24.1.16

ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΜΕΝΕΙ


«Πέλαγο να ζήσω δε θα βρω / σε ψυχή ψαριού κορμί γατίσιο…».

Αυτή είναι η καλύτερη ελληνική ταινία που βγήκε ποτέ στους ελληνικούς κινηματογράφους –θεέ μου, ‘σχώρα με για τον «Όμηρο», την «Ευδοκία», τη «Στέλλα», το «Σπιρτόκουτο», το «Θίασο», τη «Μικρά Αγγλία», τη «Γλυκιά συμμορία», το «Από την άκρη της πόλης», τη «Στρέλλα», το «Δεκαπενταύγουστο», το «Σώσε με». Τη θυμήθηκα ξανά την προηγούμενη Τρίτη, όταν διάβασα για τον ξαφνικό θάνατο του Νίκου Παναγιωτοπούλου, του μέγιστου δημιουργού της, συναυτουργού του Μαλβινοθρεμμένου ποιητή των σκουπιδιών και της τέφρας κάποιων ζωντανών σακατεμένων που κολύμπησαν στα λασπόνερα αλλά επέζησαν θριαμβευτικά, Θάνου Αλεξανδρή. Η ιστορία είναι απλή: μια γυναίκα ονειρεύεται να γίνει τραγουδίστρια, καταλήγει στα κωλάδικα της επαρχίας, στη ΒόρειοΕλλάδα, με τον σύντροφό της να την ψάχνει, απελπισμένα ερωτευμένος μαζί της, με μια καψούρα που μετατρέπεται μάλλον σε αγάπη όσο εκείνη βγαίνει στην πίστα ως δεύτερο όνομα, συνοδεία της υπέρτατης δόξας της Εθνικής οδού, Παλόμας. 

Το σενάριο είναι πλήρες – εμπεριέχει κάτι λαϊκό και περίπλοκο καρδιακά ταυτόχρονα, έντεχνο και άτεχνο συγχρόνως, μια ταινία «ακριβή» φτιαγμένη από παρατημένα φτηνά υλικά, τοποθετημένα καίρια στον καιρό των μεγάλων επιδοτήσεων και της παντοδυναμίας του ΠΑ.ΣΟ.Κ που οι αγρότες ακουμπούσαν τα πακέτα Ντελόρ στα καλογυαλισμένα πόδια κάθε νέας τραγουδίστριας που έλεγε άτσαλα «ανέβα στο τραπέζι μου, κούκλα μου γλυκιά», σε κακή εκτέλεση, μασώντας τσίχλα και κάνοντας κονσομασιόν. 

Τη Στέλλα υποδυόταν η Αθηνά Μαξίμου και τον Αντρέα ο Νίκος Κουρής. Έτσι γνωριστήκαμε με το Νίκο –γιατί του είπα ότι είδα 14 φορές την ταινία εκείνη και θα ‘θελα να δω πώς είναι στην πραγματικότητά του. Δεν έδινε τότε συνεντεύξεις, του ανέφερα για τις «σούζες» που έκανε με το ανύπαρκτό του μηχανάκι μέσα στο φοιτητικό σχεδόν δώμα που ζούσε με τη Στέλλα, για τη μπανιέρα με θέα στο λιμάνι του Πειραιά μέσα στην οποία ξάπλωνε εκείνη, για την καταγραφή των αεροπλάνων με μανία συλλέκτη, για το Ζεταίμ και την Αρζεντίνα. Πείστηκε. Και έγινε ο αγαπημένος μου –τσακωθήκαμε μετά, αγαπηθήκαμε ξανά, ξαναδιαφωνήσαμε αλλά η κοινή αισθητική αναφορά της χυδαιότητας και του διονυσιασμού των κωλάδικων της Ελλάδας θα μας ένωνε αιώνια.

Δεν ήταν μόνο ο τρόπος αποτύπωσης απ’ τον Παναγιωτόπουλο όσων διαδραματίζονταν στους διαδρόμους των πίσω δωματίων του πάλκου ή των εκβιασμών στα νέα -φιλόδοξα- κορίτσια, από τους κοιλαράδες ιδιοκτήτες, ήταν κι εκείνο το οδοιπορικό σε μια Ελλάδα εξαφανισμένη πια -αν και ήδη αχνοφαίνονταν από τότε τα σημάδια της σήψης της-, πίσω από λόφους, μέσα σε χωράφια ή μπροστά σε παγωμένες λίμνες κατουρώντας τις (κυριολεκτικά). Άνθρωποι που δεν μπόρεσαν ποτέ να επικοινωνήσουν μεταξύ τους. Άνθρωποι που αναδείκνυαν τα χρήματα σε Θεό χωρίς το Ναό του. Άνθρωποι βουτηγμένοι στις κολάσεις τους αλλά και Άγιοι ταυτοχρόνως. Πεζοί μα και λογοτέχνες.

Το εμβληματικό ομώνυμο τραγούδι-soundtrack της ταινίας δεν το τραγούδησε μόνο η Παπίου –προτού καταλήξει οριστικά σ’ εκείνην. Αλλά και η Λένα Αλκαίου και η Πέγκυ Ζήνα επίσης. Ο Κραουνάκης ήξερε τι έκανε –δεν ήθελε το αριστούργημά του να χαθεί μέσα σε μία στοίβα πανεριών από γαρύφαλλα, όπως συνέβη τώρα με τον Παντελίδη, μπροστά από κάποια μισοφαγωμένη μπριζόλα κι ένα ξέμπαρκο μπουκάλι ουίσκι. Γι’ αυτό και εμπιστεύτηκε τη συγκεκριμένη τεχνική με τη σιγουριά της ανάδειξης του τραγουδιού και όχι της φίρμας. Κομματιάστηκα όταν τοπρωτάκουσα. Το ίδιο είχε συμβεί και με τον ποιητή Γιάννη Κοντό, τη Λίτσα Διαμάντη, τη Λίνα Νικολακοπούλου, αλλά και με την πρόεδρο των εκδιδόμενων γυναικών στην Αθήνα, Δήμητρα Κανελλοπούλου –όλοι τους ιδανικοί θεατές μιας σινεφίλ βραδιάς και άλλης μίας μετά, στις «Κούκλες» της Ζαν Μωρεάς.

Το να μπορέσει κάποιος δημιουργός να προσδώσει Τέχνη σε κάτι φαινομενικά «εύκολο» θεματολογικά, απαιτεί εμπειρία, περίσσευμα ψυχής και εμφανές πρόσημο ταλέντου σε ό,τι έχει προηγηθεί ως ιστορία ζωής. Αυτό έκαναν ο Παναγιωτόπουλος και ο Αλεξανδρής –καθένας χώρια.

Δεν θέλω να ακουστώ μελό αλλά, ναι, όποτε (ξανά) βλέπω την ταινία «Αυτή η νύχτα μένει» κάθομαι στον καναπέ μου και χύνω μαύρο δάκρυ. Και σκέφτομαι πως αν ζούσε τώρα ο αγαπημένος μου Παύλος Μάτεσις θα του τηλεφωνούσα στο σταθερό του σπιτιού του, στο Νέο Κόσμο, θα τον ρώταγα πάλι για το νόημα της ζωής -όπως στην ταινία- κι ύστερα θα λέγαμε (ξανά) για ‘κείνο που σκοτώθηκε μέσα μας για πάντα…

Δημοσίευση στο ένθετο "ΦιλGood" της εφημερίδας "Ο Φιλελεύθερος" της Κύπρου, την Κυριακή 24 Ιανουαρίου. Φωτο: Αρχείο Ν. Παναγιωτόπουλου.