15.1.10

ΧΡΗΣΤΟΣ ΦΙΩΤΑΚΗΣ: Ο ΑΡΧΗΓΟΣ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΟΜΑΔΑΣ ΡΑΓΚΜΠΙ





Στην φωτογράφησή μας ήρθε με την ειδική, μακρόστενη, μπάλα του ράγκμπι, την κρατούσε στα χεριά του, μου την έριξε κάποια στιγμή για να την πιάσω, έπεσε κάτω, πόνεσα αλλά επέμενε πως «σου έκανα πολύ αδύναμη πάσα, μάλλον εσύ είσαι πολύ αγύμναστος», τον έπιασαν τα γέλια, με χτύπησε στους ώμους σαν να γνωριζόμασταν πολλά χρόνια, σαν να μην είπαμε «χαίρω πολύ» πριν από δέκα μόλις λεπτά. «Δεν είμαστε όλοι πρωταθλητές ράγκμπι», του λεω. Εκείνος ξαναγελάει. Εξωστρεφής και πολύ άνετος. Μου εξηγεί κάποιους κανόνες του παιχνιδιού, μου λεει για τα παιχνίδια που θα είχε τις επόμενες μέρες, τα συνεχή του πήγαινε έλα από τη Γαλλία στην Ελλάδα, τις νίκες της εθνική μας σε ευρωπαϊκά παιχνίδια. Είναι περήφανος για όλα. Όταν μου λεει για το πάθος του, ότι δεν μπορεί να ζήσει ούτε λεπτό χωρίς το ράγκμπι, συγκινείται. Το εννοεί. «Το ράγκμπι, είναι η ζωή μου. Γεννήθηκα για να κάνω μόνο αυτό. Είναι κάτι σαν κάρμα». Πράγματι. Ο Χρήστος γεννήθηκε και μεγάλωσε στα Χανιά, ο πατέρας του είναι πολιτικός μηχανικός, η μητέρα του ασχολείται με τουριστικές επιχειρήσεις, δεν είχαν καμία σχέση με το άθλημα. Από παιδί του άρεσε να βγαίνει από το σπίτι του και να παίζει, ήταν πολύ εξωστρεφής, καθόλου μοναχικός, καλός μαθητής στο σχολείο του. Wild και άτακτος. Στα 17 του χρόνια κέρδισε αθλητική υποτροφία, πήγε στο Λος Άντζελες, στο UCLA, όπου σπούδασε αθλητικές επιστήμες. Πάντα τον ενδιέφεραν άλλωστε τα αθλητικά, ξεκίνησε με τον κλασσικό αθλητισμό, έπαιζε ποδόσφαιρο- στην μικτή Χανίων αρχικά, στη συνέχεια στον αθλητικό σύλλογο «Ελευθέριος Βενιζέλος»- με διακρίσεις ως πανελληνιονίκης, στην Εθνική ομάδα αργότερα. «Πάντα ήμουνα πολύ δυναμικός, έκανα πολλές αλητείες στη ζωή μου, ήθελα να είμαι ανεξάρτητος. Ήμουνα διάολος. Έφευγα θυμάμαι από το σχολείο, πήγαινα στις προπονήσεις μου, διάβαζα λίγο τα μαθήματα μου, ύστερα πήγαινα στο στίβο, γυρνούσα στις 8 το βράδυ στο σπίτι, αλλά ξανάφευγα για να βγω και να διασκεδάσω. Δεν γύριζα στο σπίτι πριν από τις 2 το πρωί, παρόλο που δεν ήμουνα ποτέ ο άνθρωπος που έκανε καταχρήσεις. Δεν καπνίζω, δεν πίνω, δεν έχω κάνει ποτέ μου ναρκωτικά. Είμαι ένας άνθρωπος πάρα πολύ ενεργητικός από μόνος μου, οπότε δεν χρειαζόμουνα τα περιττά. Εγώ ντοπάρομαι με μένα». Στο Λος Άντζελες έμεινε μέχρι τα 23 του χρόνια, εκεί έπαιξε American football, κέρδισε παναμερικανικούς αγώνες, επέστρεψε μετά στην Ελλάδα, γνωρίστηκε με τον πρόεδρο της ομοσπονδίας ράγκμπι στην Ελλάδα, τον Ευάγγελο Στάμου, και κάπως έτσι ξεκίνησε να ασχολείται με το άθλημα, να παίζει στην πρώτη εθνική ομάδα ράγκμπι που δημιουργήθηκε ποτέ στην Ελλάδα, στην οποία τα τελευταία δύο χρόνια είναι ο αρχηγός, παράλληλα με τα διεθνή του παιχνίδια. Σε ένα φιλικό παιχνίδι, μεταξύ Ελλάδας και Αυστρίας, τον είδε ένας άγγλος μάνατζερ και του πρότεινε να πάει και να αγωνιστεί εκεί. Ρίσκαρε, αλλά τα κατάφερε. Ήταν γρήγορος, πολύ δυνατός, είχε το σωστό feeling για το πότε έπρεπε να πιάσει τη μπάλα. Εκεί ήταν «o Greek». Λίγο πριν από τη μεταγραφή του σε κάποια άλλη ομάδα της Αγγλίας που τον διεκδίκησαν, του έγινε η πρόταση από ομάδα της Νίκαιας, την Nice Cote D' azur. Από το 2007 αγωνίζεται εκεί, ενώ παράλληλα πηγαινοέρχεται στην Ελλάδα για τις προπονήσεις του με την εθνική μας ομάδα. «Στο Μονακό που μένω, είναι αρκετά κοσμοπολίτικα. Άλλη κουλτούρα. Μπορεί να είναι πολύ ευγενικοί οι Γάλλοι, αλλά αυτή τους η ευγένεια είναι τυπική. Δυσκολεύτηκα λίγο στην αρχή να προσαρμοστώ, αλλά τα κατάφερα. Θέλω να είμαι πολύ καλός αθλητής για να μπορέσω αργότερα-μάλλον μετά τα 34 μου χρόνια- να ασχοληθώ και με την προπονητική. Παράλληλα με τις σπουδές μου, έκανα και personal training γιατί είχε πάρα πολύ καλά λεφτά. Ακόμη και σε διάσημους. Γνώρισα τον Κέβιν Κόστνερ, τον Ρόμπι Γουίλιαμς, τον πρίγκιπα Αλβέρτο. Είναι απλοί άνθρωποι όλοι αυτοί, δεν το παίζουν κάτι σημαντικότερο από εμάς και μάλιστα- επειδή καταλαβαίνουν ότι εμείς είμαστε επαγγελματίες σε αυτό που κάνουμε- μας δείχνουν εμπιστοσύνη. Δεν γκρινιάζουν. Πληρώνομαι με ένα συγκεκριμένο ποσό και αυτό σημαίνει ότι μπορεί κάποιος να με ξυπνήσει στις 2 το πρωί που θα τελειώσει από τις δουλειές του, για να κάνουμε μαζί γυμναστική. Ο κάθε ένας έχει τα κουμπιά του. Ο Αλβέρτος, για παράδειγμα, ήθελε πάντα να κάνουμε γυμναστική στους κήπους του παλατιού».
Ο Χρήστος ξυπνάει καθημερινά στις 5:45 το πρωί, έστω κι αν το προηγούμενο βράδυ είχε βγει έξω για να διασκεδάσει. Από τη Νίκαια όπου μένει σε ένα μεγάλο νεοκλασικό με έναν συμπαίκτη του, πηγαίνει με το αυτοκίνητό του στο Μόντε Κάρλο- 20 λεπτά διαδρομή- κάνει παράλληλα κάποια personal training, γυρνάει μετά στο σπίτι του, το απόγευμα προπονείται με την ομάδα ράγκμπι. Τα παιχνίδια είναι κάθε Σάββατο ή Κυριακές, αλλά κάποιες φορές απαλλάσσεται από τον προπονητή του εκεί για να αγωνίζεται στην Ελλάδα, αφού «εγώ εδώ κάποτε θα επιστρέψω». Και είναι περήφανος, γιατί η εθνική μας ομάδα ράγκμπι, μέσα σε δύο χρόνια, ανέβηκε δύο κατηγορίες στην Ευρώπη. Σαν αρχηγός με την εθνική, έχασε μόνο ένα παιχνίδι, αυτό με το Ισραήλ. Και η προσωπική του ζωή, χωράει τώρα μέσα σε όλα αυτά; «Τώρα είμαι ελεύθερος. Είναι δύσκολο για κάποια να κάνει σχέση μαζί μου με τόσα ταξίδια που κάνω, τόσα παιχνίδια που παίζω σε όλες τις χώρες του κόσμου με δύο ομάδες. Οι κοπέλες στο Μονακό δεν μου κάνουν κάτι, εγώ θέλω η κοπέλα μου να είναι ελληνίδα. Είμαι πολύ Κρητικός στην νοοτροπία, θέλω να έχω τη γυναίκα κορόνα στο κεφάλι μου και εκείνη να με αντιμετωπίζει σαν τον ιδανικό άντρα, να με θαυμάζει, να είναι περήφανη γι αυτό που κάνω και να μην με ζηλεύει, γιατί κάποιες φορές το αντιμετώπισα στο παρελθόν. Δεν πρέπει να πειράζεται μία γυναίκα που είναι μαζί μου, επειδή μπορεί να με κοιτάει και κάποια άλλη. Το θέμα είναι τι δικαιώματα δίνω εγώ. Πάντα είμαι πιστός, αλλά αν πιστέψω ότι κάτι έχει χαθεί, σηκώνομαι και φεύγω. Ξέρω ποια είναι τα μειονεκτήματα μου και τα λεω από την αρχή, για να είναι ξεκαθαρισμένα τα πράγματα».
Τον ρωτάω αν αισθάνθηκε ποτέ ανασφάλεια με το σώμα του, αν «ξέφυγε» ποτέ από τους κανόνες που ο προπονητής του ή ο ίδιος θέτει για τον εαυτό του. Ποτέ δεν του έχει συμβεί αυτό. Γνώριζε πάντα τα όρια. Το ράγκμπι ήταν πιο πάνω και από τον ίδιο του τον εαυτό. Και τον βοήθησε πολύ και στην φυσική του κατάσταση. «Δεν υπήρξα ποτέ νάρκισσος με το κορμί μου. Το σώμα μου ήταν και είναι πάντα η δουλειά μου. Δεν έχω κάνει ποτέ ιδιαίτερη προσπάθεια ώστε να αποκτήσω τους κοιλιακούς που έχω, είμαι ένας φυσιολογικός άνθρωπος. Όταν θέλω να φάω το γλυκό μου το τρώω, όταν μου έρχεται να “ξεφύγω” το κάνω, αλλά την επόμενη μέρα επανέρχομαι και ξαναμπαίνω σε πρόγραμμα. Νομίζω ότι γεννήθηκα για να έχω το συγκεκριμένο σώμα, είναι μέσα στο DNA μου και αισθάνομαι πολύ καλά μ αυτό». Το ίδιο αναζητάει και στις γυναίκες. Να έχουν το δικό του αθλητικό life style. «Δεν με ενδιαφέρει να είναι αθλήτρια κάποια γυναίκα με την οποία βγαίνω. Αλλά, για να με καταλάβει και να υπάρχει στη ζωή μου για αρκετό καιρό, θα πρέπει να έχει σχέση με τον αθλητισμό. Δεν γίνεται να έχω σχέση με μία γυναίκα που, κάθε βράδυ, είναι με ένα μπουκάλι στα χέρια, ξενυχτάει στα κλαμπς και καπνίζει τρία πακέτα τσιγάρα. Όσο πάθος και να υπάρχει, κάποια στιγμή, θα χωρίσουμε. Δεν θα συμβαδίζουμε σαν άνθρωποι». Ο Χρήστος αυτό κυρίως θέλει πια στη ζωή του: Τις μακροχρόνιες σχέσεις. Η μεγαλύτερη του σχέση στο παρελθόν, κράτησε 3 χρόνια. «Είμαι επιλεκτικός με τις γυναίκες που βγαίνω μαζί τους, θέλω να υπάρχει ατμόσφαιρα και πάθος. Στα 29 μου, είμαι πολύ χορτασμένος από το sex, οπότε δεν υπάρχει λόγος να αναλώνομαι δεξιά και αριστερά. Εγώ θέλω να είμαι με μία γυναίκα που να είναι δυναμική σαν εμένα. Μου αρέσουν οι power καταστάσεις. Κάποια περίοδο της ζωής μου, όταν ήμουνα στην Αγγλία, το sex για μένα ήταν σαν να έτρωγα. Τώρα είμαι αλλιώς, όλα αυτά τα θεωρώ περιττά. Η προτεραιότητά μου είναι το ράγκμπι και η οικογένεια, τα παιδιά, που θα ήθελα να αποκτήσω στο μέλλον».
Δημοσίευση στο περιοδικό Down Town, τον Ιανουάριο του 2010.

12.1.10

ΜΑΡΙΑ ΣΟΛΩΜΟΥ: "ΠΑΝΤΑ ΑΠΙΣΤΟΥΣΑ ΣΤΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΟΥ"

Κατά τη διάρκεια της φωτογράφησης, ήθελε να παίζει δυνατά η μουσική. Στη διαπασών. Το ίδιο και στο αυτοκίνητό της, τέσσερεις ώρες μετά, εκεί που θα κάναμε τη συνέντευξή μας, παρκαρισμένη μπροστά από ένα παλιό συνεργείο αυτοκινήτων. «Δεν μου έχει ξανατύχει να είμαι με δημοσιογράφο μέσα στο αυτοκίνητο μου και να κάνουμε συνέντευξη», μου λέει. «Είναι “διαφορετικό” για μένα». «Σαν τις δηλώσεις σου», της λέω και χαμογελάει.
-Στη ζωή σου είσαι καθόλου συντηρητική; Οι περισσότεροι έχουν μία άλλη εικόνα για σένα.
-Σε μερικά πράγματα μπορεί να είμαι συντηρητική. Το ότι μιλάω για κάποια από αυτά και τα λέω έτσι όπως τα πιστεύω εγώ, δεν σημαίνει ότι πρέπει να είμαι ανατρεπτική ή εκτός των συνηθισμένων. Ορισμένα πράγματα τα θεωρώ αυτονόητα. Κάθε άνθρωπος έχει τα όριά του, το τι θεωρεί πρέπον και τι όχι.
-Που βάζεις τα δικά σου όρια;
-Τώρα πια απέκτησα όρια, γιατί παλιά δεν τα χα βρει. Τώρα είναι στο «μην μου πειράξεις το παιδί μου!». Στο οτιδήποτε. Νομίζω βρήκα που μπορώ να κάνω φόνο και να είμαι και δικαιολογημένη, είμαι ικανή πια και να σκοτώσω άνθρωπο. Παλιά ήμουνα μες στην τρέλα. Όταν δηλαδή τσακωνόμουνα με τους γονείς μου, άνοιγα απλά την πόρτα και κλοτσαγα το ασανσέρ. Μία φορά, έσπασα τζαμαρία με μπουνιές. Τσακωνόμουνα με αυτό τον τρόπο. Τώρα πια δεν τσακώνομαι, δεν ανεβαίνουν οι τόνοι.
-Με τις σχέσεις σου πως ήσουνα;
-Drama queen. Όλα δραματικά, όλα είναι «το τέλος του κόσμου», όλα καταστροφικά, οι τσακωμοί είναι «μέχρι το τέλος», το δάκρυ τρέχει κορόμηλο- αλλά όχι παιγμένο όλο αυτό, όλο αυτό το ζούσα. Μεγαλώνοντας έγινα αναίσθητη, συνειδητοποίησα ότι θέλω μόνο τρεις μέρες για να ξεπεράσω έναν μεγάλο έρωτα. Σε τρεις μέρες τα ξεπερνάω όλα. Έχω γίνει πια πολύ πιο πρακτική.-Δηλαδή;
-Έβαλα στην άκρη το συναίσθημα και είπα: Τι γίνεται; Τι συμβαίνει; Είναι ένας τύπος που φέρεται με αυτό τον τρόπο, εγώ συμπεριφέρομαι με έναν άλλο τρόπο, δεν ταιριάζουμε. Είμαστε η μέρα με τη νύχτα, θα γίνει καταστροφή, δεν έχει μέλλον. Και τέλος.
-Κι αν είσαι ερωτευμένη;
-Τότε εν γνώσει μου θα φάω το κεφάλι μου και μετά θα χτυπηθώ. Γι αυτό σου λέω, πρακτικά πράγματα, ένα κι ένα ίσον δύο. Είμαι εγώ τώρα για μελοδράματα; Το ίδιο πρακτικά λειτουργώ και όταν με παρατάνε οι γκόμενοι. Είμαι πολύ παρορμητική, άσχετα αν έχω και πολλή λογική μέσα μου.
-Πότε ήταν η τελευταία φορά που υπήρξες πολύ ερωτευμένη;
-Με το Μάριο.
-Για πόσο καιρό ήσασταν ερωτευμένοι;
-Για ένα χρόνο. Εμένα τουλάχιστον, για ένα χρόνο με κράτησε πολύ. Από τότε έχουν περάσει τρία χρόνια. Από τη μία έχω αποκλείσει τον έρωτα γιατί είμαι ερωτευμένη με το γιο μου, θέλω να ασχοληθώ με αυτόν και με τη δουλειά μου την οποία λατρεύω, και από την άλλη δεν προλαβαίνω.
-Είναι δυνατόν να μην έχεις ερωτευτεί ξανά εδώ και τρία χρόνια;
-Μιλάμε για έρωτα, δεν μιλάμε για ένα απλό «αχ». Αυτά τα «αχ» βέβαια δεν είναι μόνο εφηβικά, γίνονται και σε μεγαλύτερες ηλικίες. Μου συμβαίνει λοιπόν να ενθουσιαστώ με κάποιον και την επόμενη μέρα να αναρωτηθώ «τι ήταν αυτό; Τι του βρήκα;».-Ως one night stand όλο αυτό;
-Ως φλερτ. Έχω κάνει μόνο μία φορά one night stand στη ζωή μου, ήταν με το Μάριο, και δεν θέλω να ξανακάνω.
-Άλλη εικόνα είχα για σένα.
-Τι θες να μου πεις; One night stand δεν κάνω αγάπη μου, όχι από ηθική, αλλά από το φόβο της βλακείας. Έχω το φόβο του βλάκα. Επειδή έχω τον μαλακομαγνήτη, είμαι σίγουρη ότι ο ωραίος σούπερ ντούπερ γκόμενος που στέκεται στο μπαρ απέναντι και με κοιτάει επίμονα, είναι βλάκας. Ε, εγώ δεν μπορώ να δεχτώ- από εγωισμό- ότι έχω πάει με έναν βλάκα! Προτιμώ λοιπόν να μην…
-Κεραυνοβόλο έρωτα έχεις αισθανθεί ποτέ;
-Μία φορά, στα 13 μου χρόνια.
-Όχι και με το Μάριο;
-Τον Μάριο τον ήξερα από πριν, δεν πιάνεται αυτό. Δεν ήταν από τους ηθοποιούς που έβλεπα στην τηλεόραση και έλεγα «α, ωραίο παιδί». Καθόλου! Προέκυψε πολύ αργότερα. Οπότε τώρα δεν είμαι στη φάση να δω κάποιον και να πω «τι ωραίος, τον θέλω!». Είμαι στη φάση που ένας άντρας θέλω να με συγκλονίσει με έναν άλλο τρόπο.
-Εγκεφαλικά;
-Μόνο. Είναι δύσκολο, αλλά άμα συμβεί θα γίνει της κακομοίρας. Είμαι κλειστή, δεν είμαι «περάστε κόσμε». Ποτέ δεν ήμουνα «εύκολη», ούτε προσεγγίσιμη ερωτικά.
-Δεν θεωρείς τον εαυτό σου sexy;
-Εγώ αυτά που κάνω στις φωτογραφήσεις, δεν τα κάνω στην προσωπική μου ζωή. Δεν κυκλοφορώ έτσι έξω, ούτε μπορώ να με φανταστώ ότι θα βγω με το σουτιέν και θα πάω στον μανάβη να πάρω ντομάτες. Σαφέστατα όταν πρέπει και στις φάσεις που πρέπει, είμαι σέξι. Σε πληροφορώ μάλιστα ότι τις σέξι φωτογραφήσεις ξεκίνησα να τις κάνω αφότου γέννησα. Πριν από τη γέννα δεν έκανα τίποτα κάπως αποκαλυπτικό, όπως τώρα.
-Ενώ θα έπρεπε να συνέβαινε το αντίθετο.
-Κι όμως. Εγώ, μετά τη γέννα, απενοχοποιήθηκα με το σώμα μου.
Η ΜΑΡΙΑ, ΟΙ ΑΛΛΟΙ, ΟΙ ΑΝΤΡΕΣ ΚΑΙ Ο ΓΕΩΡΓΟΥΛΗΣ
-Δεν σκέφτεσαι ότι όταν βγει το περιοδικό κάποιοι θα βγουν και θα πουν «αυτή είναι μάνα, τι φωτογραφίζεται με την πλάτη γυμνή και με εσώρουχα»;
-Και παπαδιά να βγαινα στο εξώφυλλο, τα ίδια θα έλεγαν! Το ξέρω ότι θα πουν και πάλι για μένα τα χιλιάδες, ότι θα με βρίζουν. Δεν ξέρω γιατί το κάνουν αυτό και δεν με αφορά κιόλας. Εγώ αυτό που θεωρώ ότι είναι σωστό, το κάνω. Το ότι παίρνουνε κάποιες τηλεοπτικές δηλώσεις μου, τις σχολιάζουν και τις κάνουν σημαίες, χέστηκα. Από τη συνέντευξη που κάνουμε εμείς αυτή την στιγμή, θα μεταδώσουν αποσπάσματα, τα οποία θα είναι και λίγο σαν να έχω πάθει εγκεφαλικό καθώς μιλάω. Το γνωρίζω από τώρα αυτό.
-Δεν σε ενοχλούν τα σχόλια που ακούγονται για σένα;
-Δεν τα ακούω ποτέ γιατί εγώ εκείνη την ώρα δουλεύω, δεν βλέπω τηλεόραση. Και να ήμουνα όμως στο σπίτι, δεν θα έβλεπα τηλεόραση. Μία φορά που μου έτυχε να ακούσω πράγματα για μένα, αρρώστησα. Δεν ξέρω τι γράφεται ή τι λέγεται για μένα. Έρχονται κάποιοι και μου λένε «Μαρία, σ έχουν πιάσει στο στόμα τους», λέω «χέστηκα» και δεν θέλω να ακούσω τίποτ άλλο. Φέτος ειπώθηκαν τα τέρατα για μένα. Μου μετέφεραν τα χιλιάδες που λέχθηκαν για τη δήλωση που έκανα το Καλοκαίρι στο Down Town ότι «είμαι φτωχιά». Σαν να μην έχει χιούμορ ο μέσος Έλληνας, σαν να πρέπει να είναι όλοι βλάκες και ανεγκέφαλοι. Ότι τι; Βγήκα για να ζητήσω λεφτά; Κακίες! Μπορεί ο καθένας να λέει ό,τι θέλει. Εγώ δεν πρόκειται να βγω και να δικαιολογηθώ για πράγματα που έχω πει ή να απαντήσω έμμεσα. Το θεωρώ μεγάλη μαλακια και δεν θα το κάνω ούτε στο μέλλον.
-Έχεις το φόβο του να βρεις ένα καινούργιο σύντροφο, λόγω της ύπαρξης του παιδιού;
-Ναι. Πολύ. Το τι θα κάνω γι αυτό, δεν ξέρω. Όχι απλά φοβάμαι να βρω σύντροφο, φοβάμαι και να ερωτευτώ.
-Για ποιο λόγο;
-Γιατί αν ερωτευτώ, θα τα κάνω όλα πουτάνα. Αυτή τη στιγμή θέλω να έχω στο μυαλό μου πολύ συγκεκριμένα πράγματα: Το παιδί μου, τη δουλειά μου. Ευτυχώς, έχω το μυαλό μου μέσα στο κεφάλι μου ώστε να ξέρω ότι μέσα στο σπίτι μου, είναι όλα όπως τα θέλω. Έξω από το σπίτι μου μπορεί να είμαι μια τρελή, αλλά μέσα στο σπίτι μου δεν πρόκειται να μπει τώρα άλλος άντρας εκτός από το γιο μου. Επειδή εγώ με φοβάμαι και δεν είμαι άνθρωπος της μακροχρόνιας σχέσης ή του γάμου, δεν θεωρώ ότι είναι σωστό να κάνω τώρα μία σχέση.
-Αποφεύγεις να κάνεις μία σχέση, λόγω του παιδιού;
-Μόνο. Σκέφτομαι μήπως γνωρίσω έναν άνθρωπο στο παιδί και εμένα μετά να μου περάσει. Πρόσεξε να δεις: όλοι μας κάνουμε διάφορα πράγματα στις προσωπικές μας ζωές. Και για να σε προλάβω, το να βγω και να σου πω ότι τρία χρόνια μονάζω, το θεωρώ τραγική υποκρισία. Δεν μονάζω. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι βγαίνω με τα τύμπανα και φωνάζω: «καινούργιο γκόμενο, παιδιά ελάτε, φωτογραφίστε με λίγο». Αλλιώς θα ήμουνα συνέχεια στα περιοδικά. Εγώ αρρώστησα όταν έκανα είδηση με το παιδί, τότε που ήμουνα έγκυος. Δεν θέλω ο λόγος που υπάρχω να είναι αυτός. Η δουλειά μου εμένα είναι άλλη, απλά είναι αναγκαστικό κακό να μιλάω και για άλλα θέματα.
-Είχες ποτέ κάτι τελικά με τον Αλέξη Γεωργούλη;
-Αυτό θα έπρεπε να είχε παραγραφεί. Είχαμε κάτι πριν από 12 χρόνια.
-Σχέση;
-Κάτι σαν σχέση. Ήμασταν μαζί στη σχολή. Καλά, 12 χρόνια έχουν περάσει. Δεν το ξέχασε κανείς;
-Δεν έγινε τώρα επανασύνδεση;
-Με τον Αλέξη είμαστε κόλος με βρακί, είμαστε αδέλφια πια. Ο Αλέξης είναι το άλλο μου μισό, κάτι σαν οικογένειά μου. Έχουμε περάσει πάρα πολλά στάδια και είμαστε τρελά αγαπημένοι. Το ξεκαθαρίζω, για να τελειώνουμε και μ αυτό.
-Πως είναι τώρα η σχέση σας με το Μάριο, από τότε που έχετε χωρίσει;
-Καλή είναι. Είναι όλα όπως πρέπει.
BEST WISHES
-Τι θέλεις να σου συμβεί στην καινούργια δεκαετία που μπήκε;
-Να μην γεράσω, να διατηρήσω τη ζωντάνια μου, τη λίμπιντό μου, τη λαχτάρα μου για χαρά, ζωή και διασκέδαση. Δεν θέλω να με πάρει η κάτω βόλτα.
-Σ έχει πάρει ποτέ η κάτω βόλτα;
-Βέβαια! Ήμουνα στο σπίτι με το παιδί, δούλευα πολύ και για δύο χρόνια δεν πήγαινα καν για καφέ. Κάποια στιγμή αποφάσισα ότι θέλω να πηγαίνω για καφέ, ότι θα κόψω λίγο τη δουλειά. Δεν γίνεται να τα κάνεις όλα! Επειδή δούλευα πολλές ώρες, πήγαινα στο σπίτι για να είμαι με τον μικρό και μετά ξαφνικά κοιμόμουνα, είπα «θέλω να κάνω κάτι και για μένα». Ήθελα να κολοβαρέσω, να πάω λίγο σινεμά. Να σκεφτείς, φέτος πήγα σινεμά μόνο μία φορά, σε μεταμεσονύκτια προβολή, μόνη μου, όταν πια ο μικρός είχε κοιμηθεί. Ήθελα να βγω εκείνο το βράδυ, να διασκεδάσω και τελικά- από την μεγάλη μου ανάγκη και έλλειψη- έγινα τούμπανο. Σαν να ήμουνα 15 χρόνων και να είχα βγει για πρώτη φορά. Δεν θέλω να με πάρει η κάτω βόλτα, ρε γαμώτο. Θέλω να είμαι πάντα στη τσίτα. Δεν θέλω να ξυπνήσω μία μέρα, να είμαι 50 χρόνων και να ζηλεύω τα πιτσιρίκια.
-Τα έχεις κάνει όλα στη ζωή σου, Μαρία;
-Έχω διασκεδάσει τόσο πολύ που μου φτάνει για τρεις ζωές. Έχω βγει, έχω ξενυχτήσει, είχα γκόμενους, έκανα μαλακίες, όλα κανονικά. Είμαι πολύ χορτασμένη. Παρόλα αυτά, η ανάμνηση όλων αυτών, πολλές φορές μου χτυπάει την πόρτα και μου λέει «τώρα τι κάνεις, γριά; Κάθεσαι σπίτι και πλέκεις;». Για να βγω πέρσι και πρόπερσι, έρχονταν έξω από την πόρτα του σπιτιού μου οι φίλοι μου και μου έλεγαν «έλα μαλάκα, πάμε», με έπαιρναν σηκωτή. Με την ρουτίνα και την κούραση, μου έφευγε η διάθεση. Δεν θέλω να ξεχνάω να ζω, θέλω μέσα στην επόμενη χρονιά να παίρνω ενέσεις αδρεναλίνης.
-Δεν έχεις στη ζωη σου τις ανασφάλειες που μπορεί να έχει κάθε ηθοποιός, το «μήπως εξαφανιστώ την επόμενη σεζόν»;
-Καθόλου. Το σήριαλ που θα βγει τώρα απ τον ΑΝΤ1, η «ονειροπαγίδα» της υπέροχης Όλγας Μαλέα, είναι μία εξαιρετική δουλειά και δεν έχω μιλήσει ποτέ στο παρελθόν για κάποια δουλειά μου έτσι όπως μιλάω τώρα γι αυτήν. Να βγω λοιπόν σε μία συνέντευξη από πριν για να πω τι; Μου έστελνες μηνύματα όλο τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο, για να κάνουμε εξώφυλλο. Δεν ήθελα γιατί δεν είχα κάτι να παρουσιάσω, δεν είχα κάποια δουλειά πίσω μου. Ήθελα την ησυχία μου. Έκανα λοιπόν δεκάωρα γυρίσματα και ξεκίνησα να κάνω γυμναστική, παρόλο που τη μισώ. Θα ήθελα να έπαιρνα ένα χάπι και να γινόμουνα fit, να γίνονται όλα μαγικά.
-Είχες ποτέ διατροφικά θέματα;
-Ορέξια είχα μόνο, ανορέξια ποτέ. Το τι σουβλάκια έχω φάει και δεν έπαιρνα γραμμάριο, δεν μπορείς να φανταστείς. Κάποια στιγμή, γύρω στο Μάιο, έκοψα το τσιγάρο, άλλαξε ο μεταβολισμός μου και μέσα σε 20 μέρες πήρα 7 κιλά. Γύρω στον Αύγουστο, είχα στρουμπουλέψει αρκετά και είπα «κάτσε φρόνιμα, χάσε κανά κιλό, τουλάχιστον να πάνε στα σωστά μέρη». Τώρα έχω στρώσει αρκετά.
-Το καλάμι, το έχεις καβαλήσει ποτέ;
-Όχι. Γιατί για να έχεις καβαλήσει το καλάμι, πρέπει να το έχεις και από πριν. Από τη σχολή, εγώ τα έβλεπα τα καλάμια. Εκεί με θεωρούσαν όλοι ψώνιο, γιατί έμπαινα μέσα στη σχολή με τα γυαλιά ηλίου. Βλακείες! Δεν είχα δώσει ποτέ δικαίωμα. Θεωρούσαν τη διαφορετικότητα σνομπ αλλά, όποιος με γνώριζε, δεν υπήρχε περίπτωση να μην με αγαπήσει γιατί είμαι αγαπησιάρα. Δεν είμαι από τους ανθρώπους που θα πάω να συστηθώ και να κάνουμε παρέα, τύπου «σχολείο». Είμαι λίγο στη γωνία μου. Αυτοί που ήθελαν να κάνουν καριέρα, φαινόντουσαν απ τη σχολή και είναι τα ίδια ψώνια που υπάρχουν και τώρα και κυκλοφορούν. Δεν θεωρώ ότι η μαρκίζα ή το «πρώτο όνομα» σε κάνει κάτι. Είμαι από τους ανθρώπους που θα πάω στην τράπεζα και θα καθίσω να εξυπηρετηθώ, όπως όλοι οι άλλοι πελάτες. Νιώθω πάρα πολύ άσχημα αν μου πουν «περάστε».-Με τι εκνευρίζεσαι;
-Με πνίγει η αδικία, να λένε πράγματα για μένα σαν να με ξέρουν. Επειδή φαίνομαι τύπου κοινωνική, τύπου ανοιχτή και ο καθένας μπορεί να έρθει να μου πιάσει κουβέντα επειδή είμαι προσιτή, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν προσελκύω και όλους τους ανώμαλους γιατί υπάρχει πολλή τρέλα στον κόσμο. Καλά, το τι ακούω στον δρόμο, μην σου πω. Ακούω πολλά κουλά, πολλά πρόστυχα, που δεν λέγονται. Έχω κατέβει έγκυος από το αυτοκίνητο, να παίξω ξύλο. Είναι πολύ περίεργος ο κόσμος.
-Σου αρέσει που ζεις εδώ; Θα προτιμούσες να ζεις σε άλλη χώρα;
-Μου αρέσει εδώ. Η Ελλάδα έχει μία νευρασθένεια που εμένα μου ταιριάζει. Αν πάω στην Νέα Υόρκη, μπορεί και να σκοτώσω. Υπάρχει κάτι σαν «όλα θα γίνουν στο χρόνο τους» στην Αμερική, που εμένα με εξοργίζει.
Η ΜΑΡΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΙΣΤΗ
-Έχεις μετανιώσει για έρωτές σου;
-Ναι. Για τους περισσότερους. Την ώρα που ζεις όμως κάτι και είσαι ερωτευμένος, απαγορεύεται να σκέφτεσαι κάτι άλλο ή το αύριο. Έχεις χεσμένη και τη δουλειά και όλα, είσαι ε-ρω-τευ-με-νος! Έχω κάτσει με ανθρώπους στη ζωή μου που, όχι απλά το χω μετανιώσει, αλλά που αν τους δω ξαφνικά μπροστά μου θα τους αρχίσω στις φάπες. Υπάρχουν όμως άνθρωποι με τους οποίους αγαπιόμαστε πάρα πολύ και είμαστε ακόμα φίλοι, μου έχουν μείνει ουσιαστικά στη ζωή μου. Έχω τρεις τέτοιους ανθρώπους στη ζωή μου, που ξέρω ότι δεν θα τους χάσω ποτέ, που γνωρίζω ότι μπορώ να πάω εκεί και να βρω μία αγκαλίτσα και να κλαίω. Σαν να ξεχάστηκε ο χωρισμός, σαν να παραγράφηκε. Υπάρχουν άλλοι που θα τους σκότωνα αν τους έβλεπα. Λένε κάποιοι ότι εμείς οι ίδιοι καθορίζουμε τη μοίρα μας. Μάλλον έχουν δίκιο. Εγώ τραβάω κατά κύριο λόγο τους μαλάκες, με λίγο καρμπόν απ το ίδιο.-Και γιατί τους τραβάς;
-Δεν ξέρω. Ενώ τη βλέπω τη φάκα, πάω και πέφτω μέσα. Μετά τρώω τα μούτρα μου, βρίζω, μουντζώνομαι, λέω «καλά να πάθεις, πάμε παρακάτω». Λάθος ανθρώπους είχα πολλούς στη ζωή μου.
-Τι ψάχνεις στους άντρες;
-Τώρα θα θελα έναν άνθρωπο που να είναι πολύ ανεξάρτητος. Σαν μενταλιτέ. Να μην κρεμιέται από εμένα. Είχα πολύ συχνά το φαινόμενο, πριν από το Μάριο, του να γίνονται λίγο έρμαια οι άντρες μαζί μου, να χάνουν την οντότητά τους. Δεν ξέρω γιατί, δεν ξέρω αν τους το κανα εγώ αυτό. Δεν θέλω όμως οι άντρες να γίνονται «λίγοι» δίπλα μου. Θέλω μαζί μου έναν άντρα, πιο «πολύ» από εμένα. Παλιά μου άρεσαν ας πούμε και οι πιτσιρικάδες, τώρα όχι. Τώρα πια θέλω το μυαλό. Θέλω έναν άντρα να τον θαυμάζω, να τον χαζεύω γι αυτό που φέρει.
-Νιώθεις μόνη τώρα;
-Όχι, δεν νιώθω μόνη. Η μοναξιά δεν έχει να κάνει με το αν έχεις κάποιον δίπλα σου ή όχι. Εμένα μου αρέσει η μοναξιά μου, δεν είναι θλιβερή, είναι από τις ωραίες μοναξιές. Μου αρέσει η φάση μου αυτή. Δεν έχω ανοίξει πορτάκι να βάλω άντρα στη ζωή μου ουσιαστικά. Μέχρι εκεί που θέλω. Μπορεί μάλιστα να αργήσω πολύ να το τολμήσω. Δεν μπορώ το «κτήμα», δεν μπορώ το να συνειδητοποιήσω ποτέ ότι έχω «σχέση». Ένας λόγος που ήμουνα με το Μάριο όσο ήμουνα και έγινε ό,τι έγινε μεταξύ μας, ήταν επειδή δεν καταλάβαμε τι συνέβη, ούτε πότε βρεθήκαμε, ούτε πότε γεννήσαμε, ούτε πότε χωρίσαμε. Ποτέ δεν είπαμε «είμαστε ζευγάρι», ούτε «έχουμε σχέση», δεν θέλω να ορίζεται αυτό το πράγμα, θέλω απλά να συμβαίνει και να μην υπάρχουν λόγια.
-Έχεις απιστήσει ποτέ;
-Ε, βέβαια!
-Πάντα απιστούσες;
-Ναι. Πάντα απιστούσα στις σχέσεις μου. Η μόνη περίοδος που δεν είχα απιστήσει, ήταν όταν ήμουν με το Μάριο.-Τι σε έκανε να απατάς τους συντρόφους σου;
-Οι άλλοι. Το ξέρω, ακούγεται φτηνή δικαιολογία, αλλά αυτό είναι. Εγώ θεωρώ ότι είμαι πολυγαμική. Βασικά, όλοι είμαστε πολυγαμικοί. Κατά βάθος, όλοι είμαστε πολυγαμικά ζώα, υπάρχει μόνο ένα 10% που δεν είναι, λόγω ηθικής η λόγω κάποιων αρχών.-Τους το έλεγες όταν απιστούσες;
-Τι λες καλέ; Ποτέ! Το χω πει μία φορά, και το χω μετανιώσει. Εννιά στους δέκα άντρες κερατώνουν τις γυναίκες τους και εγώ είμαι πολύ πεπεισμένη για όλους αυτούς τους «ευτυχισμένους», ότι σε όλους κάποια στιγμή κάτι έχει συμβεί στη ζωή τους. Ακόμη και το να σκεφτείς να πας με άλλη γυναίκα, είναι απιστία. Το να μην το κάνεις επειδή έχεις δεσμό, το θεωρώ υποκρισία. Απ τη στιγμή που το θες, κάντο να σου φύγει. Επίσης, πρέπει να σου πω ότι όλοι με έχουν κερατώσει.-Πως το ξερες;
-Το καταλάβαινα. Ή υπήρχαν καλοθελητές που μου το λέγανε γιατί είναι πολύ μικρός ο κόσμος. Δεν το καταλαβαίνω. Γιατί η γυναίκα να είναι «η τσούλα»; Ο άντρας τι είναι;
-Πως είναι δυνατόν να έχεις κάνει απιστίες χωρίς να έχεις κάνει ποτέ στη ζωή σου one night stands;
-Έκανα παράλληλες σχέσεις. Τύχαινε.-Από ανασφάλεια το κανες;
-Όχι. Κάποια στιγμή, βαριόμουνα. Εγώ βαριέμαι πάρα πολύ εύκολα, γενικότερα. Μετά από ένα οκτάμηνο, βαριέμαι. Εκτός κι αν είμαι πολύ ερωτευμένη. Όταν δεν είσαι διαθέσιμος συναισθηματικά, δεν σου τυχαίνει τίποτ άλλο. Ο καλύτερος πάντως τρόπος για να τελειώσεις μία σχέση, είναι μία καινούργια. Όλα αυτά τα θεωρώ αυτονόητα. Τώρα αν όλο αυτό όταν δημοσιευτεί αντιμετωπιστεί ως «ουαου, τι λέει πάλι αυτή;», ας αναρωτηθούμε όλοι που ζούμε. Δεν βλέπετε τι συμβαίνει γύρω σας, δεν ακούτε ιστορίες; Πιστεύετε τους τίτλους στα εξώφυλλα; Μπούρδες! Γίνονται πολύ χειρότερα από αυτά που λέμε, γίνεται της κακομοίρας. Όσα μαθεύονται είναι μόνο το 1/10 από όσα γίνονται στην πραγματική ζωή. Και όχι μόνο στους stars. Οι μη αναγνωρίσιμοι, κάνουν πολύ χειρότερα πράγματα. Εμείς μπορεί να μην κάνουμε τρέλες, επειδή υπάρχει ο φόβος του παπαράτσι και της μεσημεριανής εκπομπής που θα μας πιάσει στα πράσα. Γίνονται τέρατα! Σιγά! Με το παραμικρό γίναμε όλοι πουριτανοί και μας ενοχλούν οι δηλώσεις. Τι υποκρισία, Θεέ μου!

21.12.09

ΤΡΑΒΕΣΤΙ ΣΤΗ ΛΕΩΦΟΡΟ ΚΑΒΑΛΑΣ- ΡΕΠΟΡΤΑΖ


«Πόσο πάει;». «30 ευρώ».«Τσιμπούκι ή ολοκληρωμένο;». «Στοματικό». «Με προφυλακτικό, αλλιώς δεν γίνεται». «Μπες στο αμάξι». Οι νύχτες στη λεωφόρο Καβάλας των τραβεστί, δεν είναι ποτέ ίδιες με τις μέρες τους. Όταν δηλαδή κυκλοφορούν σαν αγόρια στην Αχαρνών και τις ρωτάνε οι μανάδες τους αν βρήκαν κάποιο καλό κορίτσι για να παντρευτούν.
Απόψε θα έβαζε το σουτιέν που της φέρνει γούρι. Μαύρο, με μικρές χρυσές γραμμές που κάνουν έναν περίεργο κύκλο, ή μάλλον μεγάλους κύκλους, οι οποίοι δεν καταλήγουν πουθενά, που συναντιούνται και χάνονται στο κεντημένο τετράγωνο, σχέδιο που είχε διαλέξει γι αυτήν η Τζέσυ (η κολλητή της, αυτή που κάποτε λεγόταν Νικόλας και ήταν μαζί ζευγάρι για δύο χρόνια- gay ζευγάρι-, που χώρισαν όταν βγήκαν στο δρόμο, αλλά που το κάνουν που και που «όχι σαν sex, αλλά όταν θέλουμε αγκαλιά, όταν η ανάγκη μας για χάδι οδηγεί η μία στην άλλη»). Μόλις ξεκίνησαν χθες τη δουλειά, την ώρα που έκλειναν τα μαγαζιά στο Μεταξουργείο, πήγαν στο κατάστημα του Πέτρου με τα unisex- ένα χιλιόμετρο πιο κάτω από το 110 της Λεωφόρου Καβάλας, εκεί που βγαίνουν τα βράδια. Νωρίτερα απ ότι συνήθως. Όχι γιατί δεν ήθελε το επόμενο πενηντάρικο (ποτέ δεν έλεγε όχι σε πελάτη, θέλει να αγοράσει και δεύτερο σπίτι, κοντά στο άλλο, στην Αχαρνών, συμφώνησε ήδη με τον μεσίτη), αλλά να, δεν μπορούσε να συνεχίσει μετά τον γέρο. Δεν της έβγαινε. Ήθελε ένα διάλειμμα. Ογδόντα χρόνων, αλλά η Αλόμα επέμενε: «Κάνω πενήντα χρόνια αυτή τη δουλειά, όλοι είναι πελάτες, να πας, είναι δουλειά, είναι λεφτά, θα ξανάρθει, να είσαι καλός, να ανεβάσεις την τιμή στο τσιμπούκι αν δεν του σηκώνεται, πες του 100 ευρώ, αν αργεί ανέβασέ το κι άλλο, πες 150. Να πας». Πήγε. Αυτός κατέβασε το τζάμι του αυτοκινήτου του ξανά, ρώτησε αν το ξανασκέφτηκε, αν ισχύει, αν όλες είναι τόσο ευγενικές σαν αυτήν (σαν αυτή που, λίγο πριν, τον άφησε ξεκρέμαστο να περιμένει), εκείνη χαμογέλασε, είπε ξανά «καλησπέρα», δεν της άρεσε ο ήχος, της ακούστηκε λιγάκι αντρικός, θυμήθηκε τα μαθήματα που της είχε κάνει η Άσια και το ξανάπε: «Καλησπέρα σας». Γλυκά. Να ακούγεται σαν γυναίκα. «Πόσο πάει;», ρώτησε εκείνος. «Τριάντα ευρώ η πίπα, εκατό το γαμίσι, 200 για να πάμε μαζί στο ξενοδοχείο». Και ξαναχαμογέλασε. Με αυτόν θα τελείωνε γι απόψε. Αυτός και τέλος. Και μόνο πίπα να του έπαιρνε θα έφτανε τα 200 ευρώ- είσπραξη και από το χθεσινό βράδυ-, δεν χρειαζόταν άλλα. 100 γι αυτήν, 50 για τον γκόμενο που την περίμενε στο σπίτι τους, 50 για τη δόση του σπιτιού. «Θα σου δώσω 100, θα σου πάρω εγώ πίπα, μετά θα τον παίξεις εσύ και θα χύσεις στο στόμα μου». Της ερχόταν εμετός. «Είναι 80 χρονών!», γύρισε και είπε στην Άσια που την κοιτούσε. «Είναι πελάτης!». Γύρισε ξανά το κεφάλι της στο ανοιχτό τζάμι: «150 για όλα αυτά μαζί και κλείσαμε, όμορφε. Με προφυλακτικό όλα. Και πρώτα τα λεφτά». «Γιατί; Δεν μου χεις εμπιστοσύνη;». «Έτσι πάει η δουλειά. Πρώτα τα λεφτά και μετά πάμε πίσω από την Καβάλας, στο γκαράζ. Δεν είναι κανείς εκεί. Κανείς δεν θα μας ενοχλήσει». Την ξανακοίταξε. Το μαύρο της σουτιέν, τα τακούνια, το κόκκινο σορτσάκι, το μολύβι- μοβ, χρυσό και κόκκινο, όλα μαζί μπερδεμένα- που σχημάτιζε φρύδι, τα ωραία της πόδια. Γι αυτά τα πόδια την ήθελε απόψε. Δεν τα βρισκε εύκολα σε γυναίκα. Ήθελε αυτήν. «Το ονοματάκι σου;». «Μπέττυ». «Έλα, Μπέττυ, πάρε 150, πάμε. Αν με γαμήσεις καλά, θα σου δώσω άλλα 50. Ή και 100. Εξαρτάται από το μέγεθός σου. Και πόσο βαθιά τον βάζεις». Και της χαμογέλασε.
Δεν της ήταν εύκολο να της σηκώνεται με τον καθένα, δεν είχε στύση τόσο γρήγορα, δεν ήταν μηχανή, μερικές φορές είχε προβλήματα- ειδικά όταν ο άλλος ήταν τόσο μεγάλος, τόσο άσχημος, τόσο φορτικός σαν τον γέρο. Βρήκε όμως ένα κόλπο: Προσπαθούσε να μην κοιτάει την ξένη πλάτη, τα σπυριά της, τις τρίχες, το σβέρκο που ανεβοκατέβαινε και έλεγε «πιο μέσα, πιο βαθιά, έτσι κουκλάρα μου». Σκεφτόταν τον Μιχάλη. Τον Μιχάλη της. Είχαν σχέση ένα χρόνο, ήξερε τα πάντα γι αυτήν, δεν είχε πάει ποτέ να τη δει στην Καβάλας, του έκανε όσες περιγραφές ήθελε, του έδινε λεφτά (πόσο να βγάλει αυτός από το «φορτηγό μεταφοράς κρεάτων»;), ζήλευε αλλά του έλεγε πως εκείνον μόνο αγαπούσε, πως μαζί του καύλωνε, της άρεσε γιατί αυτός είχε γυμνασμένο σώμα (όπως ελάχιστοι πελάτες της) ήτανε πάντοτε ενεργητικός (ενώ όλοι- ή μάλλον οι περισσότεροι πια- παθητικοί), ήταν ο μόνος που θα μπορούσε να το κάνει μαζί του δέκα φορές μέσα σε ένα βράδυ και να χύνει και τις δέκα. Καμιά φορά την έδερνε. Όταν του έλεγε για κάποιο γκόμενο, από αυτά τα πιτσιρίκια που έρχονταν τα Σαββατοκύριακα με τις μηχανές, αυτά που το ξεκινούσαν σαν αστείο, που στην αρχή περνάνε από μπροστά της με ταχύτητες μεγάλες, που την βρίζουν, μετά κάνουν κύκλο, που ξανάρχονται πιο αργά, ξαναφεύγουν, που ξανάρχονται και στο τέλος ρωτάνε τις τιμές. Λοιπόν, ζήλευε. Όχι γιατί αυτός ήτανε 30 χρόνων, η Μπέττυ 26 και μπορεί να της άρεσε κάποιος που είναι 21- νέος πελάτης, συναισθηματικός, που μπορεί και να δενόταν μαζί της-, αλλά γιατί δεν ήθελε το κορίτσι του, «ο πουσταράκος μου» όπως την έλεγε στις καύλες τους, να πηγαίνει και μ άλλους. Πάντοτε την ρωτούσε «είναι ο δικός τους πούτσος, καλύτερος από τον δικό μου; Πες μου. Είναι; Είναι;». Κι έλεγε «όχι». Πάντοτε έλεγε «όχι». Κι ας ήταν.
Αλλά, απόψε, θα έβαζε το σουτιέν που της φέρνει γούρι. Μετά το γέρο (που δεν έχυσε, που της τράβηξε την περούκα και παραλίγο να της την ξεριζώσει, που την έβριζε μήπως και του σηκωνόταν και μετά της μιλούσε για τα παιδιά του που παντρεύτηκαν- το χε αυτό το χούι η Μπέττυ, πάντοτε έπιανε μετά κουβέντα με πελάτες, έτσι ξεχώριζε, έτσι πίστευε ότι αισθάνονταν καλύτερα οι άλλοι για να την ξαναδιαλέξουν), ήθελε να ξημερώσει καλύτερα η επόμενή της νύχτα. Συναντήθηκαν με τις άλλες στο ξενοδοχείο, άλλαξαν ρούχα, πέταξαν στην καρέκλα τα ξεβαμμένα τζίνς και τα πουκάμισα- αυτά που φορούν στη γειτονιά τους, στην Αχαρνών- αντάλλαξαν eyeliner και conciller, μίλησαν για τα καινούργια extensions με τις κόκκινες τρίχες, τις φυσικές, φόρεσαν τα τακούνια. Τα κόκκινά τους. Στις 10 ήταν στο δρόμο. Στο πρώτο τζιπ που σταμάτησε, πλησίασε, το τζάμι κατέβηκε, της φάνηκε όμορφος, με μούσι, γύρω στα 30, εκείνος κόμπιασε, κατάλαβε. «Πρώτη φορά;». «Πρώτη». Του χαμογέλασε. Μην αρχίσει το ποίημα πάλι, μην τρομάξει με τους αριθμούς, θα το πάει ανάποδα. «Λοιπόν, όμορφε; Τι θες;». «Σε θέλω παρτούζα με τη γυναίκα μου στο σπίτι μας, πρώτα θα μου πάρετε και οι δύο πίπα, μετά θα γαμήσω τη γυναίκα μου, ύστερα εσένα και εσύ μετά θα μας βλέπεις. Όταν τελειώσουμε, θέλω να σου πάρω πίπα και να σου κατουρήσω στο πρόσωπο». Απλά πράγματα. Το είχε ξανακάνει άλλωστε πολλές φορές. Σκέφτηκε μερικά δευτερόλεπτα. Όχι το «ναι» το δικό της- αυτό ήταν δεδομένο- την τιμή. Εκείνος γύρισε το κεφάλι του στο δρόμο, κοιτούσε άλλα αυτοκίνητα, μάλλον φοβόταν απ τους περαστικούς, από γνωστούς- δύσκολο είναι να σπάσει ο διάολος το ποδάρι του; Εκείνη είδε ξανά το αυτοκίνητό του, τον έκοψε για έναν ακόμη επιχειρηματία, από αυτούς που συνήθως έρχονταν τα βράδια- αυτοί και οι γιατροί ήταν οι πιο συχνοί πελάτες-, τον κοίταξε ξανά και του χαμογέλασε. «150 για δύο ώρες». «300 για όλο το βράδυ». Το ξανασκέφτηκε. Δεν θα ταν ξεπέτα αυτός, δεν θα πήγαιναν στο βενζινάδικο του πίσω δρόμου για ένα απλό τσιμπούκι των 30 ευρώ, ούτε για δάχτυλο στο κωλαράκι των 40 ευρώ. Αυτός ήταν αποφασισμένος. «350 και κλείσαμε», είπε και χαμογέλασε ξανά. «Μπες».
Το ήξερε πως ήταν επικίνδυνο να μπαίνει στο αυτοκίνητο του κάθε μαλάκα, εντάξει, το είχε συνηθίσει 5 χρόνια στη δουλειά, αλλά φοβόταν. Μία φορά μόνο κινδύνευσε. Όταν την πήρε ένας τρελός φορτηγατζής από την Καλαμάτα, την πήγε στην Εθνική, της έβγαλε την περούκα, την είπε «πουστάρα!» και άρχισε να την χτυπάει στο πρόσωπο, να την κλοτσάει στη μέση, να της λέει ότι έτσι φτιαχνόταν και, αφού πλήρωνε, θα έκανε ό,τι γούσταρε. Τότε ήταν πιτσιρίκα. Δεν ήξερε. Βγήκε στο δρόμο και φώναζε, κουνούσε τα χέρια στα αυτοκίνητα, ο άλλος φοβήθηκε και σηκώθηκε να φύγει, σταμάτησε- γκαντεμιά- ένα περιπολικό, την πήγαν μέσα για εξακρίβωση στοιχείων, για παραβατική συμπεριφορά, για παράνομη πορνεία, συνηθισμένα πράγματα που κατέρρεαν την επόμενη μέρα το πρωί αφού έλεγε πως ό,τι έκανε ήταν μόνο για το κέφι της, για να το φχαριστιέται. Δεν ήξερε τότε να τον χειριστεί. Τώρα όμως θα καθότανε. Για λίγο. Απλά, θα ανέβαζε την τιμή. Ήξερε πως όλοι αυτοί, όλοι αυτοί οι «ανώμαλοι», συνήθως έχουν κόμπλα με το μέγεθος, ότι τον έχουν μικρό, πως είναι τα τραύματά τους που ματώνουν σ αυτές. Αυτήν δεν την ένοιαζαν όλα αυτά Απαντούσε βέβαια όποτε τη ρωτούσαν, έλεγε την αλήθεια: «23 εκατοστά», αλλά αυτή δεν επέστρεφε την ερώτηση, δεν ήταν σωστό για τον πελάτη. Όποτε της έλεγε η Άσια να πάνε και να τον κόψουν, γελούσε. «Και τι θα κάνουμε μωρή; Πως θα ζούμε; Αφού μόνο γαμάμε πια. Άμα έρθει ένας μόνο πελάτης το βράδυ και θα θέλει να μας γαμήσει χωρίς καν να μας πάρει πίπα, θα ναι ανέκδοτο. Τι καλιαρντοσύνες λες για να κάνουμε εγχείρηση; Και μετά πως θα τα βγάζουμε πέρα; Από τους νταβατζήδες όταν θα γίνουμε πουτάνες, τότε που δεν θα μπορούσε καν να χύσουμε με το ψεύτικο μουνί; Α πα πα. Άστον εκεί να κρέμεται».
Τον έλεγαν Παναγιώτη τον νεαρό επιχειρηματία, ρώτησε και το δικό της όνομα, είπε «Μπέττυ», την κοίταξε στα πόδια, μετά στο πρόσωπο, και ξαναρώτησε: «το κανονικό σου δεν θα μου το πεις;». Ήταν το μόνο που την θύμωνε. «Άκου να δεις, Μπέττυ με πήρες, Μπέττυ να με λες. Είμαστε μακριά ακόμη;». Ελάχιστες φορές έκανε το λάθος να μιλήσει για την ίδια, συνήθως μόνο όταν της άρεσε ο άλλος και ήθελε να το κάνει συναισθηματικό, πιο ευαίσθητο, όταν είχε ωραίο σώμα, λίγο body builder- με αυτούς και δωρεάν θα το κανε αλλά δεν τους το λεγε, πιο καύλα ήταν να την πληρώνουν κι από πάνω. Και ξεκινούσε τις ιστορίες. Τότε που λεγόταν Κώστας, που η μάνα του ήταν δικηγόρος, που τον έδιωξαν από το σπίτι, που ο θειος του τον έφτυσε και του είπε «δεν έχω ανιψιό εγώ» και πως «αν ζούσε ο πατέρας σου θα τον έβαζες στο τάφο», που στέλνει τώρα κρυφά χρήματα στη μάνα του, αλλά που ποτέ δεν την βλέπει γιατί «τι θα πει το χωριό, άμα σε δει;». Το κινητό της έχει ringtone τον ήχο από το «φιλί της ζωής» της Παπαρίζου. Χτυπάει. Είναι η Αλόμα. Ο Παναγιώτης τη ρωτάει αν θα το απαντήσει, λέει «όχι, πιο μετά θα την πάρω εγώ», «σου αρέσει η Παπαρίζου;» συνεχίζει. «Ναι» απαντάει, «αλλά, μην νομίζεις, πιο μεγάλη star είμαι εγώ. Σκέψου το απλά: Είναι η Παπαρίζου σε ένα club και μπαίνω εγώ. Ποιον θα κοιτάξουν οι άντρες; Εμένα ή την Παπαρίζου; Κατάλαβες γιατί πληρώνομαι;». Όχι, μάλλον δεν κατάλαβε. Αλλά την κοίταξε στα μάτια. Τα φοβόταν αυτά. Είναι μερικοί που την ερωτεύονται, αλλά η ίδια δεν το αφήνει, δεν θέλει ποτέ να τα μπλέκει, αυτή εκεί, στον Μιχάλη της που είναι και δυο μέτρα άντρας, που πάει γυμναστήρια κάθε μέρα, που της κουβαλάει τα κρέατα στο σπίτι στις 5 το απόγευμα όταν έρχεται απ του Ρέντη. Σκεφτόταν τον Αλβανό που είχε έρθει προχθες την ίδια ώρα που ήρθε σήμερα ο Παναγιώτης, που της έκανε παζάρια, που ήθελε μόνο με 20 ευρώ να της πάρει πίπα- αυτοί είναι οι χειρότεροί της πελάτες, αυτοί που παζαρεύουν. Ενώ οι Έλληνες, κύριοι. Ξέρουν τι θέλουν. Και τότε που ήταν στη Συγγρού, και τώρα που ήρθαν στην Καβάλας επειδή γέμισε εκεί η πιάτσα και δεν χωράνε άλλες, είναι πάντοτε ίδιοι. Τσιμπούκι τόσο, πισωκολλητό τόσο, παρτούζα τόσο, χύσιμο στο πρόσωπο τόσο, κατούρημα τόσο. Κάποιον από αυτούς τον είχε δει μια Κυριακή μεσημέρι στο Μπουρνάζι. Εκείνος με την οικογένειά του, τη γυναίκα και τα παιδιά του, να αγοράζουν παγωτό. Δεν είπαν κουβέντα, σαν να μην γνωρίζονταν. Επαγγελματίας. Εκείνος το εκτίμησε. Το βράδυ πήγε εκεί, μπροστά από το βενζινάδικο που στέκεται. «Είσαι μάγκας» της είπε. Μετά ήθελε να τον γαμήσει και να του χύσει στην κοιλιά. Της είχε δώσει και ένα πενηντάρικο παραπάνω. Κύριος κι αυτός.
Η Αλόμα την ξαναπαίρνει. «Απάντησέ το», της λέει εκείνος, «μπορεί να έγινε κάτι, δεν ξέρεις». Το σηκώνει. «Έλα». Της μιλάει. «Που είμαστε;», τον ρωτάει. «Φτάνουμε Πολιτεία». Το επαναλαμβάνει. Ακούει για δύο λεπτά, το κλείνει. «Τι έγινε;» την ρωτάει. «Τίποτα». Σιγά μην έδινε αναφορά στον κάθε μαλάκα. Τι να του λεγε; Ότι πήγαν παρτούζα οι τρεις τους και πήραν μόνο 100 ευρώ, επειδή έλειπε αυτή; Επειδή αυτήν ήθελε ο πελάτης, αλλά δεν την βρήκε στο πόστο της; Που να καταλάβει;
Δημοσίευση στο περιοδικό "Nitro", τον Αύγουστο του 2009 (στις φωτογραφίες πρωταγωνιστεί η γνωστή- κυρίως από την κοινωνική της δράση για τα δικαιώματα των τραβεστί, Αλόμα- σχετική συνένετυξή της στο blog, σε ανάρτηση στο "Down Town").

14.12.09

ΚΩΣΤΑΣ ΒΟΥΤΣΑΣ: "ΤΙΣ ΕΙΧΑ ΧΕΣΜΕΝΕΣ ΤΙΣ ΚΑΡΙΕΡΕΣ".

Μέχρι σήμερα έχει δώσει περισσότερες από 3000 συνεντεύξεις. Αλλά, κάθε φορά, έχει κάτι καινούργιο να πει. Κυρίως, γιατί ο Κώστας Βουτσάς, ζει και αισθάνεται σαν να είναι 20 χρόνων. Κι ας είναι 78.Καθώς μιλάμε , στα καθίσματα του θεάτρου Ιλίσια Ντενίση που βρισκόμαστε, λίγο πριν ξεκινήσουν οι τελευταίες πρόβες για το Άνθος του κάκτου, μία γυναίκα περνάει δίπλα του, τον χαιρετάει, του λέει πως τον θαυμάζει, κάτι του αναφέρει για μια ταινία και εκείνος γελάει. Κάτι για μία σκηνή με τη Βουγιουκλάκη. Σε ένα λεπτό, τα χείλη του ξηραίνονται. «Έχω αλλεργία» μου λέει. «Δεν αισθάνομαι καλά όταν οι γυναίκες, φοράνε τόσο βαριά αρώματα. Μα δεν βρέθηκε κανένα αρσενικό να τους εξηγήσει ότι αυτό δεν είναι καθόλου τραβηχτικό για τους άντρες;». «Εκεί οδηγούν όλα;», τον ρωτάω. «Εμ βέβαια. Χωρίς το ερωτικό παιχνίδι, τίποτα δεν μπορεί να λειτουργήσει σωστά σε αυτή τη ζωή. Έχω ζήσει πολλά και ξέρω τι σου λέω».
«Ο κόσμος δεν με κουράζει, με αναζωογονεί, είναι ένεση ζωής για μένα να με σταματάνε, να μου μιλάνε. Και δεν μπορώ να καταλάβω αυτούς τους καινούργιους που λένε “θέλω να πάω κάπου που να μην με ξέρει κανείς”. Τότε τι διάλεξες να γίνεις καλλιτέχνης; Άλλαξε δουλειά. Η δουλειά η δική μου είναι να συναλλάσσομαι με τον κόσμο, για αυτόν τον κόσμο δουλεύω, για αυτόν υπάρχω. Όλα τα άλλα είναι άρες μάρες κουκουνάρες. Ο κόσμος, αγόρι μου, όταν έρχεται σε μένα και μου λέει τα “μπράβο” του, μου τα λέει πάντα ανιδιοτελώς. Τι κέρδος μπορεί να έχει από εμένα; Ούτε υπουργός είμαι, ούτε βουλευτής, ούτε κανένας μεγάλος επιχειρηματίας. Έτσι το νιώθω εγώ αυτό το πράγμα, είναι ο χαρακτήρας μου τέτοιος. Δεν είμαι το “εγώ”, είμαι το “εμείς”. Δεν γίνεται να μιλάς για “προσωπική ζωή” όταν είσαι ηθοποιός, είσαι εγκλωβισμένος, πας να φας ας πούμε με μία κοπέλα και σε αναγνωρίζουν όλοι, αλλά δεν γίνεται αλλιώς το πράγμα. Η ανταμοιβή της δουλειάς μου είναι να με σταματάει ο κόσμος στο δρόμο, να μου μιλάει, να ενδιαφέρεται για το τι κάνω στη ζωή μου. Έτσι είναι αυτά».
«Παλιά δεν υπήρχαν οι παπαράτσι όπως τους ξέρουμε σήμερα, που κάθεσαι με την ξαδέλφη σου και γράφουν “ο νέος δεσμός του Κώστα Βουτσά”. Όχι. Τότε ήταν μόνο ο Αντρέας ο Κουβελογιάννης που είχε την εφημερίδα Αθηναϊκές Νύχτες. Κάποτε ήμουνα ζευγάρι με την Έλενα Ναθαναήλ, ήμασταν σε μία καμπάνα και με είχε πάρει ο Κουβελογιάννης να το επιβεβαιώσει για να έρθει να μας φωτογραφήσει. Νομίζετε πως ανακαλύψατε την πυρίτιδα εσείς οι καινούργιοι; Μας πήρε με φωτογραφίες από μακριά, με αυτούς τους μεγάλους τηλεφακούς, τότε που πηγαίναμε για κολύμπι και η Έλενα φόραγε σουτιέν. Τέτοια γίνονταν και τότε που ήμουνα με τη Στέλλα Στρατηγού, αλλά και πριν, όταν τη χώρισα για τη Σπεράντζα. Όταν άφησα τη Στέλλα την παρηγορούσε ο φίλος μου ο Βοσκόπουλος, ο Τολάκος μου ο γλυκός μου, ο οποίος και την παντρεύτηκε. Το ίδιο είχε συμβεί και με τη Σπεράντζα: Μόλις χωρίσαμε έκανε σχέση με τον Παύλο, η οποία κράτησε μέχρι τέλους. Πάντα μου το έλεγαν αυτό οι δεσμοί μου: Προκαλούσα γάμους».
«Είμαι 78 χρόνων και βρίσκομαι 61 χρόνια στο θέατρο, από 17 χρόνων είμαι ηθοποιός. Το 1948 βγήκα για πρώτη φορά στο σανίδι. Κατά λάθος ακολούθησα αυτή τη δουλειά, αντικατέστησα ένα παιδί σε μία κατασκήνωση, ο δάσκαλος επέμενε και έτσι ακολούθησα αυτό το επάγγελμα. Τώρα όμως καταλαβαίνω ότι τίποτα δεν έγινε τυχαία. Το σινάφι με ανακάλυψε, το κοινό με αποκάλυψε και η διάρκεια επιβεβαιώνει την αξία, όχι μόνο τη δική μου, όλων των ηθοποιών που έμειναν και δημιουργούν. Εγώ είμαι σίφουνας, καταιγίδα, θέλω να βγαίνω στη σκηνή και να τα σαρώνω όλα. Όσο κι αν σου φαίνεται παράξενο δεν έχω νιώσει ποτέ να με αμφισβητούν, αισθάνομαι δικαιωμένος. Κάτι πρέπει να αξίζω κι εγώ, 60 χρόνια συνεχούς δουλειάς, έτσι δεν είναι;».
«Εγώ είμαι ερωτευμένος με τον έρωτα. Πάντα είχα μία γυναίκα δίπλα μου- και δυο και τρεις και τέσσερεις, όπως τύχαινε- δεν ήμουνα ποτέ μόνος, άντε να μουνα μόνος για λίγες μέρες, στο μεταβατικό στάδιο από τον ένα έρωτα στον άλλον. Και τώρα έχω μία φίλη, λέγεται Μαρια Τσακαλίδου και είναι μία σπουδαία ηθοποιός. Είμαστε ζευγάρι, αλλά εκείνη στο σπίτι της και εγώ στο δικό μου. Όταν μάθαινε στο παρελθόν ο εκαστοτε δεσμός μου ότι εγώ είχα και άλλη φιλενάδα, τσακωνόμασταν βέβαια, αλλά τι να κανά; Και, υπόψιν, σπάνια να κρατιόταν μυστικό αυτό, διότι όπου και να πήγαινα ο κόσμος με ήξερε, δεν ήμουνα ο άγνωστος Χ. Λίγο θέλει να σπάσει ο διάολος το ποδάρι του;».
«Υπήρξε και περίοδος που ήμουνα μονογαμικός, αλλά όχι για πολύ. Ήμουνα επιρρεπής στο δέλεαρ. Μερικές φορές είναι και τέτοια η φύση της δουλειάς μας, που πάντα έχεις προσφορές. Ποτέ όμως- και στο υπογράφω αυτό- δεν πίεσα γυναίκα να ρθει μαζί μου για να την πάρω στο θίασο, δεν έκανα ποτέ ανήθικες προτάσεις και να εκμεταλλευτώ την ανάγκη μίας κοπέλας για δουλειά. Το θεωρώ άνανδρο, πρόστυχο, ποταπό. Εγώ θέλω να τη φλερτάρω τη γυναίκα, να με απορρίψει, να την κυνηγήσω, να με ξανααπορρίψει, να την ξανακυνηγήσω, να της κάνω ωραία κομπλιμέντα, να της φερθώ αντρίκεια. Έτσι λειτουργώ. Στις σχέσεις μου με τη γυναίκα ήμουνα και εραστής και πατέρας και γιος και μωρό και αδελφός. Όλα. Τις πιο πολλές φορές βέβαια ήμουνα σαν μωρό παιδί. Όπως όλοι οι άντρες».
«Έχω βγάλει μία λανθασμένη φήμη: Ότι όλες οι γυναίκες με κυνηγούσαν και με ήθελαν. Ή ότι τις ξέρω πολύ καλά τις γυναίκες. Σε πληροφορώ ότι υπήρξαν πάρα πολλές γυναίκες που με απέρριψαν. Αλλά ακόμη και από τις βλακείες μου, εγώ μάθαινα. Μάθαινα άλλο τρόπο να προσεγγίζω τα θηλυκά, για να πετυχαίνω».
«Οι γυναίκες είναι πάντοτε πιο έξυπνες από τους άντρες. Καραντί, αυτό που σου λέω. Λόγω της φύσης τους, οι γυναίκες καλύπτουν ένα κενό που λείπει από τους άντρες. Πολύ φοβάμαι ότι θα γυρίσουμε στη μητριαρχία κάποια στιγμή, εμείς οι άντρες θα είμαστε άχρηστοι. Τώρα που βρήκαν και τα σπέρματα με χημικούς τρόπους, εμείς δεν θα χρειαζόμαστε. Αυτές θα μας κάνουν ό,τι θέλουν, θα πηγαίνουν από τα sex shops θα αγοράζουν σπέρμα και εμείς θα τις κοιτάμε σαν χαζοί. Καλά θα μας κάνουν! Στην ίδια κατηγορία είναι και οι gays. Αυτοί κι αν είναι πιο έξυπνοι, από τους straight! Πανέξυπνοι! Είναι ετοιμόλογοι, έχουν χιούμορ, πολύ τους πάω. Έχουν πουτανιά, αλλά ωραία πουτανιά».
«Έχω πληγωθεί από γυναίκες. Πως δεν έχω πληγωθεί; Γαϊδούρι είμαι; Ο τρόπος που ξεπερνούσα όμως ένα χωρισμό, ήταν να βρω μία άλλη γυναίκα. Στη μία πληγή, έβαζα μία άλλη πληγή. Ποτέ μου πάντως δεν έδειρα γυναίκα. Ακόμη και όταν έπιασα κάποιες γυναίκες να με απατούν, εγώ δεν σήκωσα ποτέ το χέρι μου να τις χτυπήσω. Φυσικά και με απάτησαν! Γι αυτό απατούσα εγώ εκ των προτέρων, για να είμαι σίγουρος».
«Με τις γυναίκες που παντρεύτηκα ήμουνα κάκιστος, αλλά- θέλω να πιστεύω- άριστος πατέρας. Τις ταλαιπώρησα πολύ τις γυναίκες μου. Τα παιδιά μου τα πρόσεξα πάρα πολύ, τα σπούδασα, χαλάλι τους».
«Στις δουλειές μου ήθελα να είμαι πάντα ο προστάτης των ηθοποιών μου. Είμαι 40 χρόνια επιχειρηματίας, έκανα τα λάθη μου αλλά, θέλω να πιστεύω, όχι εις βάρος των συναδέλφων μου. Κάποτε συνεργαζόμασταν με τον Γιάννη το Μαλούχο και τον έβλεπα που ήταν λίγο στενοχωρημένος. Εγώ κατάλαβα. Του είπα “πάρε το δικό μου ρόλο που είναι πιο μεγάλος, να πάρω το δικό σου”. Έτσι θα ήταν ευτυχισμένος. Θέλω να σου πω, δεν ήμουνα ποτέ ανταγωνιστικός, δεν ήμουνα ποτέ καριερίστας. Τις καριέρες εγώ τις είχα χεσμένες. Γι αυτό και μου ήρθαν τόσο εύκολα».«Έχω κάνει πολλά λάθη στη δουλειά, άλλα εν γνώσει μου επειδή έπρεπε να βγάλω λεφτά για να ζήσω, άλλα επειδή δεν τα υπολόγιζα από την αρχή. Πάντοτε όμως τη μυριζόμουνα την αποτυχία. Κάποτε είχαμε ανεβάσει ένα γιουγκοσλάβικο έργο, μία διασκευή του Μάτεσι, το Σάββατο ήταν πίττα το θέατρο Γκλόρια, εγώ τους έλεγα να το κατεβάσουμε. Μου έλεγαν οι συνάδελφοι “κύριε Βουτσά, τρελαθήκατε; Πάμε τέλεια”. Δεν μίλαγα. Στο τέλος επαληθεύτηκα. Ύστερα από δύο εβδομάδες το κατεβάσαμε. Άμα δεν έχω επαφή με το κοινό, άμα δεν έχω τον χυμό- και αυτό το καταλαβαίνω από τις πρώτες παραστάσεις- ξέρω ότι κάτι δεν θα πάει, ότι δεν θα τραβήξει τον κόσμο. Τόσα χρόνια στη δουλειά, το ένστικτό μου δεν με γέλασε ποτέ».«Έχω βγάλει πάρα πολλά λεφτά από αυτή τη δουλειά! Πάρα πολλά! Όσα δεν μπορείς να φανταστείς! Να σκεφτείς ότι, εξ αιτίας της Αλίκης, τότε που ο βασικός μισθός ήταν 1400 δραχμές, εγώ έπαιρνα μεροκάματο 6000. Έβγαζα 350 χιλιάδες για την κάθε ταινία την εποχή που, με 350 χιλιάδες, αγόραζες τότε ένα τεσσάρι στην Πατησίων, κοντά στην Αγίου Μελετίου. Τι γινόταν όμως; Κάθε φορά που χώριζα άφηνα την περιουσία στη γυναίκα μου. Η Θεανώ είναι η καλή μου γυναίκα, η άγιά μου γυναίκα, την έχω ταλαιπωρήσει πάρα πολύ. Υπήρξα πολύ αλήτης μαζί της».
«Ποτέ μου δεν θυμάμαι να έχω καβαλήσει το καλάμι. Ούτε στα πρώτα μου χρόνια, τότε που γινόταν χαμός στους δρόμους με τις ταινίες. Τι καλάμια και αηδίες; Θα μπορούσα να ήμουν υδραυλικός, γεωπόνος ή χημικός που πήγα ούτως ή άλλως να σπουδάσω. Σιγά τα λάχανα! Το μόνο που σε καθιερώνει είναι η σκηνή, τίποτε άλλο. Ούτε πήρα ποτέ μου δημοσιογράφο για να του πω “είμαι εκεί, έλα”, εκείνοι με έπαιρναν. Το θεωρούσα υποτιμητικό. Τον πρωταθλητισμό μου τον έκανα στο άλμα εις μήκος, στο πήδημα. Εκεί παίρνω άριστα. Αλήθεια σου λέω, ήμουνα αθλητής πριν γίνω ηθοποιός».
«Μου αρέσει πάρα πολύ να διασκεδάζω. Πάω σε clubs και χορεύω τα πάντα εκτός από ζειμπέκικα, αυτά δεν τα καταφέρνω. Πιο συχνά πάω στο Villa Mercedes και στο Central. Ακούω Tiesto, trance, house, κάθομαι στα clubs μέχρι το πρωί και περνάω περίφημα. Ό,τι ώρα και να κοιμηθώ, ξυπνάω πάντα στις 7:30 το πρωί, αλλιώς αισθάνομαι ότι χάνω τη μέρα. Κάνω τη βόλτα μου, διαβάζω τα θεατρικά μου, κατά το μεσημέρι βάζω στον ατμομάγειρα καρότα, κολοκυθάκια, πιπεριές με κοτόπουλο ή με ψάρι ή, αν τύχει, πάω με φίλους και τρώμε έξω, συνήθως στο Κολονάκι. Το μεσημέρι κοιμάμαι απαραιτήτως μιάμιση ώρα. Ύστερα θα έχουμε τις πρόβες μας, αλλιώς μπορεί να ανοίξω λίγο την τηλεόραση και να δω ειδήσεις στον Alpha και μετά στο Alter. Άμα δω πολιτικούς στα παράθυρα, το αλλάζω».
«Καλά, δεν ντρέπονται που τα βάζουν με τη Μενεγάκη, τώρα τελευταία; Αυτή είναι η ιστορία της ελληνικής τηλεόρασης, η αυτοκράτειρα, δεν θα πέσει ποτέ. Βλέπω κάποιους που την κατηγορούν και την χλευάζουν, χωρίς κανένα σεβασμό. Τι λες ρε; Θα σαι του χρόνου εκεί που είναι αυτή και την κατηγορείς; Και να μου το θυμάσαι: Όλοι αυτοί, όλα αυτά τα γιαλαντζί αστέρια, θα φύγουνε και θα μείνει μόνο αυτή. Τα ξέρω αυτά. Δεκάδες έχουν περάσει δίπλα από τη Μενεγάκη, έχουν εξαφανιστεί και εκείνη παραμένει εκεί, κολόνα ακλόνητη. Δεν ακουμπιέται αυτή γυναίκα. Είναι τραγική αυτή η ανθρωποφαγία που υπάρχει στην ελληνική τηλεόραση. Μου λέει προχθές η Μενεγάκη “να βγούμε, κύριε Βουτσά, να φάμε μαζί”. “Α όχι”, της λέω, “δεν μπορούμε να φάμε μαζί γιατί θα σε εκθέσω. Τι θα λένε μετά; Η Μενεγάκη τα χει με τον Βουτσά;”. Εγώ τη θαυμάζω αυτή τη γυναίκα. Ήθελα να στο πω αυτό, γιατί το χα μέσα μου πολύ καιρό, γι αυτό μου βγήκε χείμαρρος».
«Στις τελευταίες εκλογές, όπως και σε κάθε εκλογική μάχη, εγώ ψήφισα ΚΚΕ. Αυτά είναι τα φρονήματα μου, δεν διανοούμαι να ψηφίσω κάτι άλλο. Ο πατέρας μου ήτανε κομμουνιστής και ταλαιπωρήθηκε πάρα πολύ. Βεβαίως και μου έχουν κάνει πρόταση να κατέβω βουλευτής, δημοτικός σύμβουλος, ό,τι μπορεί να κατεβάσει το κεφάλι σου, αλλά πάντοτε απαντάω “όχι”. Αν και έχω φίλους και Πασοκτζήδες και Νεοδημοκράτες, πολύ φίλος μου είναι ο Μάκης ο Γιακουμάτος. Για σκέψου όμως, να προσπαθώ να βγάλω λόγο και να μου λέει ο κόσμος από κάτω “έχω και κότερο, πάμε μια βόλτα;” ή να βγαίνω σε κανά παράθυρο να μιλήσω και να μου λέει ο αντίπαλος “φσστ μπόιγκ!”. Δεν θα μαι για γέλια;».
«Το μυστικό που είμαι τόσο χαρούμενος και θετικός άνθρωπος, όπως μου λένε όλοι, είναι ότι είμαι διαθέσιμος απέναντι στη ζωή. Βγαίνει από μέσα μου, δεν μένω στα άσχημα γεγονότα, τα ξεπερνάω, λέω “εντάξει, και τι έγινε;”. Θα στενοχωρηθώ για μια στιγμή, όχι για παραπάνω. Γύρω μου θέλω να έχω νέους ανθρώπους, αυτοί με ανανεώνουν, αλλάζω κύτταρο. Δεν μπορώ να είμαι με συνομήλικους μου. Τι θα λέμε; Θα τους ρωτάω “τι κάνει ο Γιάννης;”, “ο Γιάννης πέθανε”, “ο Θόδωρος;”, “αυτός κάνει αιμοκάθαρση, κυκλοφορεί με Π”. Δεν τα μπορώ αυτά. Ενώ, έρχεται ο Άνθιμος στην Ελλάδα, βρισκόμαστε σε κανα club, κάνουμε παρέα με δυο κοπελίτσες και λέμε τ άντερά μας. Έτσι ζω. Δεν μπορώ με μεγάλους ανθρώπους, δεν γίνεται».
«Δεν τον φοβάμαι το θάνατο. Τι είναι ο θάνατος, αγόρι μου; Είναι απών για μένα. Μπορείς να τον αποφύγεις; Δεν μπορείς. Φτάνει να φύγω ακαριαία, να μην ταλαιπωρηθώ. Ακόμη κι εκεί όμως, εγώ ευτυχισμένος θα μαι».
Δημοσίευση στο περιοδικό "Down Town", τον Νοέμβριο του 2009.

ΠΑΥΛΟΣ ΜΑΤΕΣΙΣ: "Η ΖΩΗ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΚΥΜΑΝΤΗ".

Τα βιβλία του κυκλοφορούν ήδη σε 16 χώρες, τα θεατρικά του έχουν παρουσιαστεί από δεκάδες θιάσους στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, τον παραδέχονται ακόμη και οι πιο δύσπιστοι συνάδελφοί του αλλά και κριτικοί παγκόσμιου βεληνεκούς. Είναι ίσως ο πιο διεθνής από τους Έλληνες συγγραφείς- κι ας μην το παραδέχεται σε μία κατ ιδίαν συζήτηση. Κι ας μην θέλει να μου μιλήσει για τις διαλέξεις που δίνει συνεχώς σε πανεπιστήμια του εξωτερικού. Η σπουδαιότητα του Παύλου Μάτεσι, είναι αντιστρόφως ανάλογη με την σεμνότητά του.Μένει μόλις δέκα μήνες σε αυτό το νέο του σπίτι στο Νέο Κόσμο, στον πέμπτο όροφο της νεόδμητης οικοδομής, ακριβώς απέναντι από τη στάση του μετρό, στην οδό Κασομούλη. «Θα το βρείτε εύκολα», μου είχε πει στο τηλέφωνο. Δεν είχε άδικο. Παλιά, όπως μου είπε αργότερα, έμενε στα Εξάρχεια. Αλλά «έπρεπε να μετακομίσει». Του πήρα cookies από τον φούρνο, δίπλα από την πολυκατοικία του, είπα στην κοπέλα «κοιτάξτε να είναι φρέσκα, γιατί είναι δώρο για ένα πολύ σημαντικό πρόσωπο», εκείνη με κοίταξε περίεργα «καλέ, μένει διάσημος τραγουδιστής στη γειτονιά μας;» και γέλασε. Γέλασε και εκείνος όταν του το είπα, μόλις άνοιξε το κουτί. Στον τοίχο, μπροστά από την κουζίνα, ένας πίνακας με το εξώφυλλο από τη «μητέρα του σκύλου», δίπλα μία φωτογραφία με ένα σκυλί- ίδιο με αυτό του πίνακα- με ημερομηνία «1977». «Όλοι με ρωτάνε αν είναι το ίδιο σκυλί, αλλά δεν είναι». Ξεκινάει να μου μιλάει για την Κύπρο, ότι έχει μείνει στη Λευκωσία για πολύ καιρό, για τις εκδρομές που έκανε, για μία παρουσίαση ενός βιβλίου του στη Λάρνακα, ότι «αγαπάει πολύ το νησί», ότι του αρέσει πολύ η Λεμεσός «έτσι όπως είναι». «Να σου μιλάω στον ενικό, μωρέ;», μου λέει πέντε λεπτά μετά. «Χρειάζεται και ρώτημα, κύριε Μάτεσι;». Ήθελε να καθίσουμε όπου βόλευε εμένα, να πιω ό,τι γούσταρα- ακόμη και αλκοόλ- να ξεκινήσουμε όποτε μου έκανε κέφι. Οικειότητα από την πρώτη στιγμή- παρά το μεγάλο του μέγεθος ως πεζογράφου (κι ας μην του αρέσουν τα βαρύγδουπα). Ήταν ακριβώς όπως στα βιβλία του: Ένας άνθρωπος ανοιχτός, με καλοσύνη, με χιούμορ. Που πίσω από το γέλιο κρύβεται κάτι άλλο, πιο βαθύ, πιο υπόγειο. Ένα παιδί. Και με μάτια υγρά, αλλά πολύ φωτεινά. Προσπάθησε να αποφύγει τις πολύ προσωπικές ερωτήσεις, έκανε κύκλους, το καταλάβαινε, χαμογελούσε, πήγαινε την κουβέντα όπου εκείνος επιθυμούσε, επανερχόμασταν. «Μα αυτά είναι πολύ προσωπικά», μου είπε τρεις φορές. «Αυτή ήταν μία χρονιά γεμάτη από δουλειά» ξεκίνησε να μου λέει στον καναπέ, μπροστά από το γραφείο του και τη βιβλιοθήκη με τα δεκάδες βιβλία. «Δεν το περίμενα ότι θα δούλευα τόσο πολύ. Πήγα πρόσφατα στο πανεπιστήμιο του Ελσίνκι, για μία διάλεξη με θέμα τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, είχα να μεταφράσω Τόμας Χάρντι και Άμλετ, έγραφα το καινούργιο μου μυθιστόρημα».
-Έτσι κυλάει η μέρα σας, η καθημερινότητά σας;
-Τώρα που μεγάλωσα, ναι. Έτσι κυλάει και η μέρα και η νύχτα μου. Ειδικά φέτος με ζορίσανε όλα αυτά, τα σκεφτόμουνα στον ύπνο μου. Τους έλεγα «σκάστε, φύγετε από δω», αλλά αυτά επέμεναν.
-Τι ώρα ξυπνάτε το πρωί;
-Το Καλοκαίρι στις 7, τώρα γύρω στις 8.
-Και ξεκινάτε αμέσως το γράψιμο;
-Όχι. Υπάρχουν και πιο σοβαρά πράγματα να κάνω.
-Όπως;
-Να κάνω ένα καφέ, να χαζέψω για λίγο.
Μερικές φορές βέβαια πρέπει να εξοριστώ γιατί έρχεται η καθαρίστρια- τότε φεύγω. Η δουλειά που κάνει ο καθένας μας, είτε είσαι οικοδόμος, είτε είσαι εργάτης, είτε είσαι συγγραφέας, είναι και μία αιτιολογία ζωής. Αν σε ρωτήσει κάποιος «εσύ σε τι χρησιμεύεις σ αυτή τη ζωή;», λες «είμαι συγγραφέας». Αυτή η δουλειά λοιπόν, είναι ευχάριστο πράγμα και τα ευχάριστα πράγματα τα αναβάλεις να τα αρχίσεις για να τα ευχαριστηθείς πιο πολύ. Λες «όχι ακόμα, σε λίγο». Υπάρχει ένα παιχνίδι ανάμεσα στο γράψιμο και σε μένα.
-Ακόμη και την ώρα που σας έρχονται ιδέες;
-Δεν μου έρχονται ιδέες. Οι ιδέες είναι για τους επιστήμονες, για τους λόγιους. Εγώ δεν είμαι ούτε λόγιος, ούτε επιστήμονας. Η ιδέα έχει σχέση όχι με έργο τέχνης. Εμένα μου έρχονται εικόνες.
-Τις οποίες καταγράφετε μόλις σας έρχονται στο μυαλό;
-Όχι, δεν τις καταγράφω. Αν επιμένουν, αρχίζω και σημειώνω. Μόνο τότε σημαίνει ότι είναι σημαντικές. Αν δεν επιμένουν, πάει να πει ότι δεν άξιζαν τον κόπο, δεν ασχολούμαι. Αλλά και πάλι, δεν τις γράφω αμέσως, είναι σαν να βρίσκονται κάπου ψηλά, στο ταβάνι, και κάνω πως δεν τις παρακολουθώ. Τι ψέμα! Σιγά σιγά, αυτές οι εικόνες, αποκτούν σχέση η μία με την άλλη. Είτε πρόκειται για ένα μυθιστόρημα, είτε για ένα θεατρικό έργο, έχουν μία συνέπεια, σχηματίζουν μία αρχή, μέση και τέλος.
-Πόσο κρατάει αυτή διαδικασία;
-Κάπου έξι μήνες. Μετά τους έξι μήνες, αρχίζω και κρατάω σημειώσεις για πέντε έξι μήνες αναλόγως. Αν πρόκειται για θεατρικό έργο, σε 25- 30 μέρες θα το χω τελειώσει. Η διαδικασία είναι το ζόρι. Η προεργασία μπορεί να κρατήσει ακόμη και δύο έτη. Ακόμη και ο ύπνος μου διακόπτεται από εικόνες, αλλά δεν σηκώθηκα ποτέ τη νύχτα και να γράψω. Τους λέω «άμα είστε εντάξει, θα σας θυμάμαι και το πρωί». Είναι μυστήριο πράγμα όταν κοιμάσαι, να ξέρεις ότι κοιμάσαι. Σημαίνει ότι είσαι ξύπνιος.
-Πάντα γράφατε;
-Διάβαζα πολύ, από πιτσιρίκι. Ο πατέρας μου ήταν καθηγητής, φιλόλογος και, λόγω των μεταθέσεών του, έζησα στην επαρχία. Μέχρι τα 17-18 μου χρόνια γύρισα όλη την Ελλάδα και μετά ήρθα στην Αθήνα. Όταν ήμουνα 7 χρόνων διάβαζα τα σχολικά βιβλία του μεγαλύτερού μου αδελφού, στις ιστορίες μάλιστα που διάβαζα ήμουνα με τους Τρωαδίτες, όχι με τους Έλληνες. Όταν έγινα 11 χρόνων διάβασα τη «θεία κωμωδία» του Δάντη και οι γύρω γύρω θείες έλεγαν «το τέρας! Τι έξυπνο που είναι!». Σαχλαμάρες, δεν καταλάβαινα τίποτα. Στα 15 μου ξεκίνησα να διαβάζω Ντοστογιέφσκι, εκεί τα καταλάβαινα όλα. Παραμύθια δεν διάβασα ποτέ μου, ούτε μου διάβαζαν οι γονείς μου όσο ήμουν παιδάκι. Όταν πρωτοδιάβασα τη «Μεταμόρφωση» του Κάφκα, το βρήκα όλο αυτό απόλυτα φυσιολογικό.
-Μέχρι τα 30 σας, τότε που γράψατε το πρώτο σας θεατρικό έργο, τι κάνατε;
-Τέλειωσα μουσική στο Ωδείο, τέλειωσα δραματική σχολή, έκανα δύο γλώσσες. Τα ισπανικά τα ξεκίνησα πολύ αργότερα, στα 50 μου. Ήταν αστείο που, όταν πρωτομπήκα στη σχολή, όλοι οι μαθητές, οι μελλοντικοί μου συμμαθητές, κάτι πιτσιρίκια σαν εσένα, μόλις με είδαν νόμισαν ότι είμαι ο καθηγητής, τους λέω «παιδιά ηρεμία, γυαλί πρεσβυωπίας και πάμε όλοι μαζί για μάθημα». Για δέκα χρόνια λοιπόν, στα 20 μου, είχα διοριστεί στην τράπεζα, διότι έπρεπε να επιζήσω. Μία μέρα, κάπου στα 30 μου, το έσκασα. Δεν πήγα στη δουλειά και δεν πήγα ποτέ ξανά εκεί. Σε λίγο, είχα γράψει το πρώτο μου θεατρικό έργο, την «τελετή» που πήρε το κρατικό βραβείο θεάτρου. Από τότε η «τελετή» έχει ξεσαλώσει. Μου έλεγαν πρόσφατα από την εταιρεία ελλήνων συγγραφέων ότι μέχρι σήμερα έχει παιχτεί από 63 θιάσους, όχι μόνο στην Ελλάδα, σε όλο τον κόσμο. Αργότερα γνωρίστηκα με τον Κουν, μία σχέση δυσπιστίας εκατέρωθεν.
-Έχετε υπάρξει στη ζωή σας τόσο ταγμένος στη συγγραφή, όπως εκείνος στο θέατρο;
-Όχι. Σημασία για μένα έχει η ζωή και ο αναγνώστης ή ο θεατής. Όταν γράφω ένα πράγμα αισθάνομαι λιγάκι σαν ζαχαροπλάστης που φτιάχνει γλυκό και λέει για τους πελάτες του «μπαγάσηδες, θα φάτε κάτι… αριστούργημα!». Αυτό που με ενδιαφέρει είναι να πει ο αναγνώστης ή ο θεατής «καλό βιβλίο» όχι «καλός συγγραφέας». Αυτό, αυτό το δεύτερο, καθόλου δεν με αφορά.
-Γιατί δεν σας αφορά;
-Γιατί το βιβλίο και το θεατρικό έργο ανήκει στον αναγνώστη, όχι σ εμένα.
-Ποτέ δεν υπήρξατε ματαιόδοξος;
-Δεν θα έχω υπάρξει; Αλλά τώρα, κάθε φορά που γίνεται κάτι σημαντικό, εγώ δυσπιστώ ακόμη περισσότερο ως προς τον εαυτό μου. Τα τελευταία χρόνια με καλούν σε διάφορα πανεπιστήμια, από Καναδά, Αμερική, σε όλη την Ευρώπη- Ιταλία, Αγγλία, Ολλανδία, Ισπανία, παντού-, στο Ισραήλ, αλλά εγώ δεν λέω «α, με κάλεσαν σε αυτό πανεπιστήμιο, τι ωραία που θα πάω να μιλήσω». Τρέμω! Τρέμω ολόκληρος όταν πρέπει να πάω να μιλήσω σε νέους ανθρώπους, σε φοιτητές. Αισθάνομαι μεγάλη ευθύνη. Όταν μιλάω σε ένα πανεπιστήμιο εγώ περνάω τις εξετάσεις, όχι οι φοιτητές που με ακούνε. Εκείνη την ώρα, κρίνομαι από νέους ανθρώπους.
-Είστε μοναχικός ή σας αρέσει να είστε με κόσμο γύρω σας;
-Έχω καλούς φίλους, είμαστε πολύ αγαπημένοι, αλλά προτιμώ να είμαι μόνος μου. Εδώ, στο σπίτι μου. Συνήθως όμως, όταν γράφω, περιμένω κάτι να με διακόψει. Άμα δεν χτυπάει το τηλέφωνο λέω «δεν θα πάρει κανένας κερατάς επιτέλους;».
-Δεν έχετε κουραστεί, όλα αυτά τα χρόνια, να γράφετε βιβλία;
-Δεν έχω κουραστεί, γιατί έχω μεγαλώσει. Είναι η σοβαρότερη απασχόλησή μου τώρα που μεγάλωσα. Στο γράψιμο, μου αρέσει να πλέω σε απαγορευμένα ύδατα, δεν μου αρέσει να γράφω σαν να απεικονίζω τη ζωή. Το γράψιμο δεν είναι φωτογραφία, είναι ζωγραφική, μεταπλάθεις τα πράγματα. Ο Ντα Βίντσι είχε πει κάτι το συγκλονιστικό όταν του είπαν ότι στρεβλώνει τις όψεις: «Ο δημιουργός στην τέχνη», είχε πει «μπορεί να φτιάξει μορφές, τις οποίες η φύση δεν μπορεί να φτιάξει». Ισχύει ως αρχή του σουρεαλισμού. Αυτό νομίζω κάνω και στο καινούργιο μου βιβλίο, το «Graffito», που για μένα είναι ό,τι καλύτερο έχω επιτύχει μέχρι σήμερα στο χώρο της γραφής. Για να γράψω δηλαδή, δεν περιμένω να μου συμβεί κάτι κοσμογονικό, η ζωή μου είναι ακύμαντη. Η φαντασία μου, μου προσφέρει το υλικό. Κοίτα, για να επανέλθω σε αυτό που λέγαμε προηγουμένως, όταν είσαι νέος θεωρείς ότι η μεγαλύτερη απασχόληση είναι ο έρωτας, το sex, όταν όμως μεγαλώνεις όλα είναι αλλιώς.
-Στα 30 σας χρόνια, δεν υπερίσχυε και σ εσάς ο έρωτας;
-Βεβαίως. Η ηλικία όμως μπορεί να επηρεάσει έναν χορευτή, έναν ποδοσφαιριστή, αλλά ένας συγγραφέας γιατί να κουραστεί να γράφει; Ίσα ίσια που, αν έχει υγεία, του προσθέτει πράγματα. Ο Σοφοκλής έγραψε τον «Οιδίποδα επί Κολωνώ» στα 92 του χρόνια. Υπάρχει η πείρα και αποκτάς κάτι σαν χιούμορ. Δεν μου στερεί τίποτα το γράψιμο. Μόνος μου έχω απαρνηθεί πολλά, δεν με ενδιαφέρουν πια αρκετά πράγματα.
-Υπάρχουν κάποια από αυτά για τα οποία μετανιώνετε;
-Για πολλά. Όταν ήμουν παιδί ήθελα πάρα πολύ να γίνω αρχαιολόγος, αλλά δεν είχαμε χρήματα για να σπουδάσω. Κάπου τώρα, αισθάνομαι υπεύθυνος που δεν έγινα. Το απωθημένο μου βέβαια με έβαζε να διαβάζω πολλά γύρω από την αρχαιολογία και τις ανακαλύψεις, έχω κάνει εκδρομές σε όλους τους αρχαιολογικούς χώρους. Ήθελα να σκάβω, όχι να γίνω ένας αρχαιολόγος του γραφείου.
-Για σχέσεις με ανθρώπους που έχουν περάσει από τη ζωή σας, έχετε μετανιώσει;
-Πολλοί άνθρωποι περνάνε, φεύγουν, τους προδίδεις, σε προδίδουν, φιλίες διαλύονται. Ξέρεις τι γίνεται; Πολλές φορές, τους ξεπερνάς.
-Είναι δύσκολο;
-Δεν είναι δύσκολο, είναι λυπηρό.
-Δεν είναι επώδυνο; Ειδικά για σας που είστε ένας ευαίσθητος άνθρωπος.
-Δεν είμαι ευαίσθητος, καθίκι είμαι. Άμα έχεις πολύ ανεπτυγμένα ορισμένα πράγματα, όπως την αίσθηση του γελοίου, την αίσθηση του χιούμορ, λειτουργείς αλλιώς. Εγώ πιστεύω ότι το χιούμορ, το οποίο πολλές φορές το έχω και μέσα στα βιβλία μου, είναι μία μάσκα της απελπισίας. Όταν λες τραγικά πράγματα με τρόπο κωμικό, τότε το τραγικό πράγμα γίνεται τραγικότερο. Αυτό είχα κάνει και στη «μητέρα του σκύλου».
-Έχετε υπάρξει απελπισμένος στη ζωή σας;
-Κάθε τόσο, ναι. Όπως όλοι οι άνθρωποι. Υπάρχει ένα μότο του Θέογνι που λέει «το καλύτερο για τους ανθρώπους, να μην έχουν γεννηθεί και να μην έχουν δει τον ήλιο». Το ίδιο λέει και ο Άμλετ: «To be or not to be». Να έχεις ύπαρξη ή ανυπαρξία; Αυτό είναι το ερώτημα.
-Βγαίνετε καθόλου με τους φίλους σας;
-Δεν πηγαίνω σε ταβέρνες, δεν πηγαίνω σε πολυτελή εστιατόρια, τώρα τελευταία δεν πηγαίνω ούτε στο θέατρο, γιατί όταν πηγαίνω μετανοώ πικρά. Το θέατρό μας, τον τελευταίο καιρό, πάσχει από μία πνευματική ακινησία. Έχουν εμφανιστεί κανα δυο πολύ καλοί συγγραφείς, αλλά η έκρηξη του θεάτρου έχει υποχωρήσει. Είναι φαιδρό το ότι στην Αθήνα έχουμε 200 θέατρα, ενώ στην Αγγλία υπάρχουν μόνο 30. Αυτό σημαίνει ότι ο κάθε ένας εδώ που δεν έχει ιδέα από θέατρο, κάνει θέατρο. Γράφει, σκηνοθετεί και παίζει, πολλές φορές, ο ίδιος άνθρωπος. Επιπλέον, πολλοί καταφεύγουν στον μονόλογο, αλλά ο μονόλογος είναι μία παγίδα, γιατί ο μονόλογος είναι αφήγηση και το θέατρο δεν είναι αφήγηση, είναι πράξη. Υπάρχει άγνοια βασικών κανόνων του θεάτρου. Υπάρχει βέβαια και μία κατηγορία νέων που είναι εντελώς ψώνια. Αυτό συμβαίνει και στη λογοτεχνία. Θα έχεις δει φυσικά ότι τα τελευταία χρόνια υπάρχει μία εισβολή ανθρώπων στο συγγράφειν, πολλές γυναίκες γράφουν ακατάπαυστα, είναι αυτή η λεγόμενη «ροζ λογοτεχνία» που δεν την υπολογίζει κανείς. Είναι οι γυναίκες που περιμένουν πότε θα τους πεθάνει το παιδί τους, για να γράψουν ένα λυπητερό ποίημα. Κάπως έτσι.
-Νιώσατε ποτέ πολύ σημαντικός, κάνοντας όλα αυτά στη ζωή σας; Έχοντας όλες αυτές τις διεθνείς βραβεύσεις και την αναγνώριση;
-Η σημαντικότητα είναι ένα είδος μοίρας: Ή το χεις ή δεν το χεις. Δεν εννοώ τη «φίρμα». Έχω δει ηθοποιούς και κατάλαβα ότι είναι πρωταγωνιστές, επειδή σε κρατάνε μιάμιση ώρα και δεν βαριέσαι. Υπάρχει ένα είδος ψυχισμού στους σημαντικούς ανθρώπους που ενισχύεται από το μυαλό. Όλοι αναγνωρίζουμε τους πραγματικά σημαντικούς ανθρώπους. Μπορεί να είναι κάποιος κτίστης, αλλά να είναι ένας σημαντικός άνθρωπος. Το να είσαι σημαντικός στο γράψιμο εκφράζεται με μία οργασμική εξόρμηση της ψυχής, η οποία με σύμμαχο τη φαντασία δημιουργεί. Υπάρχουν επιστήμονες που λένε ότι η ψυχή είναι νευρώνες στο πίσω μέρος του εγκεφάλου. Οι παπάδες έγιναν έξαλλοι βέβαια.
-Πηγαίνετε στην εκκλησία; Πιστεύετε στο Θεό;
-Εγώ είμαι άθεος. Πάντα ήμουνα, απλά δεν το χα καταλάβει όσο ήμουνα πιτσιρικάς. Όταν ήμουνα μικρός πήγαινα με το ζόρι στην εκκλησία, κάθε Κυριακή για εκκλησιασμό. Το τι βρισίδι έπεφτε, δεν περιγράφεται. Αν δεν με αφορίσουν για το καινούργιο μου βιβλίο, θα πάμε καλά. Απ την άλλη, αν με αφορίσουν, θα είναι διαφήμιση.
-Τηλεόραση παρακολουθείτε;
-Όχι. Βλέπω μόνο ειδήσεις και ξένους σταθμούς. Όσα προγράμματα προβάλλονται στην τηλεόραση- πλην ελαχίστων εξαιρέσεων- απευθύνονται σε άτομα με εντελώς χαμηλή νοημοσύνη. Θα πρέπει να περιοριστούν κάποιες εκπομπές, θα πρέπει να κοπούν κάποια προγράμματα. Η τηλεόραση το πρωί, δεν χρειάζεται. Όσα προβάλλονται είναι τόσο βλακώδη που τα χάνεις, ντρέπεσαι. Καμιά φορά συναντώ ηθοποιούς που παίζουν στην τηλεόραση και αισθάνομαι μια περίεργη αμηχανία, λέω «θα με δει κανείς μαζί τους και θα εκτεθώ». Συνέντευξη στην τηλεόραση δίνω κάθε 3 με 4 χρόνια, νιώθω σαν ξεβράκωτος όταν βγαίνω σε εκπομπές, κάτι σαν προδότης. Συνήθως όμως αυτό γίνεται με παράκληση του εκδότη μου.
-Τι σας κάνει να χαίρεστε;
-Όταν βλέπω πράγματα που μου αρέσουν. Στην τέχνη μου αρέσει πολύ ο Παρθενώνας, είναι το τελειότερο που μπόρεσε ποτέ να φτιάξει ο άνθρωπος και ίσως δεν χρειάζεται να φτιάξει και κάτι τελειότερο, δεν γίνεται. Μερικές φορές διαβάζω Ηράκλειτο και σκέφτομαι ότι λέει πράγματα που θα μπορούσα να τα είχα πει εγώ. Αυτό μου δίνει μεγάλη τέρψη.
-Είστε ευχαριστημένος από η ζωή σας;
-Δεν υπάρχει και τίποτ άλλο πέραν απ τη ζωή. Δεν μπορώ να επιλέξω. Ένα είναι: Η ζωή.
Δημοσίευση στην εφημερίδα "Ο Φιλελεύθερος", ένθετο "Υστερόγραφο", τον Νοέμβριο του 2009 και στο περιοδικό "Down Town", τον Δεκέμβριο του 2009.

ΤΑ ΑΓΟΡΙΑ ΤΩΝ 20 ΕΥΡΩ- ΡΕΠΟΡΤΑΖ


-Ενεργητικός ή παθητικός;
-Μόνο ενεργητικός!
-Ούτε πίπα θα μου πάρεις;
-Καλά, αν μου δώσεις 100 ευρώ θα στον γλείψω για λίγο. Αλλά εγώ δεν γαμιέμαι.
-Μόνος σου μένεις;
-Όχι, σε ξενοδοχείο θα πάμε. Για μια ώρα.

Τον πόνεσε στο τελευταίο τσιμπούκι που του πήρε. Συνήθως δεν ήταν έτσι, δεν το κανε με τόση μανία. Ήταν πιο τρυφερός μαζί του, του έγλειφε πρώτα λίγο τα αρχίδια, μετά τον έπαιρνε σιγά σιγά στο στόμα, το έκανε με τέχνη που μόνο κάτι γκόμενες που έβρισκε στα μπαράκια της πλατείας Αττικής του το καναν, με τρόπο κοριτσίστικο που τον έκανε να κλείνει τα μάτια του και να φαντασιώνεται. Συνήθως του τον έδινε χωρίς προφυλακτικό, δεν του άρεσε μ αυτό, του το χε πει, το χαν κόψει από τις πρώτες φορές που τον αγόραζε, του έλεγε πως ήθελε την κανονική γεύση, όχι την πλαστική, δεν τον πείραζε για αρρώστιες- φοβόταν, αλλά δεν τον πείραζε-, δουλειά του ήταν άλλωστε «ό,τι θέλει ο πελάτης», του έδειχνε κι εμπιστοσύνη όταν του έλεγε πως μόνο μ αυτόν έκανε ομοφυλοφιλικό. Τον πίστευε. Ήξερε από φάτσες, τόσα χρόνια στην πιάτσα έμαθε να κόβει καλά το μάτι του. Αλλά, ήταν κακή εκείνη η μέρα του. Του είπε στα σεντόνια του ξενοδοχείου που ξάπλωσαν πως είχε τσακωθεί με τη γυναίκα του, ότι τον έβρισε, τον ξανάπε ανίκανο, «κρυφοπουστάρα, που σε βρήκα και σε παντρεύτηκα», εκείνος τη χτύπησε στο πρόσωπο, έφυγε από το σπίτι και μετά τον πήρε στο κινητό του: «Έλα, Αντρέα. Ο Κώστας είμαι. Ο Κώστας από τον Άλιμο. Μπορείς να βρεθούμε σήμερα;». Φυσικά και μπορούσε. Ήταν από τους καλούς πελάτες, πάντα συνεπής, καθαρός, πλήρωνε καλά. Ήταν και παντρεμένος κι έτσι ποτέ δεν είχε πρόβλημα μ αυτούς, οι παντρεμένοι είναι πάντοτε οι πιο ακίνδυνοι πελάτες. Αυτοί φοβούνται πιο πολύ. Δεν ζητούσε πολλά- 30 ευρώ για πίπα- αλλά εκείνος του έδινε πάντα παραπάνω. Συνήθως, το ήθελε πιο τρυφερό μαζί του: Αγκαλιές, λίγα φιλιά πάνω από τα χείλη, δάγκωμα στις ρόγες, γλείψιμο για αρκετή ώρα εκεί, τη γλώσσα του να ανεβοκατεβαίνει στο λαιμό για κανά δεκάλεπτο, έκανε μετά σαν κοριτσάκι που του έλεγε συνέχεια «όχι πιπιλιές, όχι πιπιλιές» και μετά «έτσι το κάνεις και με τη γυναίκα σου;». Κι ύστερα ήθελε να μιλήσουν λίγο. Με ανοιχτή την τηλεόραση στην τσόντα που είχε βάλει από πριν στο δωμάτιο του ξενοδοχείου πίσω από την Αλεξάνδρας με τα ροζ πορτατίφ και τα πράσινα σαπούνια στο μπάνιο, χωρίς ήχο, απλά να παίζει λίγο η εικόνα για να καυλώσει. Του τον έπαιζε και εκείνος, είχε τα μάτια του καρφωμένα στις παρτούζες και του τον έπαιζε. Μια φορά του είχε πει πως του θύμιζε και λίγο το μεγάλο του γιο- 23 χρόνων είναι κι εκείνος- αλλά, όταν είδε την αντίδρασή του, τα μάτια να γουρλώνουν, να απομακρύνει το χέρι του γύρω από το λαιμό του, το κοψε- δεν πήγαινε ο Αντρέας με ανώμαλους. Συνήθως βρισκόντουσαν κάθε εβδομάδα, μέσα στο Σαββατοκύριακο, όταν ο Κώστας είχε χρόνο από τη δουλειά του- κάπου σε ένα γραφείο του είχε πει πως δούλευε, αλλά δεν τον πίστευε, όλοι λένε ψέματα σ αυτά και ειδικά οι παντρεμένοι. Τον ήθελε πάντα διαθέσιμο, δουλειά του ήταν άλλωστε. Και ήταν πάντοτε κύριος μ αυτόν, τύπος και υπογραμμός. Την τελευταία φορά του είχε δώσει 100 ευρώ, συνήθως του έδινε περισσότερα, αλλά δεν έμειναν πολύ ώρα στο ξενοδοχείο στην πλατεία Βάθη- προτιμούσε το «ΧΧΧ Hotel» από το άλλο της Αλεξάνδρας, αν και χρέωνε 27 ευρώ για τρεις ώρες, ενώ της Αλεξάνδρας 20 ευρώ, ήταν όμως πιο καθαρό-, είχε προκύψει και η φωτογράφησή μας, η συνάντηση που έπρεπε να κάνουμε μετά στο «Απολλώνιον» στην Ομόνοια να μου μιλήσει για τη ζωή του, δεν είχε χρόνο για πολλά πολλά- ήθελε απλώς κάπου να μιλήσει. Και μου το τόνισε: «Αν δείξεις ρε παλιόπουστα τις φάτσες μας ή γράψεις τα πραγματικά μας ονόματα, σ έχουμε σφάξει σαν αυτό που έκανε ο David στον Σεργανόπουλο». Του το υποσχέθηκα. Θέλει φραπέ με γάλα, αλλά χωρίς ζάχαρη. «Κάνω δίαιτα εδώ και μία εβδομάδα, ένας πελάτης μου είπε ότι ξεκίνησα να κάνω κοιλίτσα και βάλθηκα να τα χάσω πριν πάρω περισσότερα. Βέβαια το καυλί μου είναι πάντα όρθιο, αυτό δεν χρειάζεται δίαιτες».
Να μην ανησυχώ για τον πελάτη του μου είπε, το κανόνισε, θα βρισκόντουσαν την Κυριακή, για αρκετή ώρα, κατά το μεσημέρι που η γυναίκα του θα πήγαινε την μικρή τους κόρη για κολύμπι στον «Πανελλήνιο». Δεν θα χανε τα λεφτά. Θα έκαναν το κρυφό τους ραντεβού κάτω από το άγαλμα του βασιλιά στο Πεδίον του Άρεως και θα έφευγαν παρέα. Δύο ώρες σίγουρα θα τον ήθελε, αυτό γινόταν πάντα, λίγο στοματικό, λίγο γλείψιμο στην τρυπούλα, λίγο στα 4, λίγα φιλιά- στα μάγουλα, όχι φυσικά στο στόμα, δεν φιλάει ποτέ ο Αντρέας άντρες στο στόμα. Επίσης, δεν πηδιόταν. Όχι. Το ξεκαθάριζε στους πελάτες απ την αρχή: «Εγώ είμαι μόνο ενεργητικός. Δεν τον τρώω». Όποιος ήθελε να πηδήξει, τηλεφωνούσε στους κολλητούς του, κάτι παιδιά από τη Ρουμανία και την Αλβανία που μένουν στην Αχαρνών και κοντά στην Ομόνοια- λίγο πιο κάτω από το παλιό Εφετείο- και το κανόνιζε. Αυτοί και με 40 ευρώ έδιναν κώλο, δεν ήταν ακριβοί αν σκεφτείς ότι όλοι εκείνοι στις αγγελίες γνωριμιών ξεκινούν τη βίζιτα από 150 και πάνω με τη δικαιολογία- αν τους πεις κάτι στο τηλέφωνο, αν διαμαρτυρηθείς για την τιμή- «παίρνεις πράμα ελληνικό». Ο Αντρέας πάντα γελούσε μ αυτά «τι ελληνικό ρε μαλάκα; Αφού οι Ρουμάνοι τον έχουν μεγαλύτερο. Μια φορά να σου τον βάλουν, δεν θα μπορείς να κάτσεις για τρεις μέρες. Και επειδή έχουν μεγάλη πελατεία και γαμάνε συνέχεια, αντέχουν για πάνω από μία ώρα σερί. Σε ξεσκίζουν!». Το παραδέχεται κι ο ίδιος, δεν έχει πρόβλημα. «Όταν με παίρνουν οι πελάτες είμαι ειλικρινής. 17 εκατοστά τους λέω πως τον έχω, όχι πολύ χοντρό, κανονικό, αλλά είμαι πολύ ωραίο παιδί, γυμνασμένος και λίγο τριχωτός, αντέχω πάνω από μισή ώρα στο τσιμπούκι και πολύ παραπάνω στο γαμήσι. Τον παίζω κιόλας λίγο πριν στην τουαλέτα για να αργήσω να χύσω μετά. Αρέσω στους gay και με προτιμούν. Άμα όμως ενδιαφέρονται μόνο για το μέγεθος του πούτσου, τους στέλνω στα φιλαράκια μου, μου δίνουν σίγουρα δέκα ευρώ από αυτά που παίρνουν, προμήθεια για τον πελάτη που τους έκλεισα». Μόνο μία φορά έκανε πολύ καιρό να βρεθεί με τον Κώστα, τότε που σκότωσαν τον Σεργιανόπουλο. Τον έπαιρνε τηλέφωνο, δεν απαντούσε, τον ξανάπαιρνε, κλειστό. «Έλα ρε μαλάκα», του είπε όταν τον πήρε επιτέλους πίσω εκείνος, «αφού με ξέρεις, εγώ θα σε σκοτώσω; Τι είμαι; Ο “killer”;». Εκείνη την εποχή είχε κόψει την πιάτσα στην πλατεία Βικτωρίας, είχε γεμίσει από μπάτσους, κάμερες και δημοσιογράφους. Για κανά μήνα ερήμωσε η περιοχή. Όσοι τον έψαχναν, τους έκλεινε ραντεβού έξω από το «Fantastico» στην Αχαρνών ή κοντά στο «Sammis» στη Φυλής, είχε πέσει και η δουλειά τότε, σκατά. «Σκέψου», μου λέει, «ότι βγάζω σίγουρα 200 ευρώ τη μέρα, όταν τον σκότωσαν κατέβηκα στα 50. Κάναμε δύο μήνες έτσι, με κάτι διαλέιμματα. Όποτε έβγαζε πρωτοσέλιδο η Espresso τη δολοφονία, ερήμωνε η πιάτσα. Ειδικά τότε που δημοσίευσε τις φωτογραφίες του μαχαιρώματος, δεν ερχόταν άνθρωπος, μας είχε καταστρέψει. Δεν το ρίσκαραν πάντως πολλοί σαν τον Σεργιανόπουλο, ήταν από τους λίγους που έδειχναν έτσι τη φάτσα τους στο δρόμο χωρίς να τον νοιάζει. Συνήθως όλοι οι άλλοι επώνυμοι- τραγουδιστές και ηθοποιοί που έχουν οικογένειες και παιδιά, που έρχονται σ εμάς για να “ξεσπάσουν”, αλλά δεν θα σου πω ονόματα- το κάνουν μέσω τηλεφώνου ή γνωστών, κανείς τους δεν το διακινδυνεύει έτσι. Ευτυχώς ήταν Καλοκαίρι όταν έγινε το φονικό και βρίσκαμε “παρέα” και από τα Λιμανάκια ή γύρω από την Ομόνοια τα απογεύματα της Κυριακής. Τώρα είναι όλα καλά, πέρασε το κακό, οι πελάτες έχουν γίνει πολύ περισσότεροι. Ξεθάρρεψαν. Έρχονται με τα αυτοκίνητά τους, σταματάνε έξω από τα Everest, κόβουν φάτσες, ρωτάνε τιμές, αν είμαστε ενεργητικοί, παθητικοί ή και τα δύο, αν παίρνουμε και εμείς τσιμπούκια, και πάμε όπου θέλουν αυτοί. Είναι επικίνδυνα, το ξέρω, αλλά εγώ τους καταλαβαίνω ότι εκείνοι φοβούνται πιο πολύ από εμάς. Πολύ μοναξιά εκεί έξω, ρε φίλε».
Κάποιες φορές το κάνει χωρίς προφυλακτικό, το καταλαβαίνει ότι αυτό είναι πολύ επικίνδυνο, αλλά όποτε συμβαίνει γίνεται μόνο με τους στάνταρ πελάτες του, συνήθως τους παντρεμένους. Είναι εκείνοι που πληρώνουν και καλύτερα, είναι χουβαρντάδες. Για τους άλλους, όσους βρίσκει στο Star στην Ομόνοια, χέστηκε. Ξεπέτα είναι γι αυτόν. Κάθεται για λίγο στον κάτω όροφο του σινεμά, ανεβοκατεβαίνει στον δεύτερο και στον τρίτο που είναι πιο prive, πιο σκοτεινός, ανταλλάσσει ματιές, του κάνουν νόημα και ξεκινάει το γνωστό ποίημα: «τι γίνεται; όλα καλά; θέλεις να πάμε στην τουαλέτα;». Στα παζάρια μπορεί να το κατεβάσει ακόμη και στα 10 ευρώ την πίπα-πάντα με προφυλακτικό- αλλά αυτό για πολύ ειδικές περιπτώσεις, για κανά άβγαλτο πιτσιρίκι που δεν του αρέσει το Γκάζι, που έχει τρυφερό άτριχο κολαράκι και προτιμά τις πιο άγριες καταστάσεις. Άμα όμως είναι γέρος, δεν το ρίχνει κάτω από 30. «Με αυτούς χύνω πολύ δύσκολα. Την ώρα που τους τον χώνω στο στόμα κοιτάω το ταβάνι ή το καζανάκι. Μπορεί να σκεφτώ λίγο κανένα μουνί, να μου σηκωθεί, να μπορέσω να αποδώσω. Πάντως όταν ο άλλος βγάλει τη μασέλα η πίπα είναι η καλύτερη. Δεν φαντάζεσαι τι καύλα είναι να στον παίρνει ένα στόμα χωρίς δόντια».
Τον παίρνουν τηλέφωνο στο δεύτερό του κινητό. Οι φίλοι του. Θα έρθουν σε λίγο να μας βρουν και να πάμε στην πλατεία Βικτωρίας για τη φωτογράφησή μας. Συστημένος πήγα και με εμπιστεύεται. Αλλιώς «έχω μάθει στα τέσσερα χρόνια που κάνω αυτή τη δουλειά, να μην εμπιστεύομαι ούτε το μουνί της μάνας μου. Είμαι 23, αλλά έχω μυαλό για 40». Πίνει λίγο από το φραπέ του και μου τονίζει ότι θα με σκοτώσει αν δεν καλύψω πρόσωπα. Σαν να μου λέει «καλησπέρα», με τον πιο φυσικό του τρόπο. Και το εννοεί. Ανάβει τσιγάρο, μου ζητάει φωτιά. «Ακόμα και η νύχτα έχει νόμους, αντρικούς και απαράβατους, που ισχύουν για όλους εξίσου- είτε είναι τραβεστί, είτε μαχαιροβγάλτες, είτε πούστηδες, είτε σαν κι εμένα straight που γαμάνε άντρες και πληρώνονται. Κάνει λάθος όποιος νομίζει ότι θα βγει τη νύχτα και θα εκφραστεί “ελεύθερα”. Η νύχτα είναι εμπόριο, λεφτά και γαμήσι. Τα πάντα πωλούνται και τα πάντα αγοράζονται. Πουτάνα τραβεστί, άντρας ή γυναίκα, straight ή gay στην Ομόνοια ή στην Αχαρνών είσαι ουσιαστικά κρέας για πούλημα. Από τα όργανά σου, κάποιοι θα βγάλουν λεφτά και εσύ τα δικά σου». Νταβατζή είχε μόνο όταν ξεκίνησε τη δουλειά, στα 19 του. Του τα κανε συκώτια, τον έπρηζε, τον έστελνε όπου να ναι, με σαραντάρηδες, με εβδομηντάρηδες, με ό,τι κυκλοφορούσε- και μετά fifty fifty. Μαλάκας. Όχι, δεν τον πείραζαν οι ηλικίες, αυτός κώλο γάμαγε- τον αντρικό σαν γυναικείο τον έβλεπε-, δουλειά ήταν όλα γι αυτόν, οι διαδρομές όμως ήταν που τον κούραζαν, η Ραφήνα, το κέντρο, η Γλυφάδα, όλες μέσα σε ένα απόγευμα. Χτυπάει το κινητό της δουλειάς. Δεν ξέρει τον αριθμό. Απαντάει. «Ναι. Θα μπορέσω κατά το βραδάκι. 17 εκατοστά, ωραίο κολαράκι, χοντρό καυλί, ενεργητικός. Κατά τις 11 είναι καλά. Μια ώρα θα μας πάρει. Τα λεφτά πρώτα. 100. Καλά, 80. Όχι, πιο κάτω δεν πέφτω. Όταν με δεις και δεν σ αρέσω να σου τη ρίξω την τιμή, αλλά τόσα παίρνω. Έξω από τη στάση του μετρό στην Μαρίκας Κοτοπούλη. Κάνε μου αναπάντητη μόλις φτάσεις. Θα είμαι εκεί». Το κλείνει. Γελάει και κάνει λακκάκια στα μάγουλα. «Όλοι μαλάκες, όλοι παζάρια. Να σε γαμήσω θέλεις ρε, δεν αγοράζεις φουστάνι». Δεν τον πειράζει τόσο να τον στήσουν, όσο να μην του δώσουν πρώτα τα λεφτά, πριν τους πηδήξει. Θέλει να του δείχνουν εμπιστοσύνη. Έτσι έμαθε από την οικογένεια του στην Κρήτη που μεγάλωσε. Εννοείται πως θα τους χύσει όπου θέλουν, θα τα πιουν κιόλας αν γουστάρουν, αλλά δεν εγγυάται αν θα ναι πολύ ή λίγο. Συνήθως οι πρωινοί πελάτες είναι οι πιο τυχεροί. Εκείνη την ώρα, θέλει απλώς μια τρύπα να τελειώσει. Και αντέχει περισσότερο. «Η νύχτα κρύβει λάσπες. Ακόμη και η Συγγρού, που είναι ένας δημόσιος δρόμος, είναι χωρισμένη σε δικαιοδοσίες, δηλαδή ένα κομμάτι του δρόμου ανήκει σε μία κοπέλα που πληρώνει “ενοίκιο” ή “ποσοστά” σε κάποιον, που με τη σειρά του δίνει λόγο σε κάποιον ανώτερο και πάει λέγοντας. Το ίδιο γίνεται και με τα αγόρια- είναι αναλόγως με τα χρόνια που έχεις βγει στην πιάτσα. Δεν θα σου πω όλες τις περιοχές, για να μην αρχίσουν τις μαλακίες οι μπάτσοι. Ό,τι κάνω πάντως, το κάνω για τα λεφτά. Φύλαξα 14 χιλιάδες στην τράπεζα και θα συνεχίσω όσο αντέξω. Εύκολα λεφτά είναι, φτάνει να μην ταυτίζεσαι πολύ με τον πελάτη. Δεν σηκώνουν ευαισθησίες οι βίζιτες». Την δουλειά θέλει να τη σταματήσει μόλις βγάλει όσα λεφτά χρειάζεται για να αγοράσει σπίτι. Το υποσχέθηκε στον εαυτό του. «Καλά», του λέω, «όποιος γλυκαθεί με τα εύκολα λεφτά, δύσκολα ξεκολλάει». Με αγριοκοιτάει. «Εγώ, μαλάκα, θα σταματήσω!».
Πολλές φορές τον ερωτεύτηκαν, του έκαναν δώρα, τον πήγαν σε μαγαζιά να του ψωνίσουν, βόλτες με το αυτοκίνητο, σε ακριβά εστιατόρια στο Κολονάκι. Τα δεχόταν όλα. «Δίνω αυτό που έχουν αυτοί πιο μεγάλη ανάγκη, τον πούτσο μου και τα 23 μου χρόνια και παίρνω από εκείνους αυτό που έχω εγώ ανάγκη: Τα λεφτά τους». Δεν ήταν πάντα έτσι. Έμαθε να είναι. Τον πατέρα του δεν τον γνώρισε, η μάνα του έφερνε στο σπίτι όποιον άντρα ήθελε, γνώριζε διάφορους που του συστήνονταν ως «πατέρας», στα Χανιά τους έκανα βούκινο παντού σαν «το σπίτι της πουτάνας», βγήκε στη λαϊκή να πουλάει ψάρια από 12 χρόνων και κάποιος φίλος του τον έβαλε στη δουλειά. Στην αρχή του άρεσε κιόλας, ήταν εύκολα λεφτά, έχυνε χωρίς να τον παίζει κι άμα ήταν και κανένας συνομήλικος του τρελαινόταν περισσότερο γιατί αυτά ήταν άβγαλτα και καύλωνε να τους μαθαίνει τον τρόπο, «πιο πίσω, πιο πάνω, βάλτον τώρα όλον μέσα». Με αυτά πήγαινε ακόμα και δωρεάν. Τρύπα να ναι, κι ό,τι να ναι. Μετά ξεκίνησε να το κάνει μηχανικά. Εννοείται ότι πήγαινε και με γυναίκες. Και πάει ακόμα. Να, τώρα έχει τρεις φίλες. Όχι με λεφτά. Με τις γυναίκες δεν πάει ποτέ με λεφτά. Επειδή είναι straight και επειδή του αρέσει. Δεν ξέρουν για τη δουλειά του. Εννοείται. Απλώς ενθουσιάζονται που έχει λεφτά και τις βγάζει έξω με την μηχανή που αγόρασε πέρσι, που πάνε βόλτες στην παραλιακή και στα μπουζούκια. Στη Βίσση πριν από καμιά βδομάδα ας πούμε και παλιά στον Σφακιανάκη. Σχέσεις δεν κάνει. Πώς να κάνει σχέσεις με δύο κινητά; Γελάει πάλι. «Μαλάκας είσαι ρε δημοσιογράφε;». Θέλει και τρίτο τσιγάρο.
Κάποια στιγμή- μου το ξαναλέει- θέλει να σταματήσει, θέλει να κάνει οικογένεια και παιδιά, θέλει να έχει μία κανονική ζωή. «Όχι ότι η δική μου δεν είναι κανονική επειδή κάνω αυτή τη δουλειά, εννοώ πιο κανονική». Φίλους πραγματικούς δεν έχει, με τη μάνα του δεν πολυμιλάει, η ζωή του είναι πάνω κάτω η ίδια με όσους κυκλοφορούν στην πιάτσα: Ξυπνάει όποτε χτυπήσει το κινητό, πάει βόλτες στο κέντρο, κάθεται για λίγο στη στάση του μετρό στην Αγίου Κωνσταντίνου, ξεκινάει τα ραντεβού, το βράδυ πάει σε σινεμά και σε clubs κοντά στην πλατεία Βικτωρίας, κοιμάται κατά τις 5. Το καλύτερό του είναι να κανονίσει ο πελάτης παρτούζα. Εκείνος και με γυναίκα. Με τη γυναίκα του να ξέρει ότι ο άντρας της είναι και gay. Έχει κανα δυο τέτοιους σταθερούς και ικανοποιούνται και οι τρεις. Ανοιχτοί άνθρωποι. «Αν το κανε αυτό η δική μου γυναίκα, θα τη σκότωνα», μου λέει και ρουφάει τη βάση απ το φραπέ του. Έρχονται οι φίλοι του. Οκτώ αγόρια. Μας συστήνει. Τους λέει να μην φοβούνται, έχω έρθει απ τον τάδε. Πάμε. Του έρχεται μήνυμα. Το διαβάζει και γελάει. Μου το δείχνει. «Μαζί σου νιώθω πραγματικό έρωτα. Δεν μπορώ να σε ξεχάσω από χτες. Θέλεις να βρεθούμε σήμερα;». Από έναν χοντρό που μένει στον Άγιο Στέφανο «αλλά με μια κολάρα να!». Τέτοια πολλά. Συναισθηματικά και ερωτικά. Αλλά αυτός χέστηκε. Τα λεφτά τον νοιάζουν. «Έχω γνωρίσει πριν από κανά μήνα και ένα πιτσιρίκι που το γαμάω χωρίς λεφτά, επειδή είναι πολύ καύλα. Αυτό μου βγάζει κάτι. Την ξέρει τη δουλειά μου, πήγε να με πληρώσει την πρώτη φορά, αλλά του είπα “στοπ, εσένα θα σε κάνω σκλαβάκι μου και θα πηγαίνεις μόνο μαζί μου”. 22 χρόνων είναι, αλλά φαίνεται 18. Μόνο μ εμένα πάει». Πληρώνει εκείνος τον καφέ μας. Κάτι του λένε οι φίλοι του, τους εξηγεί, όχι δεν θα αργήσουμε. «Να το τονίσεις, ρε φίλε, ότι είμαι straight, ότι είμαι κανονικός. Θα σε σκίσω αν δεν το γράψεις. Δεν είμαι καμιά πουστάρα εγώ».
Δημοσίευση στο περιοδικό "Nitro", τον Δεκέμβριο του 2009 (οι φωτογραφίες του θέματος είναι του Παντελή Ζερβού. Η φωτογράφηση έγινε γύρω από την πλατεία Βικτωρίας, στο κέντρο της Αθήνας).

31.10.09

ΝΙΚΟΣ ΧΩΜΑΤΙΑΝΟΣ: Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΓΙΟΣ ΤΗΣ ΣΠΕΡΑΝΤΖΑΣ ΒΡΑΝΑ.

Μέχρι τη μέρα της κηδείας της, ελάχιστοι ήταν εκείνοι που γνώριζαν ότι η Σπεράντζα Βρανά, είχε δικό της παιδί. Οι περισσότεροι ξέραμε ότι μόνος της συγγενής ήταν ο σύζυγος της Παύλος και πως, φεύγοντας εκείνος από τη ζωή- πριν από ενάμιση χρόνο-, η Σπεράντζα έμεινε ολομόναχη. Μόνο οι πολύ δικοί της άνθρωποι ήξεραν την ύπαρξη του Νίκου, του υιοθετημένου της γιου, που τον μεγάλωσε από ενός έτους και τον υιοθέτησε τελικά σε ηλικία 32 χρόνων. Αυτή είναι η δεύτερη συνέντευξη που δίνει ο Νίκος για τη μητέρα του και η πρώτη μετά το θάνατο της.
«Το κάνω μόνο για τη μνήμη της μητέρας μου, ακόμη δεν έχω συνέλθει, προσπαθώ να βρω τα πόδια μου», μου λέει ανοίγοντάς μου την πόρτα του σπιτιού της Σπεράντζας στην Κυψέλη, εκεί που την είχα συναντήσει κι εγώ πριν από κάποιους μήνες, όταν μου είχε δώσει την τελευταία της συνέντευξη. «Δεν θέλω να βγαίνω και να μιλάω γι αυτήν- ελάχιστες φορές το έχω κάνει-, αλλά νομίζω πως η σιωπή μου θα της έκανε κακό. Τώρα όμως που εκείνη δεν υπάρχει, θα αναγκαστώ να το κάνω. Αποφάσισα να σου μιλήσω σήμερα για να μην ξεχαστεί η σπουδαιότητά της. Άλλος συγγενής πλέον δεν υπάρχει, μόνο εγώ έχω απομείνει». Με κερνάει καφέ, κλείνει την πόρτα του δωματίου της- εκεί όπου η ίδια είχε φύγει πριν από δέκα μέρες- και μου ζητάει να μιλήσουμε μόνο για 20 λεπτά γιατί «δεν αντέχω πολύ να μιλάω για τη Σπεράντζα». Η εικόνα της παντού μέσα στο σαλόνι: Σε φωτογραφίες, σε μεγάλες αφίσες, μαζί με τον Παύλο, από παραστάσεις. Η βιβλιοθήκη γεμάτη βιβλία, μυθιστορήματα, ιστορικά, δικά της και κάποια αστρολογίας. Τελικά, καθίσαμε μαζί για μία ώρα ενώ, όταν τον ρώτησα αν θέλει να διακόψουμε, αν τον έχω κουράσει, με σταμάτησε: «Όχι, συνέχισε. Νιώθω ότι τώρα είναι κάπου εδώ και μας ακούει. Συνέχισε».
-Γιατί μου είπατε στο τηλέφωνο ότι θέλετε να κάνουμε τη συνέντευξή μας στο σπίτι της μητέρας σας; Δεν σας ενοχλεί να σκέφτεστε ότι μέχρι πριν από δέκα μέρες ζούσε εδώ η Σπεράντζα;
-Εδώ αισθάνομαι πιο άνετα. Εδώ την έβλεπα ζωντανή, εδώ τη χαιρόμουνα, εδώ την απολάμβανα. Εδώ είναι ο φυσικός χώρος να μιλάω για εκείνη.
-Τι σας έλεγε τον τελευταίο καιρό;
-Αυτό που μου έλεγε πάντα ήταν να είμαι θαρραλέος στη ζωή μου, όπως υπήρξε και εκείνη με τη δική της, να αντιμετωπίζω τις καταστάσεις με τσαμπουκά και να κοιτάω τη ζωή στα μάτια, να μην κωλώνω. Εκείνη δεν κώλωσε ποτέ. Πάλευε καλύτερα από έναν άντρα, δεν υπάρχουν πολλοί άντρες σήμερα που να έχουν αυτό το προνόμιο. Η μητέρα μου ήταν γεννημένη να είναι άντρας, δεν ήταν λιπόψυχη. Τους τελευταίους μήνες ερχόμουνα κάθε μέρα εδώ στο σπίτι. Αν δεν ήμουνα παντρεμένος και αν δεν είχα τις δουλειές μου και τα παιδιά μου, θα ήμουνα όλη μέρα δίπλα της. Εκείνη μου έλεγε «σήκω και φύγε Νίκο, εγώ είμαι καλά». Δεν ήθελε ποτέ να νιώθει ότι είναι βάρος σε κανέναν, ούτε καν σ εμένα που ήμουνα ο γιος της. Την έβλεπα όμως που έπαιρνε χαρά όποτε βρισκόμασταν.
-Είναι αλήθεια ότι τον τελευταίο ενάμιση χρόνο ήθελε να φύγει από τη ζωή και να πάει να συναντήσει τον Παύλο, το σύζυγό της που έχασε;
-Ναι, έτσι είναι περίπου τα πράγματα. Ορισμένες φορές ένιωθε πολύ πεσμένη ψυχολογικά και μου μιλούσε για τον Παύλο. Της έλειπε πολύ ο Παύλος. Εγώ δεν πιστεύω ότι η ίδια ήθελε να φύγει από τη ζωή, την αγαπούσε τη ζωή, απλώς σε ορισμένες στιγμές που υπέφερε ίσως εκφραζόταν με λόγια που ακούγονταν περίεργα, πικρά και στενάχωρα. Όσο και να πεις όμως, ο Παύλος έζησε μαζί της 45 σχεδόν χρόνια, μία ολόκληρη ζωή, από τον Ιούνιο του 1966.
-Πότε έγινε η τελευταία σας συνάντηση;
-Δύο ώρες πριν φύγει από τη ζωή. Είχα έρθει εδώ στο σπίτι, δεν είχε όμως το κουράγιο να σηκωθεί από το κρεβάτι, μου μίλαγε με κούραση. Ήμουν ο τελευταίος άνθρωπος που την είδε, προτού κλείσει τα μάτια της. Μου είπε ότι θέλει να είμαι καλά, μου έδινε όμως να καταλάβω ότι κάτι άσχημο αισθανόταν. Όταν έφυγα από δω, έφυγα με ένα βάρος στην καρδιά, πήγα στη γυναίκα μου και της είπα ότι «κάτι δεν πάει καλά με τη Σπεράντζα». Υπήρχαν φορές που μου έλεγε «θέλω να φύγω», αλλά εκείνη τη μέρα δεν μου είχε πει κάτι τέτοιο. Η ανημποριά της, την είχε κουράσει. Στενοχωριόταν γιατί δεν μπορούσε πια να δημιουργήσει, αλλά πάντοτε μου έλεγε ότι ήταν πολύ ευχαριστημένη από τη ζωή της.
-Είχε παράπονα τον τελευταίο καιρό από κάποιους; Τι σας έλεγε;
-Είχε παράπονα από κάποιους ανθρώπους του καλλιτεχνικού χώρου που δεν κάνει να πω τα ονόματά τους, οι οποίοι ολιγώρησαν στην προώθηση του συνολικού της έργου. Εγώ την ένιωθα.
-Σε τι της έχετε μοιάσει;
-Αν και δεν ήμουνα φυσικό παιδί της μητέρας μου, έχω αποκτήσει πολλά από τη Σπεράντζα που δύσκολα θα μπορούσε να τα δεχτεί μία οποιαδήποτε γυναίκα. Κάποιες φορές διαφωνούσαμε έντονα, γιατί και οι δύο ήμασταν λιοντάρια στη ζωή μας, πολύ δυναμικοί χαρακτήρες. Εγώ έχω έναν ιδιότροπο και ιδιόμορφο χαρακτήρα. Και μου έλεγε πάντα να μην στεναχωρώ τη γυναίκα μου γιατί με αγαπάει.
-Πότε σας υιοθέτησε; Είναι κάτι που δεν είναι γνωστό.
-Με ανάλαβε ενός έτους, η υιοθεσία μου έγινε όταν εγώ ήμουνα 32 χρόνων, είχαμε 26 χρόνια διαφορά. Εγώ ήμουνα ο γιος μίας γυναίκας- της φυσικής μου μητέρας, της Ασπασίας- την οποία έφερε με τέτοιο τρόπο η ζωή ώστε να τη βοηθήσει κάποια στιγμή η Σπεράντζα. Ήτανε φίλες. Η φυσική μου μητέρα, βοηθούσε τη Σπεράντζα στις δουλειές της, τη βοηθούσε στο σπίτι και η Σπεράντζα έδειχνε στη φυσική μου μητέρα πώς να με αντιμετωπίζει, ήταν πιο «περπατημένη» και σαν δάσκαλος για εκείνη. Δεν μας έλειψε ποτέ τίποτα. Ζούσαμε σε ένα ρετιρέ με όλες τις ανέσεις.
-Γιατί τελικά σας υιοθέτησε σε τόσο μεγάλη ηλικία, όταν ήσασταν πια ενήλικας;
-Η ίδια προσπάθησε να με υιοθετήσει από πολύ μικρό αλλά δεν γινόταν λόγω της μικρής της τότε ηλικίας, λόγω περιουσιακών της στοιχείων και λόγω επαγγέλματος. Θεωρείτω τότε ότι ο ηθοποιός δεν έχει σταθερό εισόδημα και επομένως δύσκολα θα μπορούσε να μεγαλώσει ένα παιδί. Η Σπεράντζα όμως πήρε την ευθύνη να βάλει ένα τόσο μεγάλο βάρος στη ζωή της, όπως είναι ένα παιδί, ίσως γιατί σε όλη της τη ζωή είχε καημό να αποκτήσει ένα παιδί αφού η ίδια δεν είχε ούτε μάνα, ούτε πατέρα, ούτε αδέλφια. Δεν ήθελε ακριβώς να κάνει ένα παιδί, ήθελε να δώσει χαρά σε ένα παιδί. Ήτανε σαν τάμα για εκείνη, επειδή πόνεσε τόσο πολύ η ίδια στη ζωή της όταν έχασε τη δική της μητέρα στην οποία είχε λατρεία. Στον τάφο της της έβαλα τη μοναδική φωτογραφία που είχε βγάλει με τη μητέρα της για να την πάρει μαζί της, εκεί είναι το κλειδί της ζωής της Σπεράντζας. Ήθελε να πάρει αγκαλιά την φωτογραφία της μητέρας της και να φύγει από τη ζωή. Και εγώ υπάκουσα στην επιθυμία της.
-Τι θυμάστε από την παιδική σας ηλικία με τη Σπεράντζα;
-Θυμάμαι ότι μαζί μου ήτανε πολύ ουδέτερη, συγκρατημένη, δεν ήτανε υπερπροστατευτική, ήθελε να είμαι μάγκας και τσαμπουκάς σαν κι εκείνη. Ποτέ δεν μου έλεγε «μη παιδί μου, μην πάρεις εκείνο ή το άλλο». Ξύλο δεν μου έδωσε ποτέ, μου φώναζε όμως αυστηρά, με ταρακουνούσε με τα λόγια της. Αλλά, ποτέ δεν σήκωσε το χέρι της να με χτυπήσει. Και μόνο όμως με το παρουσιαστικό της τρόμαζα, δεν γινόταν να μην την ακούσω. Επίσης, δεν ήτανε ποτέ πολύ διαχυτική μαζί μου.
-Η ίδια γιατί δεν έκανε δικά της παιδιά; Σας είπε ποτέ;
-Δεν μπορούσε λόγω ενός πολύ σοβαρού γυναικολογικού προβλήματος, μίας περίεργης μορφής σαλπιγγίτιδας.
-Και ζούσατε όλοι μαζί; Εσείς, η μητέρα σας και η Σπεράντζα, στο ίδιο σπίτι;
-Ναι, και αργότερα και με τον Παύλο ο οποίος με αγαπούσε σαν να ήμουνα δικό του παιδί. Στα πρώτα μου βήματα μέναμε όλοι μαζί. Από την εφηβεία μου, ξεκίνησα να μένω μόνο με τη Σπεράντζα.
-Είχε πεθάνει η φυσική σας μητέρα;
-Όχι, ζει ακόμα. Αλλά κανείς δεν μπορούσε να πει «όχι» στη Σπεράντζα. Και η μητέρα μου την αγαπούσε πολύ, την εμπιστευόταν, δεν μπορούσε να της το αρνηθεί. Ίσως να ήθελε η Σπεράντζα, επειδή η ίδια δεν μπορούσε να κάνει παιδιά, να υπήρχε ένας άνθρωπος για να συνεχίσει το όνομά της, δεν ξέρω. Μου έδωσε το δικό της επίθετο, γιατί το πραγματικό της όνομα ήταν Ελπίδα Χωματιανού. Το «Βρανά» είναι το καλλιτεχνικό της.-Βλέπατε τη φυσική σας μητέρα;
-Εννοείται. Δεν αποκόπηκαν ποτέ οι σχέσεις μας, η Σπεράντζα δεν ήθελε να με ξεκόψει από τη φυσική μου μάνα. Πάντα μου έλεγε «Νικολάκη μου, εκείνη είναι η μαμά σου, να την αγαπάς», ήταν από την αρχή ξεκάθαρη, δεν μπερδεύονταν τα πράγματα.
-Η Σπεράντζα σας φώναζε «παιδί μου»;
-Ναι. Αλλά συνήθως με έλεγε «Νικολάκη μου».
-Εσείς τη φωνάζατε «μαμά»;
-Όχι. Όταν είχα τη δική μου μητέρα μπροστά, δεν την έλεγα «μαμά». Μικρός τη φώναζα «θεία».
-Νιώθατε ότι είχατε δύο μητέρες;
-Ναι. Τις εκτιμώ και τις αγαπώ και τις δύο το ίδιο. Ακόμη και ο Παύλος μου φέρθηκε όπως η Σπεράντζα: Σαν γονιός μου, σαν πατέρας μου.
-Ο φυσικός σας πατέρας είχε πεθάνει;
-Δεν τον γνώρισα καθόλου.
-Μεγαλώνοντας, κατά τη διάρκεια της εφηβείας σας, πως ήταν μαζί σας η Σπεράντζα;
-Στο σπίτι, δεν είχε καμία σχέση με το καλλιτεχνικό της προφίλ. Ήταν εξαιρετικά συντηρητική- όσο παράξενο κι αν ακούγεται αυτό για κάποιους. Ο τρόπος που ζούσε ήταν νορμάλ, εγώ έναν άντρα της γνώρισα, τον Παύλο, κανέναν άλλον. Όταν έφτασα στην εφηβεία μου, παρόλο που είχε πολλούς φίλους μελανζέ, εμένα μου έλεγε ότι εγώ δεν είμαι από τους ανθρώπους που γέρνω στην τρίτη κατηγορία. Μία φορά, είχα πάει βράδυ στο σπίτι, εκείνη έπαιζε χαρτιά και, χωρίς να της πω οτιδήποτε, κατάλαβε ότι ήθελε να βγω και να πάω να συναντήσω ένα κορίτσι στην πλατεία Βικτωρίας. Μου έβαλε ένα πενηντάρικο στην τσέπη και γέλασε. Στον ερωτικό τομέα, με πήγαινε φουλ. Το χαιρότανε.
-Είχε κάποιες επιθυμίες που δεν πρόλαβε να πραγματοποιήσει; Τι σας εκμυστηρευόταν;
-Ο καημός της ήταν μέσα από την αυτοβιογραφία της, το «τολμώ», να γίνει παράδειγμα προς μίμηση μέσω ενός σήριαλ στην τηλεόραση βασισμένου επάνω σ αυτό και στη ζωή της. Ο τρόπος που κατάφερε από μωρό παιδί να επιβιώσει, μόνη της, είναι αξιοθαύμαστος: Έχασε τον πατέρα και τη μάνα της από μικρή, η πείνα την οδήγησε να ξεκινήσει να μπει στα μπουλούκια και στη συνέχεια προέκυψε η επιτυχία στον κινηματογράφο και στο θέατρο.
-Υπάρχει κάτι που δεν είναι γνωστό για τη Σπεράντζα; Κάτι που θα θέλατε να το μοιραστείτε μαζί μας;
-Πολλοί δεν ξέρουν ότι το κρυφό όνειρο της μητέρας μου ήταν αν γίνει φιλόλογος, αλλά δεν τα κατάφερε λόγω συνθηκών, έπρεπε να βγει νωρίς και να δουλέψει για να ζήσει. Γι αυτό και στη συνέχεια κάθισε και έγραψε 12 βιβλία. Μου έλεγε μάλιστα ότι όλο αυτό το έργο – ένα μελλοντικό σήριαλ- θα ήθελε να το αναλάβουν ο Λάκης Λαζόπουλος και ο Άγγελος Πυριόχος. Η ζωή προίκισε τη μητέρα μου να αντιπροσωπεύσει ένα είδος στο οποίος ελάχιστες γυναίκες μέχρι τότε είχαν. Το μάγκικο, το ντεκλαρέ, το είχε μόνο η Σπεράντζα, είχε γνωρίσει κόσμο και κοσμάκη, είχε πολύ μεγάλη εμπειρία από τους ανθρώπους. Μου έλεγε, για παράδειγμα, ότι όσο πιο σφικτά σου σφίγγει κάποιος το χέρι και όσο πιο πολύ σε κοιτάει στα μάτια, τόσο πιο πολύ να τον εμπιστεύεσαι. Αυτά είναι η μεγαλύτερη διαθήκη για μένα, με όσα μου έλεγε και όσα η ίδια έκανε πράξη οδηγούμαι στη ζωή μου.Δημοσίευση στο περιοδικό "Down Town", τον Οκτώβριο του 2009.