9.8.11

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΥΡΤΣΟΣ: "ΑΚΟΜΗ ΔΕΝ ΠΙΑΣΑΜΕ ΠΑΤΟ"


Σε 31 χρόνια που ασκεί τη δημοσιογραφία, έχει γνωρίσει και έχει πάρει συνεντεύξεις από όλες τις μεγάλες προσωπικότητες της Ελλάδας. Θεωρείται «γκουρού» στη δουλειά του και είναι από τους λίγους που, όσα είχαν προβλέψει με την αρθρογραφία τους, έχουν επαληθευτεί.
Ο γιος του, ο γενικός διευθυντής της City Press και της Free Sunday, Χρήστος Κύρτσος, τον λέει «Κύρτσο», όχι «πατέρα». «Τον θεωρώ φίλο και συνάδελφο, είναι ένας άνθρωπος που σε αφήνει ελεύθερο αλλά σου θέτει ταυτόχρονα και τα όρια», λέει ο γιος του εκδότη στο People, από τα γραφεία των εφημερίδων που διευθύνει, στην οδό Αττικής, στα Βριλήσσια. Σε μία φωτογραφία, επάνω στα μαύρο γραφείο του εκδότη, μία οικογενειακή φωτογραφία: Εκείνος, η σύζυγος του Αμαλία, καθηγήτρια Βιολογίας Α Βαθμίδας στο πανεπιστήμιο Αθηνών και στο πλάι τα παιδιά τους, Χρήστος, 28 ετών σήμερα και Δημήτρης, 25. «Είμαστε 30 χρόνια μαζί με την σύζυγο μου, παντρεμένοι 28. Δεν υπάρχουν “μυστικά”, όλα αυτά στην πορεία διαμορφώνονται. Εμείς ανήκουμε μάλλον στην τελευταία γενιά, για την οποία ο γάμος είχε κάποιο νόημα. Δεν νομίζω ότι τώρα που κάποιος πάει να ξεκινήσει το γάμο του, μπορεί να ελπίζει ότι στα επόμενα 30 χρόνια θα παραμείνει με την σύζυγό του. Τώρα οι νέοι, κάνουν άλλες επιλογές», λέει ο εκδότης της City Press και της Free Sunday.
-Θα προτιμούσατε, υπό τις σημερινές συνθήκες, να μην κάνατε αυτή τη δουλειά;
-Τώρα είναι αργά για δάκρυα. Έχω μπει στα 60, οπότε κάποιος, σε αυτή την ηλικία, αγωνίζεται για την επαγγελματική του επιβίωση ή για να ορίσει τη συνέχεια. Θα ήταν ενδιαφέρον σενάριο να υποστώ μία επαγγελματική μετάλλαξη, αλλά αυτό δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα σε ό,τι με αφορά.
-Αν ήσασταν νέος, θα μεταναστεύατε;
-Δεν αισθάνθηκα ποτέ την ανάγκη να μείνω μόνιμα στο εξωτερικό, παρά το ότι θα μπορούσα. Δεν τα κρίνω, όμως, όλα με βάση τα οικονομικά στοιχεία ή το εισόδημα- η ζωή είναι πολύ πιο σύνθετη. Και δυστυχώς, το πρόβλημα στην Ελλάδα, είναι ότι τις τελευταίες δεκαετίες ξεχάσαμε όλα τα άλλα που μας έκαναν διαφορετικούς, τα κάναμε όλα χρήμα και στο τέλος μείναμε και από χρήμα.
-Τη Δευτέρα, 4 Ιουλίου, η Standard and Poors, προειδοποίησε ότι ενδέχεται να οδηγηθούμε σε επιλεκτική χρεοκοπία. Υπάρχει τέτοιο ενδεχόμενο;
-Για αυτούς τους οίκους έχει σημασία να κηρυχτεί χρεοκοπημένη η Ελλάδα ενώ για μας έχει σημασία να μην κηρυχτεί για να συνεχίσουμε σε ένα είδος ομαλότητας. Ακόμη και αυτή, όμως, η ομαλότητα που ζούμε σήμερα, έχει χαρακτηριστικά χρεοκοπίας: Τρέχουμε να μαζέψουμε λεφτά, για να μην χάσουμε τα προηγούμενα λεφτά, μας βάζουν ολοένα και πιο σκληρούς όρους, κάποιου είδους επιτήρηση, πετσοκόβουν τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων, το βιοτικό μας επίπεδο και, το χειρότερο, προκαλούν με την πολιτική που εφαρμόζεται, μία φοβερή ύφεση, πρωτοφανή για την μεταπολεμική περίοδο- δηλαδή σε τρία χρόνια το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν θα έχει πέσει 10%- και βέβαια η ανεργία έχει ξεπεράσει το 16% ενώ, μεταξύ των νέων, έχει κάποια εφιαλτικά ποσοστά της τάξης του 38%. Η διαφορά με το παρελθόν είναι ότι παλιά ήμασταν πολύ φτωχότεροι, αλλά πιστεύαμε ότι είχαμε προοπτική. Σήμερα, είμαστε μεν φτωχότεροι σε σχέση με τους πιο ανεπτυγμένους αλλά, το χειρότερο είναι ότι χάνουμε έδαφος ενώ δεν φαίνεται να υπάρχει καμία προοπτική. Και αυτό είναι που διαλύει την ψυχολογία του κόσμου. Αλλιώς, άνθρωποι της δικής μου ηλικίας, έχουμε κάνει και με δραχμή και με σχετική φτώχια. Αλλά τότε, πάντα υπήρχε ένα όραμα.
-Η εξέλιξη θα είναι εφιαλτική;
-Πιστεύω πως θα φτάσουμε σε ένα είδος αδιεξόδου. Είναι φανερό ότι η πολιτική τάξη μας οδήγησε στη χρεοκοπία, άρα αποκλείεται να μας βγάλει από αυτήν, γι αυτό και έχει γίνει της μόδας το γιαούρτωμα, το σφύριγμα και το κυνήγι των βουλευτών. Αυτό μάλιστα θα σας έλεγα ότι είναι σωστό από την άποψη της κοινής γνώμης, γιατί όλοι αυτοί έχουν μία συλλογική ευθύνη, ενώ έχουν διαμορφώσει και την κοινή γνώμη σε λάθος κατεύθυνση.
-Τι εννοείτε;
-Έχουν διαμορφώσει μία «εκλογική πελατεία» που, με τη συμπεριφορά τους τώρα, την εξαγριώνουν. Θα πρέπει να απευθυνθούν με νέους όρους στην κοινωνία, αλλά δεν βλέπω κάτι καινούργιο. Είναι χαρακτηριστικό δε ότι οι βουλευτές συζητούν για τα πάντα, εκτός από τη μείωση των αποδοχών τους! Μέχρι και ο Μπερλουσκόνι, που τον θεωρούμε διαπλεκόμενο, ξεκίνησε την παρουσίαση του πακέτου λιτότητας στην Ιταλία, μειώνοντας καταρχήν 30% τις αποδοχές των βουλευτών. Αν θέλει η πολιτική τάξη να απευθυνθεί με νέους όρους στην κοινωνία, μπορεί να το κάνει. Προς το παρόν, όμως, προτιμούν να κυκλοφορούν με Μερσεντές και Λέξους και να τους γιαουρτώνουν. Είναι επιλογή τους-αξιοπερίεργη θα έλεγα. Υπάρχει ένα σενάριο που λέει ότι εμείς θα συνεχίζουμε να πηγαίνουμε κουτσά στραβά τα επόμενα δύο χρόνια, σταθεροποιείται εντωμεταξύ το τραπεζικό σύστημα της Ιρλανδίας, πάει κάπως καλύτερα η Πορτογαλία, οπότε τότε θα μπορέσουν να πατήσουν το κουμπί και να μας αδειάσουν! Προς το παρόν, δεν έχουν αυτή την πολυτέλεια, γι αυτό και επινοούν διάφορα σχήματα «υποστήριξης», τα οποία και αυτά είναι αρκετά προβληματικά.
-Εσείς ζήσατε ποτέ φτωχικά στη ζωή σας;
-Όχι. Έζησα, όμως περιορισμένα. Είμαι μεσοαστικής καταγωγής, αλλά υπήρξαν εισοδηματικές καμπύλες στη ζωή μου- σκεφτείτε ότι έχασα τον πατέρα μου, πολιτικό μηχανικό, όταν ήμουν τριών ετών, κάτι που επηρέασε την οικογένεια μου. Σε γενικές γραμμές, όμως, ήμουν πάντα στους «προνομιούχους». Δεν έχω κάνει φτωχός, αλλά δεν το αποκλείω να συμβεί στο μέλλον έτσι όπως πάει η οικονομία και τα media. Άλλο είναι να είσαι δημοσιογράφος και άλλο είναι να είσαι εκδότης. Οι οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες τείνουν να γίνουν αρκετά σκληρές.
-Η πιο δύσκολη περίοδος της ζωής σας επαγγελματικά, ήταν τα γεγονότα του «Ελεύθερου Τύπου»;
-Η πιο δυσάρεστη ήταν η κρίση του Ελεύθερου Τύπου, 1992-1994, που διασπάστηκε ο Ελεύθερος Τύπος- όταν έφτιαξε ο Ρίζος τον «Αδέσμευτο»- και μετά, η αποπομπή μου από τον Ελεύθερο Τύπο, το 2002. Ωστόσο, όλα αυτά, αυτά μοιάζουν με παιδικές αναμνήσεις διότι όλα ήταν και επιλογή. Τώρα γίνεται δυσάρεστη η κατάσταση για αντικειμενικούς λόγους, όχι για υποκειμενικούς: Πρέπει να τρέξεις, να βρεις τα λεφτά, να πληρώσεις, να ικανοποιήσεις τις τράπεζες, τα ασφαλιστικά ταμεία, τους εργαζόμενους, τους προμηθευτές. Υπάρχουν διάφορες δυσάρεστες περίοδοι στην επαγγελματική μου ζωή, αλλά διαπιστώνω ότι η πιο δυσάρεστη τώρα ξεκινάει.
-Δεν υπάρχει ελπίδα;
-Δεν θεωρώ ότι θα υπάρξει ανάκαμψη στο άμεσο μέλλον. Αυτά είναι για τα «τηλεοπτικά παράθυρα». Έχουμε μία μεγάλη δοκιμασία μπροστά μας, η οποία μπορεί να κρατήσει ακόμη και 15-20 χρόνια.
-Τόσο πολύ;
-Σημασία έχει πότε θα πιάσουμε τον πάτο, αγαπητέ μου, γιατί δεν τον έχουμε πιάσει ακόμη! Πέφτουμε, όμως, σχεδόν ελεύθερα. Και καταστροφικά. Τέτοια ύφεση δεν έχουμε ξαναζήσει στην μεταπολεμική περίοδο και ελπίζω να μην την ξαναζήσουμε στα επόμενα 50 χρόνια.
-Εσείς χρωστάτε λεφτά σε κάποιους;
-Πείτε μου έναν που είναι στα media και δεν χρωστάει, να του πάρω συνέντευξη! Εγώ έχω το εξής πρόβλημα: Χρωστάω λίγα και οι τράπεζες πλέον σέβονται αυτούς που τους χρωστάνε πολλά. Διότι, άμα χρωστάς λίγα, όλοι εξαντλούν την αυστηρότητά τους ενώ, αν χρωστάς πολλά- αρκετές δεκάδες εκατομμύρια ευρώ-, τότε γίνεσαι πρόβλημα διότι, έτσι και σε εξαφανίσουν οι τράπεζες, θα έχουν αυτές  πρόβλημα στον ισολογισμό τους.
-Αυτό που επιθυμείτε για το μέλλον είναι πλέον η ηρεμία;
-Η ηρεμία για μένα είναι καταδίκη. Θέλω να είμαι δημιουργικός για όσο πάει. Και θέλω να πάει πολύ!
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό People, τον Ιούλιο του 2011.

ΝΤΟΡΑ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ: "ΟΥΤΕ ΨΩΝΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΠΑΚΑΛΗ ΔΕΝ ΕΓΡΑΦΑ"


Οι περισσότεροι την έχουν ταυτίσει με την «Πρόβα νυφικού» και το «Μεγάλο θυμό», τα δύο πρώτα bets seller βιβλία της. Οι νεότεροι, όμως, δεν ξέρουν ότι η Ντόρα υπήρξε κάποτε star των μπουάτ και μούσα του Μίκη Θεοδωράκη.
Με τα 9 της βιβλία, έχει κερδίσει περισσότερους από μισό εκατομμύριο αναγνώστες που τη λατρεύουν, που ανυπομονούσαν και ρωτούσαν συνεχώς στις εκδόσεις Καστανιώτη, για το πότε θα είναι έτοιμο το επόμενο, αυτό που μόλις κυκλοφόρησε, το «Πεθαίνω για σένα». Και, όπως συμβαίνει κάθε φορά με τα βιβλία της, θα βρίσκεται και αυτό, για πολλές εβδομάδες, στη λίστα με τα ευπώλητα μυθιστορήματα. Η Ντόρα δεν μιλάει γι αυτά, για τις επιτυχίες. Κι αν της αναφέρεις κάτι για «μεγάλη αναγνωσιμότητα» και «φανατικό κοινό», απλώς χαμογελάει και ευχαριστεί. Ετοιμάζει ένα ποτήρι γάλα, βάζει μέσα μία κουταλιά νεσκαφέ, το ανακατεύει και πίνει την πρώτη της γουλιά.
-Η ζωή σας έχει περάσει από πολλά στάδια: Από το θέατρο, το τραγούδι, τη συγγραφή. Τι κρατάτε και τι αφήνετε από αυτά που ζήσατε;
-Κρατάω τα πάντα και δεν αφήνω τίποτα απέξω. Το τραγούδι και το θέατρο μου πρόσφεραν, στην αρχή της καριέρας μου, τα πάντα. Μεγάλωσα στη Μυτιλήνη μεν αλλά ενηλικιώθηκα ουσιαστικά μέσα στο θέατρο και στο τραγούδι- αν σκεφτώ ότι στα πρώτα μου βήματα στο τραγούδι προχώρησα με το Μίκη Θεοδωράκη και έχοντας ξεκινήσει την τραγουδιστική μου καριέρα με ένα τραγούδι σύμβολο, το «Γελαστό παιδί». Αισθάνομαι απέραντα τυχερή, για όσα έζησα. Αργότερα, η επιτυχία του πρώτου μου μυθιστορήματος, της «Πρόβας νυφικού», ήταν μία μεγάλη χαρά για μένα και, οφείλω να ομολογήσω, ότι την ανταπόκριση αυτού του βιβλίου ποτέ δεν την περίμενα. Ήταν, όμως, από τα πιο σημαντικά πράγματα που μου συνέβησαν στη ζωή.
-Ήταν εύκολη η μετάβασή σας από το θέατρο και το τραγούδι στη συγγραφή, το 1993;
-Ήταν τυχαία. Δεν είχα ποτέ μου τέτοιες φιλοδοξίες. Βέβαια, ο φίλος μου, ο ποιητής και δημοσιογράφος Λευτέρης Παπαδόπουλος, μου λέει «δεν γίνονται τυχαία αυτά τα πράγματα, απλώς βράζανε μέσα σου, σηκώθηκε το καπάκι και βγήκαν». Τείνω να συμφωνήσω σ αυτό. Ωστόσο, εγώ δεν είχα κατά νου να γράψω ποτέ. Σκεφτείτε ότι ούτε τα ψώνια του μπακάλη δεν έγραφα! Η συγγραφή συνέβη σε μένα ενώ περνούσα μία πάρα πολύ άσχημη οικογενειακή κατάσταση, οικονομικής φύσεως. Φαίνεται, ότι το μυαλό μου, θέλοντας να «φύγει», να δραπετεύσει και να σκεφτεί κάτι άλλο, έξω από τη ρεαλιστική ζωή, έξω από το κουκούλι που ήμουν, άρχισε να φτιάχνει διάφορα πράγματα. Ξεκίνησα να γράφω ξαφνικά. Φαίνεται ότι ο άνθρωπος χρειάζεται μία μεγάλη δυσκολία για να πιεστεί και να φορτσάρει, για να κάνει κάτι που να ευχαριστεί τον ίδιο, αλλά και τους γύρω του.
-Κρατήσατε ωραίες αναμνήσεις από το τραγούδι και τις μπουάτ;
-Ήταν πολύ όμορφα. Βέβαια, εγώ κουράστηκα πάρα πολύ. Θα σας πω κάτι που θα σας φανεί περίεργο: Εγώ δούλεψα καμιά δεκαριά χρόνια όλα κι όλα, αλλά δούλεψα τόσο πολύ που μετά, όταν σταμάτησα, νόμιζα ότι έπρεπε να πάρω σύνταξη, γιατί είχα κουραστεί πολύ. Είχα δύο παραστάσεις στο θέατρο καθημερινά, μετά το θέατρο έπρεπε να πάω στην μπουάτ, να τραγουδώ εκεί μέχρι τις 3 το πρωί, ύστερα πήγαινα να φάω κάτι σε κάποιο ξενυχτάδικο, από τις 5 μέχρι τις 7 το πρωί επέστρεφα στο σπίτι για να κοιμηθώ και στις 7 το πρωί περνούσε αυτοκίνητο για να με πάει σε γύρισμα για κάποια από τις δέκα περίπου ταινίες στις οποίες συμμετείχα- με τον Ορέστη Μακρή, την Ειρήνη Παππά, τον Μπάρκουλη, τη Ζαφειρίου, το Νέγκα, το Βόγλη, πολλούς πρωταγωνιστές. Μέχρι το απόγευμα που θα με πήγαιναν και πάλι στο θέατρο. Βέβαια, όταν είσαι νέος, τα αντέχεις όλα.
-Τι κρατάτε από τη σπουδαία συνεργασία σας με τον Μίκη Θεοδωράκη;
-Θυμάμαι ότι στον «Όμηρο», όταν έπρεπε να τραγουδήσω κι εγώ όπως όλοι, του είχα πει «εγώ δεν τραγουδάω!». «Μωρέ, θα τραγουδήσεις!», μου έλεγε. Ήταν ο πρώτος άνθρωπος που με παρακίνησε να βγω από το καβούκι μου και να τραγουδήσω. Ο Τσαρούχης, που έκανε τότε τα σκηνικά στο έργο, όταν είχε έρθει στη γενική δοκιμή, με άκουσε που τραγουδούσα και του είπε «αυτή είναι ντιζέζ! Έτοιμη!». Θεωρούσαν, από την πρώτη μου κιόλας εμφάνιση, ότι είμαι ήδη τελειωμένη τραγουδίστρια!
-Θα προτιμούσατε να είχατε ξεκινήσει με το γράψιμο; Να μην είχαν προηγηθεί το θέατρο και το τραγούδι;
-Όχι, όχι. Καθετί ήρθε στο χρόνο που έπρεπε. Άλλωστε, οι εμπειρίες μου αποτυπώθηκαν κάπως και στα βιβλία μου. Ποτέ δεν θα ήθελα να γράφω από τα 20 μου. Το ταξίδι ήταν πολύ όμορφο.
-Λένε για τους συγγραφείς, ότι είναι συνήθως μελαγχολικοί άνθρωποι. Συμβαίνει το ίδιο και με σας;
-Δεν είμαι καθόλου μελαγχολική. Είμαι πάντα αισιόδοξη. Προσπαθώ τουλάχιστον.
-Δεν εμπεριέχει πολλή μοναξιά το γράψιμο, σε αντίθεση με τις προηγούμενές σας δουλειές;
-Ναι, αλλά αυτή είναι ωραία μοναξιά! Περνάω πολύ ωραία στο διάστημα που γράφω, όταν έχω πια την ιστορία στο μυαλό μου. Το ζω, το διασκεδάζω, με ευχαριστεί. Όταν έχω την ιστορία ξεκινάω να την γράφω και, μέσα σε τρεις τέσσερις μήνες, την έχω τελειώσει. Αλλά, δουλεύω στο μεταξύ πάρα πολλές ώρες. Ίσως να έχω συνηθίσει από παλιά, όταν δούλευα στο τραγούδι. Όταν γράφω, γράφω γύρω στις 12 ώρες τη μέρα. Ξεκινάω από τις 7 το πρωί, κάνω ένα διάλειμμα στη 1 και συνεχίζω πάλι στις 4, μέχρι αργά το βράδυ. Αυτό δεν το κάνω επειδή με κυνηγάει κάποιος ή με πιέζει, το κάνω γιατί θέλω να το κάνω, επειδή είναι κάτι που με ικανοποιεί. Όταν γράφω μία ιστορία, για να μην την ξεχάσω, γράφω σαν τρελή, συνεχώς.
-Γράφετε στο χαρτί;
-Ναι. Με το χέρι. Με τον παλιό τρόπο. Δεν έχω ιδέα από αυτά τα καινούργια, τους υπολογιστές. Στη συνέχεια, τα καθαρογράφω σε τετράδια, το παίρνουν και το τυπώνουν.
-Όταν δεν γράφετε, τι σας αρέσει να κάνετε;
-Μου αρέσει πολύ να μένω στο σπίτι, αλλά και να πηγαίνω βόλτες με τους φίλους μου- το πολύ δυο τρεις φορές τη βδομάδα, γιατί δεν αντέχω περισσότερο- κουβεντιάζοντας και τρώγοντας.
-Ο έρωτας υπήρξε σημαντικό κομμάτι της ζωής σας;
-Πολύ. Ήταν ωραίο, ήταν όμως σκληρό και αδυσώπητο κάποιες φορές. Ξέρω τους καημούς του έρωτα.
-Εσείς πως αντιμετωπίζατε αυτούς τους καημούς;
-Με δυσκολίες μεγάλες.
-Λόγω της μεγάλης σας ευαισθησίας;
-Ίσως. Τις μεγαλύτερες δυσκολίες τις έζησα επί Χούντας, όταν είχα φύγει στο εξωτερικό, τότε που ζούσα τον πρώτο καιρό της σχέσης μου με τον σύζυγό μου, το Μηνά Χρηστίδη. Πολλές φορές απελπιζόμουνα τότε αλλά, μέσα από αυτά, από πολλές και μεγάλες περιπέτειες που περάσαμε με τον σύζυγό μου, βγήκε το πιο σπουδαίο: Ο γιος μας, Λένος.
-Είναι δύσκολο για το σύζυγό σας, να συνυπάρχει με μία συγγραφέα;
-(γελάει) Ο Μηνάς ήταν και είναι ο πρώτος αναγνώστης μου. Από την αρχή με βοήθησε πολύ, όταν με απέρριψε ως συγγραφέα. Εγώ ξεκίνησα να γράφω στα κρυφά, γιατί δεν τολμούσα να το πω ενώ, όταν του είχα δείξει τα πρώτα γραπτά μου, μου είχε πει «όχι, σε παρακαλώ σταμάτα!». Με απογοήτευσε τρομερά! Ήταν πάντα πολύ σκληρός κριτικός. Και πράγματι, όταν μου το είπε αυτό, σταμάτησα. Αλλά μετά από ένα μήνα ξανάρχισα, πάλι στα κρυφά, πολύ πιο επίμονα. Με ρωτούσε «μα, τι κάνεις επάνω;»- γιατί το σπίτι μας είναι δίπατο- και του απαντούσα «φτιάχνω τις ντουλάπες». «Πόσες ώρες μ αυτές τις ντουλάπες;», συνέχιζε. Όσο έγραφα, σ αυτή τη δεύτερή μου προσπάθεια να του αρέσουν τα γραπτά μου, ήμουν σίγουρη ότι αυτό που έγραφα ήταν καλό. Όταν έγραψα λοιπόν το πρώτο κεφάλαιο της «πρόβας νυφικού», πήγα στο σαλόνι και του είπα «δες αυτό!». Όταν το διάβασε, γύρισε, πολύ αυθόρμητα και μου είπε: «Μπράβο! Αυτό ήτανε!». Έτσι συνέχισα. 
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό People, τον Ιούλιο του 2011. 

ΕΛΕΝΗ ΤΣΑΛΙΓΟΠΟΥΛΟΥ: "ΕΥΤΥΧΩΣ ΠΟΥ ΕΓΙΝΑ ΜΗΤΕΡΑ ΣΤΑ 19 ΜΟΥ"

Από το πρώτο της cd, το 1986, η σημαντική ερμηνεύτρια κατάφερε να κερδίσει ένα φανατικό κοινό που συνεχίζει να ακολουθεί πιστά τις μουσικές και τα λόγια της. Ίσως γιατί τα τραγούδια της ακουμπούν συχνά σε στιγμές από τη δική της ζωή.
-Υπάρχει κάτι που θα αλλάζατε στην πορεία σας, μετά από 25 χρόνια πολύ επιτυχημένης καριέρας στο τραγούδι;
-Ναι. Τα μεγάλα μαγαζιά. Θα ήθελα να μην υπήρχαν.
-Σας ενοχλούσαν τα λουλούδια, τα φαγητά και τα ουίσκι;
-Πολύ. Είμαι μία καθαρόαιμη μουσικός και αυτός ο τρόπος εκμετάλλευσης του τραγουδιού, που είχε γίνει με πολύ έντονο τρόπο τα τελευταία χρόνια, δεν μου άρεσε. Θα προτιμούσα να μην υπήρχαν αυτοί οι μεγάλοι χώροι διασκέδασης, αν και έχω κάνει πολύ σημαντικές συνεργασίες σ αυτούς. Πάντοτε αισθάνομαι πιο οικεία και πιο ήρεμα όταν τραγουδάω και όταν έρχομαι σε επικοινωνία με λίγους ανθρώπους. Εμένα μου αρέσει η άλλη επικοινωνία, η πιο ανθρώπινη. Είναι αυτό το ανθρώπινο που ζητάνε πια σήμερα όλοι οι Έλληνες, σε πολλά επίπεδα.
-Αλήθεια, πως αντιμετωπίζετε τη σημερινή κατάσταση, έτσι όπως έχει διαμορφωθεί στην Ελλάδα;
-Όλοι μας περιμέναμε ότι κάποια στιγμή θα αγανακτούσαμε, ότι θα γινόμασταν όλοι «αγανακτισμένοι». Δεν υπάρχει πια η ισορροπία. Αισθάνομαι ότι όλο αυτό που μας συμβαίνει είναι κάτι σαν προδοσία. Θα πληρώνουν άνθρωποι στο μέλλον, οι οποίοι δεν χρωστάνε τίποτα.
-Κατεβήκατε κι εσείς στο Σύνταγμα τώρα, με τις μεγάλες συγκεντρώσεις;
-Δυστυχώς όχι, γιατί ήμουν στη Θεσσαλονίκη. Πήρα μέρος, όμως, στις διαδηλώσεις που γίνονταν στο Λευκό Πύργο.
-Υπήρξαν αναγνωρίσιμοι άνθρωποι που, όταν κατέβαιναν στις διαδηλώσεις, ο κόσμος τους ζητούσε αυτόγραφα. Συνέβη το ίδιο και με σας;
-Ναι, συνέβη. Υπήρχαν άνθρωποι που ζητούσαν αυτόγραφα ή να βγάλουν φωτογραφίες. Υπήρξαν όμως και εκείνοι που, αυτό που συμβαίνει στη χώρα μας, το αντιμετωπίζουν πολύ σοβαρά, που δεν μπαίνουν στη διαδικασία δημοσίων σχέσεων. Βέβαια, όσο μεγαλώνει η μάζα, τόσο περισσότερες είναι οι πιθανότητες να γίνει τάση ή μόδα αυτή η συνεύρεση κι έτσι να χάσουμε την ουσία. Απ την άλλη, πολλοί άνθρωποι χρησιμοποίησαν αυτό που μας συμβαίνει ως ψυχανάλυση αφού, μέσα από το Σύνταγμα ή το Λευκό Πύργο, θεωρώ ότι ήρθαν σε επαφή με άλλους ανθρώπους, κάτι που δεν συμβαίνει πια τα τελευταία χρόνια. Μίλησαν, εκτόνωσαν ενέργεια, τα παράπονα τους, είδαν και την άλλη πλευρά αυτής της απίστευτης κρίσης που διανύουμε.
-Εσείς υπήρξατε ποτέ τόσο πολύ μοναχική;
-Η αλήθεια είναι ότι είμαι μοναχική, ίσως λόγω της δουλειάς μου. Ωστόσο μόνη πραγματικά, δεν υπήρξα ποτέ. Δεν είμαι τόσο πολύ δυνατή.
-Δεν είστε δυνατός άνθρωπος;
-Είμαι δυνατή, αλλά είμαι και σκληρή. Ας μην ξεχνάμε ότι τραγουδάω 25 χρόνια, έχω ένα γιο που είναι 29 χρόνων, είμαι στην ώριμη πια φάση της ζωής μου, είμαι ένας μεσήλικας άνθρωπος, οπότε, μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια, έχω και ωριμάσει, έχω γίνει και δυνατή.
-Με ποια πράγματα γίνεστε σκληρή;
-Η ίδια η ζωή μας φέρνει αντιμέτωπη με τις δυσκολίες και εμείς πρέπει κάθε φορά να τα καταφέρνουμε. Κάθε φορά που καταφέρνουμε κάτι, γινόμαστε όλο και πιο δυνατοί. Οι άνθρωποι σκληραίνουν μόνο με τα δύσκολα και είναι πολύ σημαντικό να μην είμαστε ευάλωτοι, αλλά να αντέχουμε. Γιατί η ζωή είναι κυρίως άσχημα πράγματα και όχι καλά. Κι εγώ ήμουν πολύ ευάλωτη στο παρελθόν.
-Αυτό που άλλαξε τη ζωή σας ποιο ήταν;
-Η μουσική. Εγώ γεννήθηκα σε μία πολύ μικρή επαρχιακή πόλη, στη Νάουσα. Η μουσική και το τραγούδι μου έδωσαν μία πλήρη ελευθερία έκφρασης και αποδοχή. Είναι πολύ ωραίο πράγμα να μπορείς να συγκινείς και να επικοινωνείς μέσα από τα τραγούδια και τον τρόπο που τραγουδάς.
-Τι θυσίες χρειάστηκαν για να ακολουθήσετε αυτό που αγαπούσατε;
-Ήμουν πολύ μικρή τότε και, το θέμα της οικογένειας, είχε περάσει σε μία δεύτερη μοίρα. Δεν ήταν πολύ εύκολο τότε να έχω φίλους- είναι σαν να κλείνεσαι λίγο, χωρίς να το θέλεις, στον εαυτό σου. Ωστόσο, τα τελευταία 10 χρόνια, αυτό έχει αλλάξει πολύ σε μένα: Κατάλαβα ότι το πιο σημαντικό απ όλα είναι να ζεις. Εγώ πέρασα ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της ζωής μου που ζούσα μόνο για να τραγουδάω και όλα τα άλλα έρχονταν σε δεύτερη μοίρα. Αυτό ήταν πολύ άδικο. Κυρίως για μένα. Αυτό λοιπόν προσπάθησα να το αλλάξω. Χρειάστηκα και βοήθεια σ αυτό, έκανα ψυχανάλυση για κάποιο χρονικό διάστημα, ώστε να μπορέσω να γίνω ένας «κανονικός» άνθρωπος.
-Τι ανακαλύψατε αυτά τα 10 χρόνια, αφότου αλλάξατε τον τρόπο που αντιμετωπίζετε τη ζωή σας;
-Καταρχήν ότι έχω μία γυναίκα μέσα μου, που έπρεπε κάποια στιγμή να βγει, ενώ ανακάλυψα και τη μάνα- όσο κι αν αυτό ακούγεται περίεργο. Παρόλο που έγινα πολύ νέα μάνα, νομίζω ότι τα τελευταία χρόνια αισθάνομαι πιο ολοκληρωμένη και σαν μητέρα., αλλά και σαν άνθρωπος.
-Πόσων χρόνων ήσασταν όταν γεννήσατε το γιο σας, τον Αργύρη;
-Ήμουνα πάρα πολύ μικρή, 19 χρόνων. Και δεν ήμουν η μόνη που έγινα μάνα στα 19 μου χρόνια, αφού οι περισσότερες κοπέλες γίνονταν μάνες από τα 17 ή 18 τους. Ήταν μία φυσική εξέλιξη, εκείνων των χρόνων.
-Υπήρξατε καλή μητέρα;
-Νομίζω ότι αυτό το ρόλο τον έχω βρει τώρα τελευταία. Για το γιο μου ήμουν πιο πολύ αδελφή, φίλη. Τα τελευταία χρόνια κατάφερα να γίνω μάνα ουσιαστικά.
-Αν δεν γινόσασταν μητέρα σε τόσο μικρή ηλικία, θεωρείτε πως θα ήταν διαφορετική η εξέλιξη της ζωής σας;
-Ευτυχώς που έγινα μητέρα στα 19 μου γιατί, βλέποντας τη σημερινή ζωή και τον χρόνο που διαθέτει μία γυναίκα τραγουδίστρια, μπορεί και να μην έκανα ποτέ μου ένα παιδί. Ευτυχώς που το έκανα τότε.
-Δεν είχατε ποτέ την επιθυμία για δεύτερο παιδί;
-Την είχα. Ήταν, όμως, μία επιθυμία που ερχόταν και έφευγε πάρα πολύ γρήγορα.
-Ο γιος σας, γιατί δεν ασχολήθηκε και αυτός με το τραγούδι;
-Γιατί δεν έχει καλή φωνή! Κατά καιρούς ασχολήθηκε με τη μουσική, με πιο ερασιτεχνικό τρόπο, αλλά άμα δεν μπει η μουσική μέσα στο αίμα σου και δεν είναι το σαράκι που σε καίει, δεν μπορεί να προχωρήσει παραπέρα.
-Τι άλλο θα θέλατε να σας φέρει η ζωή από δω και πέρα;
-Θα ήθελα να εξελίξω τη ζωή μου. Μέχρι τώρα όλα ήρθαν κανονικά, αλλά τώρα αρχίζει η δυσκολία. Τώρα πρέπει να δώσω αυτό το βηματισμό και, αν δεν νιώσω ότι εξελίσσομαι, τελειώνω. Είναι μία εξέλιξη που αφορά και τη ζωή μου, αλλά και τη μουσική. Αυτός ήταν και ο λόγος που έγραψα η ίδια μουσική στο καινούργιο μου cd, το «Τα ρι ρα». Κάνοντας μία πράξη, ο φόβος φεύγει.
-Πέρασε και ο έρωτας σε δεύτερη μοίρα στη ζωή σας, λόγω της μουσικής;
-Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορείς ποτέ να αισθάνεσαι ότι αφήνεις τον έρωτα σε δεύτερη μοίρα, αφού όταν έρχεται ο έρωτας είναι μπροστά και εσύ τρέχεις από πίσω γιατί δεν μπορείς να κάνεις διαφορετικά. Εγώ όμως έμαθα, μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια, ότι αυτό που πάντα μένει είναι η αγάπη. Ο έρωτας έρχεται και παρέρχεται- σου δίνει στο μεταξύ τρομακτική δύναμη-, αλλά αν δεν υπάρχει εξέλιξη μετά από αυτό, δεν σου μένει τίποτα.
-Είστε ευχαριστημένη από τους έρωτες που ζήσατε;
-Είμαι μία γυναίκα η οποία έχει αγαπηθεί πάρα πολύ. Θα ήμουν αχάριστη αν είχα κάποιο παράπονο από τους έρωτες που έζησα. Εγώ, όμως, αισθάνομαι ότι δεν ήμουν τόσο καλή όσο θα ήθελα με τους άντρες μου. Για πολλούς λόγους. 
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό People, τον Ιούνιο του 2011.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΣΛΑΝΗΣ: "ΕΧΩ 40 ΧΡΟΝΙΑ ΝΑ ΕΡΩΤΕΥΤΩ"


Κάθεται στο γραφείο του, παίζει στα δάχτυλά του τα χρωματιστά του μολύβια, μέχρι να τελειώσει το σχέδιο που ετοίμαζε εκείνη τη στιγμή με έμπνευση από τον ωραιότερο πίνακα που θα μπορούσε να έχει στο ρετιρέ σπίτι του, ένα οροφοδιαμέρισμα μιας παλιά πολυκατοικίας στου Ψυρρή: Την Ακρόπολη, το Αστεροσκοπείο, τη Ρωμαϊκή και Αρχαία Αγορά, το Λυκαβηττό. Στους τοίχους μεγάλες κορνίζες από παλιές επιδείξεις μόδας στις οποίες είχε μεγαλουργήσει από τα 70s, εξώφυλλα περιοδικών με ρούχα του- όλη η ιστορία της μόδας στην Ελλάδα, σε 100 τετραγωνικά. «Δεν είμαι άνθρωπος του παρελθόντος. Θέλω συνεχώς να κάνω πράγματα καινούργια, να βελτιώνομαι από κολεξιόν σε κολεξιόν και να προσφέρω στις πελάτισσες μου, κάθε φορά, το διαφορετικό», λέει.
-Δεν σε κούρασε να ασχολείσαι συνεχώς με τη μόδα, εδώ και 37 χρόνια;
-Τώρα πια έγινα 60 χρόνων, είναι φυσικό κάποια στιγμή να σε κουράζει αυτό που κάνεις καθημερινά, αυτό στο οποίο έχεις αποφασίσει ότι θα αφιερώσεις την ψυχή αλλά και ολόκληρη τη ζωή σου. Πριν από δύο χρόνια πέρασα μία γενικότερη κρίση- και ηλικίας αλλά και προσωπική. Κατάλαβα όμως ότι η δουλειά μου είναι το παν για μένα, αφού είμαι ένας άνθρωπος ανέκαθεν μόνος που έχει μόνο την εργασία του στη ζωή του. Νομίζω ότι έτσι είμαι φτιαγμένος από τη φύση μου.
-Αυτό δεν είχε κόστος στην προσωπική σου ζωή;
-Μεγάλο. Τις μεγάλες, όμως, απογοητεύσεις τις πέρασα από τους φίλους μου, από ανθρώπους που με πρόδωσαν ή που, σε μία δύσκολή μου στιγμή, μου φέρθηκαν σκάρτα. Περίμενα να ήταν διαφορετικά τα πράγματα, αλλά ατύχησα. Τώρα μου έμειναν ελάχιστοι. Τελικά, το να έχεις φίλους αληθινούς και όχι ανθρώπους που απλά να είναι μαζί σου στα πάρτι, στις δεξιώσεις και στις φωτογραφήσεις, είναι το δυσκολότερο πράγμα στη ζωή.
-Για ποιο λόγο αισθάνθηκες τόσο απογοητευμένος, πριν από δύο χρόνια;
-Ήταν περισσότερο συναισθηματικό το θέμα μου. Ένιωσα ότι μεγάλωνα και βάραινα. Θυμάμαι ότι, όταν ήμουν 25 και 35 χρόνων, ξενυχτούσα συνεχώς με τους συνεργάτες μου, τους φίλους μου, τα μοντέλα ενώ, τα τελευταία χρόνια, δεν άντεχα να το κάνω πια αυτό.
-Θα προτιμούσες να λειτουργούσες αλλιώς τώρα, στα 60 σου χρόνια;
-Βλέπω καμιά φορά τον Μάκη Τσέλιο- με τον οποίο έχουμε πάνω κάτω την ίδια ηλικία- και τον ζηλεύω. Του λέω «Θέλω να γίνω Τσέλιος!». Βγαίνει, διασκεδάζει, πάει στη Μύκονο, κάθεται αρκετές εβδομάδες και το χαίρεται. Εγώ δεν μπορώ να το κάνω αυτό. Σκέφτομαι συνέχεια το ατελιέ μου, τη δουλειά, την επόμενη κολεξιόν, όλα όσα εκκρεμούν.
-Είχες περάσει κατάθλιψη το 2008;
-Ναι. Δεν ήμουν καλά εκείνη περίπου την περίοδο, ήθελα να είμαι συνέχεια κλεισμένος μέσα στο σπίτι, δεν είχα καμία διάθεση για να βγω ή να δω γνωστούς μου και να περάσουμε καλά. Αυτό το είχα ξαναπάθει τρεις τέσσερις φορές στο παρελθόν- έφτανα στο χείλος της καταστροφής, αλλά μετά ξανανέβαινα-, αυτή τη φορά όμως καταλάβαινα ότι οι λόγοι ήταν διαφορετικοί. Πήγαινα στο φαρμακείο, έπαιρνα κάποια ελαφριά αντικαταθλιπτικά που μου είχε συστήσει ο παθολόγος μου, προσπαθούσα να ηρεμήσω και να κουλάρω. Μέχρι που, μια μέρα, είχα πάει στο αεροδρόμιο για να πάω σε κάποιο επαγγελματικό ταξίδι, παθαίνω ένα ξαφνικό σοκ, έτσι όπως ήμουν καταβεβλημένος και κουρασμένος και λέω στον εαυτό μου «για ποιο λόγο, ο βλάκας, να είμαι έτσι, σε αυτή την μίζερη κατάσταση; Μέχρι πότε θα μπορώ να σέρνω ο ίδιος τη βαλίτσα μου, από αεροδρόμιο σε αεροδρόμιο; Μέχρι πότε θα μπορώ να κάνω ταξίδια; Μέχρι πότε θα μπορώ να χαίρομαι όλα όσα απέκτησα με τόσο κόπο από το μηδέν; Πρέπει να δω αλλιώς τα πράγματα και να ζήσω όσα δεν έζησα μέχρι τώρα!». Εκεί άρχισα να συνέρχομαι και, τον τελευταίο καιρό, κάνω συνέχεια ταξίδια για τη διασκέδαση και την ξεκούρασή μου. Το καταχαίρομαι! Κάνω σαν μικρό παιδί! Έχω πάει στη Βραζιλία, στο Μαρόκο, στη Νέα Υόρκη, στο Βερολίνο, στη Λειψία, σε πολλές πόλεις. Αυτό με αναζωογονεί. Τα ταξίδια μάλιστα με βοήθησαν πολύ και σχεδιαστικά, είναι πλέον πηγή έμπνευσης για μένα.
-Μήπως σου λείπει ένας σύντροφος;
-Μου είναι πάρα πολύ δύσκολο να συμβιώσω με έναν άνθρωπο. Ίσως να φταίνε και τα κατάλοιπα των παιδικών μου χρόνων, που δεν ήταν καθόλου καλά. Με τρομάζει η συντροφικότητα. Το θεωρώ πολύ δύσκολο, στην ηλικία που είμαι τώρα, να μπορέσω να συμβιώσω με κάποιον που να μπορέσω να ερωτευτώ. Θυμάμαι, στη Μύκονο, πριν από 10 χρόνια, γυρνάει ο Νίκος ο Τσελέπης ο διακοσμητής και μου λέει «Μιχαλάκη, πενηνταρίσαμε πια. Άμα ήταν, θα μας είχε συμβεί μέχρι τα 50». Το ήξερα από τότε. Δεν περίμενα τίποτα πια στην προσωπική μου ζωή.
-Έχεις αποδεχτεί το γεγονός ότι θα είσαι για πάντα μόνος;
-Έχω ρυθμίσει τα πράγματα με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην αισθάνομαι αυτή την έλλειψη. Δεν είναι τυχαίο που, εδώ και δύο χρόνια, έφερα το σπίτι μου, πάνω από τη δουλειά μου, τους κάτω ορόφους, εδώ στου Ψυρρή. Τους υπαλλήλους μου, τα μανεκέν, τους έχω σαν σπίτι μου, σαν οικογένειά μου. Είμαι όλη μέρα μέσα σε κόσμο, χτυπάνε συνεχώς τα τηλέφωνα, έχω το ένα ραντεβού μετά το άλλο, δεν προλαβαίνω να σκεφτώ οτιδήποτε άλλο. Όταν ανεβαίνω στο σπίτι, το μόνο που θέλω είναι να μείνω μόνος μου και να ζωγραφίσω.
-Οι Κυριακές σου πως είναι;
-Είναι οι χειρότερές μου μέρες. Απλά, για να μην πέφτω ψυχολογικά, σηκώνομαι το μεσημεράκι και πηγαίνω με τα πόδια στο παζάρι που γίνεται στο Μοναστηράκι, για να βλέπω κόσμο και να μιλάμε. Ίσως συναντηθώ και με ένα δύο φίλους για φαγητό. 
-Πότε έκανες την τελευταία σου ερωτική σχέση;
-Στα 22 μου. Έχω να ερωτευτώ 40 χρόνια. Κακά τα ψέματα, όμως, όλα τα θέματα έχουν μία ηλικία. Ακόμη και οι έρωτες, οι σχέσεις, οι γάμοι, τα πάθη, οι χωρισμοί. Εγώ έχω φύγει πολύ πια από την ηλικία που θα μπορούσα να ερωτευτώ. Εξάλλου, για μένα, η εποχή της αγάπης, δεν είναι καλό πράγμα, δεν περνάω καλά: Ζηλεύω, παραμελώ τη δουλειά μου, υποφέρω. Μάλλον επειδή έχω χαμηλή αυτοεκτίμηση. Οπότε το φιλοσόφησα. Είπα «Μιχάλη, δεν κάνεις εσύ γι αυτά».
-Σε εκμεταλλεύτηκαν ποτέ άνθρωποι ερωτικά;
-Μου το λένε πολλοί αυτό- και όχι μόνο για τα ερωτικά μου θέματα. Δεν νομίζω. Και κάτι να έπεσε στην αντίληψή μου, το σταμάτησα. Και εκείνοι μου έδιναν τη χαρά τους, την παρέα τους, τα νιάτα τους. Εγώ γιατί να μην δώσω αυτά που είχα; Το θεωρώ πολύ φυσιολογικό. Είναι δίκαιο αυτό το αλισβερίσι.
-Αυτό δεν είναι υποχωρητικότητα στα θέλω σου; Δεν υποτιμάς έτσι τον εαυτό σου;
-Θα σου φέρω ένα παράδειγμα: Αν είμαι σε έναν διαγωνισμό και, αντί να έρθω πρώτος, βγω προτελευταίος, δεν θα διαμαρτυρηθώ, θα πω «έτσι είναι». Ξέρω να χάνω. Ποτέ δεν θα σηκώσω το τηλέφωνό μου για να γκρινιάξω ή να παραπονεθώ για το οτιδήποτε σε κάποιον.
-Είσαι ευτυχισμένος, έτσι όπως ζεις σήμερα;
-Αυτή είναι πολύ μεγάλη λέξη για μένα. Είμαι καλά. 
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό People, τον Μάιο του 2011.

ΣΜΑΡΑΓΔΑ ΚΑΡΥΔΗ: "Ο ΕΡΩΤΑΣ ΠΑΝΤΑ ΗΡΕΜΕΙ"

Βρίσκεται μεταξύ δύο προβών, είναι ενθουσιασμένη που θα υποδυθεί φέτος το Καλοκαίρι τη Δεισδαιμόνα στον «Οθέλλο» του Σέξπιρ (σε μετάφραση και σκηνοθεσία του Γιώργου Κιμούλη και του Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη που συμπρωταγωνιστούν), μου λέει πως της είχε λείψει η δουλειά, ο ρυθμός της, ο κόσμος, οι συνάδελφοί της, τα καθαρά βλέμματα του κοινού στα διαζώματα. Στο Γκάζι, όπου συναντιόμαστε, ζητάει ένα χυμό πορτοκάλι, καθόλου φαγητό. «Τα απλά πράγματα για να μην παχαίνουμε τα ξέρουμε όλοι, δεν χρειάζεται να σου πει κάποιος διαιτολόγος ότι, για παράδειγμα, οι πάστες παχαίνουν και δεν πρέπει να τρως μεγάλες ποσότητες» λέει στο People χαμογελώντας, ενώ στέλνει κάποια μηνύματα από το κινητό της τηλέφωνο.
-Τι άλλαξε στη ζωή σου τους τελευταίους μήνες;
-Ξεκουράστηκα πάρα πολύ, έκανα πράγματα για τον εαυτό μου, είδα ωραίες παραστάσεις, τους φίλους μου, κοιμήθηκα, έκανα τις γυμναστικές μου, χαλάρωσα. Είχα πολύ μεγάλη ανάγκη αυτή τη ξεκούραση, γιατί δουλεύω συνέχεια από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου ενώ, τα τελευταία χρόνια, είχα μαζί και θέατρο και γυρίσματα.
-Επαναπροσδιόρισες τις σχέσεις σου με ανθρώπους που υπήρχαν στη ζωή σου;
-Δεν χρειάστηκε να κάνω ένα διάλειμμα για να σκεφτώ. Τα πράγματα, έτσι κι αλλιώς, παίρνουν τον δρόμο που πρέπει να πάρουν.
-Μετάνιωσες που έχασες τόσο χρόνο από τη ζωή σου δουλεύοντας τόσο πολύ;
-Δεν είμαι ανθρακωρύχος για να το μετανιώσω, ούτε κάνω μία δουλειά με συγκεκριμένη και ίσως βαρετή καθημερινότητα. Είμαι τυχερή γιατί κάνω μία δουλειά που αγαπάω πάρα πολύ, είναι πολύ συνυφασμένη με τη ζωή μου και με τους φίλους μου, με ισορροπεί. Δεν κάνω μία δουλειά απ την οποία περιμένω την «απόσυρση» και τη «σύνταξη»- και μακάρι να μην έρθει και ποτέ. Απλώς, κάθε άνθρωπος- είτε είναι ελεύθερος επαγγελματίας, είτε καλλιτέχνης, είτε απλός υπάλληλος- έχει και ανάγκη από αγρανάπαυση ώστε να μπορέσει να ξαναδεί με κέφι τα πράγματα, με μία φρέσκια ματιά.
-Κατάφερες τουλάχιστον να βγάλεις πολλά λεφτά τον τελευταίο καιρό από τη δουλειά σου, σε συνδυασμό και με τις διαφημίσεις που έκανες;
-Πληρώθηκα καλά, αλλά δεν έχω εκείνα τα λεφτά ώστε να μην χρειάζεται να δουλεύω από δω και πέρα και να κάθομαι όλη τη μέρα.
-Ξεχρέωσες το σπίτι σου;
-Ναι, αλλά ως εκεί. Δεν έχω υποχρεώσεις τρομερές, δεν έχω ανοιχτεί σε επιχειρήσεις, δεν έκανα επενδύσεις, δεν έχω ρισκάρει ποτέ οικονομικά.
-Πιστεύεις ότι τα χρήματα που κατάφερες να κερδίσεις το προηγούμενο χρονικό διάστημα, δεν θα τα ξαναδείς;
-Εννοείται ότι δεν τα ξαναδώ ποτέ, εκτός κι αν γίνει κανά θαύμα. Αυτά τα λεφτά του παρελθόντος, πιστεύω πως δεν θα τα ξαναδεί κανείς. Και αυτό δεν είναι κάτι που αφορά μόνο τη δουλειά μου, αλλά την κοινωνία γύρω μας. Αν δεν έρθει ο κόσμος να πληρώσει για να σε δει στο θέατρο, προφανώς θα έχεις πρόβλημα κι εσύ. Είναι ένα κύκλος όλα αυτά, ένα ντόμινο. Ακόμη και εσύ να είσαι αλώβητος από αυτό το πράγμα, σίγουρα θα σε επηρεάσει αυτό που ζει ο διπλανός σου: Η στενοχώρια του, τα δάνειά του, το γεγονός ότι δεν τα βγάζει εύκολα πέρα.
-Θυμώνεις με όλα αυτά;
-Θυμώνω, αλλά δεν ξέρω με ποιον. Αυτό που ζούμε τώρα, είναι ένα πρόβλημα του συστήματος τα τελευταία 30 χρόνια.
-Η δική σου σχέση με τα χρήματα ποια είναι;
-Στη δουλειά μου τα διεκδικώ όσο γίνεται, προσπαθώ να τα χαίρομαι γιατί δεν θα τα πάρουμε και μαζί μας, αλλά μέχρι ενός ορίου γιατί δεν θέλω να βρεθώ και στο δρόμο. Είμαι και σπάταλη, αλλά μέχρι εκεί που με παίρνει. Τώρα πια προσέχω πολύ τις τιμές, ακόμη και στο σούπερμαρκετ. Μου κάνει εντύπωση μάλιστα που, ενώ συνεχώς απολύονται άνθρωποι και μειώνονται οι μισθοί μέχρι και στο μισό, οι τιμές δεν πέφτουν. Σε τοστάδικο που πήγαινα, από τότε που έσκασε η κρίση αύξησαν τα προϊόντα τους! Επίσης, επειδή κινούμαι με το μετρό, αφού είναι κοντά στο σπίτι μου, δεν καταλαβαίνω για ποιο λόγο αύξησαν την τιμή του εισιτηρίου και από 1 ευρώ το πήγαν 1.40, ενώ υπάρχει τόσο μεγάλη κρίση και ο κόσμος έχει σοβαρά οικονομικά προβλήματα να αντιμετωπίσει.
-Πως φαντάζεσαι τον εαυτό σου σε 10 χρόνια;
-Γεροντότερη και ελπίζω σοφότερη.
-Χωρίς γάμο και παιδιά;
-Μάλλον χωρίς, αλλά δεν το ξέρω κιόλας.
-Η σχέση σου με τα παιδιά πώς είναι;
-Τα λατρεύω πολύ, αλλά δεν έχω ζήσει πραγματικά με παιδιά, από το πρωί μέχρι το βράδυ, καλύπτοντας τις ανάγκες τους συνεχώς. Αυτό μου είναι λίγο φοβιστικό. Όταν, όμως, συναντιέμαι με παιδιά φίλων μου, έχω πολύ ωραία σχέση μαζί τους.
-Οι έρωτες σου τι σου έμαθαν, όλα αυτά τα χρόνια;
-Με έκαναν πιο ήρεμη. Το να ζεις κάτι που σε πληροί και εκπληρώνει τις ανάγκες σου για αγάπη και για έρωτα, συνήθως σε γαληνεύει.
-Πως λειτουργείς όταν ερωτεύεσαι; Ζηλεύεις;
-Και ζηλεύω και τρελαίνομαι, αλλά όχι σε σημείο που να φορτωθώ άσχημα στον άλλον. Αυτό που δεν αντέχω είναι να νιώσω ότι καταπιέζω κάποιον. Θέλω ο άλλος να είναι με τη χαρά του μαζί μου, να είναι μαζί μου επειδή γουστάρει πολύ και λαχταράει.
-Εσένα σ έχουν καταπιέσει ποτέ ερωτικά;
-Έχω κάνει υποχωρήσεις επειδή το ήθελα, για να χαρεί ο άλλος, αλλά αυτό δεν το εξέλαβα ως καταπίεση.
-Πώς ήσουνα στους χωρισμούς σου;
-Στο πάτωμα (γελάει). Κοίτα, ακόμη κι αν εσύ επιλέγεις να χωρίσεις, όταν με έναν άνθρωπο έχεις μοιραστεί πράγματα, είναι πάντα επώδυνο. Μπορεί να έχει φύγει ο έρωτας και η σχέση να χάλασε, αλλά αυτούς τους ανθρώπους συνεχίζεις να τους έχεις μέσα στην καρδιά σου.
-Διατηρείς επαφές με τους πρώην σου;
-Πιο πολύ με τις βασικές μου σχέσεις. Μόνο σε μία περίπτωση έχω διατηρήσει φιλία- και μάλιστα πολύ στενή φιλία. Στις άλλες έχω κρατήσει καλές σχέσεις, αλλά κολλητοί δεν ήμασταν ποτέ.
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό People, τον Ιούνιο του 2011.

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΠΕΡΡΗΣ: "ΟΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΣΤΑΡ ΤΕΛΕΙΩΣΑΝ"

Μόνο κάποιος με την ευφυΐα, το χιούμορ και την δημιουργική σκέψη του Βαγγέλη Περρή, θα μπορούσε να φαντάζεται το μέλλον της ελληνικής τηλεόρασης σαν σκηνή από ταινία του Στάνλει Κιούμπρικ.
Όταν δεν μοντάρει γράφει, όταν δεν γράφει έχει γύρισμα ή ραδιόφωνο, όταν δεν έχει γύρισμα ετοιμάζει το νέο τεύχος του Όλα ή την επόμενη εκπομπή στον ΑΝΤ1. Με ηρεμία, χωρίς καμία ενόχληση, χωρίς διακοπή σκέψης. Ούτε καν από τον ήχο κλήσης του κινητού τηλεφώνου- που δεν έχει. «Το κινητό δεν είναι επικοινωνία, είναι διακοπή της ομαλής ζωής του ανθρώπου. Η επικοινωνία μπορεί να επιτευχθεί με δεκάδες άλλους τρόπους», λέει από τον δεύτερο όροφο του γραφείο του στο Πρώτο Θέμα.
-Αν θα κάνατε έναν απολογισμό της φετινής τηλεοπτικής σεζόν, τι θα λέγατε;
-Ήταν η σεζόν που σήμανε το τέλος των σταρ που δεν κάνουν εκπομπή, αλλά μόνο παρουσιάζουν τον εαυτό τους. Τελείωσε η εποχή που έβγαινε κάποιος απλά και μόνο επειδή ήταν «επιτυχημένος παρουσιαστής», έδειχνε ο σκηνοθέτης τι ωραία χείλη, τι ωραία αυτιά, τι ωραία δόντια που έχει και εκεί τελείωνε και η εκπομπή. Αν δεν έχεις πια να παρουσιάσεις μία καλή εκπομπή, γερή, δυνατή, κανείς δεν πρόκειται να σε δει για τα ωραία σου τα μάτια. Φέτος, ευτυχώς μπήκε η ταφόπλακα σε αυτό το είδος της τηλεόρασης που μας ταλαιπώρησε από τη στιγμή που δημιουργήθηκε η ιδιωτική τηλεόραση στην Ελλάδα. Από την άλλη, ήταν ο θρίαμβος της βλακείας.
-Τι εννοείτε;
-Η βλακεία πλέον θριάμβευσε. Ακούσαμε πράγματα που δεν αντέχουν σε καμία κοινή λογική, πληροφορίες που δεν είχαν κανένα αντίκρισμα, συζητήσεις που ακόμη και παιδιά του δημοτικού αντιλαμβάνονταν ότι ήταν στημένες. Αν κάνεις τώρα ένα ζάπινγκ σε μικρά ή μεγαλύτερα κανάλια, θα δεις πράγματα τα οποία δεν αντέχονται από έναν τηλεθεατή που έχει μία οποιαδήποτε μίνιμουμ αντίσταση στο να χαύει οτιδήποτε του προσφέρεται.
-Εσείς τι δεν αντέχετε να παρακολουθείτε στην τηλεόραση;
-Τα δελτία ειδήσεων. Η ανοησία, η βλακεία, η αγραμματοσύνη, η μη δυνατότητα ουσιαστικής κριτικής των γεγονότων, αποθεώνεται στα δελτία ειδήσεων.
-Η Ρούλα και η Μενεγάκη δεν παραμένουν οι μεγάλες σταρ της ελληνικής τηλεόρασης;
-Οι μεγάλοι σταρ τελείωσαν. Αν δεις, οι εκπομπές που θριάμβευσαν φέτος, είναι καλές εκπομπές που έγιναν με ανθρώπους που δεν έχουν τα χαρακτηριστικά των μεγάλων σταρ. Ο Πούμπουρας και ο Βλάχος είχαν μία ιδέα που έχει δουλέψει παντού και αυτοί οι δύο άνθρωποι μπόρεσαν να την εξυπηρετήσουν, παρουσιάζοντας την με αξιοπρέπεια. Φέτος οι εκπομπές ήταν οι σταρ. Σταρ ήταν το Dancing, το Just the two of us, οι οποίες όμως χρειάζονται και έναν αξιοπρεπή παρουσιαστή ώστε να συνδυαστεί το καλό αποτέλεσμα. Ο Καπουτζίδης στο Just the 2 of us, δεν ήταν ο Καπουτζίδης του Παρά πέντε, αλλά ο Καπουτζίδης που έβαλε το ταλέντο του σε κάτι το συγκεκριμένο. Το ίδιο έκανε και η Ζέτα. Υπηρέτησαν και οι δύο το είδος της εκπομπής που τους είχε δοθεί. Παλαιότερα, οι παρουσιαστές είχαν αγαπημένη τους ατάκα «άσε, θα το πάρω εγώ επάνω μου», θεωρούσαν ότι θα έπρεπε να χορέψουν οι ίδιοι, να μιλήσουν για τη μάνα τους, τα συναισθηματικά τους και στην πραγματικότητα αυτό που βλέπαμε ήταν μία από τα ίδια. Αυτό έχει αλλάξει
-Ποιους βαρεθήκατε να βλέπετε στην τηλεόραση;
-Τους πανελίστες- αναμασούν τα ίδια πράγματα, βαριούνται, μερικές φορές χασμουριούνται και οι ίδιοι- και τους ανθρώπους εκείνους που προτιμούν να κρύβονται πίσω από το δάχτυλό τους παρά να αντιμετωπίζουν την κατάσταση κατάματα. Το δελτίο του Mega, που εμφανώς έχει ένα πρόβλημα τον τελευταίο καιρό, αντί να δει το πρόβλημα της επαφής του με τον κόσμο, προσπαθούν με πονηρά τερτίπια να το καλύψουν. Λένε, για παράδειγμα, ειδήσεις τη στιγμή που οι άλλοι έχουν διαφημίσεις ώστε να πάρουν καμιά μοναδούλα παραπάνω κι έτσι δεν κάνουν ουσιαστικές αλλαγές στην πλεύση τους.
-Σας κούρασαν οι πρωινές εκπομπές;
-Δεν τις βλέπω πια, ενώ ήμουν άνθρωπος που τις έβλεπε από επαγγελματική διαστροφή και επειδή ήταν διασκεδαστικές.
-Τώρα δεν είναι;
-Όχι. Είναι όλοι σε μία απίστευτη τσίτα που καταλαβαίνουν ότι το βαπόρι βουλιάζει, πιάνονται από τα μαλλιά τους προσέχοντας μήπως χαλάσουν την κόμμωση. Αυτό είναι τόσο βαρετό και τόσο πολύ εκτός εποχής. Πλήττεις θανάσιμα.
-Γιατί δηλώσατε ότι «η Μενεγάκη κάνει κάθε χρόνο χειρότερη εκπομπή»;
-Στην Ελένη λείπει η φρεσκάδα του ξέγνοιαστου που είχε, μου δίνει την εντύπωση ότι αυτό που ήταν αυθόρμητο τώρα πια είναι μελετημένο- οι απορίες, η πλάκα, το γέλιο- και πιστεύω ότι κάθε χρόνο η εκπομπή της, για διάφορους λόγους, έχει μικρότερη σκαλέτα. Αν τα θέματα, πριν από τρία χρόνια, ήταν μία σελίδα, τώρα είναι μία γραμμή: Έχουμε έναν γιατρό, δύο έρευνες, λέμε τα περιοδικά και εκεί τέλειωσε η εκπομπή. Όταν όμως αυτό διαρκεί τρεις ώρες, είναι βαρετό. Δεν μπορεί να το σώσει οποιοσδήποτε παρουσιαστής, όσο χαρισματικός κι αν είναι. Αν απέναντι βρεθούν τρεις εκπομπές με μία φρέσκια ιδέα και νέα πρόσωπα, θα διαλύσουν ό,τι υπάρχει απέναντι.
-Ένα νέο μοντέλο πρωινής εκπομπής, όπως το να παρουσιάζει ο Γιώργος Παπαδάκης, για 5 ώρες, το πρωινό πρόγραμμα του ΑΝΤ1, πιστεύετε πως θα πήγαινε καλά;
-Δεν νομίζω να το άντεχε κάποιος τηλεθεατής αυτό. Η λύση θα ήταν το ακριβώς αντίθετο: Μικρές εκπομπές βασισμένες σε καινούργιες και ωραίες ιδέες, όπως συνέβη με το Master Chef. Κάθε χρόνο, όμως, ανοίγονται και παγίδες στις οποίες πέφτουν οι επόμενοι. Φέτος ήταν οι Ράδιο Αρβύλα. Τα περισσότερα κανάλια θεώρησαν ότι αν βρουν δύο τρεις ή τέσσερις νεαρούς που να κάνουν μεταξύ τους πλάκα γιατί είναι σαν παρέα, αυτό μπορεί να τους κάνει να έχουν επιτυχημένες εκπομπές. Τραγικότερο παράδειγμα τα Ρεκόρ Γκίνες, όπου βλέπεις τρεις ανθρώπους- οι οποίοι κατά τα άλλα είναι συμπαθέστατοι- να λένε αστεία τα οποία δεν είναι αστεία και δεν λέγονται. Καμία μελέτη, κανένα αυθεντικό και αυθόρμητο χιούμορ. Αυτό έκανε κακό και στους τρεις και στην εκπομπή.
-Η τηλεόραση θα είναι διαφορετική του χρόνου;
-Θα είναι κάτι χειρότερο: Ένα πράγμα που μπορεί να οδηγήσει και σε μία πολύ κακή σχέση του τηλεθεατή με την τηλεόραση, να τον απομακρύνει και, επειδή δεν υπάρχει εναλλακτική λύση, θα τον υποχρεώσει να την παρακολουθεί όπως στο Κουρδιστό Πορτοκάλι. Δηλαδή, δεν θα θέλεις να δεις τηλεόραση αλλά, επειδή δεν θα χεις τίποτε άλλο, θα είναι τα μάτια σου ανοιχτά, θα σου βάζουν κολλύριο και θα επιμένουν να παρακολουθείς ένα θέαμα το οποίο το μόνο που θα σου δημιουργεί θα είναι πρόβλημα.
-Στην καθημερινότητά σας είστε μοναχικός άνθρωπος;
-Δεν είμαι ιδιαίτερα κοινωνικός, είμαι περισσότερο της απομόνωσης. Διασκεδάζω πάρα πολύ καλά και μόνος μου, το ευχαριστιέμαι, παίζοντας με πράγματα τα οποία τις περισσότερες φορές, ο άλλος δεν μπορεί να τα καταλάβει: Με στρατιωτάκια, με αεροπλανάκια, με Μίκυ Μάους.
-Περάσατε μελαγχολίες στη ζωή σας;
-Βέβαια. Πάρα πολλές. Σαν τύπος τα έπαιρνα πολύ βαρύτερα τα πράγματα από ότι είναι στην πραγματικότητα και, προκειμένου να το αντιμετωπίσω αυτό, από πιτσιρικάς, όταν το ένιωσα αυτό στα 12 με 13 μου χρόνια- επειδή έβλεπα ότι δεν ήμουν ευτυχής με αυτό και καταλάβαινα ότι αν συνέχιζα έτσι θα έγερνα από την άλλη μεριά-, σκέφτηκα ότι θα πρέπει να αρχίσω να κοροϊδεύω όλα αυτά τα οποία με μελαγχολούν, με θλίβουν και με βαραίνουν. Ήταν μία διαδικασία εξισορρόπησης. Το έκανα συνειδητά και το δούλεψα μόνος μου.
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό People, τον Ιούνιο του 2011.

ΜΑΚΗΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ: "ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΔΥΣΚΟΛΟ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ ΕΝΑ ΚΥΝΗΓΟΣΚΥΛΟ, ΚΑΝΙΣ ΣΑΛΟΝΙΟΥ"


Στα γραφεία της zougla, στην Κηφισιά, δοκιμάζουμε το «μαγικό μπλουζάκι» που, μέσα σε δέκα μόνο λεπτά, μπορεί να καταπραΰνει πόνους, να σε κάνει να αισθανθείς δυνατός, να αποκτήσεις φυσικές δυνατότητες που, μέχρι τότε, πίστευες πως μόνο τα μικρά παιδιά διαθέτουν. «Θεωρώ ότι ήταν ένα από τα μεγαλύτερα ρεπορτάζ της ζωής μου, εξαιτίας ενός προϊόντος που, ενώ είχε ανακαλυφθεί στη Γαλλία, είχε αποσιωπηθεί», λέει ο δημοσιογράφος και εκδότης στο People. «Όταν σιγουρεύτηκα ότι είναι ένα “μαγικό”, ένα απίστευτο προϊόν, πειραματίστηκα, βεβαιώθηκα και το έβγαλα προς τα έξω. Η νανοτεχνολογία είναι υπόθεση του μέλλοντος και είμαι σίγουρος ότι υπόσχεται πάρα πολλά για την ποιότητα της ζωής των ανθρώπων». Κάθεται στο γραφείο του με θέα την Πάρνηθα που, μέσα από ένα τηλεσκόπιο, που είναι τοποθετημένο στο κέντρο του, μπορεί να παρατηρήσει ακόμη και τα τελεφερίκ που ανεβαίνουν στο καζίνο, τα σπίτια στους πρόποδες, την ανάσα της πόλης.  
-Πόσο καιρό μπορείτε να αντέξετε εκτός τηλεόρασης;
-Για όλη μου τη ζωή! Δεν ήμουν ποτέ εξαρτημένος από την τηλεόραση. Η αίσθηση που έχω γι αυτήν, είναι εκείνη του εργαλείου. Δεν μου έλειψε ποτέ, ίσως και λόγω της επιτυχίας του zougla.gr επειδή αυτό είναι ένα εργαλείο ραδιοτηλεοπτικό: Είναι μία εφημερίδα, μία τηλεόραση, ένα ραδιόφωνο και έτσι δεν έχεις την αίσθηση ότι σου λείπει αυτή καθαυτή η τηλεόραση. Ίσως γιατί έχω συνηθίσει να ανεβαίνω στα τρένα που πρόκειται να ταξιδέψουν και αυτό προφανώς- η τηλεόραση- είναι ένα τρένο που πάει για απόσυρση. Άλλωστε, με τα εργαλεία δεν ήμουν ποτέ συναισθηματικά δεμένος, μόνο με τους ανθρώπους. Περισσότερο δένομαι με την κάμερα και την φωτογραφική μου μηχανή, παρά με το ίδιο το Μέσον.
-Πώς σας επηρέασε προσωπικά η κατάσταση στο Alter;
-Δεν μπορώ να πω ότι με επηρέασε σε σχέση με το ίδιο το κανάλι, παρόλο που με στενοχώρησε το γεγονός ότι αναγκάστηκε να κλείσει. Γιατί ήταν ένας χώρος που τον είχα συνηθίσει και αγαπήσει- πάντοτε σε συνάρτηση με τους συνεργάτες μου. Αυτό που με στενοχώρησε πολύ ήταν να βλέπω τους συνεργάτες μου ταλαιπωρημένους, απλήρωτους και απελπισμένους.
-Είναι αλήθεια ότι εσείς προσωπικά έχετε να πληρωθείτε από το κανάλι εδώ και ένα χρόνο;
-Ναι, από πέρσι το Μάιο έχω να πληρωθώ. Εγώ δεν ήθελα να δημοσιοποιηθεί αυτό, αλλά συνέβη. Όχι για λόγους πρεστίζ, αλλά για να μην θεωρηθεί ότι, μέσα στην γενικότερη ανέχεια και τη δυστυχία των ανθρώπων, εγώ προέβαλα την δική μου αμοιβή. Από πέρσι το Μάιο όχι μόνο δεν πληρωθήκαμε, αλλά πληρώσαμε και το Φ.Π.Α του συμβολαίου, που είναι πάνω από 200 χιλιάδες. Είναι λεφτά που δώσαμε από την τσέπη μας, χωρίς να πάρουμε την αμοιβή της παραγωγής.
-Δεν απαιτήσατε τα χρήματά σας;
-Δεν απαίτησα τίποτα. Δούλευα με την ελπίδα ότι θα συνεχίσουν να πληρώνουν τους συνεργάτες μου, πιστεύοντας ότι κάποια στιγμή θα λυθεί το πρόβλημα.
-Ο Κώστας Χαρδαβέλλας δήλωσε στο People ότι αισθάνεται θυμωμένος και προδομένος από αυτή την κατάσταση. Εσείς;
-Ούτε προδομένος αισθάνομαι, ούτε θυμωμένος. Θεωρώ ότι οι παράπλευρες απώλειες σε έναν βρώμικο πόλεμο, όπως είναι αυτός της τηλεόρασης, είναι δεδομένες και επομένως πρέπει να τις λαμβάνεις υπόψιν σου πριν δώσεις τη μάχη σου. Προδομένος αισθάνεσαι από αυτούς που αγαπάς και αυτοί που αγαπάω- και είναι οι συνεργάτες μου- δεν με πρόδωσαν ποτέ.
-Ποτέ δεν προδοθήκατε από συνεργάτες σας;
-Μεμονωμένα. Γενικά, το κλίμα της ομάδας ήταν πάντα ευχάριστο.
-Σκέφτεστε να κινηθείτε νομικά εναντίον του Alter, για να πάρετε τα δεδουλευμένα σας;
-Όχι. Δεν μπορώ να το κάνω, γιατί δεν το κανα προσωπικά ποτέ. Είμαι ένας δέκτης μηνύσεων και δεν είμαι ποτέ ο πομπός- ούτε μηνύσεων ούτε αγωγών.
-Είχατε πρόταση συνεργασίας από άλλα κανάλια, αυτό το διάστημα;
-Δεν πρόλαβα να έχω πρόταση, γιατί η ιστορία αυτή είναι πολύ νωπή ακόμα. Και δεν νομίζω να υπάρχει η ευκαιρία και η δυνατότητα συνεργασίας με άλλα κανάλια γιατί, σε όλο αυτό το διάστημα της δημοσιογραφίας που έκανα, έχουν στενοχωρηθεί πολλοί καναλάρχες μαζί μου. Επομένως, το βρίσκω πολύ δύσκολο να μπορέσουν να συνεργαστούν.
-Σε κανένα κανάλι;
-Πιστεύω πως όχι. Από αυτά που υπάρχουν, δεν νομίζω ότι θα υπήρχε πιθανότητα να εργαστώ εκεί.
-Αντίστοιχα, το κλείσιμο του Veto σας στεναχώρησε;
-Όχι, γιατί δεν με ακούμπησε πολύ η παρέα. Θα με στενοχωρούσε αν η παρέα με συγκινούσε. Η ιστορία είναι όμορφη, όταν σε συγκινεί η παρέα.
-Νερό στο κρασί σας έχετε βάλει ποτέ, λόγω των συνεχών παρεμβάσεων;
-Όχι. Μπορεί να συμβιβαστείς στιγμιαία με την αδυναμία του ιδιοκτήτη του Μέσου, δηλαδή να μην τον πυροβολήσεις εάν δεν έχει κάνει κάτι κακό ή κάτι πολύ σοβαρό, αλλά σε σχέση με τα θέματα και τη θεματολογία μου, δεν έβαζα ποτέ νερό στο κρασί μου. Ακόμη και αν επρόκειτο για τον καλύτερο φίλο του αφεντικού. Είμαι λίγο ανάποδος άνθρωπος. Εγώ το διασκέδαζα διαφορετικά. Έβλεπα αντίστροφα τα πράγματα: Κάθε φορά που μου έλεγε «μην παίξεις αυτό το θέμα», έβλεπα τις δικές του αδυναμίες και όχι τη δική μου να προβάλω το θέμα. Και το προέβαλα. Είχα πάντα τον τρόπο μου να ξεφεύγω και να το δημοσιοποιώ. Και αυτή είναι και η γοητεία της δημοσιογραφίας: Όλος ο αγώνας στη δημοσιογραφία, από την ύπαρξή της μέχρι σήμερα, είναι να μην βγουν τα θέματα όχι να βγουν.
-Τι κόστος είχατε σε αυτό;
-Ψυχικής ταλαιπωρίας, φθοράς, στενοχώριας. Γιατί, όταν έχεις ένα θέμα, εσύ θες να βγάλεις το θέμα σου. Δεν συμμερίζεσαι την αγωνία του ιδιοκτήτη του Μέσου. Το κόστος βέβαια είναι η καθημερινή παρουσία στα δικαστήρια.
-Χάσατε φίλους ή ανθρώπους που ήταν πάρα πολύ κοντά σας, λόγω της δουλειάς σας;
-Ναι, έχασα πολλούς φίλους μέσα από αυτή την καθημερινή τριβή της δημιουργίας και της δημοσιότητας- για πάρα πολλούς λόγους. Ο κυριότερος λόγος πάντως που έχασα φίλους είναι γιατί δεν άντεξαν. Δεν είναι εύκολο να αντέξεις στην πειθαρχία. Και η πειθαρχία είναι να βγάζεις το θέμα σου αδίστακτα, να είσαι ειλικρινής και, πάνω απ όλα, κύριος. Δηλαδή, βλέποντας τη δυνατότητα που σου προσφέρει η εξουσία σου, να μην την μεταχειρίζεσαι. Και να μην την μετασχηματίζεις σε χρήμα, σε αρπαχτή. Αυτό είναι το σημαντικότερο και η γοητεία για έναν δημοσιογράφο.
-Προσπάθησαν να σας χρηματίσουν, όλα αυτά τα χρόνια;
-Όχι πάρα πολλές φορές. Μάλλον γιατί είχα πάρα πολύ κακή φήμη και δεν πλησίαζαν εύκολα. Ούτε άμεσα ούτε έμμεσα. Υπήρξαν τρεις τέσσερις περιπτώσεις και μία δύο φορές το δημοσιοποίησα.  
-Θα προτιμούσατε να μην είστε αναγνωρίσιμος;
-Το να σε αναγνωρίζουν, για μένα έχει περισσότερες ευθύνες. Αλλά χρειάζεται, με την πάροδο του χρόνου, να μετασχηματίζεται αυτό σε σοφία και σε ωριμότητα. Θα προτιμούσα ίσως να έχω απαλλαγεί από ορισμένες από τις δυσάρεστες συνέπειες της αναγνωρισιμότητας, όπως το ότι δεν μπορείς να χαρίσεις ήρεμα το χρόνο σου στους δικούς σου ανθρώπους- γιατί πάντοτε περιβάλλεσαι από «δικούς σου ανθρώπους» όταν ο άλλος σε αισθάνεται σαν τον αδερφό του, σαν το πατέρα του, σαν τον γκόμενό του. Αυτά είναι αναπόφευκτα. Θυμάμαι μία στιγμή, όταν βρισκόμασταν στη Σιένα με το γιο μου, την περίοδο που ήταν εκεί πρωτοετής φοιτητής, που τον είχα αγκαλιά και γυρνάγαμε τα στενά δείχνοντας του τα μυστικά της πόλης. Πέσαμε σε ένα γκρουπ από έλληνες τουρίστες και θυμάμαι μία κυρία που είχε πει σε μία άλλη «έλα Σοφία, τρέχα! Ο Τριανταφυλλόπουλος αγκαλιά με ένα τεκνό!».
-Αν σας πει η μεγαλύτερή σας κόρη «μπαμπά, θέλω να γίνω δημοσιογράφος», θα την αποτρέψετε;
-Θα της πω «περπάτησε και γίνε. Βγάλε τα τακούνια σου, βάλε στρωτό παπουτσάκι γιατί έχει πολύ τρεχάλα, πολλή δουλειά και ξεκίνα!».
-Υποφέρουν οι συνεργάτες σας όταν εργάζονται για ένα ρεπορτάζ που τους έχετε αναθέσει;
-Πιστεύω ότι υποφέρουν. Θεωρώ, όμως, ότι είμαι πρότυπο για τους συνεργάτες μου: Έρχομαι πρώτος στο γραφείο, γύρω στις 8 το πρωί, φεύγω τελευταίος, γύρω στις 2 τα ξημερώματα, στις δύσκολες αποστολές μπαίνω πάντα μπροστά και δεν έχω ούτε Σάββατα ούτε Κυριακές ούτε αργίες ούτε γιορτές ούτε απεργίες- γιατί πιστεύω ότι οι δημοσιογράφοι, τα ασθενοφόρα και η πυροσβεστική δεν απεργούν ποτέ.
-Γίνατε πλούσιος από τη δουλειά σας;
-Έκανα λεφτά από καραμπόλα, όπως συνέβη με το επεισόδιο στο «Πρώτο Θέμα». Τα πολλά χρήματα κερδήθηκαν μόνο από τις καραμπόλες και, όπως είδατε, τα μετασχημάτισα σε έργο δημοσιογραφικό. Το αποτέλεσμα ήταν να αρχίσω πάλι από την αρχή, με τις ίδιες αγωνίες της καθημερινότητας και του μεροκάματου. Λίγο πιο άνετα όμως από την πρώτη φορά που ζωγράφιζα βιβλία αγγλικών για να επιβιώσω και να γίνω δημοσιογράφος ή όπως τότε  που δούλευα σε ένα ιταλικό εργοστάσιο ρούχων στην Πάτρα.
-Φτωχικά μεγαλώσατε;
-Με μέτρο. Ήμουν γιος δημοσίου υπαλλήλου- αστυνομικός ο πατέρας μου- και αυτό που θυμάμαι είναι ότι, όπου κι αν πηγαίναμε, μας έλεγε «δεν θα ζητήσετε τίποτα αν δεν μας φτάνουν τα λεφτά».
-Αυτό προσπαθείτε να μάθετε και στις δύο κόρες σας;
-Ναι. Το μέτρο. Δεν είναι εύκολο να πεις «όχι» στα παιδιά σου αλλά, αν δεν το κάνεις, τα πράγματα θα είναι δυσκολότερα μετά. Κι έτσι, έχω μάθει να τους περνάω το μήνυμα χωρίς να χρειάζεται καν να πω «όχι». Πρέπει να μάθουν να ζουν λιτά και αντιλαμβανόμενες ότι γύρω υπάρχει ανέχεια και δυστυχία.
-Μετανιώσατε ποτέ που γίνατε δημοσιογράφος;
-Ποτέ. Ταύτισα τη δουλειά μου με τη χαρά της δημιουργίας και την ικανοποίηση. Κι έτσι δεν ήταν ποτέ αγγαρεία.
-Φτάσατε ποτέ στο σημείο να την εγκαταλείψετε ή έστω να το σκεφτείτε;
-Πιστεύω ότι είναι πολύ δύσκολο ένα κυνηγόσκυλο να το κάνεις κανίς σαλονιού. Δεν θα μάθει ποτέ να συμπεριφέρεται έτσι. Κι έτσι έχω μάθει να τεντώνω τα αφτιά και την ουρά μου.
-Ωστόσο, κάποιοι σας κατηγορούν ότι είναι αθέμιτο να χρησιμοποιείται κρυφές κάμερες στη δουλειά σας.
-Δεν ασχολούμαι μαζί τους διότι νομίζω ότι κινούνται από ταπεινά ελατήρια και τα κίνητρα τους είναι τουλάχιστον γκρίζα και ύποπτα. Στον πλανήτη, η κρυφή κάμερα είναι καθεστώς- σε όλα τα Μέσα, σε όλα τα κανάλια, παντού. Το να υποστηρίζουν κάποιοι αυτή τη θέση είναι δικό τους πρόβλημα, όχι δικό μου.
-Εσείς φοβάστε ότι μπορεί να σας παρακολουθούν; Το κινητό σας, τις κινήσεις σας;
-Χαίρομαι ιδιαίτερα διότι το κινητό μου έχει, μερικές φορές, μεγαλύτερη ακροαματικότητα από τις εκπομπές μου. Το διασκεδάζω. Επόμενο είναι και να με κοιτάζουν και να με παρακολουθούν. Το αντιλαμβάνομαι πολλές φορές.
-Φοβηθήκατε ποτέ για τη ζωή σας;
-Αυτή την αίσθηση δεν την είχα ποτέ. Είναι σαν να ρωτάς τον Σούμαχερ αν φοβάται την ταχύτητα στην Φόρουλα 1- είναι κάτι με το οποίο ζει μαζί, το ενέχει και δεν το φοβάται.
-Έχετε μετανιώσει ποτέ, σε ανθρώπινο επίπεδο, όταν κάποιοι άνθρωποι, εξαιτίας των εκπομπών σας, έχουν ζημιωθεί στην καριέρα τους ή έχει σπιλωθεί το όνομά τους;
-Ξέρετε, δεν διασκεδάζω όταν ο άλλος υποφέρει εξαιτίας του ρεπορτάζ μου, αλλά υπάρχει πάντοτε μέσα μου μία ζυγαριά: η ζυγαριά της κοινωνικής προσφοράς. Όταν ξέρεις ότι ο άλλος έχει, για παράδειγμα, καταληστέψει τον κόσμο, όπως μπορεί να κάνει κάποιος γιατρός, μπορείς ποτέ να αισθανθείς αλληλέγγυος σε αυτόν; Αν σκεφτείς πόσα είναι τα θύματα ενός μεγαλογιατρού, ταυτίζεσαι με τα θύματα, ποτέ με το θύτη.
-Μισείτε κάποιους ανθρώπους;
-Όχι. Δεν μπορώ να μισήσω. Όσο κι αν θυμώσω, μετά από πέντε λεπτά το «μίσος» εξαφανίζεται. Δεν ξέρω τι λεκές είναι αυτός, αλλά δεν μένει. Στενοχωριέμαι πολύ όταν αναγκάζομαι να λυπάμαι ανθρώπους. Έχει συμβεί αρκετές φορές, αλλά c est la vie.
-Τι λείπει σήμερα απ τη ζωή σας;
-Ντρέπομαι να πω ότι μου λείπει κάτι, γιατί λείπουν τόσα πολλά πράγματα από τους υπόλοιπους που δεν θα μπορούσα να φανταστώ ότι μου λείπει κάτι. Εκείνο που μου λείπει είναι το χαμόγελο από τα πρόσωπα των ανθρώπων και η ευτυχία: Να περπατάνε αγκαλιά, να ερωτεύονται, να γελάνε, να σε πειράζουν, να αστειεύονται. Βλέπεις πια μια μελαγχολία στα πρόσωπα και την αγωνία της αβεβαιότητας- και αυτό με στεναχωρεί απίστευτα.
-Τι ανασφάλειες έχετε;
-Όλες τις ανασφάλειες που μπορεί να έχει κάθε άνθρωπος: Αν θα αρέσω στο κορίτσι μου, αν θα αρέσει η δουλειά μου στον εργοδότη μου, αν αυτό που κάνω έχει κάποια αξία, αν μπορώ να κάνω κάτι λίγο πιο σημαντικό απ το τίποτα.
-Έχετε φοβίες;
-Τον οδοντίατρο. Μόνο αυτόν φοβάμαι. Ακόμη και αν με βάλουν σε πύραυλο για να πάω στον Άρη, δεν φοβάμαι καθόλου, θα το απολαύσω. Αλλά δεν μπορώ τον οδοντίατρο. 
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό People, τον Μάιο του 2011. 

ΛΙΑΝΑ ΚΑΝΕΛΛΗ: "Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ, Ο ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ Ο ΓΙΟΣ ΜΟΥ"

Η Λιάνα είναι star- κι ας σιχαίνεται τέτοιους όρους «κλισέ» ή έξω από τη δική της ιδιοσυγκρασία και αντίληψη για τις καταστάσεις, τις εικόνες του κόσμου και των ανθρώπων που πιάνει στο σπινθηροβόλο πράσινό της βλέμμα. Στο café της Κηφισιάς την χαιρετάνε όλοι σαν να την ξέρουν χρόνια- κι ας είναι η πρώτη φορά που τη συναντούν-, τη ρωτάνε για το μεσοπρόθεσμο, την ακούν προσεκτικά, συμφωνούν, θυμώνουν, όλο «πέστα Χρυσόστομη» και «κράτα γερά» της λένε. Κι ας μην είναι ψηφοφόροι του ΚΚΕ. Βγάζει τα μαύρα της γυαλιά, κάθεται απέναντί μου, παραγγέλνει διπλό καφέ ελληνικό, ανάβει τσιγάρο, λέει πως είναι πολύ κουρασμένη, «μεγάλη η χάρη σου με τον πανικό που γίνεται» λέει και τραβάει την πρώτη ρουφηξιά.
-Πάντοτε λέγατε ότι είστε αισιόδοξη. Παραμένετε ακόμη και τώρα;
-Τη βαστάω την αισιοδοξία μου. Και επειδή τη βαστάω, είμαι και στα πεζοδρόμια, είμαι και στους δρόμους, είμαι και στα έδρανα, είμαι και στα κανάλια- και όπου μπορώ γκαρίζω. Παραμένω αισιόδοξη, με την έννοια ότι δεν γεννήθηκε ακόμα εκείνη η σούπερ νόβα καταστροφή που να μας παρασύρει όλους σε έναν όλεθρο, οπότε δεν θα συζητάγαμε καν τώρα. Όσο είμαστε ζωντανοί, πρέπει να είμαστε και αισιόδοξοι. Όμως, πολύ συγκρατημένα αυτή τη φορά. Γιατί είμαι και ανήσυχη και οργισμένη και ταυτόχρονα με ένα κομμάτι φόβου, το οποίο είναι όμως πάρα πολύ συγκεκριμένο.
-Τι αφορά αυτός ο φόβος;
-Στη νεότερη γενιά. Και δεν είναι ο φόβος μου πως δεν θα τα καταφέρει- γιατί εγώ πιστεύω ότι κάθε γενιά μπορεί να είναι καλύτερη από την προηγούμενη που, ούτως ή άλλως, το μέλλον της ανήκει. Δυστυχώς, όμως, βγαίνει σε μία τραγωδία ανεφοδίαστη. Αυτή γενιά δεν έχει ούτε ένα τραγούδι για τον νταλκά της να κρατηθεί, δεν έχει καμία επαφή με την κουλτούρα και την ποίηση που θα την έσωζε, δεν είχε ποτέ τη δυνατότητα να φτιάξει- και μην με παρεξηγήσει κανένας- ούτε ένα δικό της εμβατήριο. Της άλλαξαν τις έννοιες. Την πέρασαν από μία περίοδο καταναλωτικής ευδαιμονικής ύβρεως και τώρα βλέπεις να κόβονται τα φτερά της ευθέως ανάλογα με την πιστωτική της κάρτα. Και αυτό δεν φτάνει.
-Εσείς δεν έχετε χρέη, δάνεια, πιστωτικές κάρτες;
-Κάτι ψιλά σε μία κάρτα την οποία έχω για λόγους ανάγκης, για λόγους πρακτικούς, γιατί ανήκω σε εκείνους τους προνοητικούς που φωνάζουν 5 χρόνια τώρα «φυλαχτείτε, μαζευτείτε, κάντε άλλες ιεραρχήσεις». Θα σου πω κάτι. Εγώ αγαπάω τη θάλασσα, ψαρεύω και κατάφερα να έχω μία βάρκα πλαστική, 5 μέτρα, την οποία πήρα μεταχειρισμένη από έναν δικηγόρο- είναι αυτό που κατάφερα να κάνω δώρο στον εαυτό μου, για να μη με πει κανένας «σκαφάτη». Και επειδή ξέρω από «θάλασσες», τον ορίζοντα της θάλασσας τον έβλεπα, τη μύριζα τη θάλασσα, την άκουγα και φώναζα.
-Τώρα, λοιπόν, πώς πιστεύετε θα είναι το μέλλον;
-Το μέλλον θα είναι αυτό που θέλουμε να φτιάξουμε- γιατί δεν μας αφαιρώ το δικαίωμα να θέλουμε, να επιθυμούμε και να προσπαθούμε. Αν ξέρουμε τι μέλλον θέλουμε, θα ξέρουμε και αν το πετύχαμε ή δεν το επιτύχαμε.
-Συμμερίζεστε κι εσείς την άποψη ότι η χώρα είναι ήδη «υπό κατοχή»;
-Δεν θα χρησιμοποιήσω τον όρο «κατοχή», παρότι δεν διαφέρει καθόλου από αυτό που θα σου πω: Η χώρα είναι κάτω από ασφυκτική εξάρτηση, μειωμένης κυριαρχίας, καταχρεωμένη αλλά, για να σε προλάβω, γι αυτό δεν φταίνε οι ξένοι. Ο εχθρός ήταν, είναι και θα είναι πάντα εντός.
-Όταν περνάτε από τους αγανακτισμένους για να πάτε στη βουλή, πως συμπεριφέρονται σ εσάς; Σας ειρωνεύονται, σας προπηλακίζουν, όπως συμβαίνει με άλλους βουλευτές;
-Λένε «χώστα, βάστα, κράτα!». Εσχάτως, ακούω και το «κουράγιο» και, επειδή πλησιάζω και τα 60, αισθάνομαι λίγο «μάνα κουράγιο» (γελάει). Χθες βράδυ, ήμουν στημένη στη μέση του δρόμου και μαζεύτηκε τόσος κόσμος που το BBC θα νόμιζε ότι έχουμε κάποια διαδήλωση. Πρώτον, η σχέση μου με τον κόσμο δεν είναι τωρινή- είναι 40 χρόνια και μπορείς να γυρίσεις πίσω και να με τσεκάρεις. Και δεύτερον, για να μαστε και ειλικρινείς, σε εποχές δυσπιστίας, από τις επιλογές μας κρινόμαστε. Εγώ άφησα τα πολλά λεφτά της τηλεόρασης, για τα λίγα της πολιτικής με το ΚΚΕ. Επομένως, εξ ορισμού, κατέβηκα οικονομικά σκαλιά και ήταν φυσικό να ανέβω τα ηθικά.
-Προλάβατε τουλάχιστον να γίνεται πλούσια τότε, με τα λεφτά της τηλεόρασης;
-Δεν είσαι καλά! Πως θα συντηρούνταν η «Νέμεσις» που τώρα δεν μπορεί; Έφτιαξα ένα σπίτι, που τώρα έχω το μισό- το άλλο μισό το έχει το παιδί μου-, έχω ένα αυτοκίνητο smart, την πλαστική βάρκα που σου έλεγα προηγουμένως και 4 στρέμματα κατσάβραχο στο χωριό, στο Γεράκι της Σπάρτης, απ τη γιαγιά μου. Το σπίτι μου μάλιστα το ξεχρέωσα μόλις τον Σεπτέμβριο του 2010.
-Μετά από πόσα χρόνια δανείου;
-15. Στις 29 Σεπτεμβρίου 2010 ήμουν πολύ ευτυχισμένη, πανηγύριζα, έλεγα «ξεχρέωσα σήμερα το σπίτι!». Σκεφτόμουν μάλιστα προηγουμένως μήπως έχτιζα και κανά μικρό για να αποσυρθώ στο Γεράκι, αλλά αυτή τη σκέψη την εγκατέλειψα από τις εκλογές του 2009. Παραμονή των εκλογών είπα «που πας τώρα να δανειστείς; Άστο!».
-Αν σας πει ο γιος σας, ο Γαβριήλ, όπως λένε πολλοί νέοι, ότι θέλει να πάει να ζήσει μόνιμα στο εξωτερικό, τι θα του πείτε;
-Είμαι πολύ τυχερή, γιατί ο γιος μου θέλει να μπει σε ελληνικό πανεπιστήμιο και να ζήσει φοιτητική ζωή εδώ. Είναι 16 ετών και κάτι μήνες. Αν ξαφνικά αλλάξει απόφαση στα 20 ή στα 22 του, πάει να πει ότι θα έχουμε χάσει πάρα πολύ χρόνο όλοι οι υπόλοιποι απ το να προσπαθήσουμε να κρατήσουμε εδώ αυτά τα παιδιά.
-Δεν τον αποτρέπετε να μείνει εδώ, με όλα όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα;
-Άμα αρχίσουν να φεύγουν όλοι οι Γαβριήλ της χώρας, σε αυτή τη φάση, για να αναζητήσουν αλλού ένα καλύτερο μέλλον, τότε θα γυρίσουν ως τι; Ως μεγάλοι ευεργέτες για την πατρίδα; Δεν λέω πως δεν θα υπάρξουν απελπισμένοι που δεν θα πάνε στο εξωτερικό- αλλά αφού το έχουν παλέψει γερά εδώ- αλλά η φυγή δεν μπορεί να είναι η εύκολη λύση! Πατριώτης είναι αυτός που θα κάτσει να παλέψει και να ανατρέψει ενδεχομένως την πολιτική που τον έφερε σε αυτή την κατάσταση.
-Εκτός βουλής μιλάτε καθόλου με τον Γεωργιάδη, τον Πλεύρη ή τον Τσίπρα;
-Λέμε «καλημέρα». Εγώ συνηθίζω να λέω «καλημέρα» ακόμη και στον χειρότερο εχθρό μου- και δεν εννοώ αυτούς. Ενίοτε μπορεί να δημιουργώ και ένα αίσθημα παρεξήγησης, με τις πολλές «καλημέρες» που λέω.
-Δεν βαριέστε μέσα στη βουλή;
-Συνεχώς. Διότι ο τρόπος που λειτουργεί η βουλή είναι ατελέσφορος. Ακόμη και για αυτό που η ίδια θέλει να παράξει. Στη βουλή, δυστυχώς, δεν παράγεται πολιτική, διαπιστώνεται και καταγράφεται πολιτική. Και αποφασίζει η εκάστοτε διαμορφωμένη κυβερνητική πλειοψηφία. Η πολιτική τείνει να γίνει μία απέραντη παγκοσμιοποιημένη μη κυβερνητική οργάνωση και να αφεθεί η κυβέρνηση σε καθηγητές οικονομικών, μεγάλους οίκους αξιολόγησης, τραπεζίτες. Ταξικό είναι το ζήτημα. Στην παγκοσμιοποιημένη κοινωνία φτάσαμε σε Κολοσσαία: Άρτος και θεάματα. Αναρωτιέμαι: Θα φοράω Tods και θα ενισχύω το Κολοσσαίο;
-Ωστόσο, υπάρχει κάτι που να σας κάνει ευτυχισμένη σήμερα;
-Τα πάντα! Ζωντανούς ανθρώπους να δω, μία ωραία «καλημέρα» ν ακούσω, ένα μάτι ζωντανό να αντικρύσω, πέντε ανθρώπους που βγάζουν πέρα την κατάθλιψη με τον ελληνικό τρόπο δηλαδή παρέα, τραπεζάκια έξω- γιατί ο ελληνικός τρόπος δεν έχει κρεβάτι ψυχαναλυτή-, και είμαι καλά. Έχεις μισό ευρώ εσύ; Έχω κι εγώ άλλο μισό. Τι θα κάνουμε; Θα μοιραστούμε πορτοκαλάδα στα δύο. Κι ας βάλει ο άλλος ΦΠΑ 120%! Πώς να μην είμαι ευτυχισμένη; Που θυμούνται οι φίλοι τους φίλους; Που βλέπω στους δρόμους τρικάβαλα, γιατί είναι ακριβή η βενζίνη; Άκουσε να δεις. Δεν είναι οι πλειοψηφίες που κάνουν την ευτυχία. Οι φωτισμένες μειοψηφίες την κάναν πάντα. Μια ζωή.
-Είστε πάντα περιτριγυρισμένη από κόσμο. Σας λείπει καθόλου η μοναξιά;
-Καταρχήν, μου λείπει ύπνος, κοιμάμαι λίγο, είμαι άνθρωπος των 5 ωρών. Γιατί, το βιολογικό μου ρολόι, 6 παρά τέταρτο όρθια μ έχει- και Σάββατα και Κυριακές. Δεν με πειράζει όμως. Θα κοιμηθώ τον αιώνιο όπως όλοι (γελάει). Η μοναξιά, μου λείπει κάπου κάπου. Όσο περνάει ο καιρός, λίγο παραπάνω, ένα δίωρο περισυλλογής. Αλλά, πίστεψέ με, δεν μου φταίει ο κόσμος γύρω μου. Μου φταίει το μέσα μου που με κυνηγάει. Γιατί θεωρώ ότι είναι πολυτέλεια ο κόσμος να χάνεται κι εγώ να περισυλλέγομαι σε μία γωνία. Αυτό περιμένω τώρα: Μπας και ξεκλέψω αυτές τις 10 μέρες που ξεκλέβω πάντα το Καλοκαίρι, να έχω την πετονιά κι αντί να ακούω οτιδήποτε άλλο, να ακούω το τσικ τσικ από το λιθρινάκι στην άκρη.
-Χρόνο για το γιο σας έχετε;
-Τον έχω. Αλλά, όταν υπάρχει ελεύθερος χρόνος είναι μόνο δικός του. Γιατί, το τελευταίο πράγμα που θέλω, είναι να μου κάνει παρέα και baby sitting. Το βρίσκω ανώμαλο. Να βγαίνει έξω θέλω, να βγαίνει με τους φίλους του- και ευτυχώς είναι κοινωνικό παιδί. Εμένα θα κάτσει να φυλάει; Επειδή αποτυγχάνει το σύστημα, θα κάνω το παιδί μου, στα 16 του, γηροκομητή μου; Το σιχαίνομαι! Χειρότερο πράγμα από ανελεύθερα παιδιά και κυρίως αναγκασμένα να ζουν με τους γονείς, δεν υπάρχει. Το παιδί πρέπει να είναι μαζί μου όταν θέλει, όποτε θέλει και σε καμιά πάρα πολύ μεγάλη ανάγκη, για λόγους ηθικής στήριξης περισσότερο, παρά οτιδήποτε άλλο.
-Κάνετε παρέα με τους φίλους του;
-Οι φίλοι του με θέλουν, γιατί είμαστε όλο «έλα ρε φίλε». Πάω εγώ με τα ενδιαφέροντά τους, γιατί είναι ο καλύτερος τρόπος για να αισθάνομαι εγώ καλά. Είμαι 16 χρόνων μέσα μου, επομένως αυτό μου είναι πάρα πολύ εύκολο. Αλλά μία φορά στο τόσο και τίποτε πέραν αυτού. Είσαι καλά; Οι νέοι θα βρουν μόνοι τους το δρόμο τους, μεταξύ τους. Εγώ το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να ενισχύω.
-Ο έρωτας παραμένει σημαντικό κομμάτι στη ζωή σας;
-Στην ηλικία μου, ο έρωτας είναι πολυτέλεια διανοητική. Κοίταξε, οι νέοι αντιμετωπίζουν τον έρωτα ως σπορ. Μία γυναίκα, όμως, μετά τα 50, κατά την άποψή μου σώφρων και στ αλήθεια θερμή, όπως εγώ, προτιμάει να αντιμετωπίζει τον έρωτα σαν κάτι που δεν είναι ΑΜΕΑ για τη ζωή της. Δεν θέλει να τον βλέπει ως ΑΜΕΑ τον έρωτα. Και επειδή δεν θέλει να τον βλέπει ως ΑΜΕΑ, δεν τον βάζει και σε αυτό που λέμε ψυχοδιανοητικό νάρθηκα.
-Και που μπαίνει τότε ο έρωτας;
-Άκουσε να δεις, αγάπη μου. Αυτή τη στιγμή, είτε γερνάς μαζί με παλιούς σου έρωτες και το ευχαριστιέσαι- και εις ανάμνησιν περνάς και πάρα πολύ ωραία- είτε, αν τον συναντήσεις μπροστά σου και είναι 20 ή 25 χρονών, σε κοιτάς στον καθρέφτη, λες «δόξα τω Θεώ, απέκτησα διά των ερώτων τη σοφία να τους αφήσω να προχωράνε χωρίς εμένα». Διότι αυτό το πράγμα που δεν καταλαβαίνω, είναι η βαμπίρ αντίληψη ότι οι άνθρωποι των 60 και των 65 μπορούν να ζουν τον έρωτα και να αιχμαλωτίζουν εικοσάρικα και εικοσιπεντάρικα. Ξέρω ότι αυτό είναι της μόδας, αλλά εγώ βαμπίρ δεν ήμουν ποτέ. 
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό People, τον Ιούλιο του 2011.

ΜΑΡΩ ΚΟΝΤΟΥ: "ΕΙΜΑΙ 75 ΧΡΟΝΩΝ, ΑΛΛΑ ΑΙΣΘΑΝΟΜΑΙ 40"


Μία από τις μεγάλες κυρίες του σινεμά και του θεάτρου, ζει την κάθε της μέρα σαν να είναι η πρώτη της νέας της ζωής.
Αγνώριστη. Με μαλλί εξαιρετικά κοντό, όχι πολύ γκρίζο, «απαραίτητο», μου λέει, «για το ρόλο που υποδύομαι στο Θέατρο Τέχνης, μία τραβεστί πόρνη στο “Αρχαιότερο επάγγελμα” που είναι μία αλλαγή στο σκηνικό μου», φοράει μαύρα ρούχα, σκουρόχρωμο φουλάρι και μαύρα γυαλιά με γκριζόμαυρο σκελετό. Συστηνόμαστε, με κοιτάει καλά-καλά, καθόμαστε σε ένα μικρό café στη στοά του βιβλίου, ψάχνει τον αναπτήρα της μέσα στην μαύρη τσάντα («που στο καλό τον έχω βάλει πια;»), δανειζόμαστε έναν από το κορίτσι της ασφάλειας στο χώρο που της τον χαρίζει, επειδή «είναι η κυρία Κοντού και είναι πολύ Κυρία», ανάβει τσιγάρο, το πρώτο από τέσσερα που θα ακολουθήσουν στην επόμενη μία ώρα που θα μιλούσαμε. «Συγνώμη που φοράω μαύρα γυαλιά, εγώ αντιπαθώ να μου μιλάνε άνθρωποι που καλύπτουν τα μάτια τους, αλλά έχω πάθει μία αλλεργία από το μακιγιάζ», λέει. Τραβάει μια βαθιά ρουφηξιά από το πρώτο τσιγάρο της, της μιλάω για τις ταινίες της, χαμογελάει. «Προτεραιότητα μου μέχρι σήμερα ήταν η ίδια η ζωή μου, αλλά μέσα σ αυτήν ήταν και η δουλειά μου. Δεν τα ξεχωρίζω. Το ένα είναι αλληλένδετο με το άλλο».
-Από παιδί θέλατε να γίνεται ηθοποιός;
-Το αρχικό μου όνειρο ήταν ο κλασσικός χορός, τελείωσα τη σχολή, πήρα μία υποτροφία για να συνεχίσω στο εξωτερικό, αλλά οικογενειακά και οικονομικά θέματα δεν με άφησαν ώστε να το συνεχίσω. Έτσι, ξεκίνησα με το χορό αρχαίας τραγωδίας του τότε Βασιλικού θεάτρου που ήταν κάτι συγγενικό με αυτό που αγαπούσα. Το ένα έφερε το άλλο. Μετά πήρα την άδεια σαν εξαιρετικό ταλέντο, άρχισαν οι προτάσεις για θέατρο και σινεμά. Η σημερινή μου πείρα μου λέει ότι δεν μπορείς να αποφύγεις ό,τι σου είναι γραμμένο. Αλλού ξεκίνησα, αλλού βρέθηκα- και αργότερα, όταν ασχολήθηκα με την πολιτική-, αλλά είμαι ευχαριστημένη.
-Το μέλλον σας το ονειρεύεστε μέσα στο θέατρο;
-Τώρα που μεγάλωσα δεν ονειρεύομαι το μέλλον, γιατί η ζωή μου έχει αποδείξει ότι εμένα μου τα φέρνει η τύχη κάπως τα πράγματα. Σαν να είναι γραμμένα. Το μόνο που ονειρεύομαι είναι να είμαι γερή, μέχρι τα βαθιά γεράματα. Από εκεί και πέρα, έχω πάρα πολλά ενδιαφέροντα: Ζωγραφίζω, γράφω, ταξιδεύω, έχω συγγενείς, φιλίες δυνατές. Η καθημερινότητά μου είναι απλή, σαν τη δική σας: Ξυπνάω συνήθως νωρίς, τρώω, ασχολούμαι πολύ με το σπίτι, μαγειρεύω πολύ και τα πάντα- η σπεσιαλιτέ μου είναι οι γλυκόξινες πιπεριές με κοτόπουλο-, μετά θα πάω βόλτες, θα γυμναστώ λιγάκι, για κανά δεκάλεπτο, θα φροντίσω τις γλάστρες μου και τα λουλούδια στη βεράντα μου.
-Που μένετε;
-Σε ένα ρετιρέ, δίπλα από το Γηροκομείο Αμπελοκήπων. Είμαι αεικίνητη. Να, τώρα, εδώ και δύο μέρες, φτιάχνω κεριά σε διακοσμητικά ποτηράκια για τις φίλες μου και το χαίρομαι ιδιαίτερα.
-Πάντα ήσασταν τόσο αισιόδοξη στη ζωή σας;
-Όχι. Γύρω στα 50 μου πέρασα δύσκολα, αναρωτιόμουνα ποια είμαι, που πάω, τι θέλω.
-Λόγω ηλικίας;
-Νομίζω, ναι. Μία κρίση ηλικίας πέρασα, λιγάκι καθυστερημένη. Υπήρξα τυχερή όμως που την έπαθα, γιατί έτσι αναγκάστηκα να ψαχτώ. Επειδή ήμουν ένα πάρα πολύ όμορφο κορίτσι, όταν άρχισαν στα 50 μου τα πρώτα σημάδια ταράχτηκα, δεν ήμουν προετοιμασμένη φαίνεται, όσο θα έπρεπε. Έβαλα τον εαυτό μου κάτω, συζητήσαμε πολλές φορές για πράγματα που είχα στο κεφάλι μου, για παιδικά τραύματα, για έρωτες, για διαζύγια και τότε ακριβώς άφησα το θέατρο διότι σκέφτηκα ότι, λόγω των ταινιών μου, δεν μπορούν να με φανταστούν σε κάτι άλλο και όλες οι προτάσεις ήταν μόνο για κωμωδία ή για επιθεώρηση. Κι έτσι, ασχολήθηκα με το δήμο της Αθήνας, με το «Μητέρα», με την πολιτική. Έγινε ένας ωραίος κύκλος, κέρδισα ένα μεγάλο κομμάτι αυτογνωσίας, συνειδητοποίησα ότι μεγάλωσα, έγινα πολύ ευχαριστημένη που είχα αυτή την ηλικία και αυτό το σουλούπι και ξαναβρέθηκα στην πηγή μου.
-Πως ήσασταν νέα;
-Είχα πολλές ανασφάλειες, επαγγελματικές, προσωπικές, ερωτικές. Τώρα δεν έχω καμία απολύτως ανασφάλεια, όλα βαίνουν καλώς τώρα. Ζω εν ειρήνη με τον εαυτό μου. Ό,τι με απασχόλησε μπήκε σε μία τάξη και απαντήθηκε. Είναι πολύ όμορφο να μεγαλώνεις και να περνάς ωραία.
-Παρακολουθείτε ταινίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, στις οποίες πρωταγωνιστήσατε;
-Μόνο για 5 λεπτά. Τις έχω χορτάσει πια. Ούτε φωτογραφίες κρατάω, ούτε αρχεία, ούτε τίποτα από εκείνη την εποχή, είμαι κατά των κειμηλίων και των αφιερωμάτων. Είμαι πολύ νέα ακόμη για να κρατάω ενθύμια, δεν με απασχολεί το παρελθόν. Μπορεί να λέει η ταυτότητα μου 75, αλλά εγώ αισθάνομαι 40.
-Υπάρχει κάποια αγαπημένη σας ταινία, από τις παλιές που παίξατε;
-Το «η δε γυνή να φοβήται τον άντρα», το «Μια Ιταλίδα στην Κυψέλη», μια δυο ταινίες με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα. Έχω κάνει 40 ταινίες, από αυτές οι 5 μόνο είναι αγαπημένες μου.
-Νοσταλγείτε καθόλου αυτά τα χρόνια;
-Καθόλου! Τίποτα δεν νοσταλγώ! Είμαι εδώ!
-Ούτε έρωτές σας;
-Καθόλου. Υπάρχουν στη μνήμη μου. Είχα σουξέ στους άντρες, άρεσα, αλλά αυτό δεν λέει κάτι. Και την Μέρλιν Μονρόε την είχαν κερατώσει και την Άβα Γκάντλερ και την Ελίζαμπεθ Τέιλορ.
-Κι εσάς;
-Σίγουρα, ναι.
-Δεν θα θέλατε σήμερα έναν σύντροφος;
-Όχι. Κι ούτε θέλω. Γιατί, άμα θέλεις, υπάρχουν. Εγώ θέλω ειδικών προδιαγραφών σύντροφο. Τώρα πια, σ αυτή την ηλικία, δεν δουλεύει η πρώτη ματιά, οι ορμόνες, δουλεύει λιγάκι η ηλικία, να έχεις έναν σύντροφο που να τα έχει βρει πολύ καλά με τον εαυτό του, να είναι ήρεμος, να έχει κατασταλάξει. Σ αυτή την ηλικία θέλεις σύντροφο, δεν θέλεις εραστή. Κι αυτό είναι λίγο δύσκολο.
-Ζήσατε μεγάλους έρωτες;
-Ασφαλώς. Και ήταν πολύ ωραία. Και αγάπησα και αγαπήθηκα και πρόδωσα και προδόθηκα, όλα είναι μέσα στη ζωή και όλα είναι πολύτιμες εμπειρίες. Και όλα, με το πέρασμα του χρόνου, τα βρίσκεις πια φυσιολογικά.
-Λείπει κάτι απ τη ζωή σας;
-Θα γίνω παιδί αν σου πω ότι θα ήθελα να είχα λίγα περισσότερα χρήματα για όταν απογεράσω, μήπως μου χρειαστούν. Γιατί είμαι μονίμως άψιλη. Τα σκορπάω, δεν είμαι καθόλου οικονόμα.
-Δεν είχατε βγάλει τα πολλά λεφτά, τότε, με τις ταινίες σας;
-Πήρα δύο σπίτια, το ένα που μένω και το άλλο που, κάποια στιγμή, πουλήθηκε όταν η μητέρα μου αρρώστησε από λευχαιμία και εγώ είχα πολλά έξοδα. Οπότε σήμερα έχω ένα σπίτι στο οποίο μένω και μία σύνταξη 800 ευρώ.
-Δεν έχετε ποτέ την επιθυμία για ένα παιδί;
-Ποτέ δεν μου έλειψε ένα παιδί. Ήξερα από πολύ νέα, από 20 χρόνων, ότι δεν μπορούσα να κάνω παιδιά και το είχα «φορέσει» ωραία στο κεφάλι μου, το είχα αποδεχτεί. Τότε είχα πολλές ασχολίες και, όταν μου το είπε ο γυναικολόγος, είπα «ε, και λοιπόν;». Μου είχε πει ο γιατρός «θα υιοθετήσεις, αν κάνεις έναν πετυχημένο γάμο». Δεν έκανα όμως πετυχημένο γάμο, οπότε δεν χρειάστηκε, ούτε σκέφτηκα ποτέ την υιοθεσία. Έχει παιδιά η αδελφή μου, έχει εγγόνια και αυτό είναι υπεραρκετό για μένα, τα έχω σαν δικά μου.
-Θα αλλάζατε κάτι από τη ζωή σας σήμερα;
-Θα ήθελα αυτή η εσωτερική ηρεμία που έχω τώρα, να μην διαταραχτεί με τίποτα. Τα βλέπω όλα όμορφα, κατανοώ τους ανθρώπους, τις δυσκολίες. Νομίζω, ένα άλλο επάγγελμα που θα μπορούσα να κάνω, είναι αυτό του ψυχολόγου. Διαβάζω πολύ εύκολα τους απέναντι, από τη στιγμή όμως που έμαθα πρώτα τα δικά μου.
-Χρειάστηκε να πάτε κι εσείς σε ψυχολόγο;
-Ναι, για ένα μικρό χρονικό διάστημα, όταν έχασα τη μητέρα μου. Εκεί τα βρήκα δύσκολα, γιατί εγώ μεγάλωσα χωρίς πατέρα. Πέθανε όταν εγώ ήμουν δύο ετών από φυματίωση, οπότε δεν τον είδα ποτέ, μόνο από φωτογραφίες. Με τη μητέρα μου ήμασταν πολύ δεμένες. Μου στοίχησε ο θάνατός της.
-Εσείς φοβάστε καθόλου το θάνατο;
-Δεν τον έχω σκεφτεί ακόμη. Έχω δώσει εντολή στον εγκέφαλό μου, να πεθάνω από ανακοπή στα 99 μου. 
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό People, τον Απρίλιο του 2011.

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΠΑΠΑΚΑΛΙΑΤΗΣ: "ΘΑ ΑΡΓΗΣΩ ΝΑ ΞΑΝΑΚΑΝΩ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ"


Στη συνέντευξη τύπου, την Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου, στο θέατρο «Βρετάνια», για την παράσταση "Αμαντέους", ο Χριστόφορος λέει πως έχει άγχος για την βραδινή πρεμιέρα «αλλά το φυσιολογικό», μιλάει για την παράσταση σαν παιδί που κρατάει στα χέρια του το μαγικό δώρο που δεν θα ήθελε με τίποτα να σπάσει- σαν το πιο πολύτιμό του- και ευχαριστεί τους συντελεστές, όλους εκείνους που τον βοήθησαν, για να ξεπεράσει τους όποιους ενδοιασμούς του (ή τους δικαιολογημένους φόβους του) για μία τόσο απαιτητική παράσταση. Κυρίως τον εμπνευστή της, τον Δημήτρη Λιγνάδη. «Για αρκετές εβδομάδες ήταν σαν να μην υπήρχα για πολύ κόσμο. Ήθελα να χαθώ και να αφοσιωθώ σε αυτό που ανεβάζουμε. Να είναι αυτό που εμείς ονειρευτήκαμε. Ήθελα να ζήσω κάτι διαφορετικό και να μάθω κάτι άλλο. Κάθε μέρα αγαπώ όλο και πιο πολύ αυτό που κάνω», λέει στο people.
-Γιατί αποφάσισες να κάνεις αυτό το θεατρικό;
-Ήταν τόσο ενδιαφέρουσα η συγκεκριμένη πρόταση που έγινε από τη Δημήτρη Λιγνάδη, που δεν θα μπορούσα να πω «όχι» σε κάτι τέτοιο. Το συγκεκριμένο ήρθε και σε μία εποχή που ήθελα να κάνω κάτι διαφορετικό. Ο ρόλος του «Αμαντέους» είναι ένας εξαιρετικά ενδιαφέρων ρόλος.
-Είχες ενδοιασμούς, προτού συμφωνήσεις;
-Είχα μόνο ανασφάλειες για το αν θα καταφέρω κάθε βράδυ στη σκηνή να κρατάω όλη αυτή την ενέργεια και όλο αυτό το ακραίο το οποίο φέρει ο συγκεκριμένος ήρωας- ειδικά στο πρώτο μέρος. Υπάρχει μία διαδρομή του ήρωα που άπαξ και σαν ηθοποιός κουραστείς ή αφαιρεθείς αμέσως χάνεται ο στόχος.
-Τι ανακάλυψες μέσα από αυτό το ρόλο;
-Τις αντοχές μου! (γελάει) Είναι τόσες οι απαιτήσεις της συγκεκριμένης παράστασης που, πολλές στιγμές, φοβάμαι μην χάσω το μέτρο. Έχει πολύ ενδιαφέρον αλλά και πολύ κούραση. Και σωματική. Είναι ένας ήρωας, ένα παιδί, που δεν μεγαλώνει, που τρέχει, που έχει ακραίες αντιδράσεις- σε σχέση πάντα με τις δημιουργίες του. Και φυσικά μία πορεία που τον οδηγεί σε ένα ακραίο τέλος. 
-Εσύ αισθάνεσαι ακόμη παιδί;
-Μεγαλώνοντας, δυστυχώς, όχι τόσο πολύ. Μέσα όμως από αυτό το ρόλο μου δίνεται η ευκαιρία να το ξαναζήσω. Έστω και ακραία.
-Αγχώνεσαι με την κριτική που ίσως δεχτείς;
-Έχω περισσότερο άγχος με την τέχνη μου, παρά με αυτούς που μιλάνε για την τέχνη μου. Αναμφισβήτητα χαίρεσαι όταν κάποιος μιλάει με καλά λόγια για τη δουλειά σου, για το δημιούργημά σου, και στενοχωριέσαι όταν δεν ακούς κάτι καλό. Επί της ουσίας και στο βάθος, από τη στιγμή που έχεις ξεκάθαρα τους στόχους σου, είσαι αληθινός και εντάξει μέσα σου, τότε δεν υπάρχει κανένα θέμα.
-Πως είναι να μην σκηνοθετείς εσύ, αλλά να πρέπει να προσαρμοστείς στις σκηνοθετικές οδηγίες κάποιου άλλου;
-Είναι πολύ ενδιαφέρων, πίστεψέ με. Είναι πολύ εποικοδομητικό για μένα. Θα ήμουν αφελής ή κουτός- κάτι που δεν είμαι-, το να μπω στη διαδικασία να σκηνοθετήσω κάτι άμεσα στο θέατρο και, απ την άλλη, είναι κέρδος μου να συνεργάζομαι με έναν άνθρωπο σαν το Δημήτρη, που έχει τόσο μεγάλη πείρα στο θέατρο. Αυτό είναι πολύ σημαντικότερο από το να έμπαινα εγώ σε μία τέτοια διαδικασία. Εξάλλου, όλο το «πακέτο» αυτής της πρότασης, ήταν εξαρχής από τον Δημήτρη Λιγνάδη.
-Πως είναι να συνεργάζεσαι ξανά με τη Δανάη Σκιάδη;
-Πάντα, τις πρόβες για το σήριαλ, τις κάναμε στο σπίτι οπότε, όταν συναντηθήκαμε ξανά στο σπίτι μου- αυτή τη φορά για τη θεατρική παράσταση και όχι για το «4»-, ήταν πολύ όμορφο. Θυμάμαι ότι, την πρώτη φορά που βρεθήκαμε για το «Αμαντέους», της είχα πει «Αυτό που τώρα συναντιόμαστε για άλλο πράγμα;». Ήταν σαν μία ψυχική και συναισθηματική συνέχεια.
-Αλήθεια, γιατί κάνεις σπάνια θέατρο;
-Γιατί αυτό που έκανα στην τηλεόραση ήταν πολύ προσωπικό, απατούσε πολύ χρόνο από τη ζωή μου και τεράστιες δυνάμεις- ψυχικές και σωματικές. Δεν υπήρχαν περιθώρια.
-Για ποιο λόγο, όμως, δεν συνέχισες και φέτος με κάτι τηλεοπτικό;
-Ήταν ένας συνδυασμός οικονομικής κρίσης αλλά και προσωπικής ανάγκης. Εξάλλου, δεν ήτανε ποτέ μέσα στα σχέδιά μου να κάνω κάτι καινούργιο στην τηλεόραση μετά το «4». Η πρόταση για το «Αμαντέους» όμως, για να είμαι ειλικρινής, με γλίτωσε από πολλές σκέψεις. Ήταν αυτό που ήθελα, αυτό που είχα ανάγκη, και ήρθε στη σωστή στιγμή. Τηλεόραση νομίζω, θα αργήσω να ξανακάνω, όσο κι αν μου λείπει.
-Λόγω των καινούργιων οικονομικών δεδομένων;
-Όχι αναγκαστικά λόγω οικονομικών δεδομένων. Λόγω εποχής. Λόγω κρίσης. Γενικότερης. Και λόγω προσωπικών επιλογών και διάθεσης.
-Ωστόσο, δεν θα μπορούσες να συνδυάσεις το θέατρο με την τηλεόραση;
-Δεν έχω την ικανότητα να συνδυάζω δουλειές με απαιτήσεις. Ούτε μπορώ να μοιράζομαι παράλληλα σε διαφορετικά θέματα. Στο παρελθόν είχε υπάρξει εποχή που έκανα θέατρο, ενώ παράλληλα έγραφα και δούλευα για το πρώτο μου σήριαλ (σ.σ «η ζωή μας μια βόλτα»). Αυτό, για μένα, ήταν βασανιστικό και καθόλου ευχάριστο. Ίσως επειδή εμπλέκομαι συναισθηματικά με κάποια δουλειά, να μην μπορώ να αποδώσω παράλληλα και σε μία άλλη. Προτιμώ να κάνω τα πράγματα με τη σειρά τους και να αφιερώνομαι σε αυτά, ώστε να τα ευχαριστιέμαι
 -Πάντως, ακούστηκε ότι δέχτηκες φέτος πρόταση για να συμμετάσχετε και σε κάποιο τηλεοπτικό show.
-Δεν μου έχει γίνει ποτέ πρόταση για show (γελάει).
-Πως βλέπεις το γεγονός ότι, τον τελευταίο καιρό, μπορεί να λογοκρίνεται ένας άνθρωπος που μπορεί να κάνει ταυτόχρονα πολλά πράγματα;
-Κάθε άνθρωπος, έχει το δικαίωμα να δοκιμάζεται σε πολλά πράγματα. Το θέμα είναι τι αποτέλεσμα θα έχει και πόσο καλός θα είναι σε αυτό που κάνει. Έτσι κι αλλιώς, αυτά τα πράγματα, δεν μπορείς να τα δεις λογικά- μόνο συναισθηματικά και σε σχέση με τις ανάγκες σου.
-Εσύ έχεις απαντήσει στα ερωτήματα που τίθενται από την παράσταση, όπως «τι είναι έρωτας» και «τι είναι θεός»;
-Ευτυχώς, όχι. Είμαι 36 χρόνων και δεν ξέρω ούτε τι είναι έρωτας, ούτε τι είναι θεός, ούτε πολλά ακόμα με σαφήνεια. Αν απαντούσα σ αυτά, δεν θα είχα κανένα λόγο να υπάρχω. 
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό People, τον Φεβρουάριο του 2011.