27.1.13

ΙΩΑΝΝΑ ΚΑΡΥΣΤΙΑΝΗ: "ΕΙΜΑΙ ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΛΑΘΗ, ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ, ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΣΕΙΣ, ΘΥΜΟΥΣ, ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ. ΤΙΠΟΤΑ ΙΔΑΙΤΕΡΟ"


Κρατικά βραβεία λογοτεχνίας, τιμητικές πλακέτες με χρυσά γράμματα στο όνομά της, βαθιά εκτίμηση από τους ομότεχνούς της, από πολιτικούς, κριτικούς, από χιλιάδες απλούς αναγνώστες που στέλνουν τα βιβλία της σε συνεχείς επανεκδόσεις. Η Ιωάννα Καρυστιάνη, φωτογραφίζει στο «Υστερόγραφο» τις αφορμές που έκαναν την «Μικρά Αγγλία», τον «Άγιο της μοναξιάς», το «Κουστούμι στο χώμα», το «Σουέλ», να αστράψουν φλας στους διαδρόμους της καρδιάς μας.
Με φόβισε πολύ η κουβέντα με την Καρυστιάνη. Ήταν το τεράστιο λογοτεχνικό της μέγεθος, οι αναλυτικές της εικόνες, η άρνησή της να μιλήσει δημόσια για οτιδήποτε ξέφευγε από τα στενά πλαίσια των βιβλίων της (με απαντήσεις σε παλαιότερες συνεντεύξεις της που έγραφαν «θα προτιμούσα να μην αναφερθούμε σε τόσο πολύ προσωπικά θέματα» και τους δημοσιογράφους να ξανακλείνονται στο καβούκι τους «όπως επιθυμείτε, περνάμε σε άλλο κεφάλαιο, στις επιδράσεις της λογοτεχνίας σας»), ήταν ο άπειρος θαυμασμός που είχα στον τρόπο που χειρίζεται τις προτάσεις στα γραπτά της, μία μπάλα που σκάει στον εγκέφαλο και σου ανοίγει νέα μάτια για να δεις τον κόσμο, ένα σπασμένο τζάμι που δεν θες να του κολλήσεις τα θρύψαλα. Μελέτησα πολύ το προηγούμενο βράδυ: Ξεφύλλισα ξανά τα βιβλία της, συγκινήθηκα με φράσεις όπως «ζούσε τα χάλια για χρόνια», αγάπησα απ την αρχή τους ήρωές της, είδα με λεπτομέρεια τις-παγωμένες-της απαντήσεις σε σκόρπιες περιόδους εκδόσεων στις εφημερίδες και στα περιοδικά, πήρα φίλους μου που γράφουν βιβλία για να μου εξηγήσουν πράγματα που δεν καταλάβαινα στις ιστορίες των γραπτών της, να εννοήσω αυτό που θα αντιμετώπιζα και με έκανε δειλό. Το ραντεβού μας στο Μαρούσι ήταν πρωινό γιατί η ίδια  ξυπνάει απ τις 5, άλλαξε την αναχώρηση της για την Άνδρο «για να μιλήσει στην Κύπρο που έχει λατρεία», με κέρασε γλυκό του κουταλιού, έκανε παιχνίδι με τα σύννεφά του ο ουρανός και- σχεδόν- δεν έβλεπα τα ανοιχτόχρωμά της μάτια στον καναπέ που καθίσαμε πλάι στα δεκάδες βιβλία` στο πάτωμα, στο γραφείο, στη βιβλιοθήκη, στο τραπεζάκι μπροστά στα πόδια μας. Για πολλή ώρα κουβεντιάσαμε για τις πολιτικές εξελίξεις (βαθιά πολιτικοποιημένο-ουδέποτε κομματικοποιημένο-άτομο η ίδια), για τον Τάσσο Παπαδόπουλο, για την υποψηφιότητα Χριστόφια (πόσο θα θελα να καταγράψω τις εμπεριστατωμένες απόψεις της για αυτό που συμβαίνει, αλλά με όρκισε να μην αναλύσω τίποτα, «τίποτα που θα θεωρούσαν κάποιοι παρέμβασή της στα πολιτικά πράγματα της Κύπρου»), για το σχέδιο Ανάν που την έκανε να μην μπορεί να γράψει για τρεις μήνες (αυτή που ακόμα και τις μέρες των Χριστουγέννων κατέγραφε τις σκέψεις της), για τους Κύπριους φίλους της, πράγματα που την στενοχωρούν και την πληγώνουν αλλά και αυτά που την κάνουν να υποκλίνεται στο «μεγαλείο της ψυχής των Κυπρίων που από το τίποτα έκαναν θαύματα» (έτσι μου το είπε). Επειδή όμως είμαι από τη φύση μου παλιόπαιδο, εκμεταλλεύτηκα τα μυστικά της, τα «χρησιμοποίησα» για να γίνει η κουβέντα μας ενδιαφέρουσα και όχι ένα λογοτεχνίζον- ακαταλαβίστικό- δοκίμιο, γέλασε, συμφώνησε, «ξεκίνα και θα δούμε τι θα σου πω», άρχισα να ρωτάω αυτά που στο παρελθόν είχαν την σθεναρή άρνησή της, διακόψαμε δύο φορές, τρεις φορές συγκινήθηκε, έφερνε το σώμα της μπροστά και πίσω απ τα μαξιλάρια του καναπέ κρατώντας τα μαλλιά της, προσπαθούσα να εφευρίσκω ανοησίες για να τη χαλαρώνω (για λίγο) με τα ματς της ΑΕΚ και το «Σαλονικιό» του Στράτου (που λατρεύει) και μετά να την επαναφέρω-απότομα-στον βυθό του κόσμου της. Έκανα αυτό που θα ήθελαν να διαβάσουν οι φανατικοί της, απαντήσεις στα ερωτηματικά τους για να γίνει γλυκιά η στυφή γεύση στις τελείες των best seller της. Όσα θα διαβάσετε στη συνέντευξή της τα είπε «για την Κύπρο» (αλλιώς δεν θα τα έλεγε), είναι σαν αυτό που μου έγραψε αφιέρωση στο «Σουέλ» της όταν έφευγα ανάμεσα στα λουλούδια του κήπου της με το φιλί της υγρό ακόμη στα μάγουλά μου: «Για την Κύπρο που μας ενώνει, για μια ζωή που να αξίζει».
-Ποιοι είναι οι ευγενικοί άνθρωποι;
-Άνθρωποι που έχουν πονέσει, έχουν αγαπήσει στη ζωή τους, ακόμη κι αν δεν έχουν αγαπηθεί. Έχω ευλογηθεί να συναντήσω πολλούς ανθρώπους και μερικοί έχουν μείνει για πάντα μέσα στη καρδιά μου (μπορεί να τους έχω συναντήσει κι άλλες φορές, πολλές, λίγες, ή ποτέ ξανά) αλλά αποπνέουν μια καλοσύνη και μια ηρεμία γιατί έχουνε ζυγίσει τη ζωή μέσα από τα καλά και τα κακά της. 
-Είναι ευλογία ο πόνος;
-Αυτοί που δεν τον έχουν βιώσει θα πρέπει εναγωνίως να τον αναζητήσουν στη ζωή τους. Ο πόνος είναι η πιο ουσιαστική γέφυρα για να έρθεις κοντά με τους άλλους ανθρώπους. Ο πόνος ο δικός σου-που δεν τον φοβάσαι, δεν σε τσακίζει μόνιμα- μπορεί να σε φτάσει στον πάτο, αλλά κάποια στιγμή, όταν συνειδητοποιήσεις ακριβώς τι συμβαίνει, θα σου δώσει τη δύναμη για να ξαναβγείς στον αφρό. Αυτό θα σε κάνει να μπορείς να νιώσεις και τους άλλους ανθρώπους.
-Γιατί η χαρά δεν μπορεί να γίνει γέφυρα;
-Η χαρά διαρκεί πιο λίγο. Το πιο αποφασιστικό μάθημα αυτογνωσίας και ζωής είναι ο πόνος. 
-Τι μάθατε απ τον πόνο;
-Να μην είμαι άκαμπτη με τους άλλους ανθρώπους, να μην πιστεύω πως τα ξέρω όλα. Ευτυχώς δεν λατρεύω το μυαλό μου, δεν το λάτρευα ποτέ, όσο περνάει ο καιρός τόσο λιγότερο έχω εμπιστοσύνη ότι εύκολα μπορώ να βγάλω συμπέρασμα για το τι συμβαίνει στη ζωή. Έμαθα επίσης να είμαι υπομονετική και να δίνω χρόνο στους άλλους. Οι άνθρωποι δεν είναι αυτό που φαίνονται με την πρώτη ματιά, μπορεί να είναι κάποιος μονόχνοτος, δύσκολος, περιορισμένος, σχεδόν αδιάφορος` μου έχει συμβεί όμως όποτε έδωσα χρόνο-και το επιδιώκω αυτό-να ξεκινήσει μία σχέση με πολύ κακούς οιωνούς και να αποκαλυφθεί στη συνέχεια ότι ο άνθρωπος που έχεις απέναντί σου είναι ένα διαμάντι. Αυτό μου συμβαίνει με πολύ λαϊκούς ανθρώπους` αυτοί με έχουν εκτοξεύσει στο διάστημα. Τα καλύτερα μαθήματα ζωής τα έχω πάρει από βοσκούς, από ναυτικούς, από κουρείς και από κομμώτριες.
-Πείτε μου κάτι που σας έμαθε τελευταία κάποιος λαϊκός άνθρωπος…
-Κατίνα Κολιδά, Άνδρος. Μία 83 ετών γυναίκα, χήρα ναυτικού που ζει μόνη στην κορφή ενός βουνού με ελάχιστα σπίτια, κάτω από μηλιές και αχλαδιές, που μου είπε «έχασα την οσμή μου 13 χρόνια πριν, τη βραδιά που έχασα τον άνδρα μου». Το σπίτι της ήταν γεμάτο γαρδένιες και παλιά γαρύφαλλα, τα οποία δεν μπορεί να μυρίσει.
-Ποια είναι η πιο σημαντική από τις αισθήσεις μας;
-Παλιά εγώ είχα την αφή, το άγγιγμα. Αυτό που διαχρονικά έχω καταλάβει στον εαυτό μου είναι η ματιά, πώς τα μάτια παίζουν έναν πολύ αποφασιστικό ρόλο για το πώς βλέπεις τους ανθρώπους- καμιά φορά τσεκάροντας πολύ βιαστικά το φυσικό και το ανθρώπινο τοπίο-και πώς άλλες φορές μπορείς να κάνεις τεράστιες διαδρομές με πέντε βαθιές ματιές. Αυτό μου το έμαθε η ζωή σε πολύ κλειστές περιόδους, απαραίτητο εργαλείο για το γράψιμο.
-Πως είστε στις κλειστές περιόδους σας;
-Σκοτώνομαι με τον εαυτό μου, με το μυαλό μου, μετωπικές συγκρούσεις με τον εαυτό μου, αυτοκριτικά σκληρή.
-Και πως βγαίνετε ξανά στις «ανοιχτές» περιόδους;
-…Σχεδόν από υποχρέωση.
-Απέναντι σε τι;
-Στη ζωή. Απέναντι σε αυτά που θα πρέπει με κάποιο τρόπο να αποφύγω. Δυσκολεύομαι στην αρχή αλλά εν τέλει δεν μετανιώνω γιατί τελικά υπάρχει η ζωή που βράζει και όσο κι αν η άσκηση στη μοναξιά και στη μοναχικότητα είναι εντελώς απαραίτητη-όχι μόνο για τους συγγραφείς, φαντάζομαι για όλους τους ανθρώπους-η άσκηση στην συνύπαρξη είναι επίσης απαράβατος όρος για να ζεις αληθινά. Θα πρέπει-κάποια στιγμή-να κοιτάς κατάματα το τι συμβαίνει γύρω σου.
-Δεν σας τρομάζουν οι ανατροπές;
-Οι ανατροπές με κάνουν να πιστεύω-όλο και περισσότερο-ότι ξέρω πάρα πολύ λίγα.
-Ποιοι είναι τώρα οι «σύντροφοί» σας;
-Από παλιά είμαι σταθερή και πιστή στις φιλίες. Αν αγαπήσω κάτι άπαξ, τελείωσε. Για όλη μου τη ζωή.
-Δεν υπάρχει απογοήτευση σ αυτές;
-Κατά καιρούς. Είναι μέσα στη ζωή. Με απογοητεύουν και τους απογοητεύω` ίσως συχνότερα να  τους απογοητεύω εγώ.
-Πότε καταλαβαίνετε όταν απογοητεύετε κάποιον άνθρωπο;
-Στη στιγμή. Μπορεί να το ξέρω, μπορεί να το επιχειρώ κι εγώ κατά κάποιον τρόπο όταν γνωρίζω  πως έχει στηριχθεί μία σχέση σε κάτι που δεν είναι τόσο αληθινό. Συχνά είμαι και ψεύτικη στις σχέσεις μου` μέμφομαι τον εαυτό μου όταν δεν μπορώ να είμαι ο εαυτός μου όσο κι αν κοστίζει αυτό. Είναι καλύτερα να είσαι αληθινός και να έχεις άδικο. Ασκούμαι στις ματιές, τα μάτια δεν κρύβουν τίποτα, είναι το πιο εύγλωττο και πολυσέλιδο μυθιστόρημα. Νομίζω πως γι αυτό οι άνθρωποι αποφεύγουν να συναντιούνται τακτικά` καταφεύγουν στα τηλεφωνήματα πια, στα sms, και στα e-mail.
-Δεν αντέχονται τα μάτια;
-Τα μάτια λένε πολλά. Στο τηλέφωνο ξέρεις ότι μπορείς να κρύψεις την όψη σου σε κάποια πράγματα, συχνά το αισθάνομαι.
-Δεν λένε ψέματα τα μάτια;
-Λένε, αλλά φαίνεται. Το καταλαβαίνεις.
-Ποιες είναι οι συγγραφικές εμμονές σας;
-Ό,τι έχω γράψει μέχρι τώρα έχει προκύψει από έναν ισχυρό κλονισμό. Επιμένω σε κορυφαίες ανθρώπινες εμπειρίες: Ο θάνατος, η αρρώστια, ο πόνος, η λησμονιά. Πιάνομαι με αυτά που εγώ θεωρώ μεγάλα, αλλά επειδή τα προσγειώνω και τα μοιράζω σε ήρωες της καθημερινότητας ελπίζω να μην γίνονται στομφώδη, σπουδαιοφανή και μεγαλεπήβολα. Εγώ ανασαίνω με τον λαϊκό κόσμο, ο άλλος δεν με ενδιαφέρει, είναι μία κακοτοπιά.
-Γιατί είναι κορυφαία εμπειρία ο θάνατος;
-…Ανεπίστρεπτος. Είναι το ύστατο φιλί. Αυτό που έχω διαπιστώσει από δικές μου δύσκολες στιγμές όταν έφτασα κοντά, είναι ότι καμιά φορά μετράει να έχεις προλάβει να τακτοποιήσεις κάποιους λογαριασμούς σε ανθρώπους και καμιά φορά αποδέχεσαι ότι δεν υπάρχει τελεία ισχυρή στις σχέσεις των ανθρώπων. Μετά θάνατον οι σχέσεις που μας σημάδεψαν συνεχίζονται, παρατείνεται μία σχέση, σε απασχολεί` ένας άνθρωπος που έχει γράψει στη ζωή σου δεν τελειώνει με το θάνατό του, συχνά ανακεφαλαιώνει και τον αγαπάς πιο βαθιά. Οι γονείς μου είναι πάρα πολύ μεγάλοι, 98 η μητέρα μου και 97 ο πατέρας μου, λέω «ο θάνατος τους ξέχασε και πια είναι αθάνατοι», αλλά επειδή κατεβαίνω στην Κρήτη πολύ συχνά, προσέχω ότι παρόλο που είναι κατάκοιτοι, το μυαλό και των δύο συνεχίζει να γεννάει συλλογισμούς. Το σώμα έχει φθαρεί, αλλά-είναι συναρπαστικό-πώς το μυαλό δεν έχει παραιτηθεί και δουλεύει. Το γήρας είναι ένας συναρπαστικός γρίφος στο κατώφλι του θανάτου.
-Ήταν δύσκολο να τακτοποιήσετε τις εκκρεμότητες σας όταν έπρεπε;
-…Δεν τα κατάφερα.
-Και τι κάνατε στις δύσκολες στιγμές;
-Ενεργοποιήθηκα με έναν τρόπο ασυνήθιστο για μένα... Συνήθως είμαι φοβική, έχω αισθανθεί φοβισμένη στη ζωή μου και στις σχέσεις μου, με τρομερή έλλειψη αυτοεκτίμησης. Στις αρρώστιες και στα δύσκολα, ξαφνικά πήρα τα πάνω μου. Προσπάθησα όμως πολύ σκληρά.
-Σας τρόμαξαν πολύ αυτές οι περιπέτειες;
-Κατάλαβα ότι δεν πρέπει να μας τρομάζουν τα δύσκολα` δεν είναι ποτέ τόσο όσο νομίζουμε ότι είναι. Συμβαίνει να αναπτύσσονται τότε δυνατότητες που μας δίνουν δυνάμεις, μια πολύ βαθιά επικοινωνία με τον πόνο και το φόβο.
-Από πού αντλείτε δύναμη;
-Από πολύ απλά πράγματα, από τη ρουτίνα που την αισθάνεσαι σαν εξοφλημένη στερεοτυπία. Έχω πειστεί ότι στα επαναλαμβανόμενα πράγματα υπάρχει μία ανεξάντλητη δυναμική, προσμένεις εκτόξευση μέσα από κάτι που σου φαίνεται πολύ λίγο, πολύ περιορισμένο, μια ατέρμονη επανάληψη.
-Τι φοβόσασταν παλιά που δεν σας τρομάζει πια;
-Τα ίδια φοβάμαι και τώρα. Απλώς το γράψιμο μου δίνει μία δύναμη να αισθάνομαι ότι όσο έχω ένα χαρτί και ένα μολύβι μπορώ να αντιμετωπίζω και τον εαυτό μου. Γι αυτό ακριβώς το λόγο, ανήμερα Χριστούγεννα ή Πάσχα εγώ θα ξεκινήσω πρωί πρωί και θα γράψω γιατί κατά το απόγευμα-αν δεν έχει συμβεί αυτό-θα είμαι κακή με τον εαυτό μου (και πάει στο διάολο να είμαι κακή με τον εαυτό μου) μην μου τη βιδώσει όμως και είμαι κακή με τους άλλους που δεν μου φταίνε σε τίποτα.
-Είναι εξάρτηση αυτό.
-Είναι… Δεν θέλω να περάσει μία μέρα απ τη ζωή μου που να μην πιάσω το χαρτί και το μολύβι. Και ό,τι βγει. Δουλεύω πάντα με σκελετό, με σημειώσεις, προετοιμάζω τη δουλειά της επόμενης εβδομάδας ή της επόμενης μέρας. Έχω μία τρομερή πειθαρχία που-ευτυχώς-στην πράξη ανατρέπεται.
-Ακούτε μουσική;
-Πολύ. Αγαπώ το λαϊκό τραγούδι- μπορεί να συμβεί να ακούω για έξι μήνες μόνο Στράτο Διονυσίου- ή να ακούω Κρητικά ή μόνο Μαρία Κάλλας. Κυρίως όμως αγαπώ τα ρεμπέτικα και τα λαϊκά.
-Ποιοι τραγούδι σιγοτραγουδήσατε τελευταία;
-«Μεσοπέλαγα αρμενίζω, κι έχω πλώρη τον καημό, κι έχω την αγάπη πρίμα κι άλπουρο τον χωρισμό». Καταφεύγω πολύ συχνά σ αυτό το τραγούδι. Μακάρι να ξερα γιατί.
-Ίσως γιατί έχει αναφορές στη θάλασσα.
-Ξέρετε, τη θάλασσα την αγαπώ περισσότερο σαν αναχώρηση παρά σαν άφιξη.
-Ποιο είναι το δικό σας λιμάνι;
-Οι άνθρωποι που αγαπώ, γι αυτό και οι σχέσεις περνάνε από σαράντα κύματα, φουρτουνιάζουν.
-Δεν σας αρέσει η καλοκαιρινή θάλασσα;
-Αγαπώ τη χειμωνιάτικη. Τη μυρουδιά της, τα φύκια. Καμιά φορά όταν πηγαίνω στην Άνδρο τις μέρες που έχει βρέξει πολύ, βλέπω το Αιγαίο μέχρι πέρα βαθιά να ναι καφέ απ το χώμα, και το βράδυ-8 η ώρα-να ναι μοβ, να χάνεται η γραμμή του ορίζοντα που ενώνει τη θάλασσα με τον ουρανό.
-Τα χετε καλά με τη συνείδησή σας, κυρία Καρυστιάνη;
-Όχι…Απλά δεν έχω την έπαρση να σκέφτομαι ότι χρειάζομαι άλλη μία ζωή για να τα κάνω καλύτερα, ό,τι έκανα το έκανα. Νόημα έχει από δω και μετά, η επόμενη μέρα.
-Τα μεγαλύτερα σας λάθη που βρίσκονται;
-…Στις σχέσεις μου με τους ανθρώπους, εκεί μπορώ να τα εντοπίσω. Ό,τι έχει να κάνει με αυτοκριτική έχει να κάνει με το πώς στάθηκα περισσότερο στους ανθρώπους παρά σ αυτά που θα αποτελούσαν επικεφαλίδες γεγονότων.
-Ποιοι δεν στέκονται στους άλλους ανθρώπους;
-Οι επηρμένοι και οι νάρκισσοι. Οι άσχετοι με τη ζωή.
-Είχατε ποτέ έπαρση;
-Κατά καιρούς. Από τεράστια ανασφάλεια, από φόβο. Υπήρξαν περίοδοι στη ζωή μου που πίστευα ότι ζύγιζα περισσότερο απ όσο πραγματικά ζύγιζα.
-Η ανασφάλεια γεννά την έπαρση;
-Η ανασφάλεια και το να αφήνεις να σε χειρίζεται ένα περιβάλλον που καμιά φορά σε χρησιμοποιεί ή έχει πολλές προσδοκίες από σένα και ξεστρατίζεις` σε βάζει σε χωράφια που δεν μπορείς να περπατήσεις. Τότε μπαίνεις σε μια αλυσίδα λαθών. Ο κάθε άνθρωπος-για το δικό του αυτοσεβασμό και τη δική του δύναμη-πρέπει να βρίσκει λίγο χρόνο και να σκέφτεται τη ζωή και τους γύρω του` να μην είναι ένα μαγγανοπήγαδο που διαιωνίζονται οι ίδιες στρατηγικές του βίου χωρίς να αντλούνται διδάγματα από τις προηγούμενες εμπειρίες.
-Τι σας κάνει ταπεινή;
-Δεν ξέρω αν είμαι. Αληθινά ταπεινός είναι αυτός που συνειδητοποιεί τι είναι μέσα στη ζωή: Τίποτα σπουδαίο.
-Εσείς τι είστε;
-Ένας άνθρωπος με λάθη, επιθυμίες, απογοητεύσεις, θυμούς, παραίτηση. Τίποτα ιδιαίτερο.
-Τι σας δίνει χαρά;
-Όταν βλέπω παιδιά φίλων, πιτσιρίκια, ή όταν βλέπω τα παιδιά μου- παρά τις δυσκολίες-και επιμένουν, θέλουν να πούνε κάτι. Το status quo σήμερα επιβάλλει τους επιτυχημένους, να επιτύχεις, να σε λανσάρουνε, με μια κανιβαλική-σχεδόν-επιθετικότητα.
-Αύριο τι θα σας δώσει χαρά;
-Θα σηκωθώ πρωί πρωί και θα ποτίσω δύο πορτοκαλιές, τρεις μανταρινιές, μια λεμονιά.
-Τι φυτέψατε τελευταία εδώ στην αυλή σας;
-Κάτι μενεξέδες που είχαμε ξεπατώσει από ένα δάσος με τον Διούση Τσακνή πάνω στην Καρδίτσα, τους είχαμε φέρει και από τότε ζούνε.
-Συνεχίζετε να βλέπετε ποδόσφαιρο στην τηλεόραση;
-Πολύ! Φανατίζομαι κιόλας, φωνάζω, είμαι θέαμα για τους γύρω μου.
-Τη δική σας λύπη πως την κάνετε χαρά;
-Δεν βιάζομαι να την κάνω, δεν τη φοβάμαι πια τόσο πολύ.
-Παλιά τη φοβόσασταν;
-Πάρα πολύ! Πάρα πολύ…Με αγρίευε πολύ. Όχι μόνο με αποδυνάμωνε, γινόμουνα ένα σακί.
Ήμουνα μία εξουδετερωμένη μάζα...Μία πολύ εξουδετερωμένη μάζα.
 Δημοσίευση στον "Φιλελεύθερο" της Κύπρου, ένθετο "Υστερόγραφο", τον Αύγουστο του 2007.