20.3.14

ΧΡΗΣΤΟΣ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ: "ΔΕΝ ΠΟΥΛΑΩ ΤΟ ΣΩΜΑ ΜΟΥ ΓΙΑ ΝΑ ΑΝΕΒΩ"




«Σε λίγες ώρες έχει πρεμιέρα ο δεύτερος κύκλος του “Banshee”», μου λέει από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής-μεσημέρι Σαββάτου στην Αθήνα, 3 η ώρα το πρωί στο Los Angeles. «Ο Greg Yaitanes, μου είπε, λοιπόν, σήμερα “έλα στο σπίτι να σου δώσω κάτι”. Ήταν μία τιμητική πλακέτα από τα Emmy Awards, η οποία δίδεται σε εκείνους που βοήθησαν αυτούς που βραβεύτηκαν-και αυτό μου δόθηκε χάρις σ’ αυτούς που έκαναν τα special effects της σειράς. Κι είναι πολύ σημαντικό, ξέρεις, να σε αναγνωρίζει ο κόσμος στο εξωτερικό και να σε εκτιμά για την συνεισφορά σου». 
-Κολακεύτηκες όταν κάποιοι, παρακολουθώντας σε στην ταινία «Pleasure or pain» σε χαρακτήρισαν, χάρις κυρίως στις ερωτικές της σκηνές, «το μεγάλο ελληνικό πουλί»;
-Αυτός είναι ένας χαρακτηρισμός που βγήκε από τα ελληνικά media. Κι είναι και λίγο χυδαίο, έτσι όπως το γράφουν-λίγο φτηνό. Αυτό με απωθεί. Με κάνει να αναρωτιέμαι «αυτή είναι η Ελλάδα του 2014;». Άλλο η προσωπική ζωή κι άλλο η δουλειά. 
-Δεν μπορείς να τον πεις, όμως, και «υποτιμητικό» τον χαρακτηρισμό. Αφήνει υπονοούμενα για φυσικά προσόντα…
-(γελάει) Αυτόν τον χαρακτηρισμό ας τον πούνε οι γυναίκες για την προσωπική μου ζωή, δεν θέλω όμως να λένε κάτι τέτοιο για τη δουλειά μου. Και να σκεφτείς ότι οι περισσότεροι γράφουν για μένα, χωρίς να έχουν δει ούτε τη σειρά ούτε την ταινία. Βλέπουν απλά το trailer με τις ερωτικές σκηνές και γράφουν ό,τι τους κατέβει.
-Πως γίνεται πάντως να είσαι στην τελετή βράβευσης των Emmy Awards για το «Banshee» και το προηγούμενο βράδυ να έχεις δουλέψει «πόρτα» σε μαγαζί στο L.A; Δεν είναι λίγο περίεργο αυτό; 
-Όχι, δεν είναι κουφό. Όλη η πόλη ζει και αναπνέει με αυτό τον τρόπο. Μεγάλοι ηθοποιοί, μέχρι να γίνουν πολύ γνωστοί, δουλεύουν ως σερβιτόροι. Μα, κι εγώ δούλεψα ως σερβιτόρος. Αλλά αυτό, στο Los Angeles, είναι μία πραγματικότητα. Κάνεις ένα σήριαλ, το τελειώνεις, και μετά, για 2-3 φορές την εβδομάδα, μπορεί να δουλεύεις σε ένα μπαρ και να σερβίρεις ποτά. Όσοι νομίζουν ότι ερχόμαστε στο LA, κάνουμε καμπάνιες, σειρές, ταινίες και βγάζουμε εκατομμύρια, κάνουν πολύ μεγάλο λάθος.
-Περνάς δύσκολα οικονομικά;
-Όχι. Ποτέ. Γιατί πάντα ήμουν ένα βήμα πριν ο λογαριασμός μου δείξει μηδέν. Είναι έτσι ο χαρακτήρας μου. Εξάλλου, η ζωή που κάνω συμπεριλαμβάνει οντισιόν, μελέτη, διάβασμα, δουλειά και ταξίδια-ταξιδεύω κάθε 30-40 μέρες σε όλο τον κόσμο. Οπότε είμαι «μαζεμένος», προσέχω, δεν έχω οικονομικά προβλήματα κι έχω φροντίσει να μην δυσκολεύομαι. Όταν, δηλαδή, κάνω ένα σήριαλ δεν κάθομαι να δω τι θα κάνω με την επόμενη δουλειά και, μέχρι να γίνει κάτι, να φάω τα λεφτά που έβγαλα. Δεν πάει έτσι. 

18.3.14

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΠΟΥΓΙΟΥΡΗΣ: "ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΕΡΩΤΕΥΤΗΚΑ ΠΟΛΥ ΔΥΝΑΤΑ"



Ομολογώ πως ξαφνιάστηκα όταν μου πρότεινε να δοκιμάσω το τσάι από κόκκινο βύσσινο που είχε παραγγείλει, από το δικό του φλιτζάνι. «Πιες! Έλα, μην ντρέπεσαι!». Δίστασα, μα δεν του το ‘δειξα. «Κι αν είχα σύφιλη; Καμιά αρρώστια κολλητική; Ιό μεταδοτικό του ποταμού Νείλου;», σκέφτηκα αστραπιαία. Μα, εκείνος, με την χαριτωμένη αφέλεια του ζωδιακού Σκορπιού, στο οποίο ανήκει, και κρατώντας το λευκό πορσελάνινο φλιτζάνι και με τα δύο του χέρια, σαν να είχε ήδη εισχωρήσει μέσα στους ιστούς του εγκεφάλου μου και «διαβάζοντας» την φευγαλέα σκέψη μου, μίλησε αμέσως, χαμογελώντας, προτάσσοντάς μου επιτακτικά τη μυρωδιά από το κόκκινο τσάι που ήδη κατάπινα από τα ρουθούνια μου, και κοιτώντας με: «μα, εσύ είσαι φίλος μου!». Αυτό δεν το λένε πολλοί αναγνωρίσιμοι άνθρωποι, του μεγέθους της διασημότητας που έχει ο Παναγιώτης, που-αν και με μαύρα γυαλιά, στην οδό Αθήνας-, κάποια κοριτσάκια (ουρλιάζοντας ενδόμυχα-αν και χωρίς να ακούγεται κιχ-που συνάντησαν τον επερχόμενο «Μαλτέζο» των «κλεμμένων ονείρων» τους) του ζήτησαν μία φωτογραφία, μια υπογραφή σε χαρτάκι, μια πόζα για το instagram, το facebook, το twitter τους (χώρια όσες απλώς τον κοίταγαν ρουφώντας σχεδόν κάθε του βλέμμα από των ματιών του το παράξενο χρώμα-το λίγο εκστατικό και διαβολικό ταυτόχρονα). «Ναι, είμαι καλοπροαίρετος με τους ανθρώπους. Πάντα το είχα αυτό», ξεκίνησε να μου λέει, δοκιμάζοντας ένα γλυκό, λευκό και παχύρευστο, σχεδόν ίδιο με κυπριακό μαχαλλεπί. «Έτσι έμαθα από παιδί, έτσι με μεγάλωσαν οι γονείς μου. Δεν κάνω ποτέ δεύτερες σκέψεις για τον κόσμο που με πλησιάζει. Κι είμαι πολύ ευτυχισμένος για τα παιδικά χρόνια που έζησα-και αυτό το οφείλω απόλυτα στους γονείς μου και στην μεγάλη αγάπη που μου είχαν προσφέρει απλόχερα». Ξέρω, ήταν πρόστυχο, σε μία τόσο όμορφα βροχερή και ρομαντική Σαββατιάτικη μέρα, που εκείνος παράτησε την ησυχία του σπιτιού του, την ξεκούραση του κρεβατιού του, για να ‘ρθει στο κέντρο της Αθήνας, στην πλατεία του Ψυρρή, μόνο και μόνο για μία συνέντευξη μιας ώρας, παρέα με το σκυλί του, τον Άραμις (το συνεχώς υπάκουο στο «αφεντικό» του), να του «χαλάσω» την καλή του διάθεση, να τον κάνω να βουρκώσει και να κοιτάει από το παράθυρο του μαγαζιού στο δρόμο, προσπαθώντας να με κάνει να αποφύγω να δω το αυτονόητο μέσα από τις κόρες των ματιών του που ήδη είχαν υγραθεί: ότι τον πονούσε ακόμη βαθιά ο θάνατος του πατέρα του, του «ήρωα» της ζωής του, που έχασε πριν από δύο μόλις μήνες. «Έζησα τόσο ωραία παιδικά χρόνια…Σκέψου ότι μέχρι την ηλικία των 12 και 13 ετών, είχα γυρίσει ήδη τη μισή Ευρώπη! Κεντρικός άξονας όλων αυτών, ήταν ο πατέρας μου. Εκείνος ήταν το πρότυπο μου…Νομίζω ότι δεν το έχω πιστέψει ακόμη ότι έφυγε-και δεν ξέρω αν μπορεί κανείς να κατανοήσει ένα τέτοιο γεγονός. Από εκείνον θυμάμαι πολύ έντονα τις αφηγήσεις του-ένας άνθρωπος που είχε ταξιδέψει πολύ στη ζωή του, και βαθιά μορφωμένος-, ο οποίος είχε μία πολύ ιδιαίτερη αντιμετώπιση απέναντι στη ζωή. Κι είναι κάτι που δεν έχω συναντήσει ξανά σε άλλον άνθρωπο: απολάμβανε την απλότητα της ζωής! Μπορεί, για παράδειγμα, να έβλεπε ένα όμορφο δέντρο και να ενθουσιαζόταν τόσο, σαν να κοιτούσε το τελειότερο πράγμα στον κόσμο! Πολλές φορές απορούσα, έλεγα “μα πως είναι δυνατόν να χαίρεται γι αυτό; Με δουλεύει; Ή πραγματικά είναι τόσο ενθουσιασμένος με αυτό που ζει;”». «Έχεις “χρωστούμενα” στη σχέση σου μαζί του», τον ρώτησα σχεδόν αμέσως. «Υπάρχουν στιγμές που θα μπορούσα να είμαι και πιο κοντά του, όμως αυτό είναι ένα μικρό ποσοστό. Ήμασταν, έτσι κι αλλιώς, πολύ κοντά ο ένας στον άλλον, είχαμε μοιραστεί πολλά, είχα μάθει αρκετά για τη δική του ζωή. Ναι, εκείνος ήταν ο δικός ήρωας, τον θαύμαζα και τον θαυμάζω ακόμη…».

17.3.14

ΣΤΕΛΛΑ ΜΠΕΖΑΝΤΑΚΟΥ: ΤΟ ΑΠΟΛΥΤΟ COMEBACK!


Η Στέλλα λέει πως πλησιάζει τα 40, συγκατοικεί με τον σύντροφό της τα τελευταία 4 χρόνια, είναι σχεδόν τριών μηνών έγκυος και διαβάζει καθημερινά την Αγία Γραφή από το internet. Αν αυτό δεν είναι η απόλυτη ανατροπή στον κόσμο της showbiz, τότε τι είναι;
-Έχεις σκεφτεί το σοκ που θα προκαλέσεις με την ανακοίνωση της εγκυμοσύνης σου;
-Γιατί το λες αυτό;
-Μα, δεν είναι; Ανατρέπεις όλη την εικόνα της sexy και χυμώδους Μπεζ, με τις προκλητικές φωτογραφίσεις και εμφανίσεις, που όλοι αγαπήσαμε…
-Καταρχάς, πάρα πολύ sexy κοπέλες-και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό-, κάποια στιγμή, κάνουμε παιδί. Αυτό, λοιπόν, συνέβη και με μένα. Όταν είχα αποφασίσει να ασχοληθώ με τις φωτογραφίσεις, την τηλεόραση και τις εμφανίσεις στην πίστα, ήμουν σε πολύ μικρότερη ηλικία. Τότε άλλα ήθελα από τη ζωή μου, σήμερα άλλα αναζητώ. Στη δεκαετία, λοιπόν, των 20 μου χρόνων, δεν περνούσε καν από το μυαλό μου να κάνω ένα παιδί αλλά, όσο κυλούσαν τα χρόνια, και ειδικά τώρα που βρήκα το άλλο μου μισό, το σκεφτόμουν όλο και περισσότερο. Τώρα λοιπόν, ένα χρόνο πριν μπω στα 40, αισθανόμουν απόλυτα έτοιμη να γίνω μάνα! Κοίτα, εγώ είμαι μία γυναίκα που έχει χορτάσει από πολλά. Σε σημείο που ένιωσα κορεσμό. Δεν έχω απωθημένα από τη ζωή, γι’ αυτό και θεωρώ ότι θα γίνω μία μάνα-υπόδειγμα. Κι αν δεν έκανα αυτή την περίοδο της ζωής μου ένα παιδί, δεν θα ένιωθα ολοκληρωμένη ως γυναίκα και ως προσωπικότητα. Και το έκανα. Ok, είμαι η Στέλλα που ξέρετε, που τραγουδάει, που φωτογραφίζεται, που την αγαπάει ο κόσμος, που τη σταματούν στο δρόμο, που είναι star, αλλά υπάρχει και μία άλλη Στέλλα: η Στέλλα η απλή κοπέλα της διπλανής πόρτας, η νοικοκυρά, που θα φροντίσει τον άντρα της, που θα ενδιαφερθεί για το σπίτι της, που θα μιλήσει με τον περιπτερά, που κάνει απλά και καθημερινά πράγματα όπως όλος ο υπόλοιπος κόσμος.
-Ο πατέρας του παιδιού ποιος είναι;
-Είναι ο σύντροφός μου, ο Χρήστος, με τον οποίο συγκατοικούμε 4 χρόνια. Ωστόσο, δεν επιδιώκουμε την δημοσιότητα. Και δεν θέλαμε να διαφημίσουμε την ευτυχία μας-αν και, όπως πολύ καλά ξέρεις, θα μπορούσα να το κάνω, όπως κάνουν πολλοί και πολλές-, γιατί ο σύντροφός μου δεν αποζητά την έκθεση της προσωπικής μας ζωής και εγώ, ως γυναίκα του, το σεβάστηκα απόλυτα. Μην σου πω, ότι μου αρέσει κιόλας πολύ όλο αυτό…
-Με τι ασχολείται ο σύντροφός σου; Είναι και αυτός του καλλιτεχνικού χώρου;
-Όχι, καμία σχέση. Δύο καλλιτέχνες μέσα στο ίδιο σπίτι δεν θα χωρούσαν (γελάει). Παλιά ασχολιόταν με την πολιτική, τώρα απέχει. Έχει ένα εκτροφείο ροτβάιλερ, παρέχει εκπαίδευση σε σκύλους, ενώ έχει και κάποια κτήματα που τα νοικιάζει για διάφορους λόγους, όπως για την εκμετάλλευση φωτοβολταικών κλπ.
-Έχεις γίνει πια, δηλαδή, ένα κορίτσι για σπίτι, Μπεζ;
-Αυτό δείχνει η πορεία των πραγμάτων. Έχει ωριμάσει πια η Στέλλα που ξέρατε. Μου αρέσει πλέον να περνώ ώρες στο σπίτι μου, να πηγαίνω στο σούπερμαρκετ, να φροντίζω τον σύντροφό μου, να χαζεύουμε εκπομπές στην τηλεόραση, να τρώμε γλυκά που μας αρέσουν, να μαζεύονται φίλοι μας και να συζητάμε ή να παίζουμε επιτραπέζια παιχνίδια. Λόγω της καριέρας που έχτισα με τόσο κόπο, όλα αυτά μου είχαν λείψει υπερβολικά τα τελευταία χρόνια. Τώρα ξαναβρίσκω την απλή ζωή, έξω από τα φώτα, μια ζωή που δεν είχα ζήσει.
-Διαγράφεις κάτι από την παλιά Στέλλα;
-Θα ήταν σαν να διέγραφα τον παλιό μου εαυτό! Αλλά, ως ώριμη γυναίκα πλέον, κάποιες κινήσεις του παρελθόντος δεν θα τις έκανα.
-Για κάποιους, όμως, είναι σαν να μην πέρασε ούτε μία μέρα από εκείνο το κοριτσάκι που τραγουδούσε «θέλεις τραλαλά, θέλω τραλαλό, θέλεις γλειφιτζούρι, χωνάκι παγωτό» και «στο κορμί μου σαν μπλουζάκι», που έπαιξε σε τηλεπαιχνίδι και απολάμβανε την δημοσιότητα…
-Θυμάμαι τον πατέρα μου που μου έλεγε: «Στελλίτσα, κορίτσι μου, κάποια στιγμή, θα ανοιγοκλείσεις τα μάτια σου, θα είσαι 70 χρόνων, και δεν θα το χεις καταλάβει!». Είχε δίκιο. Τα χρόνια περνούν πολύ γρήγορα. Η αθωότητά και η παιδικότητά μου απέναντι στον κόσμο και στα πράγματα μπορεί να έχει κολλήσει στα 19 μου χρόνια, αλλά το μυαλό και η σκέψη μου αφορούν μία γυναίκα που ξέρει πια τι θέλει, στην ηλικία που σήμερα βρίσκομαι. 
-Είναι αλήθεια η αστική φήμη που υπάρχει για σένα και λέει ότι είχες ξαναμείνει έγκυος στο παρελθόν, αλλά απέβαλες, λόγω συνθηκών;
-Όχι, αυτό είναι μόνο φήμη. Αλλά, δεν με πειράζει να λέγονται για μένα διάφορα, γιατί αυτό είναι κάτι που συμβαίνει με τους περισσότερους καλλιτέχνες. Μόνο εγώ ξέρω ποια είναι η αλήθεια για τον εαυτό μου, για τη ζωή μου και την προσωπικότητά μου…Για να σου απαντήσω, είναι η πρώτη φορά που μένω έγκυος. Είχα παντρευτεί μία φορά, στα 21 μου, αλλά τότε δεν είχα κυοφορήσει.
-Σκέφτεστε να παντρευτείτε με τον σύντροφό σου;
-Ζούμε σαν ένα παντρεμένο ζευγάρι, σαν ένα παραδοσιακό αντρόγυνο. Θεωρώ ότι δεν θα αλλάξει κάτι αν παντρευτούμε, αλλά θα χαρούν οι γονείς μας αν συμβεί. Και, αν παντρευτούμε, θα ήθελα αυτό να γίνει με θρησκευτικό γάμο, γιατί πιστεύω πολύ και θα ‘θελα να πάρω και την ευλογία του Χριστού, στον οποίο έχω πίστη. Άλλωστε, από πολύ μικρή, ο Θεός ήταν στήριγμά μου κάτι που, κάποιες φορές, με δίχαζε ανάμεσα στην καλλιτέχνιδα και στον άνθρωπο-Στέλλα. Τώρα, όμως, Του έχω αφοσιωθεί ολοκληρωτικά: μπαίνω στο internet, σχεδόν καθημερινά, ψάχνω και ερευνώ, διαβάζω χωρία της καινής διαθήκης και αγαλλιάζω μέσα μου. Ηρεμώ. Έχω μάλιστα και πνευματικό, ενώ εξομολογούμαι και κοινωνώ όποτε αισθάνομαι έτοιμη μέσα μου.
-Πας και εκκλησία;
-Σίγουρα δύο με τρεις φορές το μήνα. 
-Η καριέρα σου σε τι στάδιο βρίσκεται πια;
-Κάνω εμφανίσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό-στην επαρχία, στην Αθήνα, σε clubs και μεγάλα μαγαζιά. Συνειδητά, όμως, απέχω πια από την τηλεόραση. Μου έχουν προτείνει κατά καιρούς να βγω, αλλά δεν θέλω να το κάνω αν δεν υπάρχει σοβαρός λόγος. Με κούρασαν πια όλα αυτά! Επίσης, να σου πω ότι ετοιμάζουμε με τον σύντροφό μου να ανοίξουμε ένα café-bar στη Γλυφάδα...Άκου να δεις. Έτσι όπως βιώνω τώρα τον έρωτα και την αγάπη με τον σύντροφό μου, είναι κάτι που δεν έχω ξαναζήσει. Στην αρχή ήμουν πολύ καψούρα μαζί με τον Χρήστο, τώρα όμως είμαι βαθιά ερωτευμένη μαζί του και τον αγαπώ πραγματικά. Του ανήκω! Σε αυτόν και στο παιδί μας!
Δημοσίευση στο "Down Town Κύπρου", τον Μάρτιο του 2014. Φωτογραφίες: Γιάννης Χατζηγεωργίου

4.3.14

ΣΑΚΗΣ ΜΠΟΥΛΑΣ: "ΤΙ ΘΑ ΕΚΑΝΑ ΑΝ ΗΤΑΝ Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΟΥ ΜΕΡΑ ΣΤΗ ΓΗ..."

Ο Σάκης Μπουλάς (αριστερά) σε μία σπάνια φωτογραφία με τον Μ. Ρασούλη
Ο δημοσιογράφος Γιάννης Χατζηγεωργίου είχε συναντήσει τον δημοφιλή ηθοποιό και τραγουδιστή τον Οκτώβριο του 2010 και του ζήτησε να του απαντήσει (με χιούμορ) για το τι θα έκανε αν ήταν η τελευταία του μέρα στη γη... Δέχτηκε αμέσως. «Πάντα μου άρεσε το black χιούμορ!». Χαμογελούσε, αυτοσαρκαζόταν, έβαζε τα δάχτυλά του ανάμεσα στα μούσια του όσο απαντούσε, και κοιτούσε με χαρά τον κόσμο που ήταν μαζεμένος στην πλατεία Καρύτση...
Από τι θα προτιμούσατε να «πάτε»; 
Από φυσικά αίτια: Κάνοντας σεξ.
Τι είναι αυτό που για το οποίο χαίρεστε που δεν θα χρειαστεί να το ξανακάνετε πια;
Ότι δεν θα ξαναπληρωσω κερατιάτικα στην Εφορία.
Κοιτώντας πίσω, σε τι ξοδέψατε τα περισσότερα χρήματα όσο ήσασταν στη γη;
Δυστυχώς, σε μαλακίες.
Ποια εκπομπή της τηλεόρασης θα θέλατε να στείλετε στην κόλαση; 
Τον «Εξάντα», για να χω κάτι να βλέπω.
Αν σας ζητούσαν να παρουσιάσετε ένα θεατρικό έργο από την κόλαση, ποιο θα ήταν αυτό;
Τον «Φάουστ», για να τα χω καλά με το αφεντικό.
 Ποιο είναι το πιο τρελό πράγμα που έχετε κάνει μέχρι τη στιγμή που έχετε «φύγει»;
Που αγάπησα παράφορα!
Ποια είναι η ιδανική γυναίκα που θα θέλατε να έχετε συντροφιά σας στον παράδεισο;
Την κυρία Μαρίκα Μητσοτακη, γιατί μαγειρεύει υπέροχα.
Ποια θα θέλατε να ήταν η πρώτη κουβέντα που να σας έλεγε ο Άγιος Πέτρος;
«Δεν μπαίνετε κύριε. Είμαστε ρεζερβέ».
Ποια θεωρείτε τη μεγαλύτερη κληρονομιά που αφήνετε στη γη;
Το 50-50, τις Σαββατογεννημένες κι όλα τα υπόλοιπα αριστουργήματα που έχω ερμηνεύσει αριστουργηματικά, με το απίστευτο ταλέντο μου και την απίστευτα αριστουργηματική ερμηνευτική μου δεινότητα.
Τι μετανιώνετε που είπατε όσο βρισκόσασταν στη γη;
«Σ αγαπώ σαν τρελός!».
Τι μετανιώνετε που δεν είπατε;
«Ε, άει στο διάολο, αγάπη μου!».
Ποια μεγάλη μεταφυσική απορία ανυπομονείτε να σας λυθεί;
Υπάρχουν εξωγήινοι;
Με ποιο διάσημο πρόσωπο που βρίσκεται στη κόλαση ή στο παράδεισο θα προσπαθήσετε να κάνετε κουβέντα μαζί του;
Εάν πάω στην κόλαση με τον Λεονάρντο Ντα Βίντσι, εάν πάω στον παράδεισο με τη Ζιζέλ.
Σας έρχεται στο μυαλό η πιο χαρούμενη στιγμή της ζωής σας. Ποια είναι αυτή;
Όταν έμεινα έγκυος.
Ποια υπόσχεση/ υποχρέωση πασχίζετε να τακτοποιήσετε, λίγο πριν φύγετε;
Να κόψω πάλι το τσιγάρο.
Τι διαλέγετε για τελευταίο σας γεύμα στη γη;
Σουτζουκάκια με τηγανιτές πατάτες.
Ποιος είναι ο τελευταίος άνθρωπος που θέλετε να αποχαιρετήσετε στη γη;
Ο Γιάννης Ζουγανέλης.
Τι θα θέλατε να πάρετε μαζί σας εκεί που «πάτε»; 
Μια αφίσα της Καλομοίρας.  
Δημοσίευση στο "Nitro", τον Οκτώβριο του 2010. Αναδημοσίευση στη "LifO", τον Φεβρουάριο του 2014, αμέσως μετά τον θάνατο του.    
http://www.lifo.gr/team/gnomes/46348

ΑΝΝΑ ΒΙΣΣΗ - ΑΝΤΩΝΗΣ ΡΕΜΟΣ: "ΕΧΟΥΜΕ ΠΟΛΥ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΝΩΝΟΥΝ ΚΑΙ ΤΙΠΟΤΑ ΝΑ ΜΑΣ ΧΩΡΙΖΕΙ"


-Πολλοί είναι εκείνοι που ξαφνιάστηκαν με την φετινή σας συνεργασία στην Αθήνα, στο «Pantheon Theater». Τι ήταν εκείνο που σας έκανε να συνυπάρξετε για μία μουσικοθεατρική παράσταση και όχι για ένα πρόγραμμα από αυτά στα οποία σας είχαμε απολαύσει σε προηγούμενα χρόνια και εμφανίσεις σας; 
-Αντώνης: Στο «Pantheon Theater» παρουσιάζουμε, με την αγαπημένη μου Άννα Βίσση, μια μουσικοθεατρική παράσταση που σκηνοθετεί ο Γιάννης Κακλέας, με τίτλο «Ένα ή κανένα». Πρόκειται για ένα μουσικοθεατρικό  υπερθέαμα, με υπέροχα σκηνικά από τον Μανόλη Παντελιδάκη και ιδιαίτερα κοστούμια, με την υπογραφή του Απόλλωνα Παπαθεοχάρη. Φέτος, στο «Pantheon Theater», τα πράγματα είναι διαφορετικά. Τολμάμε, η Άννα, εγώ αλλά και ο επιχειρηματίας, να προτείνουμε ένα διαφορετικό είδος διασκέδασης, σε ένα χώρο πλήρως ανακαινισμένο που πλέον λειτουργεί σαν θέατρο. Ο χώρος του θεάτρου δεν επιτρέπει το κάπνισμα ή τα ποτά, εκτός από τις εξαιρέσεις μερικών τραπεζιών στις ειδικά διαμορφωμένες σουίτες-στις οποίες το κάπνισμα εξακολουθεί να μην επιτρέπεται. Αυτό που πρέπει να καταλάβει ο κόσμος είναι ότι θα εξακολουθεί να διασκεδάζει με τα τραγούδια μας που έχει αγαπήσει, σε ένα περιβάλλον πιο «καθαρό»...   
Άννα: Είμαι, και σαν άνθρωπος και σαν καλλιτέχνης, υπέρ της αλλαγής και της εξέλιξης. Επίσης, δεν μ’ αρέσει να επαναλαμβάνομαι και να κρύβομαι πίσω από το φαινομενικά «ασφαλές». Έχω δε κάνει αρκετά και διαφορετικά πράγματα στο παρελθόν, όπως συναυλίες, θέατρα rock όπερες, musicals και εμφανίσεις σε χώρους που ο κόσμος συνηθίζει να ονομάζει απλά «μπουζούκια» που, τουλάχιστον στη δική μου περίπτωση, θεωρώ πως δεν ήταν έτσι. Γιατί πάντα ένωνα το θέαμα μαζί με τη διασκέδαση και ο ήχος του μπουζουκιού ήταν συμπληρωματικός. Το μόνο σίγουρα απάνθρωπο ήταν το ανελέητο ωράριο. Δεν μπορώ να διανοηθώ πλέον να βγαίνω και να τραγουδάω στη 1 και στις 2 και να πηγαίνω σπίτι μου στις 6 και 7 το πρωί. Ούτε να αναλώνομαι σε χώρους που «επιτρέπουν» λουλούδια τυλιγμένα σε αλουμινόχαρτο και που εκσφενδονίζονται πάνω μου με μανία... Έκανα τον απολογισμό μου και πήρα τις αποφάσεις μου, αυτή τη φορά με το χέρι στην καρδιά! Το ίδιο πιστεύω αισθάνεται και το 90% του κοινού που τώρα πια θέλει να βγει μετά τη δουλειά του, να περάσει όμορφα, να ξεχαστεί, να διασκεδάσει, κάτω από ωραίες, ανθρώπινες συνθήκες πλέον, και να πάει σπίτι του σχετικά νωρίς. Λίγο πολύ όλοι αυτοί οι λόγοι-καλλιτεχνικοί κυρίως, αλλά και πρακτικοί-μας οδήγησαν στο φετινό εγχείρημα που εμάς μας κάνει περήφανους για το αποτέλεσμά του. Και το κοινό που το παρακολουθεί μέχρι στιγμής είναι ενθουσιασμένο.
-Τι θα δει, λοιπόν, ο κόσμος που θα έρθει να σας παρακολουθήσει φέτος στο «Ένα ή κανένα»;
-Άννα: Είναι θα ‘λεγα μια μεγάλη συναυλία του Αντώνη Ρέμου με την Άννα Βίσση με τα ωραιότερα τους τραγούδια, γεμάτη από υπέροχες εικόνες που δημιουργούν η σκηνοθεσία, τα σκηνικά, οι φωτισμοί, μαζί με την ενέργεια του πολυμελούς θιάσου, μπροστά σε ένα κοινό που κάθεται άνετα, παρακολουθεί, τραγουδάει και στο τέλος σηκώνεται όρθιο και συμμετέχει, έως και χορεύοντας, για να ολοκληρωθεί ένα show που συνεχώς εκτυλίσσεται μπροστά τους σαν μια όμορφη ερωτική ιστορία!

3.3.14

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΜΙΧΑΗΛ: "ΔΕΝ ΕΜΠΙΣΤΕΥΟΜΑΙ ΠΟΛΥ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ"



Το αριστουργηματικό κείμενο του Γιώργου Χρονά, σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Ρήγου, με την ερμηνεία της Μιχαήλ-στο ρόλο της θρυλικής ρεμπέτισσας-να αποσπά πέρσι, στην Αθήνα, τις καλύτερες των κριτικών και-δικαιωματικά-το βραβείο ερμηνείας Α’ γυναικείου ρόλου.
-Ποια ήταν η Σεβάς Χανούμ, η κατά κόσμο Σεβαστή Παπαδοπούλου, μία από τις ωραιότερες φωνές που πέρασαν ποτέ από το ελληνικό λαϊκό τραγούδι;
-Μία λαϊκή-ρεμπέτικη δόξα των δεκαετιών ‘50, ‘60 και ’70, όχι μόνο της Ελλάδας αλλά και του εξωτερικού. Έκανε μία πολύ μεγάλη πορεία στις πίστες, είχε μία φωνή ιδιαίτερα εκφραστική, λεπτή, αμανετζίδικη, πολύ μπριόζα και με μεγάλο μεράκι για το ρεμπέτικο τραγούδι. Ήταν πόντια στην καταγωγή, μεγάλωσε στη Δράμα και μετέπειτα στη Θεσσαλονίκη. Υπήρξε αμαζόνα, τσαούσα, ροκ στον χαρακτήρα, γενικώς ζούσε στο περιθώριο-ουσίες, έρωτες, καψούρες μέχρι «πατώματος», μια φορά είχε πλακωθεί με την Μαρίκα Νίνου, ενώ ερωτεύτηκε σφόδρα τον Στέλιο Καζαντζίδη-και μεγαλούργησε στο ρεμπέτικο τραγούδι, στο κέντρο της Αθήνας. Αυτήν περιγράφει στο υπέροχο κείμενό του και ο Γιώργος Χρονάς, ένα κείμενο που συγκίνησε πολύ πέρσι στην Αθήνα όπου παιζόταν. Αν ζούσε σήμερα η Σεβάς Χανούμ, θα ήταν κάτι αντίστοιχο, στον τρόπο ζωής, της Amy Winehouse.  
-Το ροκ στοιχείο το έχεις κι εσύ μέσα σου…
-Δεν ξέρω αν είμαι ροκ, αλλά σίγουρα αγαπώ το περιθώριο. Η δική μου ζωή θα έλεγα ότι είναι μποέμικη. Αν και μεγάλωσα πολύ αυστηρά, συντηρητικά, αυταρχικά, με πατέρα στρατιωτικό, κάποια στιγμή έκανα την επανάσταση μου για να κάνω αυτά που θέλω στη ζωή μου. Αν το να ζω μόνη, με προσωπικές επιλογές ψυχής και όχι κοινωνικών επιταγών, το να συνεχίζω να αναζητώ το ρόλο, τις ωραίες επιλογές, τους φίλους, τα ταξίδια, με καθιστά ροκ, τότε είμαι και αυτό. Πάντως σίγουρα είμαι πιο αντισυμβατική από άλλους. 

28.10.13

ΕΛΕΝΑ ΑΚΡΙΤΑ: "ΠΑΝΤΑ ΘΑ ΛΟΓΟΔΟΤΩ ΣΤΟΝ ΜΠΑΜΠΑ ΜΟΥ"


Μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της ελληνικής  δημοσιογραφίας, η κόρη του Κύπριου λογοτέχνη και υπουργού Λουκή Ακρίτα από τη Μόρφου, επιλέγει το «Life» -σε μία από τις σπάνιες πια φωτογραφήσεις και συνεντεύξεις της- για να καταθέσει το μοναδικό και πολύτιμο αποτύπωμα του κοφτερού και καίριου μυαλού της σε λόγο.

Μεγάλωσα στη λεωφόρο Λουκή Ακρίτα- την οδό που συνδέει τη γέφυρα του Πεδιαίου, απέναντι από το Δημοτικό Κήπο της Λευκωσίας, με τον Άγιο Δομέτιο. Στο σπίτι όπου εργαζόταν η μάνα μου ως οικιακή βοηθός -εκείνο της οικογένειας Μελεάγρου, στην οδό Μεσολογγίου-, πήγαινα μετά το τέλος άλλης μίας σχολικής μέρας στο δημοτικό σχολείο του Αγίου Ανδρέα, για να με βοηθήσει στα διαβάσματά μου η γιαγιά μου (εκείνη που η ζωή επέλεξε να μου μεταγγίσει σε αίμα, αντί των βιολογικών), η Ευρού Χατζηδημητρίου. Γύρω στα 8 μου μόλις χρόνια, για να με κρατάει ήσυχο στη φασαρία των μεσημεριών που τα τζιτζίκια σκάνε τραγουδώντας και οι ηλικιωμένοι πέφτουν σε ραστώνη, είχε τραβήξει ένα μυθιστόρημα, το μεγαλύτερο που είχαν δει μέχρι τότε τα παιδικά μου μάτια, από τη μεγάλη βιβλιοθήκη του υπογείου- ήταν «Ο κάμπος». «Το έγραψε ο αδελφός μου», μου είχε πει. «Ζούσε στην Αθήνα, ήταν υπουργός Παιδείας εκεί και πέθανε νέος, στα 56 του χρόνια. Η κόρη του, ένα κοριτσάκι με ξανθά μαλλιά και γαλάζια μάτια -πολύ όμορφο- εδώ, κοντά μας, περνούσε τα καλοκαίρια της». Είχε συγκινηθεί πολύ- θυμάμαι ακόμη πολύ καθαρά τα μάτια της να γεμίζουν στάλες. Αν και με μεγάλες δυσκολίες, το διάβασα. Δέκα χρόνια πιο νωρίς από την ηλικία που άντεξε να το διαβάσει η κόρη του, κάποια χρόνια πριν. Κι ύστερα διάβασα τον «Νέο με καλάς συστάσεις», τους «Αρματωμένους», τους «Ομήρους». Έτσι όπως τα γράφω αυτά, τα αφηγήθηκα και στην ίδια την Έλενα όταν συναντηθήκαμε γι’ αυτή τη συνέντευξη που αποφάσισε -όχι χωρίς κόπο- να δώσει στο «Life». Είχε γουρλώσει τα μάτια της και με κοίταζε. «Γιατί δεν μου τα ’χες πει ποτέ αυτά μέχρι σήμερα;». Κι ήταν σαν να γνωριζόμασταν ξανά από την αρχή, αν και είχαμε μιλήσει αρκετές φορές μέχρι τότε (κυρίως για να εισπράξω τα «όχι» της, αφού επιλέγει να είναι εξαιρετικά σπάνια στις συνεντεύξεις που θέλει να δίνει πια στα media). Κι ύστερα μου μίλησε για τις γεύσεις του φαγητού που διατηρεί ακόμα στη μνήμη του ουρανίσκου της, των κεφτέδων και των τηγανητών πατατών με κέτσαπ που ζητούσε, κάθε μεσημέρι, να της φτιάχνει η μάνα μου για να φάει, όταν η οικογένεια των θείων της ξεκουραζόταν, αφού -όπως της εκμυστηρευόταν, κρατώντας με λαιμαργία το πιρούνι με τα δαχτυλάκια της- κάτι της θύμιζαν από την Αθήνα, από το σπίτι της και τον μπαμπά της. Κάτι ταυτόχρονα κοινό, σπάνιο, πικρό και γλυκό- κάτι πολύ δικό της. - See more at: http://elita.philenews.com/el-gr/people-sunantisis/1478/11818/elena-akrita-panta-tha-logodoto-ston-bampa-mou#sthash.YzmOphq3.dpuf
Μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της ελληνικής  δημοσιογραφίας, η κόρη του Κύπριου λογοτέχνη και υπουργού Λουκή Ακρίτα από τη Μόρφου, επιλέγει το «Life» -σε μία από τις σπάνιες πια φωτογραφήσεις και συνεντεύξεις της- για να καταθέσει το μοναδικό και πολύτιμο αποτύπωμα του κοφτερού και καίριου μυαλού της σε λόγο.

Μεγάλωσα στη λεωφόρο Λουκή Ακρίτα- την οδό που συνδέει τη γέφυρα του Πεδιαίου, απέναντι από το Δημοτικό Κήπο της Λευκωσίας, με τον Άγιο Δομέτιο. Στο σπίτι όπου εργαζόταν η μάνα μου ως οικιακή βοηθός -εκείνο της οικογένειας Μελεάγρου, στην οδό Μεσολογγίου-, πήγαινα μετά το τέλος άλλης μίας σχολικής μέρας στο δημοτικό σχολείο του Αγίου Ανδρέα, για να με βοηθήσει στα διαβάσματά μου η γιαγιά μου (εκείνη που η ζωή επέλεξε να μου μεταγγίσει σε αίμα, αντί των βιολογικών), η Ευρού Χατζηδημητρίου. Γύρω στα 8 μου μόλις χρόνια, για να με κρατάει ήσυχο στη φασαρία των μεσημεριών που τα τζιτζίκια σκάνε τραγουδώντας και οι ηλικιωμένοι πέφτουν σε ραστώνη, είχε τραβήξει ένα μυθιστόρημα, το μεγαλύτερο που είχαν δει μέχρι τότε τα παιδικά μου μάτια, από τη μεγάλη βιβλιοθήκη του υπογείου- ήταν «Ο κάμπος». «Το έγραψε ο αδελφός μου», μου είχε πει. «Ζούσε στην Αθήνα, ήταν υπουργός Παιδείας εκεί και πέθανε νέος, στα 56 του χρόνια. Η κόρη του, ένα κοριτσάκι με ξανθά μαλλιά και γαλάζια μάτια -πολύ όμορφο- εδώ, κοντά μας, περνούσε τα καλοκαίρια της». Είχε συγκινηθεί πολύ- θυμάμαι ακόμη πολύ καθαρά τα μάτια της να γεμίζουν στάλες. Αν και με μεγάλες δυσκολίες, το διάβασα. Δέκα χρόνια πιο νωρίς από την ηλικία που άντεξε να το διαβάσει η κόρη του, κάποια χρόνια πριν. Κι ύστερα διάβασα τον «Νέο με καλάς συστάσεις», τους «Αρματωμένους», τους «Ομήρους». Έτσι όπως τα γράφω αυτά, τα αφηγήθηκα και στην ίδια την Έλενα όταν συναντηθήκαμε γι’ αυτή τη συνέντευξη που αποφάσισε -όχι χωρίς κόπο- να δώσει στο «Life». Είχε γουρλώσει τα μάτια της και με κοίταζε. «Γιατί δεν μου τα ’χες πει ποτέ αυτά μέχρι σήμερα;». Κι ήταν σαν να γνωριζόμασταν ξανά από την αρχή, αν και είχαμε μιλήσει αρκετές φορές μέχρι τότε (κυρίως για να εισπράξω τα «όχι» της, αφού επιλέγει να είναι εξαιρετικά σπάνια στις συνεντεύξεις που θέλει να δίνει πια στα media). Κι ύστερα μου μίλησε για τις γεύσεις του φαγητού που διατηρεί ακόμα στη μνήμη του ουρανίσκου της, των κεφτέδων και των τηγανητών πατατών με κέτσαπ που ζητούσε, κάθε μεσημέρι, να της φτιάχνει η μάνα μου για να φάει, όταν η οικογένεια των θείων της ξεκουραζόταν, αφού -όπως της εκμυστηρευόταν, κρατώντας με λαιμαργία το πιρούνι με τα δαχτυλάκια της- κάτι της θύμιζαν από την Αθήνα, από το σπίτι της και τον μπαμπά της. Κάτι ταυτόχρονα κοινό, σπάνιο, πικρό και γλυκό- κάτι πολύ δικό της. - See more at: http://elita.philenews.com/el-gr/people-sunantisis/1478/11818/elena-akrita-panta-tha-logodoto-ston-bampa-mou#sthash.YzmOphq3.dpuf

Μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της ελληνικής  δημοσιογραφίας, σε μία από τις σπάνιες φωτογραφήσεις και συνεντεύξεις της, καταθέτει το μοναδικό, πολύτιμο αποτύπωμα του κοφτερού και καίριου μυαλού της σε λόγο. 
Μεγάλωσα στη λεωφόρο Λουκή Ακρίτα- την οδό που συνδέει τη γέφυρα του Πεδιαίου, απέναντι από το Δημοτικό Κήπο της Λευκωσίας, με τον Άγιο Δομέτιο. Στο σπίτι όπου εργαζόταν η μάνα μου ως οικιακή βοηθός -εκείνο της οικογένειας Μελεάγρου, στην οδό Μεσολογγίου-, πήγαινα μετά το τέλος άλλης μίας σχολικής μέρας στο δημοτικό σχολείο του Αγίου Ανδρέα, για να με βοηθήσει στα διαβάσματά μου η γιαγιά μου (εκείνη που η ζωή επέλεξε να μου μεταγγίσει σε αίμα, αντί των βιολογικών), η Ευρού Χατζηδημητρίου. Γύρω στα 8 μου μόλις χρόνια, για να με κρατάει ήσυχο στη φασαρία των μεσημεριών που τα τζιτζίκια σκάνε τραγουδώντας και οι ηλικιωμένοι πέφτουν σε ραστώνη, είχε τραβήξει ένα μυθιστόρημα, το μεγαλύτερο που είχαν δει μέχρι τότε τα παιδικά μου μάτια, από τη μεγάλη βιβλιοθήκη του υπογείου- ήταν «Ο κάμπος». «Το έγραψε ο αδελφός μου», μου είχε πει. «Ζούσε στην Αθήνα, ήταν υπουργός Παιδείας εκεί και πέθανε νέος, στα 56 του χρόνια. Η κόρη του, ένα κοριτσάκι με ξανθά μαλλιά και γαλάζια μάτια -πολύ όμορφο- εδώ, κοντά μας, περνούσε τα καλοκαίρια της». Είχε συγκινηθεί πολύ- θυμάμαι ακόμη πολύ καθαρά τα μάτια της να γεμίζουν στάλες. Αν και με μεγάλες δυσκολίες, το διάβασα. Δέκα χρόνια πιο νωρίς από την ηλικία που άντεξε να το διαβάσει η κόρη του, κάποια χρόνια πριν. Κι ύστερα διάβασα τον «Νέο με καλάς συστάσεις», τους «Αρματωμένους», τους «Ομήρους». Έτσι όπως τα γράφω αυτά, τα αφηγήθηκα και στην ίδια την Έλενα όταν συναντηθήκαμε γι’ αυτή τη συνέντευξη που αποφάσισε -όχι χωρίς κόπο- να δώσει στο «Life». Είχε γουρλώσει τα μάτια της και με κοίταζε. «Γιατί δεν μου τα ’χες πει ποτέ αυτά μέχρι σήμερα;». Κι ήταν σαν να γνωριζόμασταν ξανά από την αρχή, αν και είχαμε μιλήσει αρκετές φορές μέχρι τότε (κυρίως για να εισπράξω τα «όχι» της, αφού επιλέγει να είναι εξαιρετικά σπάνια στις συνεντεύξεις που θέλει να δίνει πια στα media). Κι ύστερα μου μίλησε για τις γεύσεις του φαγητού που διατηρεί ακόμα στη μνήμη του ουρανίσκου της, των κεφτέδων και των τηγανητών πατατών με κέτσαπ που ζητούσε, κάθε μεσημέρι, να της φτιάχνει η μάνα μου για να φάει, όταν η οικογένεια των θείων της ξεκουραζόταν, αφού -όπως της εκμυστηρευόταν, κρατώντας με λαιμαργία το πιρούνι με τα δαχτυλάκια της- κάτι της θύμιζαν από την Αθήνα, από το σπίτι της και τον μπαμπά της. Κάτι ταυτόχρονα κοινό, σπάνιο, πικρό και γλυκό- κάτι πολύ δικό της. 
-Είναι «αμαρτωλό» το τελευταίο σας βιβλίο, «το μήλο βγήκε απ’ τον παράδεισο»; 
-Υπάρχουν ορισμένοι θρησκόληπτοι ή κάποιοι που ανήκουν σε παραθρησκευτικές οργανώσεις οι οποίοι προφανώς το θεωρούν «αμαρτωλό», «αιρετικό» ή οτιδήποτε άλλο, επειδή αντιμετωπίζει με χιούμορ τα γεγονότα της Παλαιάς Διαθήκης. Για παράδειγμα, ο Κάιν λέει στη μαμά του «μαμά, πάω να σκοτώσω τον αδελφό μου» και η μητέρα του τού απαντά «μπουφάν να πάρεις, παιδί μου!». Αν αυτό κάποιοι το αντιμετωπίζουν ως βλάσφημο, λυπάμαι που θα το πω έτσι, αλλά δεν είναι δικό μου το πρόβλημα. Αυτό που μπορεί να με σοκάρει είναι ότι σε μία εποχή που η ελληνική κοινωνία σαφώς συντηριτικοποιείται, το να ακούω και να διαβάζω απειλητικά και υβριστικά μηνύματα που λένε «θα κάψουμε το βιβλίο σου, δεν έχουμε πετρέλαιο και θα ζεσταθούμε», εμένα με τρομάζει. Και μόνο η σκέψη του να κάψεις ένα βιβλίο με συγκλονίζει, με ταράζει, θεωρώ ότι αυτό είναι ένας άκρατος φασισμός. Παρόλα αυτά, δεν ιδρώνει το αφτί του κόσμου και των αναγνωστών. Και ευτυχώς. Εδώ θέλω να διευκρινίσω ότι ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης δεν έχει καμία σχέση με το Θεό της Καινής Διαθήκης, που είναι γεμάτος μεγαλοθυμία και αγάπη. Ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης είναι ένας εκδικητικός και σκληρός Θεός. Από εκεί και πέρα, αν κάποιοι θεωρούν ότι η γυναίκα του Λωτ έγινε αλάτι, ο Μωυσής σήκωνε τα χέρια του και άνοιγαν οι θάλασσες, ή ότι ο Ιωνάς πέρασε ένα μαγευτικό τριήμερο μέσα στην κοιλιά μιας φάλαινας, ε, ας το κοιτάξουν! Λυπάμαι, εγώ όλα αυτά τα βρίσκω πάρα πολύ αστεία, οι αναγνώστες μου που έκαναν το βιβλίο best seller τα βρίσκουν επίσης αστεία και αυτή την αστεία πλευρά θέλω να αποδώσω με το βιβλίο μου. 

24.9.13

ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΙΑΝΝΑΤΟΣ: "Ο ΣΠΙΛΜΠΕΡΓΚ ΜΟΥ ΕΛΕΓΕ ΣΤΑ ΓΥΡΙΣΜΑΤΑ: MICHAEL, YOU ARE MY GREEK SITE NOW!"



«Στον ενικό να μου μιλάς», ήταν η πρώτη του κουβέντα όταν είχα μπει στο σπίτι του στα Ιλίσια-Δεκέμβριος ήταν του 2005. Η Χάιδω, η γυναίκα του, μόλις είχε επιστρέψει από τη λαϊκή και συγύριζε τα πράγματα στην κουζίνα: Ντομάτες, αγγουράκια στο κάτω ράφι του ψυγείου, κολοκυθάκια, μελιτζάνες στο πάνω, φακές και γίγαντες μέσα στα ντουλάπια της κουζίνας, «τα φασολάκια θα τα αφήσω στον πάγκο γιατί αρέσουν στο Μιχάλη μου». Μου είχε φανεί περίεργο, σ’ εκείνο το μικρό τριάρι του πρώτου ορόφου, να μιλάμε για Hollywood, γυρίσματα στο εξωτερικό, Γκρέκορυ Πεκ, Άντονυ Κουίν και Αλ Πατσίνο…«Μην τρελαίνεσαι», μου εξηγούσε. «Δουλειά είναι όλα». Από κάποιο ράφι στο σαλόνι, είχε τραβήξει τα σενάρια από το «Εξπρές του Μεσονυχτίου» και «το μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι» για να δω «πως δουλεύουν εκεί», σε ένα μικρό τραπεζάκι, κοντά στο μπαλκόνι, μία κορνιζαρισμένη ασπρόμαυρη φωτογραφία με εκείνον αγκαλιά με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, σε κάποιο σημειωματάριο οδηγίες από μία Αμερικανίδα παραγωγό και ένα απόκομμα αεροπορικού εισιτηρίου «Νέα Υόρκη-Αθήνα». Μόλις είχε επιστρέψει από (άλλο ένα) ταξίδι του στο Hollywood. Εκεί όπου βρισκόταν για τα γυρίσματα μίας ακόμη ταινίας.
-Το ξέρεις ότι το «Μόναχο», η ταινία στην οποία πρωταγωνιστείς με σκηνοθέτη τον Στίβεν Σπίλμπεργκ, θα είναι ένα από τα φαβορί φέτος για να πάρει Όσκαρ καλύτερης ξένης ταινίας;
-Μακάρι. Θα υπάρχει και μία ταινία στα βραβεία Όσκαρ στην οποία συμμετέχει ένας Έλληνας ηθοποιός.
-Είναι εντυπωσιακό πάντως ότι υπάρχει στην Ελλάδα ηθοποιός που να έχει συνεργαστεί με τα μεγαλύτερα ονόματα του ξένου κινηματογράφου και αυτό να μην είναι γνωστό στην ίδια του τη χώρα...
-Η Ελλάδα, αγάπη μου γλυκιά, τρώει τα παιδιά της. Εάν εγώ πάω τώρα και παίξω σε μια υπερπαραγωγή και πάρω βραβείο Όσκαρ πρώτου αντρικού ρόλου, με αντιπάλους τον Ρομπερτ Ντε Νίρο, τον Ντάστιν Χοφμαν, τον Αλ Πατσινο, τον Τζακ Νίκολσον, και έρθω εδώ, θα μου πούνε «ε… καημένε, και τι έγινε;». 
-Δεν νομίζω να συνέβαινε κάτι τέτοιο...
-Στην Ελλάδα επικρατούν οι άχρηστοι, οι ατάλαντοι και οι ανίκανοι.
-Γιατί έχεις αυτή την πίκρα από τους Έλληνες;
-Γιατί δεν γίνονται σωστά πράγματα. Ένας ξένος ηθοποιός έχει τον ατζέντη του. Ο Έλληνας δεν τον έχει. Ένας νέος ηθοποιός εδώ που θα παίξει σε ένα σήριαλ, έχει γίνει πρωταγωνιστής, και τύχει να γίνει και εξώφυλλο σε κάποιο από αυτά τα περιοδικά που κυκλοφορούν, τότε δεν το συζητάμε καθόλου, μας βλέπει αφ’ υψηλού. Ποιο; Αυτό το μέχρι πρότινος παιδάκι. Αυτό το έβλεπα και προχθές στην εκδήλωση που διοργάνωσε το «TV Έθνος». Φωνάξανε παιδάκια που έχουνε κάνει 3 ή 4 σήριαλ. Τι λέτε ρε κύριοι, σοβαρολογείτε;  Κοίταξε, σε κάθε γραφείο παραγωγής υπάρχει και κάποιος που κάνει το casting και λειτουργεί με δικά του κριτήρια και πλαίσια. Αυτός επηρεάζει τον παραγωγό. Εδώ, στο γόνατο γίνεται το casting, ενώ στο εξωτερικό ο casting director είναι πολύ μεγάλη υπόθεση.

4.9.13

ΟΙ ΑΘΗΝΑΙΟΙ: ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΚΟΚΟΤΑΣ





Τραγουδιστής. Γεννήθηκε στο κέντρο της Αθήνας, ζει στο Φάληρο. Στον πλειστηριασμό των αντικειμένων της Μαρίας Κάλλας που είχε γίνει στο Παρίσι, είχαν πουληθεί και 8 δικοί του long play δίσκοι που της είχε αφιερώσει όσο ήταν φίλοι. 
«Γεννήθηκα στο «μαιευτήριο Μαρίκα Ηλιάδη» και μεγάλωσα στο κέντρο της Αθήνας, κοντά στην οδό Σόλωνος, τότε που μπορούσες ακόμη να τρέξεις με τα ποδηλατάκια στους δρόμους, να παίξεις χωρίς φόβο, να πας ωραίες βόλτες χωρίς όλα αυτά τα αυτοκίνητα στους δρόμους. Ήμασταν μεγάλη οικογένεια-τρία αγόρια, τρία κορίτσια-, ο πατέρας γιατρός, τον οποίο έχασα όσο ήμουν ακόμη μικρό παιδί. Μεγάλωσα σωστά, με πολύ καλούς τρόπους, σε σωστή οικογένεια, με μία χρυσή μάνα. Από τότε που μεγάλωνα μάθαινα από τους γονείς και τα αδέλφια μου το «σωστό». Αυτό ακολούθησα στην πορεία της ζωής μου.
Με τον Ξαρχάκο είχαμε βρεθεί όλως τυχαίως στο Παρίσι όπου είχα πάει για να σπουδάσω. Τελικά, όμως, με κέρδισε το τραγούδι όταν είχα πάρει το πρώτο βραβείο σε ένα διαγωνισμό ταλέντων. Χρωστάω πάρα πολλά στον Ξαρχάκο, διότι αυτός είχε ανακαλύψει τον Κόκοτα, εκείνος με παρουσίασε στο ελληνικό κοινό και εγώ κατάφερα και στάθηκα. Από τις σπουδαιότερες προσωπικότητες που γνώρισα ήταν και εκείνη του Νίκου Γκάτσου. Ήμουν από τους πιο αγαπημένους του ερμηνευτές-σε όλες τις φωνοληψίες μου ήταν παρών. Την ευγένεια και τα σοφά του λόγια δεν θα τα ξεχάσω ποτέ-είχε ολύμπια μόρφωση και ήταν ίσως ο πιο μορφωμένος από όλους όσους έχω γνωρίσει στη ζωή μου.
Ο κάθε ένας από τους μεγάλους δημιουργούς που τραγούδησα, από το 1966 που ξεκίνησα να γραμμοφονώ-Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, Γκάτσο, Ξαρχάκο, Τσιτσάνη, Παπαδόπουλο, Μούτση, Καλδάρα, Χατζηνάσιο, Σπανό, Ζαμπέτα και πολλούς ακόμη-, ήταν εξαιρετικά σημαντικός στην πορεία μου. Κανέναν από αυτούς δεν κακοκάρδισα, με όλους είχα αγαθές σχέσεις και όλοι τους μ’ αγαπούσαν. Αν πάτε σήμερα στο σπίτι του Τσιτσάνη, δίπλα από το κρεβάτι του, επάνω στο κομοδίνο, υπάρχει μία φωτογραφία 40Χ30 μ’ εμένα και εκείνον. Η φωτογραφία αυτή πρέπει να υπάρχει εκεί 30-35 χρόνια. Τόσο πολύ μ αγαπούσε! Ο Ζαμπέτας επίσης τρελαινόταν για μένα. Η ζωή του ολόκληρη ήμουνα.
Η διαφορά μεταξύ της δισκογραφίας του τότε αλλά και της αθηναϊκής νυχτερινής διασκέδασης σε σχέση με το σήμερα είναι τεράστια γιατί, εκείνα τα χρόνια, δεν μπορούσε να τραγουδήσει ο οιοσδήποτε. Έχω ζήσει πολλά στο τραγούδι, τι να πρωτοθυμηθώ; Υπήρχαν σεζόν που ο κόσμος στεκόταν ουρές-300 και 500 μέτρα, μέσα στο κρύο-για να μπει στο μαγαζί όπου τραγουδούσα, στο κέντρο της Αθήνας, και να ακούσει το «Όνειρο απατηλό», πολλές φορές τραγουδούσα στην καλοκαιρινή «Νεράιδα» μέχρι τη 1 το μεσημέρι και έλεγε στους σερβιτόρους ο φίλος μου, ο Αρίστος ο Ωνάσης, «να ετοιμάσετε αυγά για πρωινό κι ό,τι άλλο θέλουν τα παιδιά» ή κατά τη μία το βράδυ συγκεντρώνονταν θυμάμαι οι βαρκούλες που βρίσκονταν στη θάλασσα, κάτω από τη «Νεράιδα», με τα ουίσκι και τις μπίρες, για να κάνουν κι αυτοί το κέφι τους. Θυμάμαι ακόμα, σε τουρνέ μου στην Αμερική, που έλεγα το «Γιε μου» και πήγε κάποιος να ανάψει το τσιγάρο του-από πόνο, επειδή είχε χάσει το παιδί του-με αποτέλεσμα να πάρουν τα μαλλιά μου φωτιά και ο μπουζουξής να τραβάει το τραπεζομάντιλο για να τη σβήσει...

ΒΙΚΥ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ: "ΜΕ ΦΛΕΡΤΑΡΟΥΝ, ΕΝΩ ΞΕΡΟΥΝ ΟΤΙ ΕΙΜΑΙ ΠΑΝΤΡΕΜΕΝΗ"


-Πως καταφέρνεις να είσαι πάντα τόσο αισιόδοξη, παρά τα όσα μπορεί να συμβαίνουν στη ζωή σου αλλά και γενικότερα;
-Κι εγώ έχω αναρωτηθεί γι αυτό, αλλά μάλλον πρέπει να γεννήθηκα έτσι. Είναι γονιδιακό: Γεννήθηκα αισιόδοξη. Και αυτό, παρά τις δυσκολίες και παρά τα όσα συμβαίνουν στη ζωή ολονών μας. Με τον ίδιο τρόπο που κάποιος γεννιέται γαλανομάτης, ξανθός και πάει λέγοντας… 
-Έτσι ήσουν από παιδί;
-Ναι. Αυτό ήταν κάτι που μου είχε μάθει ο μπαμπάς μου-η μεγάλη αυτή πρόσφατη απώλεια της ζωής μου-αλλά και η μαμά μου. Πάντα έβλεπα μισογεμάτα τα πράγματα, ποτέ δεν είδα κάτι μισοάδειο. Πάντοτε αντίκριζα την προοπτική στο να γίνει κάτι καλύτερο και όχι στο πόσο χάλια είναι κάτι ή πόσο ατελές. Γιατί ήξερα πως, ακόμη κι αυτό το ατελές, έχει τις δυνατότητες να γίνει τέλειο.
-Και πως αντιμετώπιζες τις στιγμές που τα πράγματα στη ζωή σου δεν πήγαιναν έτσι όπως εσύ θα επιθυμούσες;
-Έλεγα πάντα ότι είναι μία δοκιμασία που θα πρέπει να την περάσω γιατί θα με κάνει καλύτερο άνθρωπο, γιατί θα μου διδάξει πράγματα. Όπως σε όλους τους ανθρώπους, έτσι και σε μένα, έχουν συμβεί πολλά άσχημα στη ζωή-δεν αποτελώ εξαίρεση. Θέματα που αφορούν στην υγεία, στην εργασία, στην οικογένεια γενικότερα. Δεν μπορείς να ξεφύγεις από τα προβλήματα-αυτή είναι η ανθρώπινη μοίρα. Το έζησα και πρόσφατα αυτό, όταν έφυγε ο πατέρας μου απ τη ζωή, που τόσο πολύ αγαπούσα…Ξέρεις, είναι σαν αυτό που υπάρχει στην επιτύμβια πλάκα του Παπαδιαμάντη στη Σκιάθο: «Σαν να ‘χαν ποτέ τελειωμό τα βάσανα και οι στεναγμοί του κόσμου…». Και από αυτά τα βάσανα-σε διαβεβαιώ-δεν ξεφεύγει κανείς...

3.9.13

ΟΙ ΑΘΗΝΑΙΟΙ: ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΤΑΝΙΣΗ





Τραγουδίστρια. Γεννήθηκε στη Νάουσα, ζει στη Γλυφάδα. Είναι χορτασμένη από πάθη και βασανισμένους έρωτες.  
«Γεννήθηκα στη Νάουσα, μεγάλωσα στη Γερμανία και ξεκίνησα να ζω στην Αθήνα από 18 χρόνων. Το σχολείο δεν το τελείωσα. Πήγα μέχρι τη δευτέρα δημοτικού, επειδή μπήκε μέσα μου το σαράκι για το τραγούδι και ο λαϊκός καημός της φωνής-από τότε που ήμουν μικρό κοριτσάκι και οι γονείς μου έφευγαν νωρίς το πρωί απ το σπίτι για να πάνε να δουλέψουν εργάτες σε εργοστάσια, λίγο έξω από τη Στουτγάρδη. Ποτέ μου, όμως, δεν το ‘χα απωθημένο που δεν ήμουνα εγγράμματη, γιατί κατάλαβα νωρίς ότι ο προορισμός του κάθε ανθρώπου είναι διαφορετικός. Καμιά φορά χαζεύω στην τηλεόραση την κυρία Αρβελέρ, τον κύριο Μπαμπινιώτη, την Ηγουμένη Φιλοθέη και άλλους πολλούς σπουδαίους και τρανούς και σκέφτομαι «τι όμορφα που τα λένε!». Κι ας μην τα καταλαβαίνω όλα. Δεν τους ζήλεψα, όμως, ποτέ. Μου φτάνει που εγώ είμαι κυρίαρχη στο δικό μου «σπίτι», στην πίστα. Εκεί δεν μπορεί να με κοντράρει κανένας τους, μόνο εγώ κάνω κουμάντο. Ξέρεις τι σημαίνει να έρχεται στο μαγαζί ένας από τους σημαντικότερους πανεπιστημιακούς καθηγητές στην Ελλάδα, να γονατίζει μπροστά στα πόδια σου και να σε λούζει με πανέρια από γαρύφαλλα, επειδή του τραγούδησες το «Σ’ έχω κάνει Θεό!» μοναχά για την πάρτη του;
Την Αθήνα την αγάπησα από την πρώτη στιγμή που πάτησα το πόδι μου στην πόλη. Μου άρεσε, ρε παιδί μου, αυτό το αλισβερίσι που είχε με τον κόσμο, που ήταν όλοι με όλα, που τίποτα δεν ήταν καλά οργανωμένο όπως συνέβαινε στη Γερμανία, που οι μορφωμένοι περπατούσαν δίπλα από τους τεχνίτες, που οι κυρίες που θα έρχονταν στη «Φαντασία» περνούσαν προηγουμένως με τα αυτοκίνητά τους από τις πιάτσες των τραβεστί στη Συγγρού και στην Καβάλας αργότερα. Κι όλα ήταν φυσιολογικά. Και με νοστιμιά. Από τότε αγάπησα και εγώ το original κι έλεγα «εγώ θα τραγουδώ για τον κόσμο, θα λέω απλά και λαϊκά τραγούδια, δεν με ενδιαφέρει το κουλτουριάρικο». Δεν το μετάνιωσα ποτέ...

2.9.13

ΜΑΡΙΝΑ ΒΕΡΝΙΚΟΥ: Η ΖΩΗ, ΕΝΑ ΣΥΝΑΡΠΑΣΤΙΚΟ ΤΑΞΙΔΙ...




Ατόλη, New Caledonia


Cyclone reef Tufi Papua New Guinea


Ile De Pins, New Caledonia


Sefoa Papua New Guinea


Solomon Islands


Tufi, Papua, New Guinea


Tufi, Papua, New Guinea


Tufi, Papua, New Guinea


Tufi, Papua, New Guinea
Οι μαγικές φωτογραφίες που ανεβάζει τελευταία στο instagram από κάποιο απ’ τα ταξίδια της-μέρος μάλλον κι αυτά ενός ακόμη από τα επιτυχημένα φωτογραφικά της λευκώματα που θα ακολουθήσουν-με έκαναν να επικοινωνήσω μαζί της ζητώντας της άλλη μία συνέντευξη. Βρισκόταν ήδη πλάι στη θάλασσα με τα παιδιά της, σε ένα από τα νησιά του Αιγαίου...
-Είστε ήδη μια πολύ γνωστή φωτογράφος, έχοντας συμμετάσχει σε πολλές εκθέσεις και έχοντας εκδώσει μια σειρά από φωτογραφικά βιβλία. Συγχρόνως, σας αρέσουν τα ταξίδια. Πως συνδυάζετε τη φωτογραφία με τα ταξίδια; Πόσο απαραίτητο κομμάτι της ζωής σας είναι το ταξίδι και η φωτογραφία;
-Είμαι διαποτισμένη από τις ελληνικές αισθήσεις. Τώρα που όλοι έχουμε φωτογραφικές μηχανές, σημασία έχει πως τις χρησιμοποιούμε. Η φωτογραφία, για μένα, είναι οπτική εγγρήγορση και ψυχική ετοιμότητα. Είναι ένας τρόπος να μαθαίνω για τον κόσμο γύρω μας. Είναι ένα διαβατήριο στην κατανόηση. Με απασχολεί ο κόσμος, έτσι όπως είναι, και μέσα απ’ αυτόν βρίσκω τις ομορφιές που τον υπερβαίνουν. Προσπαθώ η δουλειά μου να μην είναι απλά ένα μέσο καταγραφής και απεικόνισης της πραγματικότητας, αλλά να συνδέεται άριστα με το συναίσθημα, τη μορφή και το περιεχόμενο. Φωτογραφίζω τα νησιά της Ελλάδας και αποκαλύπτω εκείνες τις ευαισθησίες που συντροφεύουν τις μυστικές μου στιγμές. Υπάρχουν ενότητες της δουλειάς μου που αναφέρονται σε συγκεκριμένο τόπο, σε συγκεκριμένη στιγμή, σε μία εικόνα και όλα να δένονται όσο γίνεται πιο αρμονικά, έντεχνα, με νόημα και συμβολισμούς. Φωτογραφίζω τα τοπία της Κύπρου, την Ακρόπολη, τις εκκλησίες της Σίφνου. Αισθάνομαι ότι είμαι ένας πολίτης του κόσμου και ταξιδεύοντας μακριά, από την Ανταρκτική, την έρημο της Ναμίμπια, τις κοσμοπολίτικες πόλεις, μέχρι την Παπούα-Νέα Γουινέα, αισθάνομαι ότι αποκτούν άλλη αξία οι αναφορές μου, οι φωτογραφίες μου που έχουν σχέση με τη ρίζα μου και τον τόπο μας...

1.9.13

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ ΜΙΧΑΛΗ ΑΣΛΑΝΗ...


Απέναντι από το γραφείο του, στον τρίτο όροφο του ατελιέ-σπιτιού του στου Ψυρρή, η Ακρόπολη φωτισμένη, οι κεραμιδένιες σκεπές από τα σπίτια της Πλάκας, το Αστεροσκοπείο, η Ρωμαϊκή και Αρχαία Αγορά, ο Λυκαβηττός, μικρές πλατείες και δρόμοι σε μικρογραφία – «μία άλλη Αθήνα, διαφορετική και τόσο μαγικά όμορφη όταν την κοιτάς από ψηλά», μου έλεγε. «Αυτή η εικόνα με εμπνέει», μου εξηγούσε μετά από λίγο, καθώς φορούσε το καλό του κοστούμι «για να πάμε αργότερα μια βόλτα μαζί, να πάρω λίγο αέρα», δείχνοντας μου κάτι που ζωγράφισε τελευταία με τους χρωματιστούς του μαρκαδόρους που είχε αφημένους επάνω σε ένα μικρό ξύλινο τραπεζάκι. Παντού φωτογραφίες του: Από επιδείξεις μόδας αγκαλιά με διάσημα μοντέλα που «τώρα χαθήκαμε, να ναι όμως καλά», τη Μελίνα Μερκούρη, δύο προέδρους Δημοκρατίας, κάποιους ξένους δημοσιογράφους που έρχονταν για να καλύψουν τα events και να πάρουν συνέντευξη από «τον Έλληνα σχεδιαστή που κατέκτησε τη μόδα στην Ελλάδα» (όπως έγραφε ο τίτλος από ρεπορτάζ του «Ταχυδρόμου» που είχε σφηνωμένο στη γωνία ενός μεγάλου καθρέφτη), φίλους του, ανθρώπους που κάποτε γνώριζε πολύ καλά και τον τελευταίο καιρό σκεφτόταν «που να ναι; Τι να κάνει;».Ήταν παράξενη η ψυχοσύνθεσή του τελευταία, σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια που τον γνώριζα-έμοιαζε να γελούσε αλλά να κλαίει ταυτόχρονα, να μιλάει για χαρά και να εννοεί τη λύπη, να εξηγεί τις επιτυχίες αλλά να υπονοεί τις μεγάλες αποτυχίες της ζωής του...

26.7.13

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΖΩΝΑΚΗΣ: "ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ ΠΟΥ ΜΕΓΑΛΩΝΩ"



-Σε έχουν χαρακτηρίσει κατά καιρούς καινοτόμο, πρωτοπόρο στο είδος σου, εκκεντρικό, ταυτόχρονα ροκ και λαϊκό, «αλήτη», αλλά και πολύ ευαίσθητο. Ήταν επιδίωξη σου στην πορεία της καριέρας σου να κάνεις «διαφορετικά» πράγματα ώστε να ξεχωρίσεις και, ενδεχομένως, να προκαλέσεις; Ή ήταν αποφάσεις της στιγμής και λειτουργούσες πάντα σ αυτά-αλλά και γενικότερα στη ζωή σου-με βάση το ένστικτο; 
-H αλήθεια ενός καλλιτέχνη είναι αυτό που έχει μέσα του και αυτό καλείται να εκφράσει. Καμιά φορά, αυτό μπορεί και να είναι αντιφατικό-για να μην πω τις πιο πολλές φορές-, αλλά, αν τελικά το διαχειριστείς σωστά, δημιουργικό. Κάπως έτσι λοιπόν πορεύομαι: δεν με ενδιαφέρουν οι κατασκευές και τα ευρήματα. Άλλωστε, ο κόσμος έχει ένστικτο και ξεχωρίζει το αληθινό από το ψεύτικο.
-Σε προβλημάτισε ποτέ «τι θα πει το κοινό μου αν κάνω κάτι που ίσως να έρχεται σε κόντρα με τα γούστα και την αισθητική του»;
-Μα, δεν υπάρχει ένα κοινό με μια και μόνο συγκεκριμένη αισθητική-και ευτυχώς κιόλας. Σε μια πορεία καριέρας-γιατί φέτος κλείσαμε αισίως, όπως ξέρετε, 20 χρόνια δισκογραφίας- ψάχνεσαι, ανακαλύπτεις καινούργια «θέλω» και πειραματίζεσαι. Από την άλλη, αυτό που μετράει, εκτός από την αλήθεια, είναι και η συνέπεια. Κάπως έτσι προσπαθώ να πορεύομαι.
-Υποθέτω πως, με παρόμοιο τρόπο, αντιδρούσες ακόμη και όταν, πιτσιρικάς ακόμη, τραγουδούσες στην Πάτρα λαϊκά τραγούδια φορώντας μοντέρνα ρούχα και σκουλαρίκια, σε ένα «κόσμο» όπου βασίλευαν οι γραβάτες και τα σκουρόχρωμα κοστούμια…Πως απαντούσες, λοιπόν, στις «συμβουλές» συναδέλφων και μαγαζατόρων να «προσαρμοστείς» στα μέχρι τότε στιλιστικά δεδομένα;
-Πολύ απλά, έκανα αυτό που πίστευα. Μπορεί να έτρωγα τα μούτρα μου, μπορεί όμως και να δικαιωνόμουν...
-Υπάρχει ένας αστικός μύθος που λέει ότι 12 μόλις χρόνων ακόμη, είχες πει «με αυθάδεια» στη Μαρινέλλα ότι εσύ και εκείνη είστε συνάδελφοι…Πως αυτή γέλασε και σου απάντησε «πέρασε μέσα εσύ» και πως τότε είχες μπει σε καμαρίνι για πρώτη φορά στη ζωή σου…Είναι αληθινό αυτό το περιστατικό;
-(γελάει) Ναι, είναι αληθινό. Μικρός ήμουν, δεν είχα, όπως καταλαβαίνετε, καμιά αίσθηση…κινδύνου.
-Πάντα αυτό ήθελες να κάνεις στη ζωή σου, Γιώργο; Να γίνεις τραγουδιστής; Γιατί σε κάποιες παλαιότερες συνεντεύξεις σου δήλωσες πως μέσα σου «έχεις και το ψώνιο του ηθοποιού»…
-Και τα δυο τα ήθελα! Τελικά υπερίσχυσε το «θέλω» για το τραγούδι, αλλά ποτέ δεν είναι αργά…
-Θεωρείς πως θα ήταν εντελώς διαφορετικά τα πράγματα στη ζωή και στην πορεία της καριέρας σου, αν δεν σε ανακάλυπτε ο Νίκος Μουρατίδης, ο οποίος μάλιστα αναφερόμενος σε σένα είχε πει στο παρελθόν: «Ήταν ακόμη ένα στοίχημα που ήθελα να κερδίσω. Να φτιάξω εξαρχής έναν άγνωστο καλλιτέχνη»;
-Τι να πω; Η ιστορία δε γράφεται με «αν». Μεγαλώνοντας, κατάλαβα-και αυτό το λέω πλέον και στους νεωτέρους μου-ότι έχει μεγάλη σημασία να είσαι σφουγγάρι και να παίρνεις από ανθρώπους που αντιλαμβάνεσαι ότι ξέρουν παραπάνω πράγματα από σένα, μερίδιο από τον πλούτο της γνώσης τους.
-Τι σου λείπει περισσότερο από εκείνη την «αθώα» ενδεχομένως για σένα, εποχή; Τι κρατάς και τι πετάς;
-Μου αρέσει που μεγαλώνω, δεν φοβάμαι το χρόνο και νιώθω πολύ ήρεμα μ’ αυτό. Παρόλα αυτά, πάντα σκέφτεσαι με γλυκύτητα τα χρόνια της αθωότητας γιατί, όπως είπα και πριν, πολύ απλά δεν έχεις την αίσθηση του κινδύνου. Και αυτό έχει μια γοητεία...