25.7.15

CALLIOPE: CHILDREN OF THE LIGHT

Η διεθνής φωτογράφος Calliope μιλάει για το νέο της project «Children Of The Light» στο οποίο συμμετέχουν γνωστοί και «άγνωστοι» νέοι άνθρωποι, που αποτυπώνει το φως μιας Ελλάδας που δεν «βλέπουμε» πια.
«Από μία παρόρμηση ξεκίνησα να δημιουργώ το “Children Of The Light”. Ήθελα να κάνω κάτι που να έχει σχέση με τη χώρα μου, με την Ελλάδα, την οποία αγαπώ πολύ και μου είχε λείψει όλα αυτά τα χρόνια που ζούσα στο εξωτερικό-από τα 17 μου μόλις χρόνια. Πιστεύω πως το μέλλον, ιδιαίτερα τώρα που ζούμε μέσα σε αυτή την κρίση, είναι τα παιδιά. Σε αυτά, λοιπόν, αφιέρωσα αυτό το project. Κι’ όπως αγαπώ τα παιδιά μου, αγαπώ όλα τα παιδιά. Αισθάνομαι μία σύνδεση μαζί τους. Επίσης, πιστεύω πολύ στο φως, στην καλοσύνη, στην αγάπη, σε όλα τα ωραία και ευγενικά ιδεώδη. Η Ελλάδα είναι φως. Εξ ου και το “light”».
«Δεν μου ήταν καθόλου δύσκολο να πείσω όλα αυτά τα νέα παιδιά που συμμετέχουν σε αυτό το project να φωτογραφηθούν. Ίσως γιατί ξέρουν ότι θα κάνω κάτι ποιοτικό. Αυτό απέδειξα εξάλλου και με το πρώτο μου βιβλίο, τις “Παραδοσιακές φορεσιές”. Οι άνθρωποι γνωρίζουν ότι εγώ θα κάνω πράγματα που έχουν αξία και θα μείνουν στο χρόνο. Εμείς θα έχουμε φύγει, αλλά αυτά θα υπάρχουν ως ντοκουμέντα. Και γράφουμε ιστορία όταν κάνουμε τέτοιου είδους projects». 
«Περισσότερα από τα μισά χρόνια της ζωής μου τα έχω ζήσει στο εξωτερικό. Και νομίζω πως οι Έλληνες του εξωτερικού αγαπάμε περισσότερο την Ελλάδα από όσους ζουν στη χώρα. Την ιδανικοποιούμε, είναι η βάση μας, το αίμα μας. Μπορεί να περνάμε φανταστικά σε μία άλλη χώρα, αλλά ξέρουμε πως τελικά ανήκουμε μόνο εκεί όπου είναι οι ρίζες μας».

ΝΑΣΟΣ ΠΑΠΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ: Ο ROCKY ΤΟΥ "ROCKY HORROR SHOW"

Ο 28χρονος Νάσος Παπαργυρόπουλος, θα μπορούσε σήμερα να ανήκει στη νέα γενιά επιτυχημένων επιχειρηματιών. Ωστόσο, επέλεξε την τέχνη, τις επιθυμίες και τα όνειρά του, πρωταγωνιστώντας στο «Rocky Horror Show» που θα ανέβει τις επόμενες μέρες στο «Rex».  
Στο «Rocky Horror Show» που σκηνοθετεί, χορογραφεί και σκηνογραφεί ο -πολυπράγμων- Κωνσταντίνος Ρήγος και θα κάνει πρεμιέρα στις 17 Οκτωβρίου στο «Rex» της οδού Πανεπιστημίου, ο Νάσος υποδύεται έναν από τους πρωταγωνιστές της παράστασης, τον Rocky, τον άντρα εκείνο που «δημιουργείται» μέσα σε ένα εργαστήριο ώστε να καταλήξει στον ιδανικό άνθρωπο-τουλάχιστον εξωτερικά. «Όταν μου έγινε η συγκεκριμένη πρόταση ενθουσιάστηκα! Είναι ίσως από τις πιο εμβληματικές παραστάσεις στην παγκόσμια ιστορία των μιούζικαλ. Και μόνο από το γεγονός ότι όλο αυτό δημιουργείται από τον Κωνσταντίνο Ρήγο, την εξυπνάδα και το ταλέντο του, ήταν η ασφάλειά μου για το τελικό αποτέλεσμα», μου λέει παραγγέλνοντας ένα εσπρέσσο φρέντο σκέτο στο café δίπλα από το «Rex» όπου συναντηθήκαμε, λίγο πριν από την απογευματινή του πρόβα. «Εκείνη την περίοδο ασχολιόμουν ήδη με τις οικογενειακές επιχειρήσεις που δημιούργησε ο πατέρας μου, Αργύρης Παπαργυρόπουλος, αλλά αισθανόμουν ότι μου έλειπε η τέχνη, η μεγάλη αγάπη και το πάθος μου από παιδί. Όλα, λοιπόν, έγιναν την κατάλληλη στιγμή! Με ένα μαγικό τρόπο και εντελώς απροσδόκητο. Εξάλλου, ο ρόλος του Rocky απαιτούσε αυτός που θα τον υποδυόταν να είναι γυμνασμένος, να έχει αθλητικό φυζίκ, οπότε η συγκυρία έμοιαζε μοναδική. Για να καταλάβεις, προκειμένου να έχουμε το ιδανικό αποτέλεσμα, τον τελευταίο καιρό έχω εξαντληθεί και στη γυμναστική, παράλληλα με τις πρόβες», καταλήγει γελώντας.

ΜΑΡΙΑ ΗΛΙΑΚΗ: "ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΑΝΟΥΝ ΚΥΚΛΟΥΣ"

Στην πρώτη της συνέντευξη μετά τη συμφωνία της με τον Σκάϊ για την παρουσίαση της νέας της εκπομπής «Αυτά είναι…», η παρουσιάστρια μιλάει στο «thema people» για τη νέα της συνεργασία με τον Μάκη Πουνέντη, το τέλος του «Δέστε τους», τις σχέσεις της με το Νίκο Μουτσινά και την Κατερίνα Καινούργιου, ενώ απαντά και στις φήμες για την προσωπική της ζωή.
Η Μαρία πάντα έμενε στην Νέα Σμύρνη, κοντά στο Άλσος, λίγα στενά πιο πάνω από τη λεωφόρο Συγγρού. «Εδώ είναι η γειτονιά μου, οι αναμνήσεις μου, οι άνθρωποι που αγαπώ, αλλά και οι εικόνες εκείνων που έχασα για πάντα. Και μου είναι δύσκολο να χάνω τις αναφορές μου, θα ήμουν “ξένο σώμα” κάπου αλλού», μου λέει το πρωινό της Κυριακής που συναντηθήκαμε. Προτού ξεκινήσουμε την κουβέντα μας, ετοιμάζεται να ανεβάσει μία φωτογραφία στον προσωπικό της λογαριασμό στο twitter (η Μαρία έχει τους περισσότερους followers στο twitter από κάθε άλλη ελληνίδα celebrity, πλησιάζοντας τις 300 χιλιάδες), με παιδάκια να παίζουν με τα skateboards τους στο πλακόστρωτο, δίπλα από τα cafe, ενώ ταυτόχρονα θέλει να την κοινοποιήσει και στο προσωπικό της site, το www.mariailiaki.gr.
-Τι θα περιλαμβάνει το «Αυτά είναι…» στον Σκάϊ;
-Θα είναι μία εκπομπή φτιαγμένη με πολύ κέφι, που ακριβώς επειδή την ετοιμάσαμε με πολύ ενθουσιασμό και χαμογελώντας, έτσι θα θέλαμε να την αντιμετωπίζει και ο τηλεθεατής. Όποτε συναντούσα κόσμο στο δρόμο, μου έλεγε «μας δίνετε χαρά!». Αυτή τη χαρά, λοιπόν, θέλουμε να συνεχίζουμε να δίνουμε στους ανθρώπους, να τους ψυχαγωγούμε, να τους κάνουμε να αισθάνονται όμορφα αυτές τις δύο ώρες που θα μας παρακολουθούν καθημερινά, από τις 15:00 έως τις 17:00.
-Πολύ εύκολα πάντως θα μπορούσε να υποθέσει κάποιος πως το επιτυχημένο ραδιοφωνικό δίδυμο Μαρίας Ηλιάκη και Μάκη Πουνέντη μεταφέρεται πια και στην τηλεόραση….
-Και πολύ σωστά θα μπορούσε να το υποθέσει αυτό κάποιος, γιατί όντως με τον Μάκη είχαμε μία υπέροχη συνεργασία στο ραδιοφωνο. Βέβαια, αλλιώς λειτουργείς στο ένα Μέσο και διαφορετικά στο άλλο. Τηλεοπτικά είμαστε δύο εντελώς διαφορετικές προσωπικότητες, με αλλιώτικες αναφορές, γούστα και απόψεις. Ο Μάκης είναι ένας άνθρωπος που εκτιμώ πολύ, μου δημιουργεί σιγουριά, γι’ αυτό και όταν ήρθαμε στον Σκάϊ ήταν το πρώτο πρόσωπο που ήθελα να βρίσκεται μαζί μου.  

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ: "ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΚΑΙ ΠΟΛΥ ΣΤΑ ΚΑΛΑ ΜΟΥ"

Ο πρωταγωνιστής του «Μπρούσκο» έχει πλέον αλλάξει, δεν έχει σχέση με το φοβισμένο αγόρι του παρελθόντος, και δείχνει να έχει εξοικειωθεί πια με την προσωπικότητά του, τον εαυτό του, την εικόνα του και τις πραγματικές του επιθυμίες.
Βρίσκεται στη Λευκωσία, μόλις έχει τελειώσει από άλλο ένα δωδεκάωρο γύρισμα για τα νέα επεισόδια του «Μπρούσκο», ξαπλώνει στον καναπέ του σπιτιού που νοικιάζει, ανάβει τσιγάρο και ξεκινά να μου μιλάει για το νέο του τραγούδι «40 βαθμούς κελσίου», σε μουσική και στίχους Ανδρέα Λάμπρου. «Το video clip, σε σκηνοθεσία Ανδρέα Γεωργίου, θα γυριζόταν στην Αγία Νάπα της Κύπρου, σε ένα κρουαζιερόπλοιο, “καθώς πρέπει”. Εγώ όμως, ως τεκιλόβιος, άρχισα λίγο πριν να κερνάω την παρέα τεκίλες και αποφασίσαμε τελικά να κάνουμε το clip στο σπίτι όπου βρισκόμασταν, μία κατάσταση τύπου γκροτέσκ με άποψη».
-Πως καταφέρνεις τόσο εύκολα να παρασέρνεις τους ανθρώπους γύρω σου;
-Δεν ξέρω. Συμβαίνει. Απλά έχω τη διάθεση, μου βγαίνει και ο κόσμος γύρω μου «τσιμπάει». Δεν ξέρω αν τους κάνω καλό ή όχι...
-Μ’ έχεις μπερδέψει πάντως. Είσαι ηθοποιός ή τραγουδιστής; Ή και λίγο μοντέλο;
-Όταν ασχολείσαι με την εικόνα, είτε ως σκηνοθέτης, είτε ως ηθοποιός, είτε ως παραγωγός, είτε ως παρουσιαστής, είναι μία δουλειά. Και από την μεριά μου, δεν μπορώ να κυνηγήσω τα καλούπια ούτε τις ταμπέλες. Ό,τι σπούδασα, έτσι όπως μου το έχωσαν στο κεφάλι κι’ έτσι όπως το έκανα στην Αμερική, με αυτό τον τρόπο μου βγαίνει. Και μ’ αρέσει! Με την μουσική ασχολήθηκα από πολύ μικρό παιδί, τη φωνή τη δούλευα και στη σχολή, σπούδασα σκηνοθεσία, μετά έκανα παραγωγή και όλο αυτό λειτουργεί σε μένα σαν κάτι το ενιαίο, σαν να δίνω εικόνα στον κόσμο. Και το κάνω επειδή έχω ανάγκη να το κάνω κι’ όχι επειδή απλά πρέπει να πάω να βγάλω το μεροκάματό μου. Έτσι ξεσπάω, έτσι έχω ισορροπία. Αλλιώς θα ήμουνα με χάπια, κλεισμένος σε ένα ψυχιατρείο.

8.2.15

RODRIGO CRUZ SANTOS: ΑΠΟ ΤΗ ΒΡΑΖΙΛΙΑ ΜΕ ΑΓΑΠΗ




Από τότε μου μεγάλωνε στις φτωχογειτονιές της Βραζιλίας, το 26χρονο σήμερα μοντέλο έμαθε να ζει την κάθε του στιγμή, τον κάθε του έρωτα, με μεγάλο πάθος και ένταση.     
Η πόλη Σαλβαντόρ Ντε Μπαία είναι η «μαγική πόλη» των Βραζιλιάνων, η «πύλη προς την ευτυχία». Είναι η «Cidade de Sao Salvador de Bahia de Todos os Santos», όπως μου το λέει με την προφορά της χώρας του ο Rodrigo, που σημαίνει «πόλη του Αγίου Σωτήρα στον κόλπο των Αγίων Πάντων!». Μου τα περιγράφει όλα προσθέτοντας το εξωτικό, πολύχρωμο και κάπως πορτογαλικό ντεκόρ που έχει κρατήσει εξιδανικευμένα στο μυαλό του για την πόλη όπου γεννήθηκε. Νοσταλγεί την παραλία της Itapua, ένα τοπικό φαγητό, το acaraje, θυμάται τη διασημότερη μαγείρισσα της περιοχής, την Cira, που ο πάγκος της έγραφε «Acaraje da Cira», το νησάκι Ilha de Frades, τα μικροσκοπικά σπίτια και τα γελαστά παιδάκια που έτρεχαν ξυπόλητα στην άσφαλτο, την εκκλησία Bonfim όπου έπαιζε μικρός στο προαύλιό της. Σχεδόν συγκινείται με όλα αυτά. «Η πόλη μου φημίζεται για την εξωστρέφεια των κατοίκων της. Για την καλοσύνη και την αθωότητα τους. Και φυσικά για τον μεγάλο ερωτισμό τους. Έτσι έμαθα να λειτουργώ κι’ εγώ από παιδί. Ποτέ δεν είχα, για παράδειγμα, δεύτερες σκέψεις όταν ξεκινούσα κάτι ή όταν γνώριζα πρώτη φορά μία κοπέλα. Αν ήταν να ερωτευτώ, μου συνέβαινε αμέσως και κεραυνοβόλα. Έπεφτα με τα μούτρα. Και πάντοτε με μεγάλο πάθος! Δεν είναι τυχαίο που τα παράτησα όλα και ήρθα στην Ελλάδα επειδή ερωτεύτηκα πολύ μία γυναίκα, την Ειρήνη Χειρδάρη. Χωρίς να ξέρω ούτε μία λέξη ελληνικά!».

IMAM BAILDI: ΜΙΞΑΡΟΥΝ ΤΗ ΣΥΝΤΑΓΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΥΧΙΑΣ


Κάποιοι μπορεί να τους έμαθαν μόλις τώρα, από τους τίτλους αρχής στο «Μην αρχίζεις τη μουρμούρα» και στο «Κάτω Παρτάλι». Οι περισσότεροι, όμως, συμφωνούν πως οι «Imam Baildi» με τα «πειράγματά» τους σε παλιά τραγούδια αλλά και με τις δικές τους καινούριες συνθέσεις, είναι ό,τι πιο φρέσκο και ελπιδοφόρο αυτή τη στιγμή διαθέτει η ελληνική δισκογραφία.
Μέχρι το 2007 το «ιμάμ μπαϊλντί» παρέπεμπε στο φαγητό εκείνο της τουρκικής κουζίνας με βασικό συστατικό τις μελιτζάνες, οι οποίες κόβονται κατά μήκος και αφού τηγανιστούν γεμίζονται με διάφορα ζαρζαβατικά: ντομάτα, κρεμμύδι ή μαϊντανό. Από το 2007 όμως, και κυρίως τα τελευταία 2-3 χρόνια, «imam baildi» σημαίνει επίσης «Ακρογιαλιές δειλινά», «Το δικό σου το μαράζι», «Πόσο λυπάμαι» «Αργοσβήνεις μόνη», «Όσο με μαλώνεις», «Σημείωμα», ήχοι και στίχοι που παραπέμπουν σε μία άλλη εποχή, ιδωμένοι όμως με σύγχρονη, ολόφρεσκη ματιά. Σαν καινούργιοι. Είναι εκείνοι οι μουσικοί που με μία ιδιόρρυθμη «τρέλα» ισορροπούν εξαιρετικά, με ιδιαίτερη τέχνη και τεχνική, υψηλή αισθητική και με προσεκτικά αριστοτεχνικές κινήσεις, μεταξύ των παλιών τραγουδιών που επιλέγουν να «πειράξουν» και των σύγχρονων ενορχηστρώσεων. Και δείχνουν να τα καταφέρνουν εκπληκτικά μέχρι στιγμής, αν παρακολουθήσει κανείς τα κατάμεστα live τους και το ολοένα αυξανόμενο κοινό τους που τους ακολουθεί πιστά, αφού ξέρει πως μ’ αυτή την μπάντα θα περάσει καλά, χωρίς να προσβληθεί ούτε η ακουστική του, ούτε τα ίδια τα τραγούδια που τόσο καίρια μιξάρουν. «Την ιδέα την πήραμε από το εξωτερικό», ξεκινούν να μου λένε οι leaders και εμπνευστές του συγκροτήματος, τα αδέλφια Ορέστης και Λύσανδρος Φαληρέας. «Τη δεκαετία του ’90 υπήρχαν διάφοροι παραγωγοί που άρχισαν να σαμπλάρουν ο καθένας τραγούδια της δικής του μουσικής κουλτούρας. Το sampling είναι η διαδικασία του να παίρνεις παλιές ηχογραφήσεις, να απομονώνεις μικρά αποσπάσματα και να τα χρησιμοποιείς ξανά με τη δική σου ενορχήστρωση και παραγωγή. Σκεφτήκαμε, λοιπόν, πώς θα ήταν αν κάναμε το ίδιο με παλιά ελληνικά κομμάτια».

ΦΩΤΕΙΝΗ ΒΕΛΕΣΙΩΤΟΥ: ΣΤΑΡ ΕΤΩΝ 56

Ενδιάμεσα του σχολείου όπου δίδασκε, των χωραφιών που καλλιεργούσε και της οικογενειακής της ζωής, η Φωτεινή Βελεσιώτου δημιουργούσε ήδη το μύθο γύρω από τη φωνή και την εικόνα της, ο οποίος έγινε εντονότερος από τότε που οι «Μέλισσες» έγιναν «η μεγάλη ανέλπιστη επιτυχία του εντέχνου».
Αν η Φωτεινή ζούσε ακόμη στο Πλαγιάρι, ένα χωριό λίγο έξω από τη Θεσσαλονίκη, από τις αρχές του χειμώνα, με το που θα είχαν πέσει τα φύλλα του αμπελιού της, θα καταλάβαινε πως είχε φτάσει πια η εποχή που θα γινόταν ο κάθαρος και το ξελάκκωμα, θα αφαιρούνταν οι βέργες και τα κλαδιά που ήταν άχρηστα και περιττά στο κλήμα, ώστε μέχρι το Μάρτιο τα «μάτια» να έδιναν τα νέα τους βλαστάρια. Ό,τι ξερό και σάπιο υπήρχε, θα έπρεπε να είχε αφαιρεθεί. Ακόμη κι’ αν δεν μου περιέγραφε τη διαδικασία εκείνο το απόγευμα Κυριακής στο σαλόνι του σπιτιού που νοικιάζει στη Νέα Φιλαδέλφεια, θα «μαρτυρούσαν» την παλιά καθημερινότητά της τα χέρια της – τα ροζιασμένα, σκληρά και κάπως πληγωμένα. «Για μένα η καλλιέργεια του αμπελιού είναι ένα πολύ σημαντικό μάθημα», ξεκινά να μου λέει. «Γιατί έχει κάτι από την ίδια τη ζωή! Το βλέπεις ξερό το χειμώνα και μέχρι την Άνοιξη δεν ξέρεις πώς να πρωτομαζέψεις τα πρώτα βλαστάρια! Μα, είναι κι’ άλλα. Ξέρεις τι σημαίνει να φυτεύεις την ντοματιά, από τόσο δα μικρό σποράκι και να μεγαλώνει, να βγάζει καρπούς; Καταλαβαίνεις τι χαρά είναι αυτή;».
Πίνει καφέ ελληνικό μέτριο και καπνίζει πολύ. Κάπου κάπου ξεροβήχει από ένα ελαφρύ κρύωμα που την έπιασε, αφού δεν έμαθε ακόμη να ξυπνάει αργά τα πρωινά ξεκουράζοντας έτσι το λαιμό της από το προηγούμενο ξενύχτι στο «Γυάλινο Μουσικό Θέατρο», εκεί όπου τραγουδάει μαζί με τον Μανώλη Μητσιά, τον Μπάμπη Στόκα και την Παυλίνα Βουλγαράκη. Και ακούει κάπως αποστασιοποιημένα όσα της λέω για το ενάμιση σχεδόν εκατομμύριο «χτυπήματα» που έχουν κάνει στο youtube οι «Μέλισσές» της, τα χιλιάδες air plays, την «άγνωστη» αυτή φωνή που ανακαλύψαμε όλοι ξαφνικά, τους «τίτλους τιμής» που της χαρίστηκαν απλόχερα και χωρίς ποτέ εκείνη να τους έχει επιδιώξει: «γνήσια ρεμπέτισσα», «νέα Σωτηρία Μπέλλου», «η φωνή με μνήμες από το παρελθόν». «Ποτέ δεν μετάνιωσα που δεν με έμαθε πιο νωρίς ο κόσμος. Όλα έγιναν στην ώρα τους. Κι’ είναι όμορφο τα ωραία πράγματα να σου συμβαίνουν σε ώριμη ηλικία. Αρκεί να μπορείς να το διαχειριστείς σωστά. Αλλιώς μπορεί να σε οδηγήσουν σε λάθος δρόμους. Αυτό, ευτυχώς, το απέφυγα».
Ακόμη και την τωρινή μεγάλη της επιτυχία προσπαθεί κάπως να τη δικαιολογήσει. Σα να αισθάνεται αμήχανα με ό,τι της συμβαίνει. «Η φωνή μου είναι κοντράλτο. Και πολλοί την ταυτίζουν με εκείνη της Σωτηρίας Μπέλλου. Δεν είναι έτσι! Η Μπέλλου ήταν μία και μοναδική. Και δεν επαναλαμβάνεται. Εγώ τραγουδάω στον ίδιο τόνο με την Μπέλλου, αλλά έχω εντελώς διαφορετική χροιά από εκείνη. Όποιος ξέρει από μουσική, το αντιλαμβάνεται», καταλήγει.

31.8.14

ΦΥΛΙΩ ΠΥΡΓΑΚΗ - ΓΩΓΩ ΤΣΑΜΠΑ: ΣΤΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ ΜΕ ΤΙΣ ΝΤΙΒΕΣ ΤΟΥ ΚΛΑΡΙΝΟΥ




Σε μία από τις σπάνιές τους συναντήσεις σε πανηγύρι, οι δύο μεγάλες stars του δημοτικού μας τραγουδιού, Φιλιώ Πυργάκη και Γωγώ Τσαμπά, μας υποδέχονται στο πανηγύρι του χωριού Ύπατο της Θήβας, για να μας δείξουν πως διασκεδάζει τον Αύγουστο μία άλλη Ελλάδα που συνεχίζει να κουβαλάει στο DNA της λαϊκό μεγαλείο και διονυσιασμό, αναλλοίωτο ακόμη μες στα χρόνια.
Στο «σαν περπατάς παραπατάς, κουνιέσαι και λυγιέσαι, τη μέση σου κουνάς, περνάς μα δεν μιλιέσαι» δίνεται το σήμα ενός ιδιότυπου «ξεσηκωμού» πιστών στο κλαρίνο και στο τουμπερλέκι ανθρώπων, σαν να είναι η δική τους μεγάλη στιγμή, λες και μόλις εκείνο το λεπτό συνέβη ό,τι, για τις επόμενες 6 ώρες πρόκειται να χωρίσει τη χαρά από την «πικρή και μαύρη» καθημερινότητά τους, τη «δύσκολη» και «μίζερη». «Πανάθεμα τα προβλήματα!», φωνάζουν και σηκώνονται, σαν ηλεκτρισμένοι, από τις γκρίζες πλαστικές καρέκλες τους, με τραγούδια που τους είναι τόσο οικεία όσο και ξένα μαζί, αλλά και πάλι δικά τους, με μια μυστική, κυτταρική γνώση. «Μεγάλη η Χάρη του! Σήμερα είναι το μεγάλο μας πανηγύρι», μου λέει μία από τους 350 περίπου κατοίκους της κοινότητας του Υπάτου, ένα χωριό λίγα χιλιόμετρα έξω από τη Θήβα, δείχνοντας μου το καμπαναριό της νέας εκκλησίας, ακριβώς πάνω απ’ το κεφάλι μας. Παραδίπλα, ο στύλος της ΔΕΗ, σηκώνει ένα άλλο, ιδιότυπο λαϊκό «προσκυνητάρι»: τις αφίσες με τις αυστηρές μορφές της μεγάλης ντίβας των δημοτικών τραγουδιών, Φιλιώς Πυργάκη και της νεότερης, Γωγώς Τσαμπά. 


Ο Κώστας της ταβέρνας του «Πατίκα»-φάτσα στον φρεσκοβαμμένο Ναό-ανάβει λίγα ακόμα φώτα έξω στο δρόμο «για να φωτίζεται για τους ξένους», οι λουκουμάδες του Σάκη «με μέλι, σοκολάτα και καρύδια, σπέσιαλ» λερώνουν στο πρόσωπο μικρά παιδιά που τρώνε μέσα σε χάρτινα στρογγυλά πιατάκια, το αρνί σερβίρεται στη λαδόκολλα με το σήμα κατατεθέν της ταβέρνας «“Πατίκας” της κοινότητας Υπάτου», τα κρασιά-σπονδή ανοίγουν και χύνονται στα πόδια της Πυργάκη, της Τσαμπά, του Μπέκα, που κάθονται σε σειρά στο «πατάρι» ή «παλκοσένικο»-το αντίστοιχο του αθηναϊκού stage-, επάνω σε ξύλινες καρέκλες με κεντημένα σταυροβελονιά μαξιλαράκια, η ασφαλτένια «πίστα» γεμίζει από ανοιγμένα χέρια, ανοιχτά πουκάμισα, ιδρωμένα μέτωπα. Κι’ ύστερα, πλαστικά πιατάκια με γαρύφαλλα να αφήνονται με ευλάβεια στα πόδια των τραγουδιστών. Λες και ο Μεταμορφωμένος Σωτήρας βγήκε από την φωταγωγημένη του εκκλησία εκείνο το δροσερό βράδυ του Αυγούστου, για να χορέψει κι’ εκείνος «μα δεν σου κάνω τον άγιο, αχ, αμάρτησα!».

ΧΑΡΗΣ ΓΙΑΚΟΥΜΑΤΟΣ: THE POLO PLAYER






Ο 32χρονος Χάρης είναι πρωταθλητής πόλο και προπονητής, ιδιοκτήτης μαγαζιών στο Χαλάνδρι, «αρέσει πολύ στα κορίτσια» σύμφωνα με όσους τον ξέρουν καλά, και από τον Οκτώβριο θα είναι πρωταγωνιστής στη νέα τηλεοπτική σειρά του ΑΝΤ1, «Τρίχες». Επίσης, είναι ανιψιός του Υφυπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, Γεράσιμου Γιακουμάτου.
Τον Σεπτέμβριο του 1991 ένα 9χρονο αγόρι βρέθηκε με το πορτοκαλί του σκουφάκι στο δημοτικό κολυμβητήριο Χαλανδρίου, ανάμεσα σε αρκετούς, ήδη αναγνωρισμένους από την ελληνική ομοσπονδία αθλητές κολύμβησης και πόλο και, με την παρότρυνση του επίσης αθλητή μπαμπά του, Δημήτρη Γιακουμάτου (αδελφού του σημερινού Υφυπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, Γεράσιμου Γιακουμάτου), έπεσε με φόρα μέσα στην πισίνα. «Το νερό θα σε σηκώσει ψηλά, μην το φοβάσαι!», του είχε πει λίγο πριν ο πατέρας του. Κι’ είχε δίκιο. Από εκείνη τη μέρα ήταν σαν να διέγραψε από την-παιδική-καθημερινότητά του τα playstation, τις τρίμηνες καλοκαιρινές διακοπές, τις κυριακάτικες εκδρομές, το παιχνίδι με τους φίλους του γύρω από την εκκλησία του αγίου Νικολάου Χαλανδρίου, τα μελλοντικά εφηβικά ξενύχτια. Για πάντα. «Απ’ την αρχή είχα λατρέψει το άθλημα και δεν με ένοιαζε να κάνω θυσίες για να τα καταφέρω σ’ αυτό. Κάθε μου ημέρα-είτε ήταν γιορτή, είτε Κυριακή, είτε αργία, είτε καθημερινή-ήταν αφιερωμένη στο πόλο. Σκέψου ότι τη μέρα που μπήκα πρώτη φορά στην πισίνα ένιωσα σαν να ήμουν ήδη έτοιμος γι’ αυτό. Σα να ανήκα κιόλας εκεί, από τη μέρα που γεννήθηκα», μου λέει ο 32χρονος σήμερα Χάρης. «Αυτό που μου είχε μείνει από εκείνα τα χρόνια-πέρα από τους αγώνες και τα πρωταθλήματα στα οποία συμμετείχα-ήταν επίσης η πολύ καλή παρέα που έκανα μαζί με παιδιά με τα οποία ήμασταν ήδη φίλοι από το σχολείο όπου πηγαίναμε, το 4ο Αμαρουσίου. Την κολύμβηση την λάτρεψα από την αρχή, το πόλο όμως το αγάπησα σιγά σιγά, δεν ήταν “κεραυνοβόλος έρωτας” αυτό, αν και στο τέλος με κέρδισε για πάντα. Σήμερα του “χρωστάω” κυρίως την πειθαρχία που έδωσε στη ζωή μου, την υπομονή και φυσικά τον καλώς νοούμενο συναγωνισμό για να επιτευχθεί το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα, σε ό,τι κι αν κάνω».
Στα χρόνια που ακολούθησαν ο Χάρης έγινε ένας από τους βασικούς αθλητές του «Νηρέα Χαλανδρίου», για ένα χρόνο ανήκε στην ομάδα του Παναθηναϊκού και αργότερα εργάστηκε ως προπονητής της γυναικείας και ανδρικής ομάδας του «Νηρέα». «Το όνειρό μου ήταν πάντα να δημιουργώ καλούς παίκτες. Αυτό έκανα, λοιπόν, για 7 χρόνια, μαζί με όλα αυτά τα αγόρια και κορίτσια που είχαν περάσει από την ομάδα, πολλά από τα οποία έπαιξαν στην εθνική ομάδα και άλλα στις καλύτερες ομάδες της Ελλάδας. Είμαι πολύ περήφανος για όλους αυτούς τους αθλητές μου!», μου λέει πίνοντας ένα ποτήρι παγωμένο νερό και αφήνοντας το επάνω σε ένα λευκό τραπεζάκι, δίπλα από την πισίνα του ξενοδοχείου όπου βρισκόμαστε για τη φωτογράφισή του.

ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΡΗΤΙΚΟΣ: ΤΟ "ΚΟΡΜΙ" ΔΙΠΛΑ ΣΤΟΝ ΣΕΦΕΡΛΗ



Ο καλογυμνασμένος ηθοποιός μετράει ήδη δεκάδες παιδικές παραστάσεις δικής του παραγωγής, ατελείωτη δουλειά, αγώνα δύο δεκαετιών. Μόνο τυχαίο δεν είναι, λοιπόν, που κάθε βράδυ παίζει μπροστά σε 1800 θεατές, στο κατάμεστο «Δελφινάριο», δίπλα στο ίνδαλμά του, Μάρκο Σεφερλή, πραγματοποιώντας «ένα όνειρο ζωής».
Τον Χειμώνα των είκοσί του χρόνων, ο Στέλιος θα τον θυμάται για πάντα. Σε ένα φιλικό του σπίτι, στον Πειραιά, αποφάσισε με την παρότρυνση των φίλων του που «κάτι έβλεπαν σ’ αυτόν», να υποδυθεί τον κλόουν για να ευχαριστήσει τα παιδάκια που είχαν μαζευτεί εκεί. «Η μέρα εκείνη, ασυναίσθητα, άλλαξε ολόκληρη τη ζωή μου. Ενθουσιάστηκα!», ξεκινά να μου αφηγείται. «Όσο κι αν είχαν χαρεί εκείνο το βράδυ τα παιδάκια, το διπλάσιο είχα ευχαριστηθεί εγώ! Θυμάμαι ότι είχαν περάσει 3 ώρες κι’ εγώ συνέχιζα να είμαι μέσα σε ένα δωμάτιο μαζί με τα παιδιά-να λέμε παραμύθια, να τους κάνω αυτοσχεδιασμούς, να υποδύομαι ήρωες παιδικών παραμυθιών, να παίζουμε. Αναρωτιόμουν στο τέλος πώς είχε περάσει η ώρα!», θυμάται. Λόγω της πρώην συζύγου του, αφού εκείνη εργαζόταν ήδη ως ηθοποιός, ο Στέλιος μπήκε νωρίς μέσα στο θεατρικό κλίμα: ξεκίνησε να ασχολείται με τις παραστάσεις, «κρατούσε τα λόγια» παιδικών ηρώων-του Αλαντίν, του Κάπτεν Χουκ ή του Καραγκιόζη-, έδινε ιδέες, βοηθούσε ακόμη και στα σκηνικά ή στα ενδυματολογικά όπου χρειάζονταν. «Ακόμη και το να μιμούμαι τους ηθοποιούς που έκαναν τους άλλους ρόλους, στο δικό μου μυαλό έμοιαζε να είναι κάτι πολύ μαγικό. Σπούδασα στη συνέχεια σε θεατρική σχολή, ενώ παράλληλα είχα και το ποδόσφαιρο-γιατί αυτή ήταν η κύριά μου δουλειά για πολλά χρόνια. Κουράστηκα πολύ, για πολλά χρόνια. Ξέρεις, κάποιοι ηθοποιοί κάνουν, στην αρχή της πορείας τους, παιδικό θέατρο, για να οδηγηθούν αργότερα σε ένα άλλο είδος θεάτρου. Ίσως ενδόμυχα να το υποτιμούν κιόλας. Εγώ, όμως, αγαπώ τόσο πολύ τα παιδιά και αυτό το είδος θεάτρου, επένδυσα σ’ αυτό, μου έγινε τρόπος ζωής, και προσπαθώ κάθε μέρα να γίνομαι όλο και καλύτερος σ’ αυτό ώστε να οδηγηθώ, μέσα από αυτό, σε ακόμη καλύτερες παιδικές παρατάσεις. Γιατί, για μένα, το παιδικό δεν είναι “πάρεργο”, είναι η αιτία που με έκανε να γίνω ηθοποιός», μου εξηγεί. 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΑΛΙΑΡΑΣ - ΣΤΕΛΙΟΣ ΝΙΑΚΑΡΗΣ - ΖΩΗΣ ΣΗΜΑΝΤΗΡΑΣ: BOYS AT THE BEACH



Στον Στέλιο αρέσουν πολύ τα παγωτά με γεύση τσουρέκι, γιατί του θυμίζουν τα παιδικά του χρόνια στην Ηλιούπολη. Ο Ζώης λατρεύει τη σοκολάτα, ενώ ο Γιάννης προτιμά τα frozen yogurt με γεύση βανίλια. Γενικά, όμως, όπως παραδέχονται στο «thema people», διαφωνούν ελάχιστα ως φίλοι αφού αυτά που τους συνδέουν είναι πολύ περισσότερα και ουσιαστικά: το πάθος τους για τη γυμναστική, η νευρικότητά τους όταν κάτι δεν πάει καλά-έτσι όπως το είχαν προγραμματίσει και οργανώσει-, η αγάπη τους για τις γυναίκες και, κάποιες φορές, η κυκλοθυμία τους. «Έχω πολλά ups and downs, αλλά καταφέρνω πια να το ελέγχω», εξομολογείται ο 24χρονος Στέλιος, ανακάλυψη του Γιάννη Καζανίδη στα 19 του μόλις χρόνια και σήμερα διεθνές μοντέλο με συνεργασίες που ξεκινούν από την Kate Moss και τη Zoe Santana-πρωταγωνίστρια του «Avatar»-για την καμπάνια της Stuart Weitzman, και φτάνουν μέχρι τους Dolce&Gabbana, Cavalli, Lucky Brand, Lacoste, και πολλά άλλα διεθνή brands. «Η δουλειά στο modeling δεν είναι κάτι απλό, όπως ίσως να φαντάζονται κάποιοι. Θυμάμαι ότι την πρώτη φορά που είχα πάει για casting στη Νέα Υόρκη, ήμουν ανάμεσα σε άλλα 500 μοντέλα από όλο τον κόσμο, ο ένας πιο ωραίος απ’ τον άλλον. Εκεί, όλα κρίνονται στις λεπτομέρειες και στις προτιμήσεις των εταιρειών, ανάλογα με το πώς θέλουν να προβάλουν το προϊόν τους. Μπορεί στην Ελλάδα να θεωρείσαι “θεός”, αλλά στο εξωτερικό είσαι απλά ένας ανάμεσα σε χιλιάδες άλλους πολύ ωραίους άντρες. Η απόρριψη είναι καθημερινό κομμάτι της δουλειάς μας και πρέπει να έχεις γερό στομάχι για να τα καταφέρεις. Το προσπαθώ!», καταλήγει.

ΤΖΟΥΣ ΕΥΕΙΔΗ: "ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ, ΒΡΗΚΑ ΤΗ ΧΑΡΑ!"



Η πιο φωτεινή πλευρά της Τζόυς, έχει κέντρο της και αιτία ένα βαρύ, πνιγηρό σκοτάδι, που προϋπάρχει πάντα της χαράς. Δεν πήγε σε κάποιο ψυχολόγο για να το «διαχειριστεί», δεν διάβασε ποτέ βιβλία αυτοβοήθειας ή αυτογνωσίας για να το αναγνωρίσει, ούτε άναψε κεριά στην εκκλησία που βρίσκεται κοντά στο σπίτι της, στη Νέα Σμύρνη, την Αγία Παρασκευή, ώστε να καταφέρει να «σωθεί». Συνήθως, το παγόβουνο της λύπης της, όσο έχει από πάνω, διπλάσιο όγκο κρύβει κι’ από κάτω του-και η Τζόυς μπορούσε να πάει πολύ βαθιά μέσα σ’ αυτό. Αυτό δεν το ήξερε παλιά. Το έμαθε. The hard way. «Η δουλειά έχει λειτουργήσει σαν ψυχοθεραπεία για μένα, με έχει σώσει από πολύ δύσκολες καταστάσεις, αυτή με έβγαζε πάντα από το προσωπικό μου λούκι. Όταν φέρεις ένα οποιοδήποτε είδους πένθος μέσα σου για κάτι που τελείωσε-είτε είναι ανθρώπινη ζωή, είτε σχέση, είτε προσωπικά και οικονομικά προβλήματα-, πάντα έρχεται ένα σκοτάδι που σε σκεπάζει. Πιστεύω, όμως, ότι οφείλεις να δώσεις χώρο και χρόνο σε κάθε είδους πένθος, ώστε να μην το πιέσεις παραπάνω απ’ όσο πρέπει, να το αφήσεις να εκδηλωθεί. Κάποια στιγμή, αναγκαστικά, θα πας προς τα πάνω-όταν δεν θα υπάρχει άλλο πιο κάτω. Και εγώ πια δεν έχω άλλη εναλλακτική».
Από τη μέρα που έχασε τους γονείς της, η Τζόυς απώλεσε και κάθε σημείο αναφοράς της, κάθε ίχνος DNA που αναγνώριζε και ως δικό της. Ένιωσε ότι απλά φύτρωσε. Και παραδέχεται στο «thema people», πως τα μεγαλύτερα διαστήματα δυσκολίας τα έζησε όταν χρειάστηκε να γίνει πια η ίδια ο ενήλικας της ζωής της, να μεγαλώσει απότομα το παιδί που χάιδευαν εκείνοι, όσο ζούσαν. «Είμαι πια ένα πεντάρφανο πλάσμα, που δεν θα με φροντίσει κανένας αν δεν φροντίσω πρώτα εγώ η ίδια τον εαυτό μου», μου εξηγεί αφοπλιστικά. «Είτε χάσεις τους γονείς σου στην ηλικία των 10, είτε στην ηλικία των 40, ο πόνος είναι ίδιος-μόνο η διαχείρισή του διαφέρει. Αυτή, όμως, είναι ταυτόχρονα και η καλύτερη κινητήριος δύναμη! Και, ξέρεις, αν και ήμουν μοναχοπαίδι, υπήρξα ένα παιδί που μεγάλωσε πολύ αυστηρά και με κριτική από τους γύρω του. Δεν με έπαιρνε ποτέ να κάνω, για παράδειγμα, τη χαριτωμένη στη μαμά μου, μου αρκούσε μία άγρια ματιά της για να μαζευτώ επί τόπου. Γι’ αυτό και δεν είχα περιθώριο να την ψωνίσω ποτέ και για τίποτα. Πόσο μάλλον για τις όποιες “τηλεοπτικές μου επιτυχίες”. Η μάνα μου ήταν-καλοπροαίρετα-πολύ αυστηρή μαζί μου, ακόμη και όταν δούλευα ως ιδιαίτερα σε πολυεθνική», καταλήγει.

ΕΥΓΕΝΙΑ ΜΑΝΩΛΙΔΟΥ: ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΜΕΡΕΣ ΜΕ ΤΟΝ ΑΛΚΑΙΟ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ


Την προηγούμενη Κυριακή, η Ευγενία ξύπνησε από τις 6:30. Όπως, άλλωστε, κάνει κάθε μέρα. Έβαλε χαμηλά τη μουσική στο cd player του σπιτιού της, στα Μελίσσια – τη «Βαρκαρόλλα» από την όπερα «Τα Παραμύθια του Χόφμαν» που λατρεύει-, έφτιαξε έναν φρέντο εσπρέσο σκέτο για την ίδια, ετοίμασε πρωινό-δημητριακά, γιαούρτια, κρουασάν βουτύρου, μαρμελάδες και χυμούς πορτοκάλι-για τα παιδιά της, τον 18χρονο Αλέξανδρο, την 16χρονη Θεοδώρα και τον 8χρονο Περσέα, ενώ παράλληλα πηγαινοερχόταν από την κουζίνα στο σαλόνι έχοντας συνεχώς στην αγκαλιά της τον μόλις 24 ημερών Αλκαίο, λέγοντάς του όλα εκείνα τα λογάκια που ξέρει πως θα τον ακολουθούν για πάντα στη ζωή του: «ψυχή μου», «αγάπη μου», «μωρό μου». Τα μεγαλύτερα παιδιά την παρακάλεσαν να πάνε βόλτα στη θάλασσα. Δεν ήταν προετοιμασμένη γι’ αυτό. Αλλά δεν θα μπορούσε να τους χαλάσει το χατίρι, τώρα που τελείωσαν πια με τα διαβάσματα τους και είχαν πλέον αρκετό ελεύθερο χρόνο. Μαζί τους θα ήταν και ο Αλκαίος. Ξαφνιάστηκα. Ιδιαίτερα όταν μου ανέφερε πως ο Άδωνις Γεωργιάδης έλειπε για κάποιες μέρες στο Μπακού του Αζερμπαϊτζάν, ώστε να συμμετάσχει στη σύνοδο του ΟΑΣΕ, και επομένως όλα θα τα έκανε μόνη της. «Που θα τον άφηνα τον μικρό;», μου είπε το απόγευμα, με εμφανή την απορία στο πρόσωπο της. 
-Δεν έχετε νταντά μέσα στο σπίτι;
-Ποτέ δεν υπήρχε! Κατά καιρούς, είχα ανθρώπους που με βοηθούσαν στις δουλειές του σπιτιού, αλλά σε μεγάλες περιόδους της ζωής μου είχα τα παιδιά, έκανα τις δουλειές του σπιτιού, ενώ παράλληλα ασχολιόμουν και με τη μουσική μου. Ήταν πολύ δύσκολες εποχές, αλλά πάντα τα κατάφερνα μ’ αυτά.  
-Και ξυπνάς συγκεκριμένες ώρες μέσα στο βράδυ, για να ταΐσεις το μωρό;
-Ε, βέβαια! Ποιος θα το κάνει; Και, ευτυχώς, ο Άδωνις είναι πολύ υποστηρικτικός. Είμαι από πάνω απ’ το μωρό, όπως ήμουν από πάνω από όλα μου τα παιδιά. Τα παιδιά, μέχρι να μιλήσουν, δεν άφηνα να τα πιάσει κανένας, γιατί θεωρούσα ότι μπορεί να τους κάνει κακό και να μην μπορούν να μου το πούνε. 
-Γιατί θα δώσετε το όνομα «Αλκαίος» στον μικρό;-Θέλαμε να δώσουμε ένα μουσικό όνομα στο παιδί, σίγουρα αρχαίο και ελληνικό, γιατί μας αρέσουν πολύ αυτά τα ονόματα, λόγω της δύναμης και της ενέργειάς τους. Έψαχνα να βρω ένα όνομα που να μην είναι συνηθισμένο, το οποίο να έχει και μία όμορφη ιστορία. Το όνομα «Αλκαίος» τα συμπεριλαμβάνει όλα: γιος του Περσέα και της Ανδρομέδας, πολύ σπουδαίος λυρικός ποιητής της αρχαιότητας, μεγάλος καρδιοκατακτητής ως ιστορικό πρόσωπο, ενώ ως μυθικό πρόσωπο το όνομα «Αλκαίος» ήταν το πρώτο όνομα του Ηρακλή, που σημαίνει «πολύ δυνατός». Το συγκεκριμένο όνομα, λοιπόν, περιλαμβάνει την τέχνη και τη δύναμη - και η δύναμη είναι κάτι που ένας καλλιτέχνης χρειάζεται πολύ!
-Ήταν συνειδητή η απόφασή σας να γίνετε γονείς αυτή τη φορά ή έτυχε;
-Δεν έτυχε. Ήταν απολύτως συνειδητή η απόφαση. Από τα τέσσερά μου παιδιά, ήταν η πρώτη φορά που ήθελα να κάνω τόσο πολύ ένα μωρό! Πιστεύω δηλαδή ότι, αν δεν είχα ήδη κάνει παιδιά, το πραγματικό μου βιολογικό ρολόι θα χτυπούσε τώρα. Τα άλλα τρία παιδιά έτυχαν και, κάθε φορά που μου τύχαιναν, μου ερχόταν ο ουρανός σφοντύλι, λόγω των πολλών υποχρεώσεων. Αν και-και αυτό είναι κάτι που ξέρουν τα παιδιά μου-, σε κάθε παιδί έδινα όσα περισσότερα μπορούσα να δώσω την δεδομένη στιγμή. Ωστόσο, το τελευταίο μας μωρό θέλαμε πολύ να το κάνουμε-και εγώ και ο Άδωνις.

ΡΟΥΛΑ ΡΕΒΗ: Η SURVIVOR



Χρειάστηκε μεγάλη υπομονή για να πειστεί τελικά η Ρούλα (η φωτογράφος των εξωφύλλων και των stars για 22 συνεχή χρόνια και μία από τις διασημότερες της Ελλάδας) να δώσει την πρώτη της συνέντευξη. «Θα θέλει κι’ αυτός να με ρωτήσει για τον Τότσικα, τη Μακρυπούλια και όλους αυτούς που φωτογραφίζω», ίσως να σκεφτόταν. Κι’ ήταν λογικό. Αλλά η ζωή της, αυτή που μου αφηγήθηκε εκείνο το μεσημέρι του Σαββάτου που βρεθήκαμε στο Κολωνάκι, είναι-όπως υποψιαζόμουν, βλέποντας κάποιες από τις εικόνες της-πολύ πιο συναρπαστική από τη σχέση με τον σύντροφό της και τους διάσημους φίλους της.
«Υπήρξα ένα παιδί που έζησε την παιδική και εφηβική του ηλικία σε δύο κύκλους: τον πολύ συνεσταλμένο, ντροπαλό, και “κλειστό” στην αρχή και, στην εφηβεία μου, τον πολύ επαναστατικό, αντιδραστικό, ενίοτε φτάνοντας, πολλές φορές, ακόμη και την ίδια μου τη ζωή, στα άκρα της-δεν ήταν οι λίγες οι στιγμές που πλησιάζα κυριολεκτικά στην άκρη του γκρεμού, αλλά η ευθύνη της επιβίωσης δεν με άφηνε τελικά να πέσω. Θα σου εξηγήσω. Μεγάλωσα στο Πασαλιμάνι, στον Πειραιά. Οι γονείς μου, όταν με γέννησαν, ήταν ήδη 16 και 19 χρόνων-είχαν μάλιστα αποκτήσει άλλο ένα παιδί δύο χρόνια προηγουμένως, την αδελφή μου. Είχαν ερωτευτεί πολύ οι γονείς μου όταν πρωτογνωρίστηκαν, κλέφτηκαν, τους πιάσανε, τους πάντρεψαν, κι εμείς, τα παιδιά, ουσιαστικά μεγαλώσαμε με την γιαγιά και τον παππού, τους γονείς του μπαμπά μου. Ήμασταν πάρα πολύ φτωχοί, κι αν δεν υπήρχε η γιαγιά και ο παππούς μου να μας βοηθάνε, δεν θα τα καταφέρναμε. Οι γονείς μου, όμως, έπειτα από κάποιο χρονικό διάστημα, ξεκίνησαν να μην τα πηγαίνουν καλά μεταξύ τους. Καθόλου καλά. Κι’ όλο αυτό που ζούσα είχε ως αποτέλεσμα να αλλάξω ραγδαία, να μεταβληθώ ουσιαστικά σε ένα άλλο άνθρωπο: ενώ πριν από την εφηβεία μου ήμουν η πάρα πολύ καλή μαθήτρια που συμμετείχε στις γιορτές του σχολείου, που ασχολείτω με τον αθλητισμό, που έπαιρνε βραβεία, που οι καθηγητές έλεγαν στη μάνα μου “μην την αφήσεις χωρίς να στη στείλεις κάπου να σπουδάσει”, έγινα ένα κορίτσι οργισμένο με όλους και με όλα, που ξεκίνησε να έχει πολύ έντονη ζωή, να καπνίζει πολύ, να πίνει αλκοόλ, να κάνει συνεχείς απουσίες στο σχολείο, να μπαίνει μέσα σε χώρους αναρχικών, που τελικά άρχισε να μένει μόνο του από τα 17 του χρόνια. Κι’ όλο αυτό ξεκίνησε απ’ τον μπαμπά μου: ενώ του μοιάζω, μετά από όλα αυτά, συν το γεγονός ότι δεν δούλευε και δανειζόταν δεξιά κι αριστερά, με αποτέλεσμα να έχουμε σοβαρό οικονομικό πρόβλημα, με έκανε, κυριολεκτικά μέσα σε μία μέρα, να τον μισήσω! Κι’ έτσι, απομακρύνθηκα από την οικογένειά μου. Κυρίως, γιατί δεν άντεχα άλλο να βλέπω τη μητέρα μου λυπημένη. Γιατί εκείνη ήταν ο ήρωας της ζωής μου, το πρότυπο μου, η “κούκλα” μου, η “θεά” μου, η αγάπη μου η μεγάλη-αυτή και η αδελφή μου είναι οι μεγαλύτερες λατρείες της ζωής μου, πιο δυνατές και οι δύο κι’ από 10 άντρες μαζί...Έκανα πάρα πολλά για να φύγει ο πατέρας μου από τη ζωή μας-κυρίως για να το συνειδητοποιήσει η μάνα μου και να το αποφασίσει η ίδια-, αλλά δεν έφυγε ποτέ. Για να καταλάβεις, μόλις πριν από λίγα χρόνια αποφάσισαν τελικά να χωρίσουν, όταν πια ο μπαμπάς μου ξεκίνησε να μένει με μία άλλη γυναίκα. Αυτά τα λέω για όλα αυτά τα νέα παιδιά που, αυτή τη στιγμή, αντιμετωπίζουν κάποιο παρόμοιο οικογενειακό πρόβλημα: εμένα, αυτό που με έσωζε πάντα, ήταν το συναίσθημα της αγάπης που εισέπραττα από την μάνα μου και την αδελφή μου, καθώς και η σκέψη του “δεν μπορεί κανείς να με γλιτώσει αν συμβεί κάτι! Πρέπει μόνη μου να φροντίσω για όλα!”».  

ΖΕΤΑ ΜΑΚΡΥΠΟΥΛΙΑ: "ΚΑΤΑ ΒΑΘΟΣ ΕΙΜΑΙ ΜΟΝΑΧΙΚΗ"



Μιλάμε λίγο μετά το τέλος άλλης μίας μέρα γυρισμάτων της καινούργιας ταινίας του Νίκου Ζαπατίνα, «Τα καλά καθούμενα», στην οποία πρωταγωνιστούν, μαζί με τη Ζέτα, η Ελισάβετ Κωνσταντινίδου, ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος, η Άννα Μαρία Παπαχαραλάμπους, η Τζόυς Ευείδη, ο Γιάννης Ζουγανέλης και αρκετοί άλλοι. Το κατανοώ πως είναι πολύ κουρασμένη-ειδικά αν σκεφτεί κανείς πως μόλις έχει τελειώσει και ο κύκλος του «Just The 2 Of Us», που παρουσίαζε στο Mega. Κοιτάει λίγο τον καλό καιρό, έξω από το παράθυρο του σπιτιού της, και ξεκινάμε να μιλάμε.   
-Πότε καταφέρνεις να ξεκουράζεσαι; 
-Αυτό το διάστημα δεν μπορώ να πω ότι ξεκουράζομαι πολύ, αλλά η αλήθεια είναι ότι, τα τελευταία δύο με τρία χρόνια, έχω διαμορφώσει με τέτοιο τρόπο τη ζωή μου που έχω καταφέρει-με πολύ κόπο, βέβαια-να έχω και κάποια διαστήματα που να τα αφιερώνω στον εαυτό μου.  
-Στο στάδιο που είσαι τα τελευταία χρόνια, σου έτυχε ποτέ να μην έχεις προτάσεις για δουλειά;
-Τα τελευταία χρόνια, ευτυχώς, όχι, δεν έχει τύχει. Αλλά, έχω περάσει αρκετά χρόνια στη διάρκεια των οποίων δεν ήξερα αν θα έχω δουλειά κάθε χρόνο. Και μπορεί και να υπήρχε και χρόνος που να κάθομαι.
-Τώρα νιώθεις πιο σίγουρη και λόγω «ονόματος»;
-Σίγουρη σε αυτή τη δουλειά δεν νομίζω ότι μπορείς να νιώθεις ποτέ. Αλλά, ευτυχώς, τα τελευταία χρόνια, η μία δουλειά φέρνει την άλλη, και είναι σαν να έχει μία συνέχεια το πράγμα. Έκανα το μιούζικαλ πέρσι, μου άρεσε πάρα πολύ και ήταν σαν να το κίνησα στο να ξανακάνω μιούζικαλ και του χρόνου.
-Περιμένεις με ανυπομονησία αυτή τη συνεργασία που θα έχεις του χρόνου με τον Γιώργο Κιμούλη; 
-Με μεγάλη ανυπομονησία! Πραγματικά! Ο Γιώργος Κιμούλης είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο στο θέατρο και θα ήθελα πολύ στο δικό μου βιογραφικό και στη δική μου «βαλίτσα» να έχω μία συνεργασία μαζί του. 
-Γενικότερα, θεωρείς ότι είσαι παρεξηγημένη, Ζέτα;
-Θεωρώ ότι έχω περάσει διάφορα στάδια. Αλλά αυτό έχει να κάνει με το τι δουλειά κάνει ο καθένας, τι στόχο έχει και γιατί κάποιος αποφασίζει να βγάλει ένα προφίλ κάποιου ανθρώπου που δεν υπάρχει αλλά εκείνος έχει συμφέρον να το βγάλει. Έχω περάσει και καλύτερες φάσεις και χειρότερες, αλλά σίγουρα έχουν γραφτεί και για μένα πράγματα, μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια, τα οποία δεν ισχύουν. 
-Στις χειρότερες σου φάσεις πως είσαι;
-Γενικότερα, διακατέχομαι από μία υπομονή, που κάποιες φορές ίσως να είναι και περιττή. Αλλά δεν νομίζω ότι μου έχει βγει σε κακό αυτό τελικά. Μπορεί να έχω χάσει χρόνο κάποιες φορές και, αν ο χαρακτήρας μου ήταν λίγο διαφορετικός ή αν ήμουν όπως τώρα, να κέρδιζα λίγο περισσότερο χρόνο-αλλά δεν είναι και ωραίο να ζεις με τα «αν». Κάθε φορά μαθαίνεις, και κάθε επόμενη συμπεριφέρεσαι αλλιώς, αρκεί να έχεις καταλάβει από αυτό που ήδη έχεις μάθει.