25.7.15

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΕΤΡΟΥΝΙΑΣ: Ο ΑΡΧΟΝΤΑΣ ΤΩΝ ΚΡΙΚΩΝ


Ο 24χρονος αθλητής της ενόργανης γυμναστικής στους κρίκους, θεωρείται το νέο μεγάλο αστέρι στο χώρο του ελληνικού αθλητισμού.
Η 30η Νοεμβρίου του 2002 είναι η πιο σημαδιακή χρονιά στην αθλητική ζωή του Λευτέρη. Εκείνο το πρωινό, μπαίνοντας φουριόζος στο γυμναστήριό του, έτοιμος για άλλη μία προπόνηση αλλά και για να κεράσει τους συναθλητές του για τα δωδέκατα γενέθλιά του που γιόρταζε την ίδια μέρα, ο τότε προπονητής του, ως «δώρο», του ανέφερε πως «ειδικά για εκείνη τη μέρα» θα μπορούσε να κάνει ό,τι θέλει. Η ματιά του καρφώθηκε στους κρίκους. Ανέβηκε και έκανε το «σταυρό», για πρώτη φορά. Χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια. Και αποτέλεσε αυτομάτως το παράδειγμα για τους υπόλοιπους, αφού «το μωρό» είχε επιτύχει εκείνο που οι άλλοι μόνο έπειτα από πολλές προπονήσεις θα κατάφερναν. Για όσους δεν τον γνώριζαν ήταν απλώς «φυσικό ταλέντο». Όχι, όμως, για τον ίδιο και την οικογένειά του, για την μεγάλη προσπάθεια που προηγήθηκε. 
Ένα ταλέντο μεγαλώνει νωρίς
Η πορεία του Λευτέρη φαινόταν να είχε ήδη προδιαγραφεί από πολύ νωρίς αφού σε ηλικία 4 μόλις χρόνων, μετά από προτροπή της δασκάλας του στο νηπιαγωγείο του Νέου Φαλήρου προς τους εκτελωνιστές γονείς του, αποφασίστηκε πως θα έπρεπε να ξεκινήσει να ασχολείται με κάτι σχετικό με τον αθλητισμό «λόγω της μεγάλης υπερκινητικότητάς του». «Από τότε είχα πολλή ενέργεια, ήμουν πολύ ζωηρός και είχα τάση να σκαρφαλώνω οπουδήποτε», μου εξηγεί στην πλατεία Αγίας Φωτεινής της Νέας Σμύρνης όπου συναντηθήκαμε, εκεί όπου μεγάλωσε και ο ίδιος. Ακόμη και σήμερα θυμάται με νοσταλγία την πρώτη του μέρα στο γυμναστήριο του Πανιωνίου, λίγο πριν κλείσει τα 5 του μόλις χρόνια: «Μπήκα στο χώρο και είχα ενθουσιαστεί με τα τραμπολίνα, τα σφουγγάρια, τα στρώματα. Ξεκίνησα να χοροπηδάω παντού!», λέει. Θυμάται μάλιστα πως η Έφορος της ομάδας τον είχε πιάσει από το χέρι και ξεκίνησε να τον χαρακτηρίζει στους υπόλοιπους ως «το καινούργιο μας ταλέντο!», φέρνοντας τον ως παράδειγμα. «Από εκείνη τη στιγμή, δεν μ’ ένοιαζε τίποτ’ άλλο, ήθελα να είμαι συνέχεια μέσα στο γυμναστήριο! Κατάλαβα πως ήμουν γεννημένος γι’ αυτό το πράγμα και ευτυχώς που το είχα ανακαλύψει τόσο νωρίς!», μου εξηγεί.
Η πορεία του στον αθλητισμό ξεκίνησε από το τμήμα των αρχάριων αλλά, πολύ σύντομα, σε ηλικία εξήμισι χρόνων, άρχισε την εντατική προετοιμασία του για τα πανελλήνια πρωταθλήματα, με τετράωρες καθημερινές προπονήσεις.
Για πολλά χρόνια, η ζωή του έμοιαζε σχεδόν «στρατευμένη», χωρίς καμία παρέκκλιση από τους στόχους που ο ίδιος έθετε στον εαυτό του για διακρίσεις, η οποία μοιραζόταν ανάμεσα στα μαθήματα του σχολείου του, στις προπονήσεις του στη νέα του ομάδα -το «Σαρωνικό» Δάφνης-, στη μελέτη των μαθημάτων του. Εννέα μόλις χρόνων καταφέρνει να κερδίσει 7 μετάλλια στο πανελλήνιο πρωτάθλημα παμπαίδων, κάτι που κάνει αρκετούς να τον χαρακτηρίσουν ως «εξαιρετικό ταλέντο». «Εκείνα τα μετάλλια δεν ανήκουν σε μένα, ανήκουν στους γονείς μου για όλο αυτό τον αγώνα που έκαναν για το γιο τους. Γι’ αυτό και τα έχω στο πατρικό μου», μου λέει. «Προσπαθούσα να ισορροπώ για πολλά χρόνια και τα δύο: να είμαι και καλός μαθητής, αλλά και καλός αθλητής, αφού ήμουν ήδη ερωτευμένος με τον αθλητισμό. Και για πολύ καιρό τα κατάφερνα!», μου λέει.
Αλλά, λίγο μετά, ξεκίνησε να αισθάνεται μεγάλη πίεση λόγω των ωραρίων που ακολουθούσε απ’ το γεγονός ότι ήθελε να είναι σε όλα καλός -αν όχι ο πρώτος-, το άγχος που είχε πριν από τα σημαντικά πρωταθλήματα, τις Κυριακές και τις γιορτές που δεν είχε ζήσει ποτέ, τα πάρτυ γενεθλίων των συμμαθητών του που δεν πήγε, τις κοπάνες που δεν έκανε, το ποδόσφαιρο που δεν έπαιξε με τους φίλους του στο γήπεδο της γειτονιάς του γιατί έπρεπε να πάει στην προπόνηση, τα φλερτ που έχασε, τα αναίτια εφηβικά ξενύχτια που δεν χόρτασε. Μέχρι που ξέσπασε.

CALLIOPE: CHILDREN OF THE LIGHT

Η διεθνής φωτογράφος Calliope μιλάει για το νέο της project «Children Of The Light» στο οποίο συμμετέχουν γνωστοί και «άγνωστοι» νέοι άνθρωποι, που αποτυπώνει το φως μιας Ελλάδας που δεν «βλέπουμε» πια.
«Από μία παρόρμηση ξεκίνησα να δημιουργώ το “Children Of The Light”. Ήθελα να κάνω κάτι που να έχει σχέση με τη χώρα μου, με την Ελλάδα, την οποία αγαπώ πολύ και μου είχε λείψει όλα αυτά τα χρόνια που ζούσα στο εξωτερικό-από τα 17 μου μόλις χρόνια. Πιστεύω πως το μέλλον, ιδιαίτερα τώρα που ζούμε μέσα σε αυτή την κρίση, είναι τα παιδιά. Σε αυτά, λοιπόν, αφιέρωσα αυτό το project. Κι’ όπως αγαπώ τα παιδιά μου, αγαπώ όλα τα παιδιά. Αισθάνομαι μία σύνδεση μαζί τους. Επίσης, πιστεύω πολύ στο φως, στην καλοσύνη, στην αγάπη, σε όλα τα ωραία και ευγενικά ιδεώδη. Η Ελλάδα είναι φως. Εξ ου και το “light».
«Δεν μου ήταν καθόλου δύσκολο να πείσω όλα αυτά τα νέα παιδιά που συμμετέχουν σε αυτό το project να φωτογραφηθούν. Ίσως γιατί ξέρουν ότι θα κάνω κάτι ποιοτικό. Αυτό απέδειξα εξάλλου και με το πρώτο μου βιβλίο, τις “Παραδοσιακές φορεσιές”. Οι άνθρωποι γνωρίζουν ότι εγώ θα κάνω πράγματα που έχουν αξία και θα μείνουν στο χρόνο. Εμείς θα έχουμε φύγει, αλλά αυτά θα υπάρχουν ως ντοκουμέντα. Και γράφουμε ιστορία όταν κάνουμε τέτοιου είδους projects». 
«Περισσότερα από τα μισά χρόνια της ζωής μου τα έχω ζήσει στο εξωτερικό. Και νομίζω πως οι Έλληνες του εξωτερικού αγαπάμε περισσότερο την Ελλάδα από όσους ζουν στη χώρα. Την ιδανικοποιούμε, είναι η βάση μας, το αίμα μας. Μπορεί να περνάμε φανταστικά σε μία άλλη χώρα, αλλά ξέρουμε πως τελικά ανήκουμε μόνο εκεί όπου είναι οι ρίζες μας».

ΝΑΣΟΣ ΠΑΠΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ: Ο ROCKY ΤΟΥ "ROCKY HORROR SHOW"

Ο 28χρονος Νάσος Παπαργυρόπουλος, θα μπορούσε σήμερα να ανήκει στη νέα γενιά επιτυχημένων επιχειρηματιών. Ωστόσο, επέλεξε την τέχνη, τις επιθυμίες και τα όνειρά του, πρωταγωνιστώντας στο «Rocky Horror Show» που θα ανέβει τις επόμενες μέρες στο «Rex».  
Στο «Rocky Horror Show» που σκηνοθετεί, χορογραφεί και σκηνογραφεί ο -πολυπράγμων- Κωνσταντίνος Ρήγος και θα κάνει πρεμιέρα στις 17 Οκτωβρίου στο «Rex» της οδού Πανεπιστημίου, ο Νάσος υποδύεται έναν από τους πρωταγωνιστές της παράστασης, τον Rocky, τον άντρα εκείνο που «δημιουργείται» μέσα σε ένα εργαστήριο ώστε να καταλήξει στον ιδανικό άνθρωπο-τουλάχιστον εξωτερικά. «Όταν μου έγινε η συγκεκριμένη πρόταση ενθουσιάστηκα! Είναι ίσως από τις πιο εμβληματικές παραστάσεις στην παγκόσμια ιστορία των μιούζικαλ. Και μόνο από το γεγονός ότι όλο αυτό δημιουργείται από τον Κωνσταντίνο Ρήγο, την εξυπνάδα και το ταλέντο του, ήταν η ασφάλειά μου για το τελικό αποτέλεσμα», μου λέει παραγγέλνοντας ένα εσπρέσσο φρέντο σκέτο στο café δίπλα από το «Rex» όπου συναντηθήκαμε, λίγο πριν από την απογευματινή του πρόβα. «Εκείνη την περίοδο ασχολιόμουν ήδη με τις οικογενειακές επιχειρήσεις που δημιούργησε ο πατέρας μου, Αργύρης Παπαργυρόπουλος, αλλά αισθανόμουν ότι μου έλειπε η τέχνη, η μεγάλη αγάπη και το πάθος μου από παιδί. Όλα, λοιπόν, έγιναν την κατάλληλη στιγμή! Με ένα μαγικό τρόπο και εντελώς απροσδόκητο. Εξάλλου, ο ρόλος του Rocky απαιτούσε αυτός που θα τον υποδυόταν να είναι γυμνασμένος, να έχει αθλητικό φυζίκ, οπότε η συγκυρία έμοιαζε μοναδική. Για να καταλάβεις, προκειμένου να έχουμε το ιδανικό αποτέλεσμα, τον τελευταίο καιρό έχω εξαντληθεί και στη γυμναστική, παράλληλα με τις πρόβες», καταλήγει γελώντας.

ΜΑΡΙΑ ΗΛΙΑΚΗ: "ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΑΝΟΥΝ ΚΥΚΛΟΥΣ"

Στην πρώτη της συνέντευξη μετά τη συμφωνία της με τον Σκάϊ για την παρουσίαση της νέας της εκπομπής «Αυτά είναι…», η παρουσιάστρια μιλάει στο «thema people» για τη νέα της συνεργασία με τον Μάκη Πουνέντη, το τέλος του «Δέστε τους», τις σχέσεις της με το Νίκο Μουτσινά και την Κατερίνα Καινούργιου, ενώ απαντά και στις φήμες για την προσωπική της ζωή.
Η Μαρία πάντα έμενε στην Νέα Σμύρνη, κοντά στο Άλσος, λίγα στενά πιο πάνω από τη λεωφόρο Συγγρού. «Εδώ είναι η γειτονιά μου, οι αναμνήσεις μου, οι άνθρωποι που αγαπώ, αλλά και οι εικόνες εκείνων που έχασα για πάντα. Και μου είναι δύσκολο να χάνω τις αναφορές μου, θα ήμουν “ξένο σώμα” κάπου αλλού», μου λέει το πρωινό της Κυριακής που συναντηθήκαμε. Προτού ξεκινήσουμε την κουβέντα μας, ετοιμάζεται να ανεβάσει μία φωτογραφία στον προσωπικό της λογαριασμό στο twitter (η Μαρία έχει τους περισσότερους followers στο twitter από κάθε άλλη ελληνίδα celebrity, πλησιάζοντας τις 300 χιλιάδες), με παιδάκια να παίζουν με τα skateboards τους στο πλακόστρωτο, δίπλα από τα cafe, ενώ ταυτόχρονα θέλει να την κοινοποιήσει και στο προσωπικό της site, το www.mariailiaki.gr.
-Τι θα περιλαμβάνει το «Αυτά είναι…» στον Σκάϊ;
-Θα είναι μία εκπομπή φτιαγμένη με πολύ κέφι, που ακριβώς επειδή την ετοιμάσαμε με πολύ ενθουσιασμό και χαμογελώντας, έτσι θα θέλαμε να την αντιμετωπίζει και ο τηλεθεατής. Όποτε συναντούσα κόσμο στο δρόμο, μου έλεγε «μας δίνετε χαρά!». Αυτή τη χαρά, λοιπόν, θέλουμε να συνεχίζουμε να δίνουμε στους ανθρώπους, να τους ψυχαγωγούμε, να τους κάνουμε να αισθάνονται όμορφα αυτές τις δύο ώρες που θα μας παρακολουθούν καθημερινά, από τις 15:00 έως τις 17:00.
-Πολύ εύκολα πάντως θα μπορούσε να υποθέσει κάποιος πως το επιτυχημένο ραδιοφωνικό δίδυμο Μαρίας Ηλιάκη και Μάκη Πουνέντη μεταφέρεται πια και στην τηλεόραση….
-Και πολύ σωστά θα μπορούσε να το υποθέσει αυτό κάποιος, γιατί όντως με τον Μάκη είχαμε μία υπέροχη συνεργασία στο ραδιοφωνο. Βέβαια, αλλιώς λειτουργείς στο ένα Μέσο και διαφορετικά στο άλλο. Τηλεοπτικά είμαστε δύο εντελώς διαφορετικές προσωπικότητες, με αλλιώτικες αναφορές, γούστα και απόψεις. Ο Μάκης είναι ένας άνθρωπος που εκτιμώ πολύ, μου δημιουργεί σιγουριά, γι’ αυτό και όταν ήρθαμε στον Σκάϊ ήταν το πρώτο πρόσωπο που ήθελα να βρίσκεται μαζί μου.  

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ: "ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΚΑΙ ΠΟΛΥ ΣΤΑ ΚΑΛΑ ΜΟΥ"

Ο πρωταγωνιστής του «Μπρούσκο» έχει πλέον αλλάξει, δεν έχει σχέση με το φοβισμένο αγόρι του παρελθόντος, και δείχνει να έχει εξοικειωθεί πια με την προσωπικότητά του, τον εαυτό του, την εικόνα του και τις πραγματικές του επιθυμίες.
Βρίσκεται στη Λευκωσία, μόλις έχει τελειώσει από άλλο ένα δωδεκάωρο γύρισμα για τα νέα επεισόδια του «Μπρούσκο», ξαπλώνει στον καναπέ του σπιτιού που νοικιάζει, ανάβει τσιγάρο και ξεκινά να μου μιλάει για το νέο του τραγούδι «40 βαθμούς κελσίου», σε μουσική και στίχους Ανδρέα Λάμπρου. «Το video clip, σε σκηνοθεσία Ανδρέα Γεωργίου, θα γυριζόταν στην Αγία Νάπα της Κύπρου, σε ένα κρουαζιερόπλοιο, “καθώς πρέπει”. Εγώ όμως, ως τεκιλόβιος, άρχισα λίγο πριν να κερνάω την παρέα τεκίλες και αποφασίσαμε τελικά να κάνουμε το clip στο σπίτι όπου βρισκόμασταν, μία κατάσταση τύπου γκροτέσκ με άποψη».
-Πως καταφέρνεις τόσο εύκολα να παρασέρνεις τους ανθρώπους γύρω σου;
-Δεν ξέρω. Συμβαίνει. Απλά έχω τη διάθεση, μου βγαίνει και ο κόσμος γύρω μου «τσιμπάει». Δεν ξέρω αν τους κάνω καλό ή όχι...
-Μ’ έχεις μπερδέψει πάντως. Είσαι ηθοποιός ή τραγουδιστής; Ή και λίγο μοντέλο;
-Όταν ασχολείσαι με την εικόνα, είτε ως σκηνοθέτης, είτε ως ηθοποιός, είτε ως παραγωγός, είτε ως παρουσιαστής, είναι μία δουλειά. Και από την μεριά μου, δεν μπορώ να κυνηγήσω τα καλούπια ούτε τις ταμπέλες. Ό,τι σπούδασα, έτσι όπως μου το έχωσαν στο κεφάλι κι’ έτσι όπως το έκανα στην Αμερική, με αυτό τον τρόπο μου βγαίνει. Και μ’ αρέσει! Με την μουσική ασχολήθηκα από πολύ μικρό παιδί, τη φωνή τη δούλευα και στη σχολή, σπούδασα σκηνοθεσία, μετά έκανα παραγωγή και όλο αυτό λειτουργεί σε μένα σαν κάτι το ενιαίο, σαν να δίνω εικόνα στον κόσμο. Και το κάνω επειδή έχω ανάγκη να το κάνω κι’ όχι επειδή απλά πρέπει να πάω να βγάλω το μεροκάματό μου. Έτσι ξεσπάω, έτσι έχω ισορροπία. Αλλιώς θα ήμουνα με χάπια, κλεισμένος σε ένα ψυχιατρείο.

8.2.15

RODRIGO CRUZ SANTOS: ΑΠΟ ΤΗ ΒΡΑΖΙΛΙΑ ΜΕ ΑΓΑΠΗ




Από τότε μου μεγάλωνε στις φτωχογειτονιές της Βραζιλίας, το 26χρονο σήμερα μοντέλο έμαθε να ζει την κάθε του στιγμή, τον κάθε του έρωτα, με μεγάλο πάθος και ένταση.     
Η πόλη Σαλβαντόρ Ντε Μπαία είναι η «μαγική πόλη» των Βραζιλιάνων, η «πύλη προς την ευτυχία». Είναι η «Cidade de Sao Salvador de Bahia de Todos os Santos», όπως μου το λέει με την προφορά της χώρας του ο Rodrigo, που σημαίνει «πόλη του Αγίου Σωτήρα στον κόλπο των Αγίων Πάντων!». Μου τα περιγράφει όλα προσθέτοντας το εξωτικό, πολύχρωμο και κάπως πορτογαλικό ντεκόρ που έχει κρατήσει εξιδανικευμένα στο μυαλό του για την πόλη όπου γεννήθηκε. Νοσταλγεί την παραλία της Itapua, ένα τοπικό φαγητό, το acaraje, θυμάται τη διασημότερη μαγείρισσα της περιοχής, την Cira, που ο πάγκος της έγραφε «Acaraje da Cira», το νησάκι Ilha de Frades, τα μικροσκοπικά σπίτια και τα γελαστά παιδάκια που έτρεχαν ξυπόλητα στην άσφαλτο, την εκκλησία Bonfim όπου έπαιζε μικρός στο προαύλιό της. Σχεδόν συγκινείται με όλα αυτά. «Η πόλη μου φημίζεται για την εξωστρέφεια των κατοίκων της. Για την καλοσύνη και την αθωότητα τους. Και φυσικά για τον μεγάλο ερωτισμό τους. Έτσι έμαθα να λειτουργώ κι’ εγώ από παιδί. Ποτέ δεν είχα, για παράδειγμα, δεύτερες σκέψεις όταν ξεκινούσα κάτι ή όταν γνώριζα πρώτη φορά μία κοπέλα. Αν ήταν να ερωτευτώ, μου συνέβαινε αμέσως και κεραυνοβόλα. Έπεφτα με τα μούτρα. Και πάντοτε με μεγάλο πάθος! Δεν είναι τυχαίο που τα παράτησα όλα και ήρθα στην Ελλάδα επειδή ερωτεύτηκα πολύ μία γυναίκα, την Ειρήνη Χειρδάρη. Χωρίς να ξέρω ούτε μία λέξη ελληνικά!».

IMAM BAILDI: ΜΙΞΑΡΟΥΝ ΤΗ ΣΥΝΤΑΓΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΥΧΙΑΣ


Κάποιοι μπορεί να τους έμαθαν μόλις τώρα, από τους τίτλους αρχής στο «Μην αρχίζεις τη μουρμούρα» και στο «Κάτω Παρτάλι». Οι περισσότεροι, όμως, συμφωνούν πως οι «Imam Baildi» με τα «πειράγματά» τους σε παλιά τραγούδια αλλά και με τις δικές τους καινούριες συνθέσεις, είναι ό,τι πιο φρέσκο και ελπιδοφόρο αυτή τη στιγμή διαθέτει η ελληνική δισκογραφία.
Μέχρι το 2007 το «ιμάμ μπαϊλντί» παρέπεμπε στο φαγητό εκείνο της τουρκικής κουζίνας με βασικό συστατικό τις μελιτζάνες, οι οποίες κόβονται κατά μήκος και αφού τηγανιστούν γεμίζονται με διάφορα ζαρζαβατικά: ντομάτα, κρεμμύδι ή μαϊντανό. Από το 2007 όμως, και κυρίως τα τελευταία 2-3 χρόνια, «imam baildi» σημαίνει επίσης «Ακρογιαλιές δειλινά», «Το δικό σου το μαράζι», «Πόσο λυπάμαι» «Αργοσβήνεις μόνη», «Όσο με μαλώνεις», «Σημείωμα», ήχοι και στίχοι που παραπέμπουν σε μία άλλη εποχή, ιδωμένοι όμως με σύγχρονη, ολόφρεσκη ματιά. Σαν καινούργιοι. Είναι εκείνοι οι μουσικοί που με μία ιδιόρρυθμη «τρέλα» ισορροπούν εξαιρετικά, με ιδιαίτερη τέχνη και τεχνική, υψηλή αισθητική και με προσεκτικά αριστοτεχνικές κινήσεις, μεταξύ των παλιών τραγουδιών που επιλέγουν να «πειράξουν» και των σύγχρονων ενορχηστρώσεων. Και δείχνουν να τα καταφέρνουν εκπληκτικά μέχρι στιγμής, αν παρακολουθήσει κανείς τα κατάμεστα live τους και το ολοένα αυξανόμενο κοινό τους που τους ακολουθεί πιστά, αφού ξέρει πως μ’ αυτή την μπάντα θα περάσει καλά, χωρίς να προσβληθεί ούτε η ακουστική του, ούτε τα ίδια τα τραγούδια που τόσο καίρια μιξάρουν. «Την ιδέα την πήραμε από το εξωτερικό», ξεκινούν να μου λένε οι leaders και εμπνευστές του συγκροτήματος, τα αδέλφια Ορέστης και Λύσανδρος Φαληρέας. «Τη δεκαετία του ’90 υπήρχαν διάφοροι παραγωγοί που άρχισαν να σαμπλάρουν ο καθένας τραγούδια της δικής του μουσικής κουλτούρας. Το sampling είναι η διαδικασία του να παίρνεις παλιές ηχογραφήσεις, να απομονώνεις μικρά αποσπάσματα και να τα χρησιμοποιείς ξανά με τη δική σου ενορχήστρωση και παραγωγή. Σκεφτήκαμε, λοιπόν, πώς θα ήταν αν κάναμε το ίδιο με παλιά ελληνικά κομμάτια».

ΦΩΤΕΙΝΗ ΒΕΛΕΣΙΩΤΟΥ: ΣΤΑΡ ΕΤΩΝ 56

Ενδιάμεσα του σχολείου όπου δίδασκε, των χωραφιών που καλλιεργούσε και της οικογενειακής της ζωής, η Φωτεινή Βελεσιώτου δημιουργούσε ήδη το μύθο γύρω από τη φωνή και την εικόνα της, ο οποίος έγινε εντονότερος από τότε που οι «Μέλισσες» έγιναν «η μεγάλη ανέλπιστη επιτυχία του εντέχνου».
Αν η Φωτεινή ζούσε ακόμη στο Πλαγιάρι, ένα χωριό λίγο έξω από τη Θεσσαλονίκη, από τις αρχές του χειμώνα, με το που θα είχαν πέσει τα φύλλα του αμπελιού της, θα καταλάβαινε πως είχε φτάσει πια η εποχή που θα γινόταν ο κάθαρος και το ξελάκκωμα, θα αφαιρούνταν οι βέργες και τα κλαδιά που ήταν άχρηστα και περιττά στο κλήμα, ώστε μέχρι το Μάρτιο τα «μάτια» να έδιναν τα νέα τους βλαστάρια. Ό,τι ξερό και σάπιο υπήρχε, θα έπρεπε να είχε αφαιρεθεί. Ακόμη κι’ αν δεν μου περιέγραφε τη διαδικασία εκείνο το απόγευμα Κυριακής στο σαλόνι του σπιτιού που νοικιάζει στη Νέα Φιλαδέλφεια, θα «μαρτυρούσαν» την παλιά καθημερινότητά της τα χέρια της – τα ροζιασμένα, σκληρά και κάπως πληγωμένα. «Για μένα η καλλιέργεια του αμπελιού είναι ένα πολύ σημαντικό μάθημα», ξεκινά να μου λέει. «Γιατί έχει κάτι από την ίδια τη ζωή! Το βλέπεις ξερό το χειμώνα και μέχρι την Άνοιξη δεν ξέρεις πώς να πρωτομαζέψεις τα πρώτα βλαστάρια! Μα, είναι κι’ άλλα. Ξέρεις τι σημαίνει να φυτεύεις την ντοματιά, από τόσο δα μικρό σποράκι και να μεγαλώνει, να βγάζει καρπούς; Καταλαβαίνεις τι χαρά είναι αυτή;».
Πίνει καφέ ελληνικό μέτριο και καπνίζει πολύ. Κάπου κάπου ξεροβήχει από ένα ελαφρύ κρύωμα που την έπιασε, αφού δεν έμαθε ακόμη να ξυπνάει αργά τα πρωινά ξεκουράζοντας έτσι το λαιμό της από το προηγούμενο ξενύχτι στο «Γυάλινο Μουσικό Θέατρο», εκεί όπου τραγουδάει μαζί με τον Μανώλη Μητσιά, τον Μπάμπη Στόκα και την Παυλίνα Βουλγαράκη. Και ακούει κάπως αποστασιοποιημένα όσα της λέω για το ενάμιση σχεδόν εκατομμύριο «χτυπήματα» που έχουν κάνει στο youtube οι «Μέλισσές» της, τα χιλιάδες air plays, την «άγνωστη» αυτή φωνή που ανακαλύψαμε όλοι ξαφνικά, τους «τίτλους τιμής» που της χαρίστηκαν απλόχερα και χωρίς ποτέ εκείνη να τους έχει επιδιώξει: «γνήσια ρεμπέτισσα», «νέα Σωτηρία Μπέλλου», «η φωνή με μνήμες από το παρελθόν». «Ποτέ δεν μετάνιωσα που δεν με έμαθε πιο νωρίς ο κόσμος. Όλα έγιναν στην ώρα τους. Κι’ είναι όμορφο τα ωραία πράγματα να σου συμβαίνουν σε ώριμη ηλικία. Αρκεί να μπορείς να το διαχειριστείς σωστά. Αλλιώς μπορεί να σε οδηγήσουν σε λάθος δρόμους. Αυτό, ευτυχώς, το απέφυγα».
Ακόμη και την τωρινή μεγάλη της επιτυχία προσπαθεί κάπως να τη δικαιολογήσει. Σα να αισθάνεται αμήχανα με ό,τι της συμβαίνει. «Η φωνή μου είναι κοντράλτο. Και πολλοί την ταυτίζουν με εκείνη της Σωτηρίας Μπέλλου. Δεν είναι έτσι! Η Μπέλλου ήταν μία και μοναδική. Και δεν επαναλαμβάνεται. Εγώ τραγουδάω στον ίδιο τόνο με την Μπέλλου, αλλά έχω εντελώς διαφορετική χροιά από εκείνη. Όποιος ξέρει από μουσική, το αντιλαμβάνεται», καταλήγει.