16.10.16

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ - ΡΟΥΚ: "ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΕΙΝΑΙ Η ΟΥΛΗ ΤΗΣ ΠΛΗΓΗΣ"



Το διαμέρισμά της είναι μικρό. Σε λίγα μόνο τετραγωνικά χωράνε ένα ντιβάνι με μία μονόχρωμη κουβέρτα να το σκεπάζει, μία έγχρωμη τηλεόραση ανοιχτή στην εικόνα -χωρίς ήχο κανένα, με αποκωδικοποιητή στο πλάι-, βιβλία, πολλά χαρτιά με σημειώσεις, ένα φλιτζάνι με καφέ που κρύωσε, λίγοι πίνακες στους τοίχους και φωτογραφίες δικές της, αλλά και με τον σύζυγό της που πέθανε πριν από λίγα χρόνια –ακριβώς απέναντι από τη δική της καρέκλα, κοιτώντας τον συνεχώς σα να πρόκειται να της μιλήσει και να του απευθυνθεί. Έχει ξεχάσει σχεδόν πως το 1962 είχε πάρει το Α’ Βραβείο Ποίησης της Γενεύης (Prix Hensch), πως το 1985 τιμήθηκε με το Β’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης, πως έχει δώσει διαλέξεις και διάβασε ποιήματά της σε Πανεπιστήμια των Η.Π.Α και του Καναδά (Harvard, Cornell, Daztmouth, N.Y.State, Princeton, Columbia κ.α.), πως το 2000 τιμήθηκε με το βραβείο Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών και μόλις πέρσι με το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων για το σύνολο του έργου της – «λεπτομέρειες», λέει, παραμένοντας αθόρυβα συνεπής στην ομορφιά που δημιούργησαν τα ποιήματά της, εδώ και μισό αιώνα που κυκλοφορούν ποιητικές της συλλογές, αφού πλέον θεωρείται μία από τις σπουδαιότερες ελληνίδες ποιήτριες, με γλώσσα βαθιά, απλή, εσωτερική, ολόδική της.
Η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ ήταν χαρούμενη εκείνο το μεσημέρι Σαββάτου που συναντηθήκαμε. Είχε βάψει τα μαλλιά της λίγο πριν, της βγήκε κατά λάθος διχρωμία -κάτι μεταξύ λιλά και ροζ χρώματος- «α, αυτό σας δείχνει πολύ νεότερη», της είπα. «Αλήθεια λες; Κατά λάθος συνέβη!», απάντησε και περπατώντας -κάπως χορευτικά- στο χολ, μπροστά στην ανοιχτή πόρτα του δευτέρου ορόφου της παλιάς εκείνης πολυκατοικίας στη Νεάπολη Εξαρχείων, ακούμπησε το μπουκάλι κουμανταρίας που κρατούσε και με τα δυο της χέρια επάνω στο τραπεζάκι, αν και μου διευκρίνισε που είχε σταματήσει το αλκοόλ εδώ και τρία χρόνια, κουνώντας ταυτόχρονα δεξιά αριστερά τα χέρια της υπερθεματίζοντας στην οριστική της τότε απόφαση – «τέλος, τέλος μ’ αυτό. Ούτε ένα δαχτυλάκι». Προχωρήσαμε στο μικρό σαλονάκι με θέα στο στενό της Συνεσίου Κυρήνης. «Λίγο πιο κάτω, ένα λεπτό από ‘δω, στη Μάρκου Ευγενικού, το ξέρετε πως έμενε η Γαβριέλλα Ουσάκοβα, η μεγαλύτερη πόρνη των Αθηνών;», της ανέφερα κοιτώντας στην ατζέντα της που κάτι που είχε γράψει, κάπως να σπάσει ο πάγος. «Αυτό είναι απίθανο!», μου είπε γουρλώνοντας τα μάτια. «Εκπληκτικό! Τι τιμή!». Και γέλασε. «Αλήθεια σου λέω!».
-Του Αγίου Ευψυχίου σήμερα…
-Ακούγεται λίγο νεκτοραφειακό αυτό. Το «ευ» είναι σα να δίνει χαρά μετά θάνατον, σα να προσδίδει πως θα ‘χεις ωραία ψυχή όταν θα ‘σαι εκεί πάνω. Προσωπικά, όμως, εμένα δεν με ενδιαφέρει τι θα γίνει μετά τη νεκρώσιμο. Δεν πιστεύω σε Θεό, αλλά λέω πάντα πως τα ερωτήματα «πώς ήρθαμε», «γιατί ήρθαμε», «ποιος μας έφερε», «ποιος θα μας πάρει», είναι μία μεταφυσική υπόθεση. Αν και αυτά είναι που τελικά μας κρατάνε ζωντανούς.
-Γι’ αυτό γράφετε ποιήματα;
-Είναι σα να με ρωτάς «γιατί γεννήθηκες ξανθιά;».

-Είναι κάτι με το οποίο γεννιέται κάποιος;
-Όχι ακριβώς. Έχει μεγάλη σημασία το περιβάλλον μέσα στο οποίο γεννιόμαστε. Ένας άνθρωπος που γεννιέται μέσα σε ένα περιβάλλον το οποίο είναι τελείως άσχετο από το πνεύμα, τη σκέψη και την ποίηση, πρέπει να είναι φοβερά έντονο το ταλέντο του ή να του ‘χουν συμβεί στη ζωή του πράγματα μοναδικά για να γράφει, αλλιώς θα είναι μία περίπτωση σαν τη δική μου, που μεγάλωσα με δύο γονείς φοβερά μορφωμένους. Από την αρχή βρήκα μεγάλη υποστήριξη σ’ αυτό, ενώ ευλογήθηκα και με την τύχη να είχα νονό το Νίκο Καζαντζάκη. Είχα πολύ ευνοϊκές συνθήκες στο να ξεκινήσω να γράφω.
-Γιατί ήταν δώρο το να έχετε νονό το Νίκο Καζαντζάκη;
-Ήταν. Αν και δεν τον γνώρισα ποτέ. Αλληλογραφούσαμε όμως. Περίμενα πώς και πώς να τελειώσω το Γυμνάσιο για να πάω να τον συναντήσω και να μείνω μαζί του. Αλλά πέθανε έξι μήνες πριν.
-Δώρο, νομίζω, ήταν και ο σταφυλόκοκκος που πάθετε σε μικρή ηλικία…
-Έχετε δίκιο. Γιατί μου «γέννησε» άλλα πράγματα. Και το γεγονός ότι έζησα τελικά, ήταν θέμα δευτερολέπτων. Θέμα τύχης. Το μυστήριο που αφορά στους ανθρώπους είναι η μοίρα – κάτι γίνεται. Σα να έχεις μπροστά σου μία μπαλάντζα και στο ένα πόδι μπαίνει το καλό και στο άλλο το κακό. Αυτό είναι κάτι που έχω πιστοποιήσει, σχεδόν μαθηματικά. Το παρατηρώ. Όποτε μου συμβαίνει κάτι καλό, σκέφτομαι «ωχ, να δούμε τώρα τι κακό θα γίνει».
-Σαν ισορροπία;
-Βέβαια.
-Κακό μπορεί να είναι και κάτι που φαινομενικά είναι καλό; Ένας έρωτας, για παράδειγμα, μπορεί να προξενήσει και δεινά;
-Ένας έρωτας είναι όπως η ζωή: εξελίσσεται. Μπορεί να αρχίσει καλά και στην εξέλιξή του να βγει άσχημα. Σαν τους ανθρώπους που γεννιούνται καλοί, αλλά στην εξέλιξή τους γίνονται εγκληματίες. Κανείς, όμως, δεν γεννιέται εγκληματίας.
-Απολαύσατε τον έρωτα στη ζωή σας;
-Ουουουου (γελάει). Έδωσα ένα ακριβό εισιτήριο μπαίνοντας στη ζωή με την αναπηρία μου, αλλά μετά από ‘κει όλα μου πήγανε καλά. Πολύ καλά.
-Μήπως, λόγω της αναπηρίας σας, ανυπομονούσατε να ζήσετε το καθετί στη ζωή σας;
-Δεν αισθάνθηκα ποτέ άσχημα. Ό,τι ήταν να ζήσω το έζησα στο έπακρο. Κολυμπούσα, χόρευα… Η αναπηρία μου μού συνέβη σε τόσο μικρή ηλικία που το σώμα μου είχε πλέον συνηθίσει σ’ αυτήν. Τότε δεν αισθανόμουν ανάπηρη. Αισθάνομαι, όμως, τώρα. Διότι δεν μπορώ να περπατήσω πολύ. Κουράζομαι. Και νιώθω πολύ άσχημα γι’ αυτό.
-Δεν βγαίνετε απ’ το σπίτι;
-Πώς. Βγαίνω. Αν και τώρα ετοιμάζω μία μετάφραση και το αποφεύγω. Θέλω να είμαι συγκεντρωμένη στα γραπτά μου.
-Μεταφράστρια ή ποιήτρια;
-Το να είσαι ποιήτρια δεν είναι δουλειά. Σπούδασα μετάφραση και λογοτεχνία στη Γενεύη.
-Ο έρωτας, λοιπόν, ήταν το παν, κυρία Ρουκ;
-Υπήρξε εποχή που ήτανε το παν. Κι υπήρξε και εποχή που ήταν κάτω απ’ το παν. Εξαρτάται απ’ το πού βρίσκεσαι κάθε φορά. Γιατί τίποτα δεν είναι ανεξάρτητο – ποια στιγμή συμβαίνει το καθετί, αν βρέχει ή δεν βρέχει, σε ποιο στάδιο είσαι.
-Στις εποχές που ο έρωτας ήταν κάτω από το παν πώς ήσασταν;
-Θλιμμένη.
-Δεν ανακουφιζόσασταν λιγάκι;
-Όχι.
-Χωρίς έρωτα δεν γράφατε;
-Κάποια εποχή, όχι. Μετά, ναι. Έγραφα και με την έλλειψη του έρωτα.
-Η έλλειψή του σας γεννούσε περισσότερα ποιήματα;
-Το ποίημα γεννιέται από μια πληγή. Το ποίημα είναι η ουλή της πληγής.
-Πότε βάζετε τελεία σ’ ένα ποίημα;
-Μόνη της μπαίνει. Ακόμη και εμένα με εκπλήσσει κάθε φορά. Όπως προχωράει η μία λέξη μετά την άλλη και λέω αυτό που νομίζω πως θέλω να πω, κάποια στιγμή σκέφτομαι «πώς θα τελειώσει αυτό;» και τότε βλέπω το χέρι μου να βάζει τελεία. Είναι ένα μυστήριο.
-Μεταφυσικό;
-Όλα είναι φυσικά. Μεταφυσικό σημαίνει ό,τι δεν γνωρίζω.
-Βλέπετε και στα όνειρά σας ποιήματα; Σας απασχολούν οι λέξεις καθώς κοιμάστε;
-Όχι. Μια εποχή επίσης δεν θυμόμουνα καν τα όνειρά μου.
-Τώρα;
-Τώρα τα όνειρά μου είναι σαν μία συνέχεια της καθημερινότητας. Μπορεί να δω στο όνειρό μου το βράδυ κάτι που με ρωτήσατε αλλά δεν σας απάντησα, ή για κάποιο χαρτί που έχω να παραδώσω. Είναι απαίσιο πλέον. Προτιμούσα την εποχή που δεν τα θυμόμουνα.
-Δεν κοιμάστε καλά το βράδυ πια;
-Μια χαρά κοιμάμαι. Κατά τη 1 το βράδυ πάω να κοιμηθώ, κατά τις 9 το πρωί ξυπνάω.
-Ανακουφίζεστε όταν τελειώνετε ένα ποίημα;
-Μου δίνει χαρά. Ειδικά όταν με απασχολεί κάποιο πρόβλημα. Όταν σε ξαναβουτάει βέβαια το πρόβλημα, τότε αλλάζουν πάλι όλα.
-Οι ποιητές είστε κανονικοί άνθρωποι;
-Δεν ξέρω τι θα πει «κανονικό». Αλλά, δεν γίνεται να μην τους απασχολεί η καθημερινότητα. Γιατί η ζωή αποφασίζει τί θα σου επιβάλει να κάνεις. Κι όλα εξαρτώνται από τις συνθήκες ζωής του καθενός. Να, για παράδειγμα εγώ παίρνω σύνταξη γύρω στα 300 ευρώ. Δεν γίνεται να μην με απασχολεί πώς θα επιβιώσω. Γι αυτό, άλλωστε, συνεχίζω να εργάζομαι. Πήρα πέρσι ένα βραβείο, η Εφορία θα μου κρατήσει ό,τι είναι να μου κρατήσει και θα μου μείνουν τα υπόλοιπα. Τίποτα, δηλαδή.   
-Ζείτε δύσκολα οικονομικά;
-Δεν έχω καθόλου έξοδα, δεν έχω υποχρεώσεις. Είναι, όμως, οι Εφορίες, οι λογαριασμοί…
-Γιατί δεν ζείτε μόνιμα στην Αίγινα, εκεί όπου είναι το σπίτι του μπαμπά σας;
-Λέω πάντα πως είμαι σχιζοφρενής σ’ αυτό. Έχω δύο εαυτούς: τον χειμωνιάτικο και τον καλοκαιρινό. Δεν μπορώ να φανταστώ πώς θα είμαι το χειμώνα στην Αίγινα ούτε το Καλοκαίρι στην Αθήνα. Οπότε είναι και τα δύο εξίσου ο εαυτός μου.
-Βλέπει θάλασσα το σπίτι σας εκεί;
-Απ’ το μπαλκόνι. Πέντε λεπτά περπάτημα.
-Σας αρέσει να κοιτάτε τη θάλασσα;
-Και να την κοιτάω και να πλέω σ’ αυτήν.
-Γιατί να υπάρχει η ποίηση σε μία τόσο αντιποιητική εποχή, κυρία Ρουκ;
-Έλα μου, ντε. Εκείνο που είναι θετικό είναι πως λαμβάνω πολλά βιβλία από νέους ποιητές. Αυτό είναι ελπιδοφόρο.
-Το έργο είναι ταυτισμένο με την προσωπικότητα του ποιητή;
-Όχι. Καθόλου. Έχω γνωρίσει ανθρώπους που μου δίνουν μετά τα ποιήματα τους και λέω «δεν είναι δυνατόν!». Τις προάλλες ήρθε στο σπίτι μου μία κοπελιά, σαν γκόμενα, μου αφήνει το βιβλίο της, διαβάζω τα ποιήματά της και λέω «θα ‘χει σχιζοφρένεια» – τόσο σοφή ήταν η ποίησή της, πραγματικά σε βάθος.
-Είστε θλιμμένοι άνθρωποι οι ποιητές;
-Δεν υπάρχουν θλιμμένοι άνθρωποι. Υπάρχουν άνθρωποι που τους συνέβη κάτι και είναι θλιμμένοι. Δεν έχω γνωρίσει κάποιον άνθρωπο που να είναι απλά θλιμμένος. Για όλα υπάρχει αιτία.
-Δεν υπάρχουν κάποιοι που το φέρουν;
-Ίσως. Λόγω του ότι έχουν μία δυστυχισμένη ζωή.
-Η δική σας ζωή πώς ήταν; Ευτυχισμένη;
-Πολύ! Είχα τους τέλειους γονείς. Κι έπειτα τον τέλειο σύντροφο, τον άντρα μου.
-Πολλά χρόνια μαζί…
-43. Όλη μας τη ζωή. Από 23 ετών. Γνωριστήκαμε και σε τρεις βδομάδες παντρευτήκαμε. Τώρα πια τον έχασα.
-Σας λείπει;
-Πάρα πολύ! Πάρα πολύ! 7 χρόνια τώρα, μου λείπει κάθε μέρα.
4-3 χρόνια ερωτευμένοι;
-Ερωτευμένοι 43 χρόνια, όχι. Ζήσαμε μαζί. Ο έρωτας σε μία μακριά ζωή μετατρέπεται σε αγάπη. Εκείνο που έχει σημασία είναι ο χαρακτήρας του καθενός, κατά πόσο καταλαβαίνει, πόσο αγαπάει τον άλλον, πόσο τον βοηθάει να ζήσει. Όχι απλώς εγωιστικά.
-Ο έρωτας δεν εμπεριέχει τον εγωισμό;
-Και αυτόν.
-Πότε, λοιπόν, μετατρέπεται ο έρωτας σε αγάπη;
-Δεν υπάρχουν δεδομένες στιγμές. Είναι σα να λες «ήρθε το δειλινό». Είναι κάτι που έρχεται φυσικά. Σαν κάτι το απολύτως φυσικό συμβαίνει κι αυτό.
-Σήμερα πώς ζείτε;
-Είμαι μόνη μου. Οικογένεια δεν έχω, δεν έχω παιδιά, δεν έχω αδέλφια, κάτι ξαδέλφια μόνο που τα βλέπω μια φορά το χρόνο. Έχω, όμως, μία βοηθό που είναι μαζί μου στα πάντα. Αλλά υπάρχει και η ερημιά. Και ο χρόνος που όλα τα δυναστεύει. Έχω ξεπεράσει πολλές δυσκολίες στη ζωή μου, αλλά το ότι είμαι 76 χρόνων δεν μπορώ να το χωνέψω.
-Γιατί σας απασχολεί τόσο πολύ ο χρόνος;
-Είναι η χειρότερη εμπειρία της ζωής μου. Γιατί κάνεις μία ιδιαίτερη εκπαίδευση στον εαυτό σου για να ζεις χωρίς την έννοια του μέλλοντος, αλλά μόνο με την έννοια του παρόντος. Και με το παρελθόν ενίοτε, αλλά χωρίς πάθος γι’ αυτό. Πρέπει να συγκεντρώνεσαι πνευματικά, βιωματικά, μόνο στο παρόν. Κι αυτό είναι πάρα πολύ δύσκολο! Ιδίως όταν έχεις ένα τέτοιο βίτσιο, όπως είναι η ποίηση, που υποτίθεται ότι είναι για το απώτατο μέλλον, για το τι θα μείνει. Τελευταία έχω πάθει και το εξής: ξεχνάω. Δεν με βοηθάει πολύ η μνήμη μου. Υποφέρω απ’ αυτό.
-Αυτό μπορεί να ‘ναι και καλό…
-Λένε κάποιοι πως υπάρχει το υποσυνείδητο που αυτά τα οποία δεν σου πάνε, τα ξεχνάς. Τρίχες.
-Η λέξη «ερημιά» που χρησιμοποιήσατε προηγουμένως, έχει και μία σκληρότητα…
-Έχει. Καλά περνάμε στην ερημιά;
-Τότε από πού αντλείτε τόση χαρά; Φαίνεστε πολύ αισιόδοξος άνθρωπος…
-Γιατί «είμαστε ακόμα ζωντανοί, στη σκηνή…».
-Επειδή υποφέρατε απ’ το σώμα, το δοξάσατε τόσο;
-Σίγουρα. Και υποσυνείδητα και ποιητικά. Δεν ξέρω γιατί, τελευταία σκέφτομαι ένα στίχο που λέει: «το σώμα είναι η νίκη και η ήττα των ονείρων». Μια ζωή ολόκληρη μου το απέδειξε αυτό.
-Θα θέλατε να είχατε παιδιά;
-Ο ευφυέστατος άντρας μου, ο Ρουκ, όταν παντρευτήκαμε, έμεινα έγκυος κι έπειτα έχασα το παιδί που κυοφορούσα, μου είχε πει όταν τον ρώτησα αν θα ήθελε να έκανα την επέμβαση που μας πρότεινε ο γιατρός για να ξαναμείνω έγκυος και να κάνω παιδί: «How can I want something that I dont know?». Δεν είναι καταπληκτικό; Εγγλέζος. Αυτό με βόλεψε πάρα πολύ, γιατί είχα μόλις δημοσιεύσει τα πρώτα μου ποιήματα. Τότε ήμουνα 24 ετών. Δεν ζήλεψα ποτέ τις φιλενάδες μου που είχαν παιδιά. Τις ζηλεύω, όμως, τώρα που έχουν εγγόνια. 
-Σας πρόδωσε ποτέ η ποίηση;
-Είχα περιόδους που έγραφα και περιόδους που δεν έγραφα. Γίνονταν κύκλοι.
-Υπάρχουν άνθρωποι που γράφουν ποιήματα αλλά δεν είναι ποιητές;
-Ουουουουου…
-Τότε πώς προσδιορίζετε το ταλέντο;
-Το ταλέντο είναι ο πρόλογος όλων όσων θα ακολουθήσουν.
-Στα ποιήματά σας καταγράφετε τη ζωή σας;
-Ακόμη και η φαντασία είναι μέρος της ζωής. Δεν ξέρω τι καταγράφω. Είναι κάτι που βγαίνει αυτόματα.
-Τι θα πει, λοιπόν, ποίημα;
-Είναι σα να με ρωτάς «τι θα πει φτέρνισμα;». Φτερνίζεσαι.
Δημοσίευση στην εφημερίδα "Ο Φιλελεύθερος" της Κύπρου (ένθετο "ΦιλGood") τον Απ΄ριλιο του 2016. Φωτογραφίες: Πάνος Γιαννακόπουλος (Studio Αμύντα 13).  
http://www.philenews.com/el-gr/politismos-anthropoi/389/310566/katerina-angelaki-rouk-to-poiima-einai-i-ouli-tis-pligis