16.10.16

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ: 4 ΧΡΟΝΙΑ ΔΙΠΛΑ ΣΤΗΝ ΕΛΕΝΗ







O 29χρονος παρουσιαστής και μοντέλο, ανακοινώνει την ανανέωση της συνεργασίας του με την Ελένη Μενεγάκη και τον έρωτα που ζει, χωρίς όμως να τον ονομάζει.
-Θα βρίσκεσαι και την επόμενη σεζόν στην εκπομπή της Ελένης Μενεγάκη στον Alpha;
-Ναι, είναι επίσημο. Θα είναι η τέταρτη χρονιά που θα είμαι μαζί με την Ελένη και χαίρομαι ιδιαίτερα γι’ αυτό, γιατί έχω ήδη μάθει αρκετά πράγματα δίπλα στην νούμερο ένα παρουσιάστρια της ελληνικής τηλεόρασης. Συνεχίζω να μαθαίνω πολλά στην εκπομπή και αυτό με ικανοποιεί. Θεωρώ πως αυτή τη στιγμή «χτίζω» πράγματα που ενδεχομένως χρειαστούν και στην μετέπειτα πορεία μου.
-Έχεις φιλοδοξίες να παρουσιάσεις δική σου εκπομπή;
-Προς το παρόν πρέπει να μάθω.
-Σου έχουν ήδη γίνει τέτοιου είδους προτάσεις;
-Ναι. Και στην Ελλάδα και στην Κύπρο. Προτιμώ, όμως, προς το παρόν να λειτουργώ ως μαθητής σ’ αυτή τη δουλειά, να μάθω περισσότερα και αργότερα, ενδεχομένως, το βλέπουμε. Πιστεύω πάντως πως είμαι στην καλύτερή μου φάση επαγγελματικά, σε συνδυασμό και με άλλες μου συνεργασίες, γιατί έχω όση δουλειά θέλω, με τη συχνότητά που επιθυμώ, και αυτό με χαροποιεί περισσότερο.
-Δεν κουράστηκες 4 χρόνια στην ίδια εκπομπή; Δεν νιώθεις πως επαναλαμβάνεσαι;
-Καθόλου. Φέτος ασχολήθηκα με διαφορετικά πράγματα. Έκανα videos, κάτι που μου άρεσε πολύ, οπότε αυτό με κράτησε σε εγρήγορση, δημιούργησα κάτι ξεχωριστό και με χαροποίησε ιδιαίτερα. Πέραν του ότι είμαι μαζί με την Ελένη -κάτι το οποίο είναι πολύ σημαντικό για κάθε επαγγελματία, αφού είμαι ακόμη στα πρώτα τηλεοπτικά μου βήματα-, θεωρώ πως κάποιος, μέσα σε 4 χρόνια, δεν μπορεί να ξέρει και να χειρίζεται τα πάντα στην ελληνική τηλεόραση. Πατάω γερά τα πόδια μου στη γη, ξέρω αυτή τη στιγμή μέχρι πού φτάνω και θέλω να πιστεύω πως εξελίσσομαι βήμα βήμα.
-Η επαφή σου με την Ελένη διαφοροποιήθηκε σε σχέση με την πρώτη σεζόν που ξεκίνησες στην εκπομπή;
-Σίγουρα διαφοροποιήθηκε. Με βλέπει και τη βλέπω αλλιώς, αισθάνομαι πλέον ως μέλος μιας οικογένειας. Η πρώτη σεζόν ήταν περισσότερο ανέμελη, τη δεύτερη κατάλαβα πώς λειτουργεί η τηλεόραση και την τρίτη πώς ακριβώς είναι αυτό το Μέσο μπροστά και πίσω από τις κάμερες.
-Τι είσαι ακριβώς; Μοντέλο ή παρουσιαστής;
-Ποτέ δεν θα ξεχάσω από πού ξεκίνησα. Στην παρούσα, όμως, φάση, λειτουργώ περισσότερο ως παρουσιαστής. Ωστόσο, το modeling συνεχίζεται. Και στην Ελλάδα, αλλά και στο εξωτερικό, ιδιαίτερα στο Παρίσι όπου εκεί έχω πολύ στενούς δεσμούς με συνεργάτες με τους οποίους γνωριζόμαστε πολλά χρόνια, φωτογράφους, στυλίστες, ανθρώπους της παραγωγής. Όλα συνδυάζονται.
-Δεν σκέφτηκες να ζήσεις μόνιμα στο εξωτερικό, για να κάνεις ενδεχομένως μία διεθνή καριέρα;
-Έχω ζήσει στο εξωτερικό για σχεδόν μία πενταετία, έχω γυρίσει κάθε πρωτεύουσα της μόδας -Παρίσι, Μιλάνο, Λονδίνο, Νέα Υόρκη-, γνωρίζω πώς είναι η ζωή εκεί, αλλά προτιμώ να έχω τη βάση μου στη χώρα μου και να ταξιδεύω με τη συχνότητα που μου επιτρέπει η δουλειά μου.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ - ΡΟΥΚ: "ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΕΙΝΑΙ Η ΟΥΛΗ ΤΗΣ ΠΛΗΓΗΣ"



Το διαμέρισμά της είναι μικρό. Σε λίγα μόνο τετραγωνικά χωράνε ένα ντιβάνι με μία μονόχρωμη κουβέρτα να το σκεπάζει, μία έγχρωμη τηλεόραση ανοιχτή στην εικόνα -χωρίς ήχο κανένα, με αποκωδικοποιητή στο πλάι-, βιβλία, πολλά χαρτιά με σημειώσεις, ένα φλιτζάνι με καφέ που κρύωσε, λίγοι πίνακες στους τοίχους και φωτογραφίες δικές της, αλλά και με τον σύζυγό της που πέθανε πριν από λίγα χρόνια –ακριβώς απέναντι από τη δική της καρέκλα, κοιτώντας τον συνεχώς σα να πρόκειται να της μιλήσει και να του απευθυνθεί. Έχει ξεχάσει σχεδόν πως το 1962 είχε πάρει το Α’ Βραβείο Ποίησης της Γενεύης (Prix Hensch), πως το 1985 τιμήθηκε με το Β’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης, πως έχει δώσει διαλέξεις και διάβασε ποιήματά της σε Πανεπιστήμια των Η.Π.Α και του Καναδά (Harvard, Cornell, Daztmouth, N.Y.State, Princeton, Columbia κ.α.), πως το 2000 τιμήθηκε με το βραβείο Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών και μόλις πέρσι με το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων για το σύνολο του έργου της – «λεπτομέρειες», λέει, παραμένοντας αθόρυβα συνεπής στην ομορφιά που δημιούργησαν τα ποιήματά της, εδώ και μισό αιώνα που κυκλοφορούν ποιητικές της συλλογές, αφού πλέον θεωρείται μία από τις σπουδαιότερες ελληνίδες ποιήτριες, με γλώσσα βαθιά, απλή, εσωτερική, ολόδική της.
Η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ ήταν χαρούμενη εκείνο το μεσημέρι Σαββάτου που συναντηθήκαμε. Είχε βάψει τα μαλλιά της λίγο πριν, της βγήκε κατά λάθος διχρωμία -κάτι μεταξύ λιλά και ροζ χρώματος- «α, αυτό σας δείχνει πολύ νεότερη», της είπα. «Αλήθεια λες; Κατά λάθος συνέβη!», απάντησε και περπατώντας -κάπως χορευτικά- στο χολ, μπροστά στην ανοιχτή πόρτα του δευτέρου ορόφου της παλιάς εκείνης πολυκατοικίας στη Νεάπολη Εξαρχείων, ακούμπησε το μπουκάλι κουμανταρίας που κρατούσε και με τα δυο της χέρια επάνω στο τραπεζάκι, αν και μου διευκρίνισε που είχε σταματήσει το αλκοόλ εδώ και τρία χρόνια, κουνώντας ταυτόχρονα δεξιά αριστερά τα χέρια της υπερθεματίζοντας στην οριστική της τότε απόφαση – «τέλος, τέλος μ’ αυτό. Ούτε ένα δαχτυλάκι». Προχωρήσαμε στο μικρό σαλονάκι με θέα στο στενό της Συνεσίου Κυρήνης. «Λίγο πιο κάτω, ένα λεπτό από ‘δω, στη Μάρκου Ευγενικού, το ξέρετε πως έμενε η Γαβριέλλα Ουσάκοβα, η μεγαλύτερη πόρνη των Αθηνών;», της ανέφερα κοιτώντας στην ατζέντα της που κάτι που είχε γράψει, κάπως να σπάσει ο πάγος. «Αυτό είναι απίθανο!», μου είπε γουρλώνοντας τα μάτια. «Εκπληκτικό! Τι τιμή!». Και γέλασε. «Αλήθεια σου λέω!».
-Του Αγίου Ευψυχίου σήμερα…
-Ακούγεται λίγο νεκτοραφειακό αυτό. Το «ευ» είναι σα να δίνει χαρά μετά θάνατον, σα να προσδίδει πως θα ‘χεις ωραία ψυχή όταν θα ‘σαι εκεί πάνω. Προσωπικά, όμως, εμένα δεν με ενδιαφέρει τι θα γίνει μετά τη νεκρώσιμο. Δεν πιστεύω σε Θεό, αλλά λέω πάντα πως τα ερωτήματα «πώς ήρθαμε», «γιατί ήρθαμε», «ποιος μας έφερε», «ποιος θα μας πάρει», είναι μία μεταφυσική υπόθεση. Αν και αυτά είναι που τελικά μας κρατάνε ζωντανούς.
-Γι’ αυτό γράφετε ποιήματα;
-Είναι σα να με ρωτάς «γιατί γεννήθηκες ξανθιά;».

ΛΟΥΛΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ: "ΕΖΗΣΑ ΩΡΑΙΑ ΖΩΗ. ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΤΟ ΗΞΕΡΑ"


Η διασημότερη θεατρική συγγραφέας της Ελλάδας, σύζυγος του πεζογράφου Γιώργου Χειμωνά, που πέθανε το 2000, και μικρότερη αδελφή του ποιητή, Μανώλη Αναγνωστάκη, μπόρεσε να γράψει για τους ανθρώπους έργα που να τους αγγίζουν διαχρονικά (σαν μεγάλα ποιήματα) γιατί τους ήξερε καλά, τους παρατηρούσε, και μπορούσε να τους ακούει ακόμη και μέσα από το βόμβο που κάνουν οι μεγάλες σιωπές.
Έξω απ’ την πόρτα του διαμερίσματος της στο Κολωνάκι, σε μεταλλική πλακέτα με καρφιά στις άκρες, «χτυπημένα» το όνομά της και εκείνο του Γιώργου Χειμωνά. Καθόταν στον καναπέ. Φορούσε μαύρα – και τα γυαλιά της μαύρα ήταν. Η οικιακή βοηθός μου παινεύει το κραγιόν που της πρότεινε να βάλει για να με υποδεχτεί – «είναι, πράγματι, πολύ ωραίο και έντονο αυτό το χρώμα, κυρία Αναγνωστάκη», της είπα και της έδωσα το κουτί με τα σοκολατάκια που της είχα αγοράσει. Ήταν το πρώτο της χαμόγελο. «Θα φάτε κι εσείς απ’ αυτά!», είπε. Τα μαλλιά της ήταν άσπρα, γκρίζα και λίγα μαύρα, χτενισμένα όμορφα – περίεργος χρωματικός συνδυασμός. Θέλει να της ξαναθυμίσω το όνομά μου. Το ρωτάει με συστολή. Η τηλεόραση ανοιχτή σε κάποια μεσημεριανή εκπομπή, απέναντί της ο Γιώργος Χειμωνάς φωτογραφημένος μ’ ένα μακό μπλουζάκι, κάποια φωτογραφία του γιου της Θανάση πλάι στην αφίσα από το τελευταίο του μυθιστόρημα, μία έγχρωμη φωτογραφία του αδελφού της, ποιητή, Μανόλη Αναγνωστάκη, αφίσες απ’ τον «ουρανό κατακόκκινο» και το «σ’ εσάς που με ακούτε» που ανέβηκαν πρόσφατα στην Αθήνα, ένα κορνιζαρισμένο σκίτσο του Χειμωνά που σχεδίασε κάποτε ο Γιάννης Τσαρούχης, ένα άλλο με τον Θανάση μωρό «που έφτιαξε ο Γιώργος με μολύβι, πριν από 40 χρόνια», μία δική της pop art φωτογραφία μ’ ένα «I love you» επάνω δεξιά που με ενθουσίασε μόλις την αντίκρισα –το ίδιο κι εκείνην. «Είναι χαρούμενο αυτό», είπε. Δεξιά απ’ τον καναπέ, στο κομοδίνο, φωτογραφία του Γιώργου, του Μποτλέρ, του Γιώργου (πάλι) νεότερου. Τα παντζούρια ήταν ανοιχτά – έμπαινε ήλιος και καθαρός αέρας και της άρεσε πολύ. Απ’ το μπαλκόνι φαίνονταν μαγαζιά με ανοιξιάτικα ρούχα, κάποιος θυρωρός που είχα συναντήσει λίγο πριν στην είσοδο της πολυκατοικίας ρωτώντας με πού πάω, η πλατεία Κολωνακίου, ένα υπόγειο parking, κόσμος που πηγαινοερχόταν βιαστικός για να κάνει τις δουλειές του, εκείνο το απόγευμα της Πέμπτης που με υποδέχτηκε -τι τιμή!- στο σπίτι της. Η συνέντευξή μας συνέβη σαν σκηνή μακρόσυρτου διαλόγου από κάποιο θεατρικό της έργο –κι ήταν ειλικρινής, γι αυτό και τις περισσότερες φορές κοφτή στις απαντήσεις της. «Δεν δίνω συνεντεύξεις, αλλά τέλοσπαντων», είπε. «Μ’ άρεσε πάντως έτσι όπως τα είπατε», της είπα στο τέλος. «Γιατί δεν είστε μέσος όρος σαν τους ανθρώπους που περπατάνε τώρα στην οδό Καψάλη», συνέχισα. «Λέτε;» αναρωτήθηκε. Κι έπειτα το ξανασκέφτηκε. «Δεν ξέρω αν είναι καλό τελικά να μην είναι κάποιος μέσος όρος». 
-Σας αρέσουν τα σοκολατάκια;
-Πολύ! Δεν ξέρω κανέναν που να μην του αρέσουν. Άλλο αν τα αποφεύγουν…
-Γιατί φοράτε μαύρα γυαλιά;
-Συνήθως φοράω μαύρα γιατί πενθώ (χαμογελάει). Αστειεύομαι. Είναι πιο σεμνά, πιο κομψά. Από μικρή τα έβαλα και δεν τα έβγαλα. Από 18 χρονών.

ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ - ΑΡΒΕΛΕΡ: "ΠΕΡΑΣΕ ΠΟΛΥ ΝΕΡΟ ΚΑΤΩ ΑΠ' ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ ΜΟΥ..."


Η διεθνούς φήμη προσωπικότητα, το φωτεινό αυτό μυαλό με διεθνές κύρος, μιλάει για τη σημαντικότητα των στιγμών απέναντι στο συνεχές πάθος για ζωή.
Τα μάτια της είναι γαλάζια -φωτεινά!- ο ήχος της φωνής της δυνατός και ακέραιος, συχνά χαμογελάει, δεν αφαιρείται, κοιτάει συνεχώς προς το μέρος μου, οι προτάσεις της λέγονται σα να γράφονται την ίδια στιγμή – κανένα ρήμα δεν πετιέται, τα ουσιαστικά και τα επίθετα στη σωστή τους θέση, ο προφορικός λόγος μετατρέπεται σε γραπτό αυτόματα. «Δεν θα πούμε πολιτικά, ε;», μου λέει καθισμένη στο γραφείο της, στο Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο Δελφών της οδού Φρυνίχου στην Πλάκα, εκείνο το μεσημέρι της προηγούμενη Πέμπτης που συναντηθήκαμε. «Όλοι πάντως για πολιτικά σας ρωτάνε», της εξηγώ. «Και στην τηλεόραση που σας είδα τις προάλλες, πάλι για την επικαιρότητα μιλούσατε. Αλλά, ναι, να το πάμε αλλιώς εμείς». Της δίνω ένα κουτί με φρέσκα κυπριακά δάχτυλα κυριών, βουτηγμένα στο μέλι και στα αμύγδαλα, «για το απογευματινό σας τσάι». Χαίρεται. «Τα ξέρω αυτά, είναι τόσο νόστιμα! Έχετε καταπληκτική κουζίνα στην Κύπρο», μου αναφέρει. «Πιστεύετε πως η Κύπρος είναι Ελλάδα;», τη ρωτώ καθισμένος πλάι απ’ τη δική της καρέκλα. «Ο Τσαρούχης είπε πως “η Ελλάδα είναι εκτός συνόρων”. Είπε και κάτι άλλο για την Κύπρο: “Είχαμε μια αποικία και θέλαμε να τη χάσουμε”», μου απαντά.
Όχι άδικα, η Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ θεωρείται μία από τις πιο λαμπρές πνευματικές και πανεπιστημιακές προσωπικότητες παγκοσμίως – «ιδιοφυία» και «σοφή» την ονομάζουν, αν και εκείνη αρνείται τέτοιους χαρακτηρισμούς. Έλαβε μέρος σε πολλά παγκόσμια συνέδρια ιστορίας, προσκλήθηκε για διαλέξεις στα μεγαλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου, ενώ έχει τιμηθεί με πολλές διακρίσεις. Το 1967 είχε γίνει η πρώτη γυναίκα πρόεδρος του τμήματος Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης και το 1976 εκλέχθηκε Πρύτανης (η πρώτη γυναίκα που τιμήθηκε με μια τέτοια θέση στα 700 χρόνια παράδοσης του Πανεπιστημίου). Έχει διατελέσει, μεταξύ άλλων, Πρύτανης του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου, Πρόεδρος του Πανεπιστημίου του Παρισίων και του Κέντρου Τέχνης και Πολιτισμού Ζωρζ Πομπιντού-Μπομπούρ, σήμερα είναι αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και επίτιμη πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου των Δελφών, ενώ η πλούσια εργογραφία της (με τελευταίο της βιβλίο το «Γιατί το Βυζάντιο» που κυκλοφορεί στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, και μεταφρασμένο σε πολλές γλώσσες) είναι ιδιαίτερα σημαντική παραμένοντας σημείο αναφοράς των μελετητών.
-Διδάσκονται όλα στη ζωή, κυρία Αρβελέρ;
-Τα πάντα. Όταν οι σοφιστές κάνανε για πρώτη φορά την ερώτηση «διδάσκεται η αρετή;», ουσιαστικά έκαναν την πρώτη πραγματική ερώτηση ουσίας. Γιατί όταν απάντησαν πως «η αρετή διδάσκεται», δημιουργήθηκε η δημοκρατία. Αν, λοιπόν, η αρετή διδάσκεται, διδάσκονται τα πάντα.
-Τι είναι η αρετή;
-Αρετή σημαίνει να είσαι όρθιος και ορθός. Ορθός με την έννοια του να σκέφτεσαι σωστά. Και όρθιος θα πει να έχεις τα πόδια στη γη και τα μάτια στον ουρανό.
-Δεν είναι πολύ σχετικό, όμως, το να σκέφτεται κάποιος «σωστά»; Πώς προσδιορίζεται το «σωστό»;
-Ο Ρήγας είχε γράψει «όποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάτε σωστά». Η σωστή σκέψη είναι η ελεύθερη σκέψη.
-Εγκλωβίστηκε ποτέ η δική σας σκέψη;
-Πάντοτε. Να το πούμε απλά: όταν είσαι γεννημένος στην Αθήνα, ας πούμε το 1926 σε ό,τι αφορά εμένα, έχεις τον χώρο, το χρόνο και το περιβάλλον, τα οποία είναι τα ορισμένα ως δικά σου. Επομένως, ο κάθε ένας μας είναι εγκλωβισμένος στο χώρο και στο χρόνο.

15.10.16

ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΒΗΓΚΟΣ: ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣ ΜΕ ΑΙΤΙΑ



Κρατώντας με το αριστερό του χέρι το κινητό του τηλέφωνο, θέλει να μου δείξει ένα κολλάζ που έχει φτιάξει. Μπαίνει στα άλμπουμς των φωτογραφιών του, ανεβοκατεβάζει με τα δάχτυλά του τις εικόνες, τα μαλλιά του πέφτουν μπροστά από τα μάτια του, κάπου σταματάει απότομα, χαμογελάει για λίγο -προφανώς για την επαναφορά στη μνήμη κάποιας χαριτωμένης ανάμνησής του- συνεχίζει το γρήγορο ψάξιμο, ενώ καταλαβαίνει πως ταυτόχρονα και το δικό μου μάτι σκανάρει κάποια από τα «μυστικά» του προσπαθώντας, ανεπιτυχώς, να φαίνεται διακριτικό. Γυρνάει απότομα το κεφάλι του κοιτώντας με περίεργα, αλλά όχι με θυμό και στραβώνει λιγάκι την οθόνη του κινητού του προς τα δεξιά για να μη μπορεί το βλέμμα μου να «κλέψει» τα δικά του δεδομένα. «Κοίτα αυτό!», μου λέει ξαφνικά, δείχνοντάς μου τη φιγούρα κάποιας μεγάλης ηλικιακά γυναίκας με λευκά κοντά μαλλιά που αντί για το δικό της στόμα είχε κολλημένο κάτω από τη μύτη της ένα άλλο, μιας νεαρής κοπέλας, με έντονο κόκκινο κραγιόν και ένα κιτρινόμαυρο φίδι ανάμεσα στα χείλη. «Περίεργο, ε;», του λέω έκπληκτος. «Το φίδι συμβολίζει διάφορα. Δεν είναι κάτι κακό για μένα. Το θέμα είναι το στόμα που δαγκώνει ένα φίδι». «Λίγο τρομακτικό, δεν είναι;». «Ναι, είναι. Γιατί μπορεί να φαινόμαστε ωραίοι, αλλά ποιος ξέρει τι κρύβεται πίσω από την εικόνα!». 
Σ’ αυτή την πρόταση ίσως να βρίσκεται και η όλη φιλοσοφία σκέψης του Σταύρου γύρω από τη δουλειά που κάνει, τη δημοσιότητα, το star system, τους celebrities, τις συνεντεύξεις και την προβολή – λέξεις που δεν του ανέφερα ποτέ αλλά υπονοούνταν καθ όλη τη διάρκεια της συνάντησής μας στην οδό Πραξιτέλους, στο κέντρο της Αθήνας. «Το γεγονός ότι κάποια στιγμή μπορεί να έχεις αναγνωρισιμότητα ή λεφτά δεν σημαίνει ότι είσαι ταυτόχρονα χαρούμενος ή υγιής άνθρωπος», μου εξηγεί. «Κάποτε, όταν ήμουν παιδί, πίστευα ότι οι πλούσιοι είναι ευτυχισμένοι και μια χαρά. Αλλά δεν είναι! Από αυτούς που έχω γνωρίσει, κατάλαβα ότι έχουν πολύ περισσότερα προβλήματα από μένα που είμαι φτωχός. Που τα βγάζω πέρα, σε πολλές περιόδους και ανάλογα με το τι κάνω, τσίμα τσίμα οικονομικά».
Η ευτυχία είναι για το Σταύρο μία περίεργη έννοια. Και δεν περιορίζεται στις «απλές στιγμές» των πολλών. Λίγο απροσδιόριστη και σχεδόν άπιαστη. Μάλλον, όπως ίσως θα εξηγούσε κάποιος, επειδή δεν αφήνει εύκολα το μυαλό του να ησυχάσει, να επικεντρωθεί περισσότερο στον εαυτό του και όχι στα κοινωνικά ή πολιτικά προβλήματα για τα οποία έχει σαφή και ισχυρή θέση, την οποία μπορεί να αναλύει για ώρες, ανάβοντας και σβήνοντας απανωτά τσιγάρα με υψηλό βαθμό νικοτίνης. Γιατί ο Σταύρος δεν μπορεί να μη νιώθει ο ίδιος προσωπική ευθύνη για όλα όσα συμβαίνουν στον κόσμο. Έτσι είναι φτιαγμένος.

ΣΑΚΗΣ ΡΟΥΒΑΣ: "ΔΕ ΣΤΑΜΑΤΩ ΝΑ ΟΝΕΙΡΕΥΟΜΑΙ"


-Εδώ και πολλά χρόνια βλέπουμε να εισπράττεις πολλή αγάπη στην Κύπρο. Όλοι, άλλωστε, ανυπομονούν για τη μεγάλη συναυλία της Τετάρτης 7/9 στο ΓΣΠ, στη Λευκωσία, όπου θα εμφανιστείς ως guest star. Τι είναι αυτό που σε συνδέει τόσο πολύ με το νησί μας;
-Η Κύπρος είναι στην καρδιά μου! Από τα πρώτα μου βήματα, μας συνδέει μία σχέση ανακύκλωσης αγάπης που, χρόνο με το χρόνο, εξελίσσεται και γίνεται όλο και πιο ισχυρή. Κάθε φορά που βρίσκομαι στην Κύπρο εισπράττω αυτή τη δύναμη της αγάπης και είμαι πραγματικά ευγνώμων. 
-Όμως, η αγάπη σου και η σχέση σου με την Κύπρο δεν περιορίζεται στο καλλιτεχνικό πεδίο. Βλέπουμε ότι την αποδεικνύεις έμπρακτα και ουσιαστικά στηρίζοντας συνανθρώπους μας ως Πρεσβευτής του προγράμματος «Συμμετοχή». Μάλιστα, αφιέρωσες την εμφάνισή σου στο ΓΣΠ στη «Συμμετοχή»… 
-Η «Συμμετοχή» είναι ένα παγκύπριο πρόγραμμα κοινωνικής αλληλεγγύης, το οποίο έχουμε ξεκινήσει με τη Χαραλαμπίδης-Κρίστης εδώ και τρία χρόνια και προσφέρουμε έμπρακτα σε κοινωνικές ομάδες που χρειάζονται βοήθεια, αλλά κυρίως στα νέα παιδιά που είναι και το μέλλον όλων μας. Όλο αυτό το διάστημα συμβάλλουμε στη βελτίωση των συνθηκών της ζωής των παιδιών σε ανάγκη, αναβαθμίζοντας την ποιότητα ζωής και ψυχαγωγίας τους, χαρίζοντας δεκάδες χιλιάδες παιδικά χαμόγελα σε όλη την Κύπρο.
-Τι θα δούμε και τι θα ακούσουμε από εσένα, λοιπόν, σε αυτή τη μεγάλη συναυλία;
-Ανυπομονώ να βρεθώ, μετά από αρκετά χρόνια, στη σκηνή του ΓΣΠ την ερχόμενη Τετάρτη. Ανυπομονώ όλοι μαζί να στείλουμε ένα μήνυμα συμμετοχής, αλλά και αισιοδοξίας. Να τραγουδήσουμε, να χορέψουμε και να απογειωθούμε όλοι μαζί στον ρυθμό, στην ένταση και στο πάθος της μουσικής!
-Αλήθεια, τι είδους συναισθήματα σού δημιουργεί σήμερα η εικόνα της ημικατεχόμενης πόλης, της Λευκωσίας, εδώ όπου θα πραγματοποιηθεί και η μεγάλη αυτή συναυλία;
-Είναι μια εικόνα που, όσα χρόνια κι αν περάσουν, δεν μπορεί να μη σε θλίβει. Πρέπει, όμως, να μη σταματάμε να ονειρευόμαστε, να διεκδικούμε τα όνειρά μας, να σκεφτόμαστε θετικά και η μουσική είναι ένα όχημα που μπορεί να λειτουργήσει πέρα από εθνικότητες, συγκρούσεις και μπορεί και ενώνει τους ανθρώπους.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΤΙΚΟΥΔΗ: "ΕΙΜΑΙ ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΚΗ"



Τη στιγμή που μιλάμε βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη για εμφανίσεις. «Όλο αυτό που μου συμβαίνει με τον κόσμο, είναι πολύ όμορφο!», ξεκινά να μου λέει, ενώ μου αναφέρει πως το νέο της video clip «Πιράνχας», πάει πολύ καλά στο you tube, κάτι που την κάνει ιδιαίτερα χαρούμενη. «Αυτό δεν γίνεται από τη μία στιγμή στην άλλη, χτίζεται λιθαράκι λιθαράκι κι εγώ όλο αυτό που βιώνω τώρα το προσπαθώ εδώ και μια δεκαετία σχεδόν. Είμαι ευγνώμων!».
-Ποια είναι η απάντηση στο «ποια Στικούδη»;
-Η Κατερίνα και η Στικούδη πάνε μαζί. Απλά, μερικές φορές, όπως όλοι οι άνθρωποι, έχουμε τις καλές και τις κακές μας μέρες, τις καλές και τις δύσκολές μας πλευρές, δύο διαφορετικούς εαυτούς, γι’ αυτό και μέσα από τα τραγούδια μου εκφράζομαι αναλόγως. Άλλες φορές είμαι πιο ρομαντική, άλλες πιο επιθετική.
-Τι σου βγάζει τον καλό και τί τον κακό σου εαυτό;
-Τον καλό μου εαυτό μού τον βγάζουν οι φίλοι μου, οι κολλητοί μου, όταν μαζευόμαστε παρέα και περνάμε ωραία. Τον κακό μου εαυτό μού τον βγάζουν το ψέμα και η ειρωνεία.
-Μετανιώνεις για παρορμητικές σου αντιδράσεις, ιδιαίτερα μέσα από τα social media;
-Δεν έχει νόημα να μετανιώσω ή όχι για κάτι. Αυτό είμαι! Είναι και αυτό μέρος του εαυτού μου –αν και προσπαθώ να αυτοσυγκρατούμαι. Θέλω να είμαι ευγενική. Ναι, κανά δυο φορές έχει τύχει να απαντήσω αναλόγως δημόσια αλλά αυτό έχει να κάνει και με το τι διαβάζω ή τι σχολιάζεται, το οποίο μπορεί να με αφορά προσωπικά. Γενικότερα, πάντως δεν ασχολούμαι.
-Είσαι γυναίκα-μαγκάκι;
-Μάλλον.

ΝΙΚΟΣ ΑΝΑΔΙΩΤΗΣ: ΜΠΑΜΠΑΣ ΓΙΑ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΔΟΥΛΕΙΕΣ



Ο ηθοποιός και παρουσιαστής περιμένει το δεύτερό του παιδί, αλλά δεν απαρνιέται τον σέξι του εαυτό.
Μου μιλάει απ’ την Κύπρο, όσο βρίσκεται στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λάρνακας κατευθυνόμενος προς το αεροδρόμιο, αφού τις τελευταίες βδομάδες βρίσκεται στο νησί για τα γυρίσματα της νέας σειράς του ΑΝΤ1 «5 κλειδιά», η οποία είναι βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Λένας Μαντά. «Η προσαρμογή μου δεν είναι δύσκολη, αλλά το μόνο που δεν υποφέρεται εδώ είναι η ζέστη!», ξεκινά να μου λέει.
-Λίγο δύσκολο δεν είναι τώρα που η Βασιλική, η σύζυγός σου, περιμένει το δεύτερό σας παιδί, εσύ να λείπεις αρκετές μέρες από την Αθήνα;
-Την απόφαση δεν την πήρα μόνος μου, το συζητήσαμε και σκεφτήκαμε από κοινού πως αυτό θα ήταν το καλύτερο, γιατί οι καιροί είναι δύσκολοι και μία τέτοιου είδους πρόταση από ένα μεγάλο κανάλι δεν την απορρίπτεις εύκολα. Άλλωστε, το περιβάλλον στην Κύπρο είναι οικείο και η απόσταση που μας χωρίζει είναι μόλις μιάμιση ώρα με το αεροπλάνο.
-Συνεχίζει να σε γοητεύει η υποκριτική;
-Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Περνάω πολύ καλά στα γυρίσματα, στο να μπω στη διαδικασία να υποδυθώ κάποιο χαρακτήρα και να καταλάβω πώς σκέφτεται ο εκάστοτε ήρωας. Είναι πολύ ενδιαφέρον να προσεγγίζεις κάτι που συνήθως είναι πολύ διαφορετικό από σένα. Με συναρπάζει.
-Πώς αντιδράς όταν βλέπεις τον εαυτό σου στην τηλεόραση; Κάνεις αυτοκριτική;
-Κάνω. Αν και δεν με παρακολουθώ πάρα πολύ.
-Αισθάνεσαι αμηχανία;
-Συνήθως οι δουλειές μου προβάλλονται σε ώρες που εγώ δεν βρίσκομαι στο σπίτι. Αλλά, αν τύχει και δω κάτι στο οποίο συμμετέχω, είμαι πολύ αυστηρός με τον εαυτό μου. Νομίζω πως μόνο έτσι βελτιώνομαι.
-Αν βαθμολογούσες τον εαυτό σου στην υποκριτική, τι βαθμό θα του έβαζες;
-Μόνο και μόνο λόγω εμπειρίας δεν θα μου έβαζα παραπάνω απ’ το μέτριο. Αλλά, σε σχέση με το παρελθόν, θεωρώ πως έχω βελτιωθεί πάρα πολύ, έχω μεγαλύτερη άνεση πια.
-Ένιωσες ποτέ αμφισβήτηση από άλλους ηθοποιούς που μπορεί να σκεφτούν πως παίρνεις τις δουλειές λόγω της εξωτερικής σου εμφάνισης και όχι λόγω του ταλέντου σου;
-Ποτέ δεν το εισέπραξα αυτό. Απορώ γιατί με ρωτάτε αυτό! Θαυμάζω πάρα πολλούς ηθοποιούς -και άντρες και γυναίκες-, και το όνειρό μου είναι να καταφέρω κάποια στιγμή να συνεργαστώ με κάποιους από αυτούς. Μακάρι να γίνονταν περισσότερες παραγωγές!
-Η Βασιλική τι σου λέει όταν σε βλέπει στο θέατρο; Είναι αντικειμενική μαζί σου;
-Ναι, είναι. Εμπιστεύομαι τη γνώμη της περισσότερο απ’ όλους. Πάντα βέβαια μέσα από το δικό της υποκειμενικό πρίσμα. Γιατί ξέρω πως, ακόμη και να μην της αρέσει κάτι, θα βρει έναν ωραίο τρόπο να μου το πει, με αγάπη, για να το βελτιώσω.

ΖΩΗΣ ΜΠΑΛΛΑΣ: ΤΟ "ΩΡΑΙΟΤΕΡΟ ΚΟΡΜΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ" ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΟ



Ο 28χρονος αθλητής εκπροσώπησε την Ελλάδα στον Παγκόσμιο Διαγωνισμό fitness, στην Ιταλία, και κατάφερε να κερδίσει την πρώτη θέση.
Την Κυριακή 3 Ιουλίου ο Ζώης Μπάλλας αισθάνθηκε πως δικαιωνόταν για την απόλυτη πειθαρχία που είχε τους προηγούμενους μήνες, για όλα όσα είχε στερηθεί, προκειμένου να πετύχει το στόχο του και να αποκτήσει ένα καλογυμνασμένο κορμί ώστε να εκπροσωπήσει την Ελλάδα στους Παγκόσμιους Αγώνες Fitness (I.B.F.A – Mr. Universe) που έγιναν κοντά στη Νάπολι της Ιταλίας, το πρώτο σαββατοκύριακο του Ιουλίου. «Σε αυτό το Διαγωνισμό πρέπει οι αθλητές να συνδυάζουν την εξωτερική εμφάνιση -γι’ αυτό και είχαμε εμφανίσεις και με ρούχα- αλλά και το πολύ καλά γραμμωμένο σώμα», μου εξηγεί. «Φέτος συμμετείχαν αρκετοί αθλητές, από πολλές χώρες και φαινόταν από την αρχή πως η Ελλάδα θα ήταν ανάμεσα στα φαβορί. Το επίπεδο ήταν πολύ υψηλό, περίμενα πως θα πήγαινα καλά, αλλά η πρώτη θέση ήταν τελικά ένα πολύ μεγάλο δώρο για μένα και την μετέπειτα πορεία μου. Το παράδοξο είναι πως τον προηγούμενο μήνα, στους αντίστοιχους πανελλήνιους αγώνες, είχα κερδίσει την τέταρτη θέση, αν και πίστευα πως άξιζα την πρωτιά. Τότε ήμουν οριακά στο να τα παρατήσω, είχα εκνευριστεί πάρα πολύ, αλλά, ευτυχώς, κάτι με κράτησε για να δώσω άλλη μία ευκαιρία στον εαυτό μου. Τελικά, οι διεθνείς κριτές, αξιοκρατικά, με δικαίωσαν και ουσιαστικά επιβράβευσαν το πείσμα μου και τις σκληρές προσπάθειες που έκανα το προηγούμενο διάστημα, προκείμενου να καταφέρω να εκπροσωπήσω επάξια τη χώρα μου σε τόσο υψηλού επιπέδου αγώνες. Σκέψου πως ήμουνα ο μόνος από τους συναθλητές μου που δεν είχα δικό μου προπονητή στην Ιταλία ή κάποια ομάδα ειδικών να με συνοδεύει, ενώ ακόμη και τη διατροφή μου την οργάνωνα μόνος μου».
Το πάθος του Ζώη Μπάλλα με τον αθλητισμό ξεκίνησε, όσο ήταν ακόμη μικρό παιδί, στις Σπέτσες όπου μεγάλωσε μέχρι την εφηβεία του, παίζοντας τότε στις αλάνες του νησιού, κοντά στη θάλασσα και στα γήπεδα, ποδόσφαιρο και καλαθοσφαίριση με τους φίλους του. Ωστόσο, από τα 14 του χρόνια άρχισε ουσιαστικά η επαγγελματική του ενασχόληση με το μπάσκετ, αρχικά από τον Α.Ο Κρανιδίου, στη συνέχεια στον Πανιώνιο, στον Ίκαρο Νέας Σμύρνης, στον Μύλωνα, στην ΑΕΚ, στο Δούκα, στον Κρόνο Αγίου Δημητρίου, περνώντας στο μεταξύ  από την Εθνική παίδων, την Εθνική Εφήβων και φυσικά την Α1. «Τότε δεν ασχολιόμουν με το fitness, ήθελα μόνο να είμαι καλός αθλητής. Η εμπειρία μου, ωστόσο, από το μπάσκετ, μέχρι τα 24 μου που σταμάτησα απ’ αυτό λόγω ενός πολύ σοβαρού τραυματισμού μου, ήταν γλυκόπικρη. Ήμουν πάντα βασικός παίκτης, δούλευα πολύ σκληρά, ήθελα πάντοτε να ξεχωρίζω έχοντας μία τάση στην υπερβολή, στο over training. Ωστόσο, λόγω δυσκολιών στις πληρωμές από τις ομάδες, έπρεπε κάθε Καλοκαίρι να δουλεύω παράλληλα στην υποδοχή μεγάλων clubs, όπως το Villa, το Balux ή το Guzel, για να καταφέρνω να επιβιώνω, αφού οι περισσότερες ομάδες, λόγω της κρίσης, αδυνατούσαν να είναι συνεπείς στις οικονομικές τους υποχρεώσεις απέναντι στους παίκτες τους. Κάποια στιγμή, είχα φτάσει να έχω χρωστούμενα από τρεις ομάδες ταυτόχρονα, είχα απελπιστεί! Η ενασχόλησή μου με αυτό που είχα σπουδάσει, ήταν πλέον μονόδρομος για μένα».

ΝΙΚΟΣ ΦΑΚΑΡΟΣ: Ο "ΒΑΣΙΛΙΑΣ" ΤΟΥ ΙΚΑΡΙΩΤΙΚΟΥ



Ο πιο διάσημος οργανοπαίκτης πανηγυριών στην Ικαρία εξηγεί πώς η παραδοσιακή μουσική, το βιολί και η τσαμπούνα, έγιναν τα νέα trends του Αυγούστου.
Είναι περίεργο πώς, με μία διονυσιακή έκσταση που ξεπερνά όσα προβλήματα και δυσκολίες μπορεί να αντιμετωπίζει ο κάθε ένας που έχει την τύχη να βρεθεί στο νησί που είναι περισσότερο από κάθε άλλο ταυτισμένο με τα πανηγύρια, την Ικαρία, ακούγοντας τις πρώτες νότες από το βιολί ή την τσαμπούνα να ξεκινούν τον περίφημο Ικαριώτικο χορό, όλα να ξεπερνιούνται, να αδειάζουν τα τραπέζια και να γεμίζουν οι χωματένιες αυτοσχέδιες πίστες από φανατικούς πανηγυριστές. Είναι κάτι ανεξήγητο, κυτταρικά ελληνικό που δεν μπορεί να εξηγηθεί εύκολα με λέξεις, αλλά μόνο βιώνοντάς το στα δεκάδες πανηγύρια της Ικαρίας, με κορυφαίο εκείνο της Λαγκάδας, στις 15 Αυγούστου, που συγκεντρώνει περισσότερους από 5 χιλιάδες κόσμου, από όλα τα μέρη της Ελλάδας, αλλά και τουρίστες, κάθε χρόνο. «Οι περισσότεροι από αυτούς έρχονται στην Ικαρία ειδικά γι’ αυτό το πανηγύρι», μου εξηγεί ο Νίκος. «Τελευταία οργανώνονται ακόμη και πτήσεις από ξένες χώρες που διαφημίζουν το κέφι που γίνεται σ’ αυτό. Θεωρείται θρυλικό πια! Και, μην φανταστείς, η πρόσβαση στο χώρο του πανηγυριού, ένα μαγικό μέρος ανάμεσα σε πλατάνια, είναι αρκετά δύσκολη, αφού δεν υπάρχει σύγχρονο οδικό δίκτυο που να οδηγεί σ’ αυτό. Παρόλα αυτά, είτε με ωτοστόπ -που θεωρείται παράδοση στο νησί- είτε με πολύ κόσμο στοιβαγμένο σε κάθε ένα αμάξι, η Λαγκάδα δημιουργεί εκείνη τη μέρα μία μικρή, ιδιαίτερη κοινότητα γλεντιού, που συνδυασμένη με άφθονο κρασί, συκωτάκι και τον ενάμιση περίπου τόνο κατσίκι από αγριοκάτσικο -το λεγόμενο ρασκό, όπως το λέμε στην Ικαρία- που προσφέρεται από τους ντόπιους, θεωρείται ό,τι καλύτερο έχει να προσφέρει η Ελλάδα σε σχέση με τα παραδοσιακά μας πανηγύρια».

ΗΡΑΚΛΗΣ ΚΟΖΑΣ: Ο ΕΛΛΗΝΑΣ ΤΟΥ MR. WORLD



Ο 26χρονος Ηρακλής Κόζας ήταν το μοντέλο που εκπροσώπησε την Ελλάδα στη φετινή διεθνή διοργάνωση του Mr. World, έπειτα από τέσσερα χρόνια απουσίας της Ελλάδας από το διαγωνισμό.
Η Τρίτη 19η Ιουλίου ήταν μία σημαντική μέρα για την καριέρα του Ηρακλή Κόζα στο modeling αφού, έχοντας τον τίτλο του ωραιότερου Έλληνα για το 2016, εκπροσώπησε την Ελλάδα στον Παγκόσμιο Διαγωνισμό Ομορφιάς Mr. World που φέτος έγινε στο Southport της Μεγάλης Βρετανίας. Εκείνος βρισκόταν στη βρετανική πόλη, κοντά στο Μάντσεστερ, από τις 8 Ιουλίου, αφού θα έπρεπε και τα 48 μοντέλα από πολλές χώρες του κόσμου να περάσουν απ’ τις δοκιμασίες που προβλέπονταν από τους κανονισμούς, ώστε να επιλεχθούν οι 5 πρώτοι -οι λεγόμενοι fast track winners- από τους συνολικά 10 που θα συναγωνίζονταν για τον τίτλο του πιο ωραίου άνδρα στον κόσμο. Μέχρι τότε είχε αφοσιωθεί στο στόχο του που ήταν μόνο η πρωτιά: καθημερινή γυμναστική, καθόλου ξενύχτια, εξειδικευμένη διατροφή. «Το κύρος του διαγωνισμού είναι πολύ μεγάλο και η ευθύνη που είχα άλλη τόση απέναντι στην Ελλάδα, η οποία είχε απουσιάσει τέσσερα χρόνια από το διαγωνισμό. Σκεφτείτε ότι δεν μας φώναζαν ποτέ με το όνομά μας, αλλά με εκείνο της χώρας μας. Στα Mr. World δεν ήμουν ο Ηρακλής, αλλά ο “Greece”, οπότε όφειλα να κάνω το καλύτερο για την πατρίδα μου, ώστε να αναδείξω το ελληνικό κάλλος», μου εξηγεί. 
Ο διαγωνισμός έγινε στο Southport Theater and Convention Center και θυμάται πως εκείνη τη μέρα βρισκόταν στο χώρο του Venue από τις 9 το πρωί για τις πρόβες, τα χορευτικά και την προετοιμασία των catwalk με την τοποθέτηση των καμερών και τις απαραίτητες σκηνοθετικές οδηγίες, σε μία μεγάλη παραγωγή 200 ατόμων που θα αναμεταδιδόταν σε περίπου 100 χώρες τηλεοπτικά. Μέχρι τότε, το πρόγραμμα του ήταν εξαντλητικό. «Ξυπνούσαμε κάθε μέρα στις 6:30 το πρωί, ακολουθούσαμε ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα διατροφής και γυμναστικής ενώ συμμετείχαμε και στις καθοριστικές για την πορεία μας στο διαγωνισμό δοκιμασίες, οι οποίες περιλάμβαναν τρέξιμο σε αμμόλοφους, κολύμπι -σε συγκεκριμένους χρόνους- μέσα σε πισίνες ολυμπιακών διαστάσεων, γκολφ, αγώνες στη γέφυρα του Southport, προπόνηση από αξιωματικό των Ειδικών Δυνάμεων με ιδιαίτερα σκληρές γυμναστικές ασκήσεις. Υπήρχαν κάποιοι που δεν μπορούσαν να ακολουθήσουν ένα τόσο πειθαρχημένο πρόγραμμα και τα παρατούσαν. Το γεγονός, όμως, ότι ο πατέρας μου είναι στρατιωτικός ίσως να βοήθησε στο να μην εγκαταλείψω κάποια από όσα δύσκολα μας υπέβαλλαν και να είμαι ανθεκτικός. Σε αυτό ίσως να συνέβαλε και το γεγονός ότι υπήρξα ποδοσφαιρικής αλλά και αθλητής στίβου, προτού ασχοληθώ με το modeling, κι έτσι όλο αυτό ήταν για μένα απλά κομμάτι ενός απαιτητικού αγωνιστικού προγράμματος», λέει.

17.4.16

ΠΩΣ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΠΑΡΑΤΑΣ ΤΟ ΜΩΡΟ ΣΟΥ;


Μερικά παιδιά θα μεγαλώσουν απότομα, πολύ νωρίτερα απ' το δικό σου. Δεν θα χρειαστεί να ωριμάσουν ποτέ στη ζωή τους, αφού περνάνε στην ενηλικίωση ήδη από τις πρώτες μέρες της γέννησής τους.

Μόλις είχαμε τελειώσει απ’ την απευθείας σύνδεση του τηλεοπτικού studio με την «τράπεζα μητρικού γάλακτος του “Νοσοκομείου Έλενα”», στο κέντρο της Αθήνας. Μπήκε μέσα συγκινημένη. «Το κορίτσι μου έβαλε τα καλά του!», είπε. Η μικρή ήταν λίγων μόνο μηνών. Φορούσε ροζ μακρύ φορεματάκι, κόκκινη κορδελίτσα στη μεσούλα, παπούτσια γαλάζια και κάλτσες λευκές με πολύχρωμα αρκουδάκια επάνω. Τα μαλλιά της -ήδη ανεπτυγμένα- ήταν ξανθά, μία τούφα ήταν πιασμένη με λαστιχάκι για να μην πέφτουν μπροστά στα μπλε της μάτια – τα λαμπερά!

Η προϊσταμένη την κρατούσε πολύ σφικτά, δεμένη σχεδόν ανάμεσα στα ανοιχτά της χέρια, με μία αόρατη κλωστή που πιανόταν κόμπος μην της φύγει το προδιαγεγραμμένο. «Σήμερα το κοριτσάκι μας θα πάει στο ίδρυμα. Βάλαμε τα πιο ωραία μας για να βρεθεί εκεί όμορφη. Στολιστήκαμε. Το αυτοκίνητο μας περιμένει από κάτω». Δεν καταλάβαινα τι γινόταν. Γύρισα το κεφάλι μου στη Γιώτα που λίγο πριν μου εξηγούσε το καλό που κάνει στα νεογέννητα το μητρικό γάλα, στην ανάπτυξη και στο μεγάλωμά τους. «Ακριβώς δίπλα είναι η μονάδα με τα εγκαταλελειμμένα βρέφη», μου είπε.

Γύρισα ξανά το κεφάλι μου στη μαία που κρατούσε στην αγκαλιά της τη μικρή νεράιδα. «Μπορώ; Για λίγο;». «Έχετε μαζί σας τη δημοσιογραφική ταυτότητα;». «Τα πάντα». «Ανεβαίνω σε λίγο. Θα πάμε μέσα μαζί».

Η πόρτα ήταν κλειδωμένη. Χτυπήσαμε δύο φορές. Μας άνοιξε μία νοσοκόμα. Φόρεσα τη λευκή ρόμπα που κρεμιόταν στον προθάλαμο και προχώρησα στον μικρό στενό διάδρομο. Κανένα μωρουδιακό κλάμα. Λες και αυτά τα παιδιά είχαν προαποφασίσει, από το πρώτο τους απότομο και ανεπιθύμητο «ουά», να αποκτούν αυτάρκεια, επιβεβλημένη ελευθερία και ανεξαρτησία. Να γίνονται ενήλικες από ανάγκη.

«Αχ, και να ‘μουνα η μέρα που γεννήθηκες / να σου ‘δινα την πρώτη σου αγκαλιά…».

Το μωρό στο πρώτο κρεβατάκι φορούσε μπεζ κορμάκι και καλτσάκια πορτοκαλί, είχε μάγουλα ροδοκόκκινα, μέτωπο πλατύ και μάτια ιριδίζοντα. Μόλις το κοίταξα χαμογέλασε κοιτώντας με με απορία. Άπλωσα τα χέρια μου, άπλωσε τα δικά του αμέσως. «Μπορώ;». «Μπορείτε. Έχουν μάθει αυτά τα παιδιά στις αγκαλιές. Και τις ζητάνε συνεχώς».

Το κοριτσάκι είχε γεννηθεί τέλη Νοεμβρίου. Αυτό έγραφε στο καρτελάκι. Έβαλε το κεφαλάκι του στο στήθος μου και του το χάιδεψα – μόλις είχε ξεκινήσει να γεννάει τρίχες στα μαλλιά. Οι γονείς του ήταν τσιγγάνοι, η μαμά του -ανήλικη- το είχε γεννήσει μέσα σε ένα αυτοκίνητο, δεν μπορούσε να το κρατήσει λόγω οικονομικών δυσκολιών, το πήγαν κάποιοι γείτονες στο μαιευτήριο, πότε πότε το επισκέπτεται αλλά με απόφαση εισαγγελέα δεν μπορεί να το έχει κοντά της. Ζωές τσακισμένες.

Γιατί το να είσαι γονιός προϋποθέτει στοιχειώδη ικανότητα – πέρα από ταλέντο.

Παθογενείς εξαρτήσεις, ναρκωτικές ουσίες, σοβαρά οικογενειακά και ψυχιατρικά προβλήματα περιπλέκονται γύρω από μία μοίρα που δεν γνωρίζουν αυτά τα μωρά – δεν ξέρουν πως έχουν γεννηθεί με μία πετριά σκληρότητας ενός κόσμου που δεν γνώρισαν ακόμη αλλά τα περιβάλλει, καθώς αναζητάνε ξένα χέρια μήπως αντικαταστήσουν τα πρώτα που τα κράτησαν, συνδεδεμένα με έναν ελαφρύ ομφάλιο λώρο που αποκόπηκε απότομα αποβάλλοντάς τα. Άτυχα από κούνια; Ή, μακροπρόθεσμα, τυχερά;

Γνωρίστηκα με όλα: το κοριτσάκι που το γέννησε ένα άλλο κορίτσι 14 ετών, το αγόρι με τα θαλασσί μάτια που οι γονείς του το είχαν εγκαταλείψει «για λίγο» γιατί δεν μπορούσαν να το μεγαλώσουν μαζί με τα υπόλοιπα 7 τους παιδιά, το βρέφος των τριών μηνών που έπρεπε να φύγει απ’ το σπίτι μετά από καταγγελία των γειτόνων και απόφαση εισαγγελέα αφού ο σύζυγος κακοποιούσε τη μητέρα σχεδόν κάθε βράδυ, το μωρό που είχε κινητικά προβλήματα αλλά το βλέμμα του έτρεχε με ταχύτητες που κανείς δεν μπορούσε να διαβλέψει πού θα κατέληγε – ολομόναχο στον κόσμο, άντρας ήδη δυνατός από 6 μηνών.

Κοίταξα τη μαία. Ύστερα τα μωρά μέσα στα κρεβατάκια τους. Ξανά τη μαία: «εσείς είστε η μητέρα τους!».

Πήγα ξανά στο κρεβατάκι της μικρής. Εκείνης που με προϋπάντησε στο «σπίτι» που αντικατέστησε το μητρικό, με ζωγραφιές στους τοίχους, πλαστικά παιχνίδια και μικρές μπαλίτσες από αφρολέξ. Της έδειξα ξανά τα χέρια μου, πάνω απ’ το κεφάλι της, κουνώντας τα πέρα δώθε. Χαμογέλασε διάπλατα. Προσπάθησε να σηκώσει τα δικά της, πλησιάζοντας τα δικά μου. Μόλις 5 μηνών – μα, τόση δύναμη! Ήθελε πάλι αγκαλιά. Την ξανασήκωσα. Της έβαλα ξανά το κεφαλάκι της στο στήθος μου. «Κοριτσάκι μου! Κοριτσάκι μου! Ποιος μπόρεσε να σε παρατήσει εσένα;».

Δημοσίευση στο ένθετο "ΦιλGood" της εφημερίδας "Ο Φιλελεύθερος" της Κύπρου, την Κυριακή 17 Απριλίου. Φωτογραφία: Γιάννης Χατζηγεωργίου.

10.4.16

LADY!


«Όσο το Πάσχα προχωρά / σε συλλογίζομαι / είσαι με άλλη στο χωριό / κι εγώ βουρλίζομαι».

Δεν υπάρχει ζωή χωρίς καμένα σπίτια. Χωρίς το καλό και το ζόρι που ανεβοκατεβαίνουν αυτόματα στη ζυγαριά όταν τα στερνά τιμούν τα πρώτα κι όταν η γνώση αντικαθιστά τη φόρα των νιάτων. Χωρίς λίγο σάπιο αέρα στα ρουθούνια σου ανυπομονώντας για τον καθαρό ύστερα από τα απανωτά λάθη, τις βλακείες, την άγνοια κινδύνου, τους κακούς συμβούλους ή την κακομαθησιά σου. Αν μη τι άλλο, η Άντζελα Δημητρίου ποτέ δεν ζούσε έντρομη, κλεισμένη στο δωμάτιό της, ασθμαίνοντας πάνω απ’ την καρδάρα για τις αποτυχίες της, αλλά προτιμούσε να αποτολμά το τρεχαλητό στην άκρη του γκρεμού, διατηρώντας ακέραιο το ατόφιο της λίπασμα σαν έμπειρη που είναι σχοινοβάτης.

Ανέκαθεν, άλλωστε, αγαπούσε την έκθεση. Κυρίως της προσωπικής της ζωής η οποία, καθώς περνούσαν τα χρόνια της λαϊκής -και κλασικής- της πια καριέρας, δεν άφηνε την μπίλια να καθίσει κάπου. Παλιά καραβάνα.

Κάποτε ήταν ο «άγνωστος» γιος της, οι καβγάδες της με τον Στηβ Κακέτση, ο έρωτας και ο (δεύτερος) γάμος της με τον Γιώργο Τρούπη, η απόπειρα αυτοκτονίας της κόρης της, Όλγας, που στην ανήσυχή της εφηβεία ήθελε να ακολουθήσει την καριέρα της διάσημης μαμάς της, η σωματική κακοποίησή της στην οποία αναφέρθηκε δημόσια, ακόμη και οι εκτρώσεις που έκανε από τις πάλαι ποτέ μεγάλες της αγάπες, κάτι που αποκάλυψε πριν από λίγες βδομάδες η ίδια και ο πρώην (πολύ πρώην) σύντροφός της, Λευτέρης Πανταζής, ανασύροντας ένα ακόμη κομματάκι από την φαρέτρα της γνώσης που λέει πως «το κοινό πρέπει συνεχώς να εκπλήσσεται από τους σταρς».

Γιατί η Άντζελα Δημητρίου είναι σταρ. Και ξέρει πώς να επανεφευρίσκει τον εαυτό της καλύτερα απ’ τον κάθε λαμπρό μάνατζερ καλλιτεχνών. Η διαφήμιση-viral των Jumbo εντάσσεται στο σωστό μερίδιο που ξέρει να λαμβάνει από τη διαχείριση του ονόματος 45 χρόνων καριέρας και 39 δίσκων. Αυτού, δηλαδή, που λέγεται «διαχρονικότητα».

Πάει πολύς καιρός από τότε που μία λουλουδού μού περιέγραφε στη «Νεράιδα» με τι ταχύτητες θα έπρεπε να πηγαινοφέρνει τα πανέρια από γαρύφαλλα στις παλάμες της λαίδης, ώστε κανείς θαμώνας και θαυμαστής της να μην δυσαρεστηθεί, καθώς ακούγονταν οι πρώτες νότες από το «Ουρανέ», το «Ποια θυσία», το «Φωτιά στα Σαββατόβραδα» – το αδιαμφισβήτητα πιο επιτυχημένο ζεϊμπέκικο των ‘80s, σύμφωνα με τον επίσημο «κατάλογο ελληνικής δισκογραφίας». Τα σκαμπανεβάσματα στην καριέρα της ήταν προδιαγεγραμμένο ήδη από την εφηβική της ηλικία συμβάν: σα να περνούσε πάντα σε διάφανη κλωστή το μέλλον της από την τρυπούλα της βελόνας των υφαντουργίων «πεταλούδα» στα οποία κάποτε εργαζόταν, ρισκάρωντας. Τότε που έκανε βόλτες στο περήφανο Περιστέρι και δεν υπήρχε λόγος να ξέρει ποια είναι η ετυμηγορία της λέξης «σκίρτημα» αφού το ζούσε, αφού το ταλέντο της βαθιάς χροιάς στη φωνή της δεν χρειαζόταν να αντικαταστήσει κάτι που δεν αφορούσε τον νταλκά ή την καψούρα των αγοριών και των κοριτσιών καθώς διονυσιάζονταν με τα (άλλοτε πολύ καλά, άλλοτε πολύ κακά) τραγούδια της. 

Όταν το κοινό παραμέριζε για να περάσει διαβλέποντας τη νέα του «βασίλισσα», εκείνη γλεντούσε το όνειρό της χωρίς μετριοπάθεια κι έλεγε όσα είχε στο μυαλό της χωρίς κοσκίνισμα νοημάτων και δεύτερης σκέψης στην περηφάνια της. Και γιατί, άλλωστε, να υποκριθεί;

«Εγώ, αγόρι μου, δεν τελείωσα ούτε πανεπιστήμιο, ούτε είμαι καμία δικηγόρος για να βγαίνω και να λέω μεγάλα λόγια. Εγώ είμαι μια τραγουδίστρια που τραγουδάει στις πίστες, είτε το θέλουν κάποιοι είτε όχι. Το να λέω σε μία συνέντευξη μου “δημοφιλή τραγουδίστρια”, το οποίο δεν είναι το σωστό γραμματικά, λυπάμαι, αλλά δεν το ‘ξερα. Πού είναι το πρόβλημα; Ας βγουν να με πυροβολήσουν οι μορφωμένοι!», μου είχε πει κάποτε στο καμαρίνι της.

Το ίδιο βράδυ τη ρώτησα για το «αίμα» στη φωνή της, τη μνήμη που φέρει το «Δυο φωνές» και το «Οι χωρισμένοι δε γιορτάζουνε ποτέ», την εύθραυστη ψυχολογία της και το πείσμα της που ύψωσε αναχώματα. Θυμάμαι πως δάκρυσε. Και μου εξήγησε πολλά – με τον τρόπο της. Κυρίως για τον μετρονόμο μιας μουσικής που προέρχεται από τη ζωή της και όχι από το χάος της εγκεφαλικότητας του γύρω της κόσμου που -νομίζει πως- την κοροϊδεύει. 

Δημοσίευση στο ένθετο "ΦιλGood" της εφημερίδας "Ο Φιλελεύθερος" της Κύπρου, την Κυριακή 10 Απριλίου. Φωτογραφία: Γιάννης Χατζηγεωργίου.

27.3.16

ΦΥΣΗΞΕ Ο ΒΑΡΔΑΡΗΣ ΚΑΙ ΚΑΘΑΡΙΣΕ


«Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα: χίλιοι τη χαίρονται - ένας την πληρώνει», Ντίνος Χριστιανόπουλος.

Τη θυμάμαι συχνά αυτή την πόλη. Με οποιαδήποτε αφορμή. Μου τηλεφώνησε ο Πάνος τις προάλλες για να μου πει πως είχε περάσει από τη Μανωλάκη Κυριακού στον Άγιο Δημήτριο και το χωριό της γιαγιάς του, την Κερασία Νέας Μηχανιώνας, για να πάρει κάτι καλύμματα καναπέδων late ‘60s, πως δεν μπορούσε να παρκάρει το νοικιασμένο του αυτοκίνητο κάπου -«πώς έγινε έτσι το κυκλοφορικό κι εδώ!»- πως έκανε βόλτες στο κέντρο – κυρίως στη Νέα παραλία, γύρω από το Λευκό Πύργο, τα Λαδάδικα και τη Διεθνή Έκθεση. Πως δεν γινόταν να σταματήσει κάπου για να μου πάρει τσουρέκια και τρίγωνα Πανοράματος – έστω δυο τρία απ’ αυτά τα κουλουράκια που κάνουν κρίτσι κρίτσι στο στόμα και τα πουλάνε στην Αριστοτέλους. Τις εικόνες, όμως, τις είχα ήδη σχηματίσει στο μυαλό μου.

Σα να έπινα μέτριο προς γλυκύ στη Νίκης με ομίχλη και θέα στους γλάρους να ανεβοκατεβαίνουν διψασμένοι στο νερό…

Αχ, η Θεσσαλονίκη!

Κάποτε υπήρχε ένα μπαρ, μπροστά από κάποιο μικρό πάρκο, νομίζω πολύ κοντά στο κτήριο της ΕΤ3, που μάζευε κάθε Σάββατο δεκάδες παράταιρα πλάσματα του καιρού και του κόσμου, περιθωριακά, λίγο εξεζητημένα, πολύ ευαίσθητα και μόνα. Γυναίκες, άνδρες, μα κυρίως άνδρες που ντύνονταν γυναίκες. Λεγόταν «Ahu». Δεν θα ξεπερνούσε τα 100 τετραγωνικά, ήταν πάντα ημιφωτισμένο, έπαιζε Βίσση και Σακελλαρίου (κυρίως) και έβαζε στα ποτήρια μπόμπες. Ήταν φτηνό – δωρεάν η είσοδος, πλήρωνες μόνο το αλκοόλ -κάπου στις χίλιες δραχμές-, αλλά αν σε συμπαθούσε πολύ ο Στέλιος κι έκανες κέφι ή του θύμιζες πως κι αυτός κάποτε υπήρξε ένα λαϊκό αγόρι που δούλευε ως ελαιοχρωματιστής και υφαντής, μπορεί και να σου κέρναγε όλα τα τζιν τόνικ.
Εκείνη την εποχή έμενα στο σπίτι του φίλου μου του Γιώργου, στη Δοϊράνης, που είχε θέα στο Πανεπιστήμιο με φιλοξενούμενους, κατά καιρούς, κανά δυο αμερικανούς, τη Μαρκέλλα, έναν φαντάρο ανασφαλή και κάποιον ιδιοκτήτη μαγαζιού ηλεκτρικών συσκευών με μπαμπά απ’ τη Χαλκιδική και εξοχικό στην Ουρανούπουλη.

Αλλά η Εγνατία, ο Βαρδάρης – τι ποίηση, τι βόλτες!

Το ξενοδοχείο «Αλεξάνδρεια», κοντά στους τρύπιους δρόμους του οβελιστηρίου «Ο Θανάσης» με τις πράσινες πλάκες επάνω στις οποίες έπρεπε να κάνεις μεγάλα άλματα για να περάσεις στο απέναντι πεζοδρόμιο, ήταν το στόμα των σκουπιδιών. Τη μέρα δεν καταλάβαινες πολλά από όσα θα συνέβαιναν το βράδυ: επιβάτες των ΚΤΕΛ πηγαινοέρχονταν στα τραπεζάκια πίνοντας φραπέ, μανάδες τσακώνονταν με τα παιδιά τους τραβώντας τα απ’ το γιακά, βούλγαροι παζάρευαν τις τιμές στις φόρμες γυμναστικής και στα σορτσάκια, κανά δυο άνδρες, κάπως μελαμψοί, πηγαινοέρχονταν άσκοπα ή περιμένοντας στις στάσεις κάποιο λεωφορείο χωρίς ακριβή κατεύθυνση και ρωτώντας τους περαστικούς για το «Διοικητήριο» ή την «Καλαμαριά». Αλλά η νύχτα…

«Όταν τις νύχτες τριγυρνώ στη μοναξιά μου / ψάχνω μες σε χιλιάδες πρόσωπα να βρω / εκείνο το τρεμούλιασμα στην άκρη του ματιού σου».

Τα τριανταφυλλένια χαμόγελα μετατρέπονταν σε κάκτους, τα λευκά φανάρια των δρόμων έσπαγαν από κόκκινες αποχρώσεις που δημιουργούσαν λαμπτήρες, όλα φαίνονταν φυσιολογικά και η αμαρτία ήταν προσευχή σε νεόκοπο άγιο. Η Εγνατία, στις αρχές της, ήταν η Σατωβριάνδου της Αθήνας – τόσες καίριες αντιθέσεις μεταξύ τους μαζεμένες δεν θα ‘βρισκες πουθενά αλλού στην Ελλάδα.

Στην είσοδο του ξενοδοχείου συναντούσα συνήθως χαρούμενους μα σοβαρούς ανθρώπους, απενοχοποιημένους στα γούστα, στις χάρες και στα ντέρτια του σώματος. Γεννημένοι για ανάγκες βαθιές και εκ φύσεως γονυπετείς.

Ένα πρωινό, παίρνοντας ταξί για να βρεθώ στην οδό Σκεπαστού της Άνω Πόλης, προσκυνητής και ταματοφόρος του μεγίστου ποιητή της πόλης, είχα καθίσει για λίγο έξω από ένα σπίτι με θέα στο Θερμαϊκό και σκεφτόμουν όλες εκείνες τις διαβαθμίσεις των ερώτων και των καταστροφών τους, όλα αυτά που είχαν κάνει ακόμη και το προηγούμενο βράδυ τις πόρνες του Βαρδάρη να ερωτεύονται – ξαπλωμένες πλάι σε άγνωστα κορμιά, μονογαμικές πάντα στην καρδιά τους, τη σχεδόν παρθένα.

«Φοβάμαι πως οι μεγαλύτεροι έρωτες της ζωής μας θα είναι πάντα οι ανεκπλήρωτοι», θα μου έλεγε αργότερα ο κύριος Ντίνος, ο προφήτης. Που σπούδασε την πραγματικότητα με τον τρόπο που κάποιοι κοιτάνε Πικάσο έχοντας αχρωματοψία παιδιόθεν. 

Δημοσίευση στο ένθετο "ΦιλGood" της εφημερίδας "Ο Φιλελεύθερος" της Κύπρου, την Κυριακή 27 Μαρτίου. Φωτογραφία: Γιάννης Χατζηγεωργίου.

20.3.16

ΖΩΖΩ ΣΑΠΟΥΝΤΖΑΚΗ: "ΕΝΙΩΘΑ ΘΕΑ! ΝΙΩΘΩ ΘΕΑ!"


«Τα χρόνια δεν τα μέτρησα με την ταυτότητά μου / γιατί είχα εγώ ταυτότητα τη σθεναρή μου οντότητα / το σκήπτρο, την κορώνα μου και τα διαμαντικά μου. / Γράφτε Ζωζώ κι εφόσον ζω άλλα δεν επιτρέπω / σ’ αυτό τον κόσμο το χαζό που όλα τα παραβλέπω / μεθάει η κολόνια μου, κουτό, γι’ αυτό και διαπρέπω».  

Το σπίτι της πιο θρυλικής και αειθαλούς show woman, ηθοποιού και τραγουδίστριας της Ελλάδας στην Αθήνα είναι ένα ισόγειο διαμέρισμα, πίσω από τις στήλες του Ολυμπίου Διός, στην περιοχή της Ακρόπολης. Γεμάτο από φωτογραφίες της -στους τοίχους, κορνιζαρισμένες επάνω σε μικρά τραπεζάκια, σε άλμπουμ και πολυσέλιδα λευκώματα-, από πίνακες, μεγάλους και μικρότερους, με τη φιγούρα της, μικρά δώρα, ενθύμια από θαυμαστές – δεκάδες αναμνήσεις μιας καριέρας δεκαετιών. Στο ραδιόφωνο ακούγεται Adele – «μ’ αρέσουν ωραίες φωνές και μουσικές που με χαλαρώνουν», μου εξηγεί όταν καταλαβαίνει την έκπληξή μου. Κατά τη διάρκεια της κουβέντας μας θα σταματήσει την προσωπική της αφήγηση και θα μου τραγουδήσει a capella το «Η Αθήνα τη νύχτα», σε στίχους Γιάννη Ξανθούλη που ερμηνεύει και στις φετινές της εμφανίσεις στην «Αθηναΐδα», στο Βοτανικό, αλλά και το «πόσο λυπάμαι, τα χρόνια που πήγαν χαμένα, πριν να γνωρίσω εσένα που πρόσμενα καιρό» – ναι, η φωνή της Ζωζώς παραμένει ίδια, αναλλοίωτη, σαν απόσπασμα από τις ελληνικές ταινίες, ασπρόμαυρες αλλά και έγχρωμες, στις οποίες πρωταγωνίστησε («Ο ξυπόλητος πρίγκηψ», «Ο ψεύτης», «Ο Άνθρωπος της καρπαζιάς», «Ο Πατούχας» κ.α). «Άσε το κασετοφωνάκι να γράψει τη φωνή μου, εγώ δεν τα φοβάμαι αυτά, ξέρω πολύ καλά ποια είμαι. Να μ’ έχεις ενθύμιο». Καθόμαστε στο σαλόνι. Επιμένει να δοκιμάσω τα σοκολατάκια της με γεύση πορτοκάλι.

«Όταν ξυπνάω μου αρέσει να κινούμαι λιγάκι, να περπατάω μέχρι την Ακρόπολη, να τρέχω και να κάνω γυμναστική. Αυτά με αναζωογονούν. Εδώ, πριν 10 μέρες, έξω από το Μουσείο, βρισκόταν ένας μουσικός ο οποίος έπαιζε με το βιολί του μία πολύ ωραία μελωδία. Είχα κάτι ψιλά μαζί μου, του τα έβαλα μέσα στο κουτάκι του, του χαμογέλασα και πήγα να απομακρυνθώ. Γύρω μου, όμως, μαζεύτηκαν ξαφνικά άνθρωποι πολλοί – “Ζωζώ”, “Ζωζώ, σ αγαπάμε” άρχισαν να μου λένε, να μου δίνουν συγχαρητήρια, φιλιά, αυτά που συναντώ συνεχώς στο διάβα μου από θαυμαστές και όχι μόνο. Σχηματίστηκε ένας κλοιός γύρω από μένα. Κοίταξα τον κόσμο, πήγα κοντά στο μικρόφωνο, χειροκρότησαν και τραγουδήσαμε μαζί. Τι όμορφη στιγμή! Είμαι αυθόρμητος άνθρωπος. Ακόμη κι όταν δεν εμφανίζομαι κάπου, έρχεται το κοινό και μου λέει: “πού θα εμφανιστείς Ζωζώ;”. Τότε αισθάνομαι υποχρεωμένη να βρεθώ σε κάποια σκηνή, να με παρακολουθήσουν, έστω και για λίγο. Δεν δύναμαι να τους το στερήσω αυτό».

«Έχω συνηθίσει πια να με λένε “βασίλισσα της νύχτας”, δεν είναι τίποτα για μένα, τόσα χρόνια μου το λένε, από 16 ετών. Μου κάνει εντύπωση πάντως που έχω τόσους θαυμαστές νεαρούς σε ηλικία – με χαϊδεύουν, μου λένε όμορφα λόγια, έχουμε καταπληκτική σχέση. Αυτό με αναπτερώνει, μου δίνει δύναμη, με κάνει να λέω στον εαυτό μου: “Ζωζώ, τώρα η καριέρα σου έχει περάσει και σε μία άλλη γενιά”. Κι αυτό σημαίνει διαχρονικότητα. Δε λέω, και παλιότερα με θαυμάζανε, αλλά όχι τόσο πολύ. Αυτό που βιώνω τα τελευταία χρόνια έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο. Το απολαμβάνω! Γίνεται χαμός. Να, πριν λίγο καιρό, στην “Αθηναΐδα” όπου εμφανίζομαι, η νεολαία έλεγε μαζί μου όλα μου τα τραγούδια, τα κινηματογραφικά κυρίως -στο “είμαι κορίτσι ζόρικο” τι πανικός που επικρατεί!-, όλα αυτά που εγώ τα έχω ψιλοβαρεθεί κιόλας. Πριν από 3-4 χρόνια που εμφανιζόμουν στο “Αγγέλων Βήμα” είχε έρθει ένας νεαρός, γύρω στα 30, γονάτισε στα πόδια μου, και μου είπε πως όταν τον ρωτούσαν όσο ήταν μικρός “τι θες να γίνεις όταν μεγαλώσεις;” εκείνος απαντούσε: “το μόνο που θέλω είναι να παντρευτώ τη Ζωζώ!”. “Και τώρα”, συνέχισε εκείνος γονατισμένος μπροστά μου, “έχω την ίδια επιθυμία!”. Μου ‘χουν συμβεί πολλά τέτοια περιστατικά στην καριέρα μου».