στη στενάχωρη ζωή που ζούμε, δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο σημαντικό είναι να σε αγκαλιάζουν άγνωστοι σου άνθρωποι και να σε φιλάνε, επειδή απλά σ’ αγαπάνε χωρίς να έχουν να κερδίσουν κάτι από σένα, χωρίς να έχεις κάποιο αξίωμα για να τους «βολέψεις». Η δική μου υπερηφάνεια είναι που ξέρω ότι θα περπατήσω στο δρόμο και δεν υπάρχει περίπτωση να βρεθεί έστω και ένας που να μου πετάξει γιαούρτι, να μου πει «φταις κι εσύ και ο άντρας σου γι αυτά!». Αυτή λοιπόν είναι η μεγάλη μου προίκα και το μεγάλο μου κέρδος: Το καθαρό μου κούτελο στον κόσμο! Ας φοβούνται οι υπόλοιποι το θυμό του λαού που θα γίνει- να είστε βέβαιος γι αυτό- ένα μεγάλο ποτάμι που θα τους παρασύρει.
-Σας λείπει σήμερα ένας έρωτας;
-Καμία γυναίκα δεν θέλει να είναι μόνη. Κουράστηκα πολύ πια να είμαι εγώ ο άντρας του εαυτού μου, όλα αυτά τα χρόνια. Αλλά, δεν εκβιάζω καταστάσεις. Όποτε έρθει στη ζωή μου, όποια στιγμή έρθει, ο έρωτας είναι καλοδεχούμενος। Δεν με παίρνει, όμως, να κάνω καμία άλλη λάθος επιλογή. Πρέπει να είμαι πια πάρα πολύ σίγουρη και προσεκτική, για τον οποιονδήποτε μελλοντικό σύντροφο της ζωής μου. Γιατί δεν αντέχω πια καμία εκμετάλλευση και κανένα άλλο πόνο. Όπως λέει κι ο Ελύτης που λατρεύω και είναι βάλσαμο ζωής για μένα: «Ω, δύσβατη δύσβατη ζωή, από ποιο σοκάκι γίνεται κανείς να σε περάσει;».
Δημοσιεύθηκε στο People, τον Αύγουστο του 2011.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΤΑΝΙΣΗ: "ΕΖΗΣΑ ΒΑΣΑΝΙΣΜΕΝΟΥΣ ΕΡΩΤΕΣ"

Η ζωή της μοιάζει με εκείνο το στίχο του Σταμάτη Κραουνάκη που κάποτε τραγούδησε: «Μια Κυριακή απόγευμα, είχα έναν άνθρωπο κι έπιανα μπράτσο. Κι εκείνος ερχόταν ζεστός, από κρεβάτι αλληνής, της διπλανής της ζωής…». Σαν βαθύς λυγμός ή σαν παράπονο. Ή και σαν ευλογία αφού, όλα τα γκρίζα περιστατικά των ερώτων της, έγιναν ο μεγάλος σπαραγμός της φωνής της, ταύτιση με τους καημούς των δεκάδων θαυμαστών της στα τραγούδια που ερμήνευσε. Στο «Σ έχω κάνει Θεό», στο «Μυστικές μου έρωτα», στο «Ήμουν είμαι και θα είμαι», στο «Αστέρι μου». Τόνοι τα γαρύφαλλα στα πόδια της κι άλλα τόσα τα σπασμένα πιάτα. Τόσες «κρυφές» αφιερώσεις, τόσα λόγια ανείπωτα, με τη φωνή της να τραγουδάει πάντα για συγκεκριμένο παραλήπτη.
-Έχεις ζήσει όλα όσα τραγουδάς;
-Όλα! Στη ζωή μου έδωσα μεγάλη βαρύτητα στον έρωτα και δεν το μετανιώνω. Δεν θα μπορούσα να τραγουδήσω όλα αυτά που λέω αν δεν αισθανόμουν το στίχο μέσα μου, αν δεν βίωνα όλες αυτές τις ιστορίες. Από τα 18 μου, τότε που έκανα την πρώτη μου ολοκληρωμένη σχέση, ο έρωτας ήταν και παραμένει ο μεγάλος πρωταγωνιστής της ζωής μου.
-Τι κοιτούσες συνήθως σε έναν άντρα;
-Να με αγαπήσει! Λίγο το χεις; Πόσοι άντρες αγαπάνε πραγματικά σήμερα; Εγώ ποτέ μου δεν στάθηκα με έναν άνθρωπο για τα λεφτά του, για τη φήμη του ή για το τι έλεγαν οι άλλοι για εκείνον. Γι αυτό και οι σοβαρές σχέσεις που έκανα στη ζωή μου ήταν μόνο τρεις, αλλά μόνο μία φορά ερωτεύτηκα πραγματικά. Όλα τα άλλα, ήταν απλώς «περιστατικά». Δεν είχαν πόνο, δεν είχαν ταχυπαλμία. Γι αυτό και δεν ήταν έρωτες.
-Στους χωρισμούς σου πως ήσουνα;
-Ένα ράκος. Έβγαινα πάνω στην πίστα και ξεχνούσα τα λόγια μου, έτρεμα μέσα στο καμαρίνι, έλεγα «κρύψτε μου το τηλέφωνο μην το δω και τον πάρω», έχανα το δρόμο για να γυρίσω στο σπίτι μου γιατί τον σκεφτόμουν συνέχεια, επέστρεφα στο σπίτι και χτυπιόμουν στα πατώματα, με έπιανε το μαράζι, γινόμουν ένα λιώμα. Δεν μπορώ να πω ότι εγώ με τους έρωτές μου πέρασα ξέγνοιαστα και καλά. Γιατί οι έρωτες οι δικοί μου ήταν πολύ περίεργοι. Δεν ήταν απελευθερωμένοι. Ή αυτοί ήταν αλλού, ή εγώ ήμουν αλλού. Ήταν βασανισμένοι έρωτες.
-Υπήρξες τρίτο πρόσωπο σε σχέση;
-Ναι. Και υπέφερα πάρα πολύ γι αυτό. Δεν το συνιστώ σε κανέναν. Είναι αμαρτία μεγάλη. Αλλά, καμιά φορά, αυτά γίνονται και άθελά σου. Γιατί, όταν ερωτεύεσαι, όταν συναντάς εκείνο το βλέμμα που σε σκοτώνει σαν να γίνεται σύγκρουση μετωπική φορτηγών στην Εθνική οδό, δεν ρωτάς «συγνώμη, είσαι παντρεμένος; Έχεις παιδιά;». Κι όταν ξεκινάνε τέτοιες ιστορίες, δεν υπάρχει φρένο. Είναι το πάθος, είναι το παράνομο, είναι η αδρεναλίνη, είναι πολλά μαζί. Είσαι μονίμως στημένος πάνω σε ένα τηλέφωνο και περιμένεις την κατάλληλη ευκαιρία για να του μιλήσεις, να μην σ ακούσει η άλλη, να βγείτε μαζί και να μην σας δουν, μην πάνε και πουν τα καθέκαστα και τον φέρουν σε δύσκολη θέση. Η παρανομία είναι γλυκιά, αλλά είναι και πολύ ψυχοφθόρα. Μην σου τύχει.
-Σε έχουν απατήσει ποτέ;
-Πολλές φορές. Εν γνώσει μου και με την ανοχή μου. Και ο πιο πονηρός άντρας να είναι και να θέλει να μου κρυφτεί, εγώ θα τον καταλάβω. Φαίνονται αυτά. Όταν σου μιλάει ο άντρας που αγαπάς και το μάτι του τρεμοπαίζει, να θυμάσαι πάντα ότι είναι η προειδοποίηση ότι κάτι δεν πάει καλά. Σε ενημερώνει ο Θεός με τον τρόπο του. Τα μάτια μιλούν, όχι το στόμα και τα «συγνώμη».
-Συγχωρούσες μετά την απιστία;
-Ναι. Ήμουν κορόιδο. Αλλά τι να κανα; Όταν αγαπάς κάποιον, αγαπάς και τα λάθη του.
-Εσύ ήσουνα πάντα πιστή;
-Για πιστή ξεκινούσα. Λοξοδρομούσα όμως. Όχι γιατί ήθελα να απατήσω, αλλά δεν περνούσα καλά και ήθελα να ξεδώσω κι εγώ σαν γυναίκα. Βλακεία μου; Πες το κι. έτσι. Για τον άλλον, όμως, το κανα. Για να τον ξεπεράσω πιο γρήγορα.
-Έφτασες ποτέ κοντά στο θάνατο για έναν άντρα;
-Ναι, αλλά με φύλαξε ο Θεός. Ήμουν απελπισμένη, μ έναν άντρα που μου δινε ελπίδες ψεύτικες ότι κάτι μπορεί να γινόταν. Ο κόσμος τότε μ έβλεπε για κολόνα κι εγώ δεν είχα πουθενά να στηριχτώ. Πήγαινα ξημερώματα κατά το Σούνιο, μετά το πρόγραμμα μου στη «Φαντασία» που τραγουδούσα τότε και, στις στροφές, μου ρθε να δώσω μία και να πέσω στο γκρεμό. Ένιωθα ένα τίποτα, ένα μηδενικό. Δεν ξέρω τι με κράτησε και δεν έπεσα τελικά. Στο τσακ τη γλίτωσα. Γύρισα στο σπίτι μου αλαφιασμένη, σαν άρρωστη πήρα την εικόνα της Παναγίας στα χέρια μου κι έλεγα «Παναγία μου! Παναγία μου, σχώρα με! Δεν το θελα. Συγχώρα με!». Σαν φώτιση μου ήρθε αυτό εκείνη την ώρα: «Εκείνος μια χαρά είναι, με τη γυναίκα του αγκαλιά, εσύ τι πήγες να κάνεις;». Δεν τον ξαναπήρα τηλέφωνο. Από εκείνη τη στιγμή τον ξέγραψα. «Πέθανα» για πολλούς άντρες μετά, αλλά ποτέ ξανά για εκείνον.
-Τι θα ήθελες να διαγράψεις από τη ζωή σου;
-Το γάμο μου- ο οποίος κράτησε 12 ολόκληρα χρόνια- και κάποιες πολύ βίαιες καταστάσεις που έζησα στο παρελθόν. Εγώ είχα παραπάνω από έναν σύντροφο που σήκωνε χέρι επάνω μου.
-Πώς ανεχόσουν να μένεις μέσα σε μία σχέση, αφού δεχόσουν βία;
-Υπάρχουν πολλοί λόγοι. Λες «θα περάσει», λες «είναι μία άσχημη στιγμή», λες «κατά λάθος έγινε», λες «είναι περαστικό», λες «θα διορθωθεί», λες «μ αγαπάει». Αυτό είναι και το μεγαλύτερο λάθος, το «αφού μ’ αγαπάει…». Και κάνεις υπομονή. Τελικά, αυτός δεν αλλάζει και εσύ καταστρέφεσαι. Με την ευκαιρία, θα ήθελα να δώσω μία συμβουλή σε όλες τις γυναίκες που διαβάζουν αυτή τη συνέντευξη και δέχονται βία- είτε λεκτική, είτε σωματική- από τους συντρόφους τους: Σηκωθείτε και φύγετε! Οι άνθρωποι αυτοί δεν αλλάζουν, μόνο χειροτερεύουν. Είναι τέρατα!
-Σχέση με νεότερό σου άντρα θα ξανάκανες;
-Γιατί όχι; Όταν ερωτεύομαι δεν κοιτάω τη ληξιαρχική πράξη, ούτε ζητάω πιστοποιητικό γεννήσεως. Πάω όπου ακουμπάει η καρδιά μου. Τότε που χτύπησε η καρδιά, ήταν νεότερος. Παλαιότερα είχα και σχέσεις με άντρες 20 χρόνια μεγαλύτερους από μένα, το οποίο τότε είχε λειτουργήσει πολύ καλά για την εξέλιξή μου, λόγω της σοφίας τους αλλά και της ασφάλειας που αισθανόμουν πλάι τους.
-Πιο πολύ γέλασες ή έκλαψες στη ζωή σου;
-Πιο πολύ έκλαψα। Έκλαψα πολύ για τον πατέρα και τον αδερφό μου που έχασα, έκλαψα που γυρνούσα από τη δουλειά μου απογοητευμένη, έκλαψα γιατί με κουτσομπόλεψαν στα μαγαζιά που δούλευα, έκλαψα γιατί δεν με πλήρωναν, έκλαψα γιατί ήμουν φτωχή και δεν είχα να βάλω δεύτερο φουστάνι, έκλαψα γιατί κλειδωνόμουν μέσα στην κρεβατοκάμαρα και δεν έβγαινα μήπως με βρουν και με δείρουν, έκλαψα για την ταπείνωση που μου προκάλεσαν, έκλαψα που μ έκαναν να μην έχω καμία υπερηφάνεια σαν άνθρωπος επειδή με έκαναν σκουπίδι, έκλαψα γιατί με ποδοπάτησαν, έκλαψα γιατί έβγαινα να τραγουδήσω στην πίστα και καθόμουν πίσω πίσω στην ορχήστρα επειδή δεν είχαν τα παπούτσια μου τακούνια γιατί ήταν σπασμένα (συγκινείται). Συχωρεμένοι να ναι όλοι τους. Καμιά φορά κάθομαι στη βεράντα μου, βλέπω το φεγγάρι και λέω «καλά τα καταφέρναμε, Κατερίνα». Άμα είναι να ακούσει κάποιος το «μυστικέ μου έρωτα», να πει «την πέρασε κι άλλος την κατάσταση, κάποιος άλλος έκλαψε μ αυτό το τραγούδι πριν από μένα» και να ηρεμήσει η καρδούλα του, χαλάλι τόσα βάσανα.
Δημοσιεύθηκε στο περιoδικό People, τον Αύγουστο του 2011.