10.2.13

ΕΡΣΗ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ: "ΚΑΙ Η ΠΙΟ ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΗ ΖΩΗ ΕΧΕΙ ΤΙΣ ΑΝΑΤΡΟΠΕΣ ΤΗΣ"



Ραντεβού κοντά στο σπίτι της, ζεστό απόγευμα Τρίτης με τα κοντομάνικα φανελάκια των περαστικών για ντεκόρ, τα μαύρα ρούχα της, τα μαύρα της γυαλιά - που τα έβγαλε μόνο όταν άρχισε να νιώθει οικεία, δηλαδή μισή ώρα μετά τις πρώτες ερωτήσεις. Café κοντά στη Μητρόπολη Αθηνών, στην αρχή του πεζόδρομου που οδηγεί στο Μοναστηράκι.
-Πως είναι να ξυπνάτε, κάθε πρωί, με τις καμπάνες, εδώ στην Πλάκα όπου διαμένετε;
-Σχεδόν δεν τις ακούω. Αλλά εκνευρίζουν τρομερά τον σκύλο μου. Τον κυνηγά  κακοτυχία  γιατί και το προηγούμενο σπίτι, πάλι κοντά σε εκκλησία βρισκόταν.
-Που μένατε προηγουμένως;
-Στο Χαλάνδρι, απ’όπου μετακόμισα κακήν κακώς. Δεν είχα ζήσει στην Αθήνα, είχα έρθει από την Ιταλία όπου εργαζόμουν, και ξαφνικά βρέθηκα σε ένα σπίτι στο Χαλάνδρι. Το Χαλάνδρι όμως δεν είναι Αθήνα.
-Έχει όμως πολύ θόρυβο εδώ που μένετε.
-Τις νύχτες πολλές φορές είναι ψόφιος ο δρόμος…
-Περπατάτε τα βράδια; Κάνετε βόλτες;
-Με το σκύλο. Ως υποχρέωση.
-Πότε αγαπήσατε τα ζώα;
-Τα ζώα είναι όπως τα παιδιά: Άμα σου τύχουν τα αγαπάς. Ποτέ δεν ήμουν παθιασμένη ζωόφιλη-και δεν νομίζω ότι έγινα. Αγαπώ τους σκύλους, όχι τις γάτες, μ’αρέσουν οι πιθήκοι, οι ελέφαντες. Τυχαία μπήκα σε αυτή την περιπέτεια.
-Στην περιπέτεια της γραφής γιατί μπήκατε; Γιατί γράφετε βιβλία;
-Τώρα τι θέλετε; Να σας πω το τελείως μπανάλ ότι είναι το μόνο που ξέρω να κάνω καλά, ή ελπίζω ότι κάνω καλά;
-Γιατί; Και στην πρεσβεία, στην Ιταλία, μια χαρά είχατε εργαστεί.
-Παραιτήθηκα όμως. Από το γράψιμο δεν έχω παραιτηθεί ακόμη.
-Σας περνάει απ το μυαλό;
-Αυτό είναι κάτι που δεν ελέγχεται. Κάθε φορά που ξεκινάς ένα διήγημα, ένα μυθιστόρημα, νιώθεις ανασφάλεια, δεν σημαίνει ότι επειδή έβγαλες δέκα ή δεκαπέντε βιβλία αποκτάς και κάποια αυτοπεποίθηση ή σιγουριά ως προς το αντικείμενο. Από τη στιγμή που αποκτάς αυτοπεποίθηση είσαι χαμένος. Αμφιβάλλεις για τον εαυτό σου, πάντα πρέπει να αμφιβάλεις. 
-Τα βραβεία με τα οποία έχετε τιμηθεί δεν είναι μία σιγουριά;
-Το βραβείο είναι μια ωραία έκπληξη, ένα δώρο. Η χαρά του δώρου πόσο κρατάει; Ένα μήνα; Αν και για μένα τα βραβεία για το «Ζιγκ-ζαγκ στις νερατζιές» ήταν, κατά κάποιο τρόπο, και μια αναγνώριση της προηγούμενης δουλειάς μου.
-Η ζωή σας επηρεάζει τη συγγραφή; Εισβάλει το ένα μέσα στο άλλο;
-Αναγκαστικά. Ιδιαίτερα όταν τα παιδιά μου ήταν μικρά κι έπρεπε να κάνω τον ζογκλέρ ανάμεσα σε δύο κόσμους αντικρουόμενους.
-Ισορροπούσατε εύκολα;
-Μερικές φορές ναι, άλλοτε έχανα την ισορροπία μου. Και υπήρχαν αμοιβαίες αβαρίες. Έπειτα, όσο περνούν τα χρόνια, γράφω με μεγαλύτερη δυσκολία, χρειάζομαι περισσότερη απομόνωση. Είναι πρόβλημα, αλλά συμβαίνει. Για να συγκεντρωθώ πρέπει να φύγω.  Σχεδον δεν γράφω πια στο σπίτι, μόνο διορθώσεις κάνω ή ξαναβλέπω κείμενα. 
-Το «Ζιγκ-ζαγκ στις νερατζιές» που το γράψατε;
-Ξεκίνησε το 95 στο Αλγέρι. Είχα ένα δωμάτιο δικό μου, ησυχία, κι από το παράθυρο η πόλη απλωνόταν μπροστά μου ακίνητη, κάτω από έναν ουρανό  διάφανο χωρίς σύννεφα. Αλλά, αυτή η ακινησία, αυτή η ηρεμία, ήταν απατηλές γιατί ο εμφύλιος μαινόταν. Δεν περνούσε μέρα χωρίς κάποια τρομοκρατική ενέργεια και ήταν πολύ επικίνδυνο να κυκλοφορήσεις στους δρόμους. Η πόλη έμοιαζε ακίνητη αλλά ήταν έτοιμη να εκραγεί. Αυτός ο αόρατος αναβρασμός είχε μια αναλογία με την ιστορία που είχα στο μυαλό μου. Δεν ήθελα να περιγράψω γεγονότα αλλά την αθέατη όψη της πραγματικότητας, εκείνη την ατέλειωτη στιγμή στη ζωή ενός ανθρώπου όπου όλα μοιάζουν ασάλευτα ενώ πρόκειται να καταρρεύσουν. Ή να εκραγούν. 
-Η ησυχία έφερνε συχνά την έκρηξη και στη ζωή σας;
-Πολύ συχνά.
-Είναι επώδυνη αυτή η μετάβαση;
-Καμιά φορά είναι ευεργετική γιατί η στασιμότητα, ιδιαίτερα όταν παρατραβάει και εγκυμονεί μια εκρηκτική κατάσταση, γίνεται νοσηρή. Μπορεί να φοβάται κανείς, να τρομάζει, αλλά η μετάβαση πρέπει να γίνει.
-Γιατί μερικοί άνθρωποι προτιμούν στη ζωή τους να μην έχουν ανατροπές; Να είναι όλα σε ευθεία γραμμή;
-Η δύναμη της συνήθειας. Άλλωστε δεν υπάρχει ευθεία γραμμή, και η πιο συνηθισμένη ζωή έχει τις ανατροπές της. 
-Έχετε εφησυχάσει ποτέ στη ζωή σας;
-Δεν εφησυχάζω ούτε στις πιο ήσυχες καταστάσεις. Καμιά φορά σκέφτομαι ότι ίσως έπρεπε να είχα μείνει στην πρεσβεία στη Ρώμη λιγότερο, ότι έπρεπε να παραιτηθώ νωρίτερα, ξέρω όμως τι με κρατούσε. Ο λόγος είναι ότι με φόβιζε την επιστροφή στην Ελλάδα. Και δεν είχα άδικο. Στην Ιταλία ζούσα μόνη μου, εδώ υπήρχε οικογένεια. 
-Σας φόβιζε η οικογένεια;
-Είναι να μην σε φοβίζει;
-Σας φόβιζε η ευθύνη;
-Μα είχα την ευθύνη από μακριά, πάντα νοιαζόμουν. Το θέμα είναι ότι μπαίνεις σε ένα σπίτι και βρίσκεις  μια κανονική κατάσταση. Μέχρι τότε είχα ζήσει ανορθόδοξα. Δεν είναι τόσο τι με φοβίζει, όσο τι  με αγχώνει. Τα πολύ καθημερινά και πρακτικά γίνονται ογκόλιθοι. Για πολλά χρόνια ένιωθα σαν το κασέρι στο σάντουιτς, πίεση από τους γονείς μου από τη μια, πίεση από τα παιδιά απ’την άλλη. Παρόλο που λατρεύω τα παιδιά μου. Αλλά το να έχει κανείς παιδιά δεν είναι κάτι δεδομένο ή αυτονόητο, δεν πιστεύω ότι είναι «φυσικό» το να έχεις παιδιά. Ούτε στο μητρικό ένστικτο πιστεύω. 
-Είστε φίλη με τα παιδιά σας;
-Ναι, αν και πολλοί φίλοι μου λένε ότι αυτό δεν είναι σωστό, ότι οι γονείς πρέπει να κρατούν απόσταση.
-Τους λέτε ακόμη και τις πιο μύχιες σκέψεις σας;
-Όχι, γιατί το παιδί πρέπει να το προστατεύει κανείς. Δεν είναι ότι τους κρύβω γεγονότα, αλλά υπάρχουν ζητήματα που δεν χρειάζεται να τα στενοχωρήσουν ή να τα απασχολήσουν. Είναι μεγάλο λάθος να γίνει το παιδί ο εξομολόγος των γονιών του. 
-Ποιος είναι ο δικός σας εξομολόγος;
-Κανείς. 
-Πως ξυπνάτε τα πρωινά;
-Μια χαρά. Με καλή διάθεση. Παλιότερα έγραφα τις νύχτες, όσο περνάει ο καιρός γίνομαι όλο και περισσότερο πρωινή. Για το «Δαμάζοντας το κτήνος», τον τελευταίο χρόνο σηκωνόμουν γύρω στις τέσσερις και έγραφα μέχρι τις δώδεκα-μία το μεσημέρι. Έκανα διακοπή, και το απόγευμα διόρθωνα μέχρι το βράδι. Ελπίζω να μην ξανασυμβεί αυτό γιατί, αφού τελείωσα το βιβλίο, ο βιορυθμός μου είχε αλλάξει και συνέχιζα να ξυπνάω τα χαράματα αλλά χωρίς αντικείμενο πια. Ήταν καταθλιπτικό.
-Όταν διαβάσατε την δικαστική απόφαση για την απόσυρση του «Ζιγκ ζαγκ στις νερατζιές» από τα σχολεία, πως αντιδράσατε;
-Μου ήρθε να γελάσω. Η υπόθεση ήταν τραγελαφική και το κείμενο του δικαστή κανονικό παραλήρημα. Αλλά πρόσφατα υπήρξαν κι άλλα κρούσματα λογοκρισίας. Κανείς παύει να γελάει κι αρχίζει ν’ανησυχεί. Δείτε τι έγινε στη Βόρεια Ελλάδα όπου απαγορεύθηκε σε μαθητές να παρακολουθήσουν την έκθεση χαρακτικής του Πικάσο και θεατρικό έργο του Τένεσι Ουίλιαμς!
-Γιατί υπάρχουν αυτά τα κρούσματα;
-Γιατί είμαστε μια κοινωνία ψευδοφιλελεύθερη, μια χώρα στο βαθος συντηρητική. Υπάρχει αυτή η βιτρίνα, αυτές οι ξανθές στην τηλεόραση, τα εξώστηθα-και όλοι μαζί κάποια στιγμή σταυροκοπιούνται. Η χυδαία ισοπέδωση του «να περνάω καλά». Όλοι πιπιλίζουν την ίδια φράση. Αυτό δεν είναι η ουσία.
-Ποια είναι η ουσία;
-Μα τι σημαίνει «να περνάμε καλά»; Εγώ αμφιβάλλω αν αυτοί που λένε «περνάμε καλά», περνάνε όντως καλά. Όλοι αυτοί είναι τρισδυστυχισμένοι, να είστε βέβαιος. 
-Τι είναι, λοιπόν, ευτυχία για σας;
-Υπάρχουν ευτυχισμένες στιγμές. Για παράδειγμα, ότι θα πάω μεθαύριο να δω την κόρη μου στο Παρίσι. Χαίρομαι πολύ που θα τη δω! Αληθινή χαρά είναι επίσης όταν γράφεις και είσαι σε καλή φάση-δηλαδή προς το τέλος. Αυτή τη στιγμή πάντως είμαι καλά. Ξέρετε, εγώ δεν αναπολώ. Δεν λέω «α, ήταν ωραία τότε..». 
-Ωραία είναι η μνήμη, δεν είναι;
-Η μνήμη όμως διαμορφώνεται, θυμόμαστε επιλεκτικά, τη φέρνουμε στα μέτρα μας. Υπάρχουν διάφορες στρώσεις. Γι’αυτό όταν πάει κανείς να κάνει ψυχανάλυση, ξανασκάβονται τα πράγματα και τα βλέπει με ένα άλλο φως.
-Έχετε κάνει ποτέ ψυχανάλυση;
-Απόπειρες, αλλά δεν είμαι κατάλληλη.
-Γιατί το λέτε αυτό;
-Από ένα σημείο κι έπειτα, αρχίζω να βαριέμαι. Είναι ενδιαφέρον αν έχεις χρήματα και χρόνο στη διάθεσή σου-δεν έχω ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Εμένα δεν μου πάει, χωρίς να σημαίνει ότι φοβάμαι μήπως προκύψουν ιστορίες σε σχέση με το παρελθόν, σκοτεινά αισθήματα ή καταπιέσεις. Αυτή τη διαδικασία πολλοί την παραλληλίζουν με το γράψιμο, αλλά δεν έχει σχέση. Εκείνο που με τραβάει είναι οι ζωές των άλλων, αυτή η απαγορευμένη ζώνη, κι όχι να σκαλίζω από την αρχή τον εαυτούλη μου. 
-Σας έχουν πει ποτέ ότι τα βιβλία σας έχουν ένα υπόγειο μαύρο χρώμα;
-Δεν θα έλεγα μαύρο.
-Γκρίζο;
-Γκρίζο ποτέ. Θα σας έλεγα ότι έχουν μια ανατρεπτικότητα ως προς τη γραφή. Το χιούμορ μου είναι μαύρο. 
-Και φοράτε και μαύρα.
-Α, είναι το πιο βολικό χρώμα, δεν σκέφτεται κανείς τι θα φορέσει το πρωί, βάζεις δέκα μαύρα και τελείωσες. 
-Τι σας φέρνει θλίψη;
-Η ώρα επτά με οκτώ, πριν πέσει το φως. Τα μέρη που έχουν τρομακτικό θόρυβο και πολυκοσμία. Το να πρέπει να κάνω τα ίδια πράγματα, ακόμη και να περπατάω στον ίδιο δρόμο. 
-Σας αρέσουν οι αλλαγές; 
-Πολύ. Χάρη στις αλλαγές μπορώ να κρατήσω ένα εσωτερικό κόσμο σταθερό και να παρακολουθώ τις διεργασίες του. Επίσης, μου είναι πιο εύκολο να γράφω από απόσταση, νιώθω απερίσπαστη. Το ιδανικό για μένα είναι ένα δωμάτιο ξενοδοχείου σε μια άγνωστη πόλη. Υπάρχουν συγγραφείς που δεν μπορούν να δουλέψουν έξω από το γραφείο τους, χωρίς τις φωτογραφίες, τα προσωπικά τους αντικείμενα. Εμένα όλο αυτό με επιβαρύνει-ό,τι είναι αναφορά στην προσωπική μου ζωή με μπλοκάρει.  Τον χειμώνα είχα πάει στο Τσιάνγκ Μάι, στην Ταϊλάνδη. 
-Εκεί μένατε σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου και γράφατε;
-Σε ένα διαμέρισμα. Και έγραφα.
-Δεν πηγαίνατε βόλτες;
-Πήγαινα βόλτα το βράδυ. Δούλευα την ημέρα και έβγαινα το βράδυ.
-Οι δικοί σας άνθρωποι δεν θυμώνουν όταν τους φεύγετε; Οι φίλοι σας;
-Αυτό δεν το είχα σκεφτεί ποτέ, αλλά τώρα τελευταία, υπήρξαν μερικές αντιδράσεις, αγανακτισμένες αντιδράσεις. Και μου κάνει εντύπωση γιατί εγώ δεν θα έκανα ποτέ κριτική σε ένα φίλο μου για τον τρόπο που ζει. Αν κάποιος είναι φίλος μου τον δέχομαι όπως είναι-και απαιτώ το ίδιο από τους άλλους για μένα.
-Πως διαλέγετε τους φίλους σας;
-Έχω φίλους από παλιά, και φίλους που λόγω απόστασης βλεπόμαστε σπάνια. Είμαι ακόμη ανοιχτή σε φιλίες. Κάνω φίλους από διαφορετικούς χώρους, όχι μόνο από το συγγραφικό και καλλιτεχνικό συνάφι. Δεν είναι δυνατόν να συζητάς μόνο για βιβλία, αυτός έβγαλε εκείνο ή ο άλλος το άλλο-σε φθείρει. Είχα πολύ καλές φίλες που ήταν βιζιτούδες, εξαιρετικά κορίτσια.
-Πως γνωριστήκατε;
-Η μια ήταν συμμαθήτριά μου απ’το σχολείο, ξαναβρήκα τα ίχνη της και κάπως έτσι γνωρίστηκα με τις υπόλοιπες. Ήταν ένα κύκλωμα θεσπέσιο, διασκεδαστικό, θαυμάσιο, καμιά σχέση με συγγραφείς και βιβλία. Θυμάμαι που πήγαινα στο Hilton με κάποιες από αυτές και εγώ έκανα όλο το deal, τη μετάφραση, γιατί δεν μιλούσαν αγγλικά. Τώρα τις έχω χάσει. Αυτό μου λείπει τώρα, κάτι διαφορετικό να μ’ανεβάσει.
-Κάτι ανατρεπτικό.
-Κάτι αλλιώτικο. Για παράδειγμα, στο δημοτικό έκανα παρέα μ’ένα κορίτσι που ο πατέρας του βρισκόταν φυλακή. Μ’άρεσε να πηγαίνω στο σπίτι του, δυό δωμάτια, ένα υπόγειο με κουρελούδες κι όμως πολύ πιο ζωντανό, συναρπαστικό  από το καθωσπρέπει σπίτι μας όπου δεν ξέφευγε τρίχα-η μητέρα μου έλεγε πως έχω ροπή στις κατώτερες κοινωνικά τάξεις. 
-Που μεγαλώσατε;
-Στην Πάτρα.
-Πλούσια οικογένεια;
-Ευκατάστατη για τα πατρινά δεδομένα. Ο πατέρας μου ήταν δικηγόρος.
-Ωραία παιδικά χρόνια;
-Νομίζω ναι, δεν είμαι σίγουρη. Άρχισα να διαβάζω και να γράφω πολύ μικρή, και στα 14 έγινε μια έκρηξη, ήρθα σε σύγκρουση με το σπίτι και το σχολείο, άρχισαν να με διώχνουν, απανωτές αποβολές. Ήταν ένα απαράδεκτο σχολείο με απαράδεκτους κανόνες. Διάβαζα πολύ και ταυτιζόμουν μ’αυτά διάβαζα,  παραδείγματος χάρη ότι ο Μποντλέρ κάποτε έβαψε τα μαλλιά του πράσινα, και τα βαφα κι εγώ. 
-Έχετε βάψει τα μαλλιά σας πράσινα;
-Προσπάθησα με οξυζενέ. Κάπνιζα στο δρόμο, φιλιόμουν, αυτά ήταν εξωφρενικά για την Πάτρα εκείνης της εποχής. Ήθελα την ελευθερία μου. Το σχολείο ήταν άθλιο, σκέτη αποβλάκωση. Από 15 ετών ήθελα να φύγω. Πήγα στη Γαλλία, αλλά ερωτεύτηκα τον πρώτο μου άνδρα και έτσι βρέθηκα στην Ιταλία όπου γεννήθηκε ο γιος μου. 
-Ζήσατε ωραίους έρωτες;
-Ωραίους και έντονους.
-Πως γίνονται έντονοι οι έρωτες;
-Πρέπει να το χεις στο αίμα σου. Υπάρχει πολύ φλατάρισμα τελευταία. Το βλέπω και στα παιδιά, το ακούω από φίλους- μια κατάσταση φλατ, άχρωμη, άοσμη. Βρίσκονται όλοι σε άμυνα.
-Γιατί συμβαίνει αυτό;
-Κανείς δεν διακινδυνεύει. Υπάρχει μια στιγμή προς το τέλος της παιδικής ηλικίας καθώς μπαίνεις στην εφηβεία, που γίνεται μία ασυνείδητη επιλογή: ή θα προσπαθήσεις να μοιάσεις στους άλλους και να γίνεις αποδεκτός ή θα διαφυλάξεις την ιδιαιτερότητα σου και θα την κρατήσεις με νύχια και με δόντια. Εγώ έκανα τη δεύτερη επιλογή. Σήμερα, η ανάγκη, η αγωνία όλων αυτών των παιδιών είναι να ταυτιστούν με μια ομάδα, με ένα γκρουπ, να μην είναι διαφορετικοί. Οι γκόμενοι και οι γκόμενες κρίνονται από το πώς είναι ντυμένοι.
-Πως ξεπερνούσατε τους χωρισμούς σας;
-Συνήθως ανώδυνα, αν και υπάρχουν φορές που έχω υποφέρει. Μια φορά ήμουν άρρωστη.
-Τι εννοείτε;
-Να μπω στο νοσοκομείο, να περπατάω στα τέσσερα από φρικτούς πόνους. Ήμουν τρομερά απελπισμένη αλλά έκανα το λάθος να προσπαθήσω να κρατήσω έναν κανονικό ρυθμό ζωής, αντί να αφεθώ στον σπαραγμό και να καταρρεύσω. Αυτό κάποια στιγμή δεν λειτούργησε και το σώμα μου διαλύθηκε. Μπήκα στο νοσοκομείο στη Ρώμη 43 κιλά. Η μητέρα μου κατέφθασε με μια βαλίτσα στο θάλαμο όπως σε ελληνική ταινία. Άρχισα σιγά σιγά να συνέρχομαι και ήταν ωραία αυτή η ανάνηψη. Μου αρέσει ο μικρόκοσμος του νοσοκομείου. Δεν είναι απαραίτητα όλα μαύρα εκεί μέσα. Υπάρχει μια ζωή παράλληλη με τα φλερτ της, τις κακίες, τα ανέκδοτα, τα κουτσομπολιά, είχα φτάσει να μου αρέσουν και τα φαγητά.
-Μαγειρεύετε;
-Μαγειρεύω για φίλους.
-Τι τίτλο θα έχει το καινούργιο σας βιβλίο;
-Αν τον κρατήσω, «το χιόνι πέφτει πάνω στην Αθήνα». Το διάστημα που έγραφα στην Ταϊλάνδη και είχε 30 βαθμούς, έμαθα ότι χιόνιζε στην Αθήνα. Έχασα το χιόνι αλλά μου φάνηκε ότι ήταν καλός οιωνός.
-Έχετε ζήσει πολλές μέρες χωρίς φως;
-Δεν μου αρέσει το πολύ φως όταν δουλεύω, το σκοτάδι με βοηθάει να συγκεντρωθώ. Έτσι γράφω.
-Τι θα κάνετε μετά τη συνέντευξη μας;
-Θα πάω για γυμναστική. Ασκώντας τρομερή πειθαρχία στον εαυτό μου διότι δεν έχω καμία διάθεση. Κάνω πιλάτες δια της βίας. Μετά αισθάνομαι καλά. 
Δημοσίευση στον "Φιλελεύθερο" της Κύπρου (ένθετο "Υστερόγραφο"), τον Μάιο του 2008. Η φωτογραφία είναι του Τάκη Σπυρόπουλου, και δημοσιεύθηκε στο "Έθνος".