5.9.09

ΑΛΕΚΑ ΚΑΝΕΛΛΙΔΟΥ: "ΑΠΟΛΑΜΒΑΝΩ ΤΗΝ ΜΟΝΑΞΙΑ ΜΟΥ".

Άσε με να φύγω, Πόσο γλυκά με σκοτώνεις, Δεν είναι έτσι η αγάπη, Μονά Ζυγά, Μη μ αγγίζεις μη, Δίδυμα φεγγάρια, Κανένα πρόβλημα, Χτυπάει η βροχή, Μελαγχολία, Μαγκανοπήγαδο, Αλλιώτικος νόμος. Ελάχιστα τραγούδια από τα δεκάδες που ερμήνευσε μία από τις μεγαλύτερες φωνές της ελληνικής δισκογραφίας. Η Αλέκα Κανελλίδου, επέστρεψε.Την ακούω στα mp3 μου στο δρόμο για τη συνέντευξη, μέσα στο μετρό, στην καινούργια ενορχήστρωση του «Μια περιπέτεια». Φωνή βραχνή, στέρεη, με θλιμμένα σκαμπανεβάσματα που σε ταξιδεύουν αλλού, σ έναν απροσδιόριστο πόνο, ακόμη και αν οι στίχοι λένε «σ αγαπάω». Είναι η jazz φωνή της ελληνικής δισκογραφίας- ίσως από τις σπουδαιότερες. «Αισθάνομαι πολύ άβολα όταν μου λένε όλα αυτά τα καλά λόγια» μου λέει, «νομίζω πως έχω απλά μία καλή φωνή». Τα τελευταία δέκα χρόνια ξυπνάει πρωί, γύρω στις 8, κοιτάει τη θάλασσα μπροστά από το σπίτι της στη Ραφήνα, τα χρώματά της, τις αλλαγές της στον χειμωνιάτικο ή καλοκαιρινό καιρό, πίνει τον καφέ της, μιλάει με τα λουλούδια της, ονειρεύεται την καινούργια μέρα στο ξεκίνημά της. Διαβάζει πολλά βιβλία, δεν παρακολουθεί τηλεοπτικά προγράμματα, μόνο ταινίες από τη δορυφορική τηλεόραση. Κατά τη διάρκεια της μέρας θα κάνει κάποιες δουλειές στο σπίτι, θα δει φίλους, θα ψωνίσει, θα περιποιηθεί το σκυλάκι της, τον Ρόκι της «κάνω δέκα χρόνια διακοπές, με ενδιάμεσα κάποιες δουλειές» μου λέει. «Έχω δουλέψει πάρα πολύ νύχτα, δεν μου λείπει. Δούλευα έξι ή επτά μέρες την εβδομάδα σε καθημερινή βάση. Εγώ, από μικρό παιδί που τραγουδάω, έμαθα να “καθαρίζω” τον εαυτό μου με τη μουσική, να λυτρώνομαι- αυτό, ναι, μου λείπει πολύ. Με το τραγούδι, ξορκίζω πράγματα. Ό,τι και να συνέβαινε όλη τη μέρα, ότι και να με στενοχωρούσε, τη στιγμή που τραγουδούσα όλα εξαφανίζονταν. Λυτρωτικά. Πάντα με λύτρωνε το τραγούδι». Στο σπίτι της δεν τραγουδάει, δεν θέλει. Μπορεί να σιγοψιθυρίσει κάτι, πολύ σπάνια, στο αυτοκίνητο, σε κάποια διαδρομή κοιτώντας εικόνες στο δρόμο, κάτι jazz, κάτι που να κάνει την καρδιά της να αισθάνεται, «σίγουρα όχι κάτι από όλα αυτά τα σκουπίδια που κυκλοφορούν και που σε κάθε εποχή υπήρχαν», μου λέει. «Ποτέ δεν ήμουνα καριερίστα, με την έννοια που το λένε σήμερα οι περισσότεροι. Δεν έχω κάνει θυσίες για το τραγούδι, απλώς έχανα τα πρωινά της ζωής μου, αυτό που βρίσκω τώρα. Γεννήθηκα στην Πλάκα, πλατεία Φιλομούσου εταιρείας, εκεί που είναι σήμερα το Zoom και ο Ζυγός. Εκεί μεγάλωσα. Λόγω του πατέρα μου που ήταν βιολιστής ξεκίνησα από πολύ μικρή με το τραγούδι, σαν φυσική συνέχεια. Τυχαία ξεκίνησα να τραγουδώ. Ο πατέρας μου ήταν η γέφυρα ανάμεσα σε μένα και στη μουσική, με γνώρισε σε μουσικούς και καλλιτέχνες, με πήγαινε σε εκδηλώσεις που έπαιζε, μου γνώριζε κόσμο. Ξεκίνησα για να σπουδάσω ψυχολογία, είχα ντουμπλάρει τη Ζωή Λάσκαρη στο Crazy Girl, εξυπηρέτησα τότε τον Πλέσσα επειδή είχα άνεση στα αγγλικά και κάποιος μουσικός είπε στον πατέρα μου “Θέλουμε μία τραγουδίστρια για την Αθηναία”, και πήγα εγώ, σαν παιχνίδι. Ποτέ δεν θυμάμαι τον εαυτό μου να μην διαβάζω μουσική, να μην ακούω τραγούδια και μελωδίες, έτσι ζούσα. Δεν είπα “άντε να βγω σε αυτό το επάγγελμα για να βγάλω λεφτά”. Ποτέ. Στην πορεία, το τραγούδι ήτανε καθαρά κάτι βιοποριστικό για μένα, συνδυασμένο όμως με την τέχνη του. Το ένα άλλωστε δεν αποκλείει το άλλο. Σήμερα μπορώ να ζω από το τραγούδι, δεν έγινα πλούσια, αλλά μπορώ να ζω. Ούτως ή άλλως είμαι ολιγαρκής, ζω με λίγα και καλά, με πράγματα που να έχουν ποιότητα».Ο πολύς κόσμος τη γνώρισε από το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης του 1974 με το Άσε με να φύγω- η φωνή της εξέπληξε, όλοι τότε μίλησαν για την καινούργια, βραχνή και υπέροχη φωνή. Χαμογελάει. «Δεν είμαι από τις τραγουδίστριες που αρέσουν σε όλο τον κόσμο, αρέσω σε κάποιους, δεν είμαι μία τραγουδίστρια που θα πιάσει όλο τον κόσμο, τη μάζα- και ούτε το επεδίωκα. Γι αυτό και πάντα οι χώροι που επέλεγα να δουλέψω ήταν μικροί, υπήρχε ένα κοινό που επέλεγε τι να ακούσει, τι να περιμένει από εμένα. Υπάρχει πολύ τσιφτετέλι στην Ελλάδα- χωρίς να θέλω να το υποτιμήσω- αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Βεβαίως έχω μετανιώσει για επιλογές μου, τι είμαι εγώ; Η αλάνθαστη; Και ρεπερτορίου και χώρου. Κάνω 40 χρόνια αυτή τη δουλειά, δεν μπορεί να μην συμβεί να μετανιώνουμε για κάποιες από τις επιλογές μας, δεν γίνεται. Όταν κάνεις ένα επάγγελμα, είναι μοιραίο να κάνεις και πράγματα για τα οποία δεν τρελαίνεσαι κιόλας. Αυτό συμβαίνει με όλους τους επαγγελματίες, όχι μόνο στη μουσική». Τελευταία, πέρα από πολύ επιλεκτικές εμφανίσεις της, όπως η παρουσίαση jazz τραγουδιών στο Μέγαρο Μουσικής πριν από τρία χρόνια, τότε που εξαντλήθηκαν όλα τα εισιτήρια μέσα σε μία ώρα, είναι πολύ σπάνιες. Απέχει, γιατί λέει πως μεγάλωσε, πως δεν μπορεί πια να κάνει αυτά που έκανε κάποτε, πως θέλει πλέον να κάνει μόνο όσα την ξεκουράζουν και της δίνουν την καθημερινή χαρά που της έλειπε. Σήμερα την ξεκουράζει η καλή παρέα, η καλή συζήτηση, η μπιρίμπα, τα ταξίδια- αξέχαστο θα της μείνει το περσινό της στην Αίγυπτο. Οι πιο πολύτιμοι άνθρωποι στη ζωή της είναι οι φίλοι της, παλιοί και καινούργιοι όπως ο νέος της συνθέτης Στέφανος Κόκκαλης και ο 28χρονος γιος της. «Ο γιος μου ασχολείται με τη μουσική ερασιτεχνικά, είναι επιχειρηματίας. Από μικρός είχε και αυτός μεγάλη αγάπη για τη μουσική, τα τραγούδια και ο κινηματογράφος ήταν η ξεκούρασή του. Μου έμοιασε. Πιθανώς, αν δεν τραγουδούσα, να είχα κάνει κι άλλα παιδιά, κι άλλο γάμο. Ένα γάμο έχω κάνει. Δεν είναι πολύ εύκολες οι σχέσεις των ανθρώπων μέσα από αυτή τη δουλειά. Τώρα θέλω εγγόνια, ελπίζω πως δεν θα αργήσουνε». Λέει πως πάντοτε ήταν πολύ συναισθηματική, συγκινείται εύκολα, η καρδιά της προηγείτο συνεχώς του μυαλού της, το συναίσθημα ήτανε, από τότε που θυμάται τον εαυτό της, το φως στη ζωή της. «Θέλει προσπάθεια να βγάζεις απέξω τον ξινό σου εαυτό, πρέπει να έχεις μπροστά σου τον καλοπροαίρετό σου εαυτό που ακούει τον άλλον, γίνεται φίλος με τον κόσμο και δημιουργεί αγάπη. Δεν μιλάμε μόνο για τον έρωτα, αν και έχω ζήσει μεγάλους έρωτες. Αρκετοί από αυτούς μάλιστα, ήτανε επώδυνοι. Εμείς οι γυναίκες όταν ζήσουμε ένα μεγάλο έρωτα και χωρίσουμε, δεν μπορούμε την άλλη μέρα να βρούμε τον επόμενο, αργούμε λίγο σ αυτό το θέμα σε σχέση με τους άντρες. Δεν αντικαθιστούμε εύκολα. Εγώ ποτέ δεν φώναζα για τη λύπη ή την απώλειά μου, άλλωστε η ζωή είναι ένα σωρό απώλειες. Το τραγούδι με γιάτρευε. Κατά βάση είμαι μοναχικό άτομο, όχι μελαγχολικό, δηλαδή μπορώ να τα βγάλω πέρα με τον εαυτό μου, μπορώ να με κάνω παρέα, μπορώ να ζήσω μόνη μου. Ο γιος μου μεγάλωσε, τώρα ζω μόνη μου. Αυτό είναι η πλήρης ελευθερία. Απολαμβάνω τη μοναξιά μου, μου αρέσει. Τη στιγμή που δεν μου αρέσει, ανοίγω την πόρτα και βγαίνω έξω. Η ευτυχία δεν είναι κάτι που το παίρνουμε αγκαλιά και περπατάμε μαζί της, μόνοι μας τη γεννάμε και μόνοι μας τη δημιουργούμε. Απλώς πρέπει να αφεθούμε σ αυτήν». Ανάβει τσιγάρο, πίνει καφέ, βλέπει τα παιδιά που μόλις τελείωσαν από το φροντιστήριό τους στο café της Αγίας Παρασκευής που συναντηθήκαμε. Μισή ώρα φοράει τα μαύρα της γυαλιά, να της καλύπτουν τα πράσινά της μάτια, την πειράζει το φως. «Φοβάμαι το θάνατο, αλλά όταν αρχίζεις να μεγαλώνεις, ακόμη και αυτή την έννοια του θανάτου, την βλέπεις διαφορετικά, δεν εξοικειώνεσαι, αλλά όταν έχουν ήδη φύγει δικοί σου άνθρωποι, δεν σου φαίνεται πολύ τρομερό αυτό το πράγμα. Απολαμβάνω την ηλικία μου, μια χαρά είμαι. Η ηλικία κερδίζεται, δεν χαρίζεται, απολαμβάνω τους κόπους μου. Δεν γυρίζω ποτέ στο παρελθόν και δεν μου αρέσει καθόλου η παρελθοντολογία. Ζω το παρόν. Θέλω να έχω την ησυχία μου και αυτά που αγαπάω. Να είμαι καλά. Τι καλύτερο; Άλλωστε για μένα οι ενδιαφέροντες άνθρωποι είναι αυτοί που ξέρουν τι θέλουν, που πιστεύουν στον εαυτό τους, που δεν στέκονται κάπου και ψάχνουν συνεχώς το καλύτερο. Ένας άνθρωπος ο οποίος ασχολείται με τις τέχνες και τις κυνηγάει, ακόμη και αν δεν είναι ο ίδιος καλλιτέχνης, αποκλείεται να μην είναι ενδιαφέρων». Στην πλατεία, μπροστά από τη μποτιλιαρισμένη λεωφόρο Μεσογείων, μου λέει πως τα τελευταία χρόνια κάνει στον εαυτό της την ερώτηση ποια άλλη δουλειά θα μπορούσε να κάνει στη ζωή της, αν υπήρχε περίπτωση να άλλαζε δρόμο ξαφνικά. Το σκέφτεται και γελάει. «Όταν μου ήρθε αυτό ως σκέψη, είπα στον εαυτό μου “Αλέκα, δεν μπορείς να κάνεις τίποτε άλλο. Μόνο να τραγουδάς. Ε, λοιπόν, τραγούδα!”».
Δημοσίευση στον Ελεύθερο Τύπο της Κυριακής, ένθετο "ET Weekly", τον Ιούνιο του 2008.